ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, Υπόθεση με αρ.: 19268/2019, 28/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 19268/2019. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ Κατηγορουμένης ---------- Ημερομηνία: 28/02/2022. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Χαραλάμπους. Για την Κατηγορούμενη: κα Κ. Θεοχαρίδου. Κατηγορούμενη, Παρούσα. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Ο Κατήγορος, διώκει ποινικώς την Κατηγορούμενη για το ποινικό αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, του Άρθρου 137 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154») [i]. Η θέση που ο Κατήγορος έλαβε για τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τον σχηματισμό του προαναφερόμενου κατηγορητηρίου της Κατηγορούμενης για την ποινική της δίωξη, είναι ότι, η Κατηγορούμενη, την 12η/08/2018, στην κοινότητα Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας, παρέλειψε να υπακούσει στο διάταγμα γονικής μέριμνας με αριθμό αίτησης XXXXX/2017, που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις XXXXX/2017 (στο εξής καλούμενο «το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου»), στερώντας το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα των παιδιών της με αυτά. 2. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του, κατά την ακρόαση, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: (
- i)Αστυφύλακα XXXXX, XXXXX Λαονάρη (στο εξής καλούμενη «η ΜΚ1»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ήταν η Αστυνομικός του Αστυνομικού Σταθμού Περιστερώνας, που έλαβε κατάθεση από την Κατηγορούμενη αναφορικά [και] με το επίδικο περιστατικό· και (
- ii)XXXXX Αδάμου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), που, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, είναι ο πρώην σύζυγος της Κατηγορουμένης και το πρόσωπο από το οποίο, με βάση το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, κατ' ισχυρισμό στερήθηκε, το δικαίωμα επικοινωνίας με τα παιδιά του, λόγω της προαναφερόμενης παράνομης πράξης της Κατηγορούμενης. 3. Η Κατηγορούμενη, μετά από την κλήση της από το Δικαστήριο σε απολογία, παρέμεινε, όπως είχε δικαίωμα, σιωπηλή και προς υπεράσπιση της, ως μάρτυρα, κάλεσε τον XXXXX Αδάμου, που είναι, ως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, το μεγαλύτερο σε ηλικία παιδί που απέκτησαν με τον ΜΚ2 (στο εξής καλούμενος «ο ΜΥ»), ο οποίος κατέθεσε, ως επέλεξε, ενόρκως [ii]. 4. Καθώς πρόκειται για ποινική δίκη, το βάρος ή η υποχρέωση απόδειξης της ενοχής της Κατηγορούμενης, τοποθετείται στον Κατήγορο. Αυτό το βάρος, βαρύνει τον Κατήγορο για κάθε στοιχείο ή ουσιώδες γεγονός που αποτελεί το ποινικό αδίκημά με το οποίο, ως προαναφέρθηκε, κατηγορείται η Κατηγορούμενη. Αυτό το βάρος, κατά γενικό κανόνα [iii], δεν μεταφέρεται ποτέ στον κατηγορούμενο. Δεν υπήρχε, καμία απολύτως υποχρέωση για την Κατηγορούμενη σε αυτή την υπόθεση, να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός ή ζήτημα που τέθηκε υπό αμφισβήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου. [iv]. Δεν εναπόκειτο στην Κατηγορούμενη να αποδείξει την αθωότητα της, αλλά, βεβαίως, στον Κατήγορο να αποδείξει την ενοχή της. Ένα κρίσιμο μέρος του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, είναι το τεκμήριο της αθωότητας. Αυτό που σημαίνει, είναι ότι, ένα πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται ότι είναι αθώο εκτός εάν και έως ότου ο Κατήγορος πείσει το Δικαστήριο για την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [v]. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη, ως έχει προαναφερθεί, δεν έχει δώσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης ή και το ότι η Κατηγορούμενη έχει παρουσιάσει την μαρτυρία του ΜΥ, δεν μεταβάλλει το βάρος απόδειξης. Η Κατηγορούμενη, δεν χρειαζόταν να αποδείξει ότι η εκδοχή της είναι αληθινή. Είναι ο Κατήγορος που έπρεπε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι ισχυρισμοί της Κατηγορούμενης δεν πρέπει να γίνουν αποδεκτοί ως εκδοχή γεγονότων που θα μπορούσαν εύλογα να είναι αληθινοί. 5. Το Δικαστήριο, έχει βεβαίως την υποχρέωση, σε σχέση με αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς γεγονότων επί των οποίων, Κατήγορος και Κατηγορούμενη, αντιστοίχως βασίζονται για την υπόθεση τους, να αναζητήσει την αλήθεια και να αποφασίσει ποιους θα αποδεχθεί, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται, αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, και η ολοκληρωτική απόρριψης τους. Εντούτοις, είναι ουσιώδες και βασική αρχή δικαίου για να επισημανθεί, ότι, αποδοχή από το Δικαστήριο, μετά από σχετική εκτίμηση της μαρτυρίας από την οποία προκύπτουν αντιθετικοί ισχυρισμοί, της εκδοχής των γεγονότων που παρουσιάστηκαν από πλευράς Κατήγορου, δεν δικαιολογεί αυτομάτως και συμπέρασμα του περί ενοχής της Κατηγορούμενης στο κατηγορητήριο της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αποδοχή της μαρτυρίας που προσκόμισε κατά την ακρόαση ο Κατήγορος και μόνον, δεν αρκεί. Το Δικαστήριο, δεν πρέπει να καταδικάσει την Κατηγορούμενη, εκτός εάν ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας για την αλήθεια και ακρίβεια αυτής της μαρτυρίας για τα επίδικα γεγονότα. Περαιτέρω, ακόμη και αν η μαρτυρία επί της οποίας η Κατηγορούμενη βασίζεται, δεν αποτιμηθεί θετικά από το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν γίνει πιστευτή από το Δικαστήριο ως αληθινή, το Δικαστήριο οφείλει να μην καταδικάσει την Κατηγορούμενη αν αυτή η μαρτυρία για τα επίδικα γεγονότα, του δημιουργεί μια λογική αμφιβολία για την ενοχή της. [vi]. 6. Ο Κατήγορος, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει -και όλες οι προαναφερόμενες νομικές αρχές, σε αυτό αφορούν- τα στοιχεία του ποινικού αδικήματος στην κατηγορία [vii]. Δηλαδή, ότι η Κατηγορούμενη, ως και προαναφέρθηκε, την 12η/08/2018, στην κοινότητα Μένοικο της Επαρχίας Λευκωσίας, παρέλειψε να υπακούσει στο Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στερώντας το δικαίωμα επικοινωνίας του ΜΚ2 με τα παιδιά τους. Συναφώς, τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος του Άρθρου 137 του Κεφ. 154 υπό εξέταση, είναι τα εξής [viii]: Πρώτο: Η ύπαρξη διατάγματος, που εκδόθηκε από Δικαστήριο, σε ισχύ. Δεύτερο: Το εν λόγω διάταγμα που εκδόθηκε από το Δικαστήριο, είναι επιβλητέο. Δηλαδή, είναι, αναγκαστικό ή και διατακτικό ή και απαγορευτικό και όχι απλώς αναγνωριστικό δικαιώματος/ων [ix]. Τρίτο: Οι όροι του εν λόγω διατάγματος του Δικαστηρίου που το καθιστούν επιβλητέο, είναι ξεκάθαροι και σαφείς. Τέταρτο: Γνώσης του Κατηγορουμένου των εν λόγω όρων του διατάγματος που εκδόθηκε από το Δικαστήριο. Πέμπτο: Παραβίασης των εν λόγω όρων του διατάγματος του Δικαστηρίου από τον Κατηγορούμενο. Και Έκτο: Ότι η παραβίασης των εν λόγω όρων του διατάγματος του Δικαστηρίου από τον Κατηγορούμενο ήταν ηθελημένη. Δηλαδή, ότι υπήρχε ως προς αυτό, πρόθεσης από πλευράς Κατηγορουμένου. Αυτά, είναι τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το ποινικό αδίκημα στην κατηγορία και είναι αυτά τα γεγονότα που ο Κατήγορος είχε το βάρος απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η ικανοποίησης του Δικαστηρίου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σημαίνει, για σκοπούς του Νόμου, βεβαιότητα από την μαρτυρία για τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος στο κατηγορητήριο. [x]. Η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συνεπάγεται απόρριψη κάθε λογικής υπόθεσης ή οποιασδήποτε εύλογης πιθανότητας, ασυμβίβαστης με την υπόθεση του Κατήγορου. Η αμφιβολία, ως προαναφέρθηκε, δεν πρέπει να είναι ευφάνταστη, ούτε ανόητη, αλλά λογική: «Η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση, δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής» [xi]. 7. Στο είδος της υπόθεσης αυτής, ωστόσο, υπάρχει μία εξαίρεση στις γενικές νομικές αρχές που προαναφέρθηκαν, σχετικά με το ότι ο Κατήγορος οφείλει να αποδείξει την υπόθεση του και να την αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει σε αυτή την υπόθεση, ένα ζήτημα το οποίο το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει, στο οποίο η Κατηγορούμενη όφειλε να αποδείξει την υπόθεση της. Αυτό αφορά, στην προβαλλόμενη αδυναμία της Κατηγορουμένης, υπό τις περιστάσεις που ισχυρίζεται, να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η πραγματικότητα ενός τέτοιου ισχυρισμού, σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε τέτοιες περιπτώσεις, αποτελεί υπεράσπιση. Υπεράσπιση, που, όπως σχολιάζεται στο σύγγραμμα Smith, Hogan, Omerod's Criminal Law, 15η έκδοση, στις σελίδες 341 και 409, ανήκει στην κατηγορία των «γενικών υπερασπίσεων», που δεν εστιάζουν στην πνευματική κατάσταση του κατηγορουμένου. Όπως υποστηρίζεται, συνήθως, τίθεται ζήτημα εφαρμογής τους, όταν ο κατηγορούμενος έχει εκτελέσει τις πράξεις που εξ αντικειμένου δίδουν υπόσταση στο ποινικό αδίκημα που του καταλογίζεται και με την κατάλληλη ένοχη διάνοια, αλλά, παρά το γεγονός ότι τα δύο αυτά στοιχεία του ποινικού αδικήματος αποδεικνύονται από τον κατήγορο, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος δικαιούται σε αθώωση και απαλλαγή από το Δικαστήριο, λόγω κάποιας δικαιολογητικής, συγχωρητικής ή απαλλαχτικής περίστασης ή κατάστασης. Όπως και προαναφέρθηκε, η νομική αρχή είναι ότι, όταν, κατ' εξαίρεση του προαναφερόμενου γενικού κανόνα, η απόδειξη οποιουδήποτε ζητήματος βαραίνει τον κατηγορούμενο, τότε ο κατηγορούμενος δεν απαιτείται να αποδείξει αυτό το ζήτημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, που είναι το βάρος απόδειξης που φέρει ο κατήγορος. Ο κατηγορούμενος, σε μια τέτοια περίπτωση, χρειάζεται να αποδείξει τους ισχυρισμούς του, σε ένα χαμηλότερο επίπεδο απόδειξης από πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος, απαιτείται να αποδείξει την υπόθεση του, μόνον στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δηλαδή, ο κατηγορούμενος χρειάζεται να αποδείξει μόνο ότι είναι πιο πιθανό να ισχύει, από ότι να μην ισχύει, αυτό που ισχυρίζεται. Για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Ι. Μ. ν P. M., Έφεση Αρ. 19/2016, 12/11/2018, -με αναφορά και στην απόφαση του στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν Ξιούρου, Έφεση Αρ. 2/2012, 09/05/2014-, ανέφερε: «Απαιτείται . η απόδειξη ηθελημένης παράλειψης συμμόρφωσης με το διάταγμα, η οποία δεν οφείλεται σε αδυναμία εκτέλεσης. Εφόσον προβάλλεται ως υπεράσπιση η αδυναμία συμμόρφωσης, η αδυναμία αυτή απαραιτήτως πρέπει να διαπιστώνεται ως πραγματικό γεγονός. .. To βάρος απόδειξης της αδυναμίας αυτής βαρύνει αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται το διάταγμα και ο οποίος προβάλλει το γεγονός της εν λόγω αδυναμίας. .. Στο σύγγραμμα The Law of Contempt, Borrie and Lowe, στη σελίδα 322 αναφέρεται ότι: "it is the duty of the defendants to find out the proper means of obeying the order and although it may be a defence to show that compliance with the order was impossible, the burden of proving such impossibility is upon the defendants". .». 8. Το Δικαστήριο είχε την δυνατότητα, στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης αυτής, να αποκομίσει, ως με περισσότερη λεπτομέρεια αναφέρεται στην συνέχεια, τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένης, έχοντας παρακολουθήσει επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν και τη λογική που, με βάση την ανθρώπινη εμπειρία, η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Έχει, το Δικαστήριο, για τις διαπιστώσεις του, τις οποίες παραθέτει στην συνέχεια, αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά [xii]. Ως αποτέλεσμα αυτής, το Δικαστήριο, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, αποδέχεται την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 και απορρίπτει αυτήν του ΜΥ. Οι λόγοι είναι οι ακόλουθοι. 9. Από εξέταση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, αδιαμφησβήτητα και παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων, είναι τα εξής γεγονότα, που αφορούν στα προαναφερόμενα στην παράγραφο 6 ανωτέρω από ένα έως και πέντε συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος του Άρθρου 137 του Κεφ. 154 υπό συζήτηση, η παράθεσης των οποίων κρίνεται ως η καταλληλότερη αφετηρία για την ανάλυση του σκεπτικού του. Για το προκείμενο, οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου είναι οι εξής. Ότι, το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή στις 12/08/2018, ήταν σε ισχύ. Αυτός ήταν ένας ισχυρισμός του ΜΚ2 κατά την ακρόαση, που δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Κατηγορούμενης. Μάλιστα, η συνήγορος υπεράσπισης της Κατηγορούμενης, κατά την αντεξέταση του ΜΚ2, παίρνοντας αυτό ως δεδομένο γεγονός για να υποστηρίξει κάποια άλλη θέση της Κατηγορούμενης για τα γεγονότα, υπέβαλε στον ΜΚ2 ότι το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου σε μεταγενέστερο από τις 12/08/2018 χρόνο, ακυρώθηκε. Άλλωστε, σύμφωνα με την ΜΚ1, η Κατηγορούμενη, κατά την κατάθεση της στην Αστυνομία σχετικά με το επίδικο περιστατικό, παραδέχθηκε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωσης με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου την συγκεκριμένη ημέρα και απολογήθηκε. Από την αναφορά αυτή της Κατηγορούμενης, συνάγεται, τουλάχιστον ότι το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου ήταν σε ισχύ, ως ο ισχυρισμός, ως προελέχθη, του ΜΚ2. Ο οποίος ΜΚ2, πιο συγκεκριμένα, για το ζήτημα αυτό, στην κατάθεση του στην Αστυνομία, Τεκμήριο 3, ισχυρίστηκε -ισχυρισμό τον οποίο επανέλαβε και κατά την ακρόαση και δεν αμφισβητήθηκε- ότι, «Για τα παιδιά υπάρχει προσωρινό διάταγμα επικοινωνίας και σύμφωνα με αυτό σήμερα, 12/08/2018 και από η ώρα 10:00 μέχρι 20:30, θα έπρεπε να είχα τα παιδιά μας μαζί μου.». Η αλήθεια και πραγματικότητα του γεγονότος αυτού, σημειώνεται, υποστηρίχθηκε και από τον ΜΥ κατά την κυρίως εξέταση του. Το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και κατατέθηκε από τον ΜΚ2 ως μέρος της μαρτυρίας του και είναι σημειωμένο ως Τεκμήριο 4. Από πλευράς της Κατηγορούμενης, σχετικά με το θέμα αυτό, δεν ηγέρθηκε καμία ένσταση και στην συνέχεια, καμία αμφισβήτησης δεν υπήρξε κατά την ακρόαση, ως προς το ότι, το Τεκμήριο 4, είναι πράγματι το, κατά τον επίδικο χρόνο, σε ισχύ Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Εξέτασης του Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, Τεκμήριο 4, αποκαλύπτει ότι, αυτό, εκτός της πρόνοιας για ρύθμιση του δικαιώματος του ΜΚ2 για επικοινωνία με τα ανήλικα παιδιά του (ΜΥ, XXXXX και XXXXX Αδάμου) σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες -που αποτυπώνεται στην 3η παράγραφο του-, επέβαλλε, δια σχετικής πρόνοιας -που αποτυπώνεται στην 4η παράγραφο του- αναγκαστικά και διατακτικά στην Κατηγορούμενη, για σκοπούς της προαναφερόμενης επικοινωνίας του ΜΚ2 με τα ανήλικα παιδιά τους, «να [τα] παραδίδει στον και να παραλαμβάνει από τον ΜΚ2 στον τόπο διαμονής της». Κατά ανάλογο τρόπο βέβαια, το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, Τεκμήριο 4, επέβαλλε, ως προκύπτει από αυτό, δια σχετικής πρόνοιας -που αποτυπώνεται στην 5η παράγραφο του- αναγκαστικά και διατακτικά στον ΜΚ2, για σκοπούς της προαναφερόμενης επικοινωνίας του με τα ανήλικα παιδιά τους, «να [τα] παραλαμβάνει από και να παραδίδει στην Κατηγορούμενη στον τόπο διαμονής της». Οι όροι, συνεπώς, του Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, κρίνει το Δικαστήριο, που το καθιστούσαν απιβλητέο, ήταν ξεκάθαροι και σαφείς. Η Κατηγορούμενη, γνώριζε τους εν λόγω όρους του Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Άλλωστε, αυτό προκύπτει και από το ίδιο το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, Τεκμήριο 4, που καταγράφει, την παρουσία της Κατηγορούμενης στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας κατά την έκδοση του από την Δικαστή του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στις XXXXX/2017. Δεν ετέθη συνεπώς κατά την ακρόαση της υπόθεσης από πλευράς της Κατηγορούμενης και δεν θα μπορούσε να τεθεί υπό τις περιστάσεις, ζήτημα προσωπικής επίδοσης του δηλωτικού του εν λόγω Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου σε αυτήν, για να λάβει γνώση των προαναφερόμενων όρων του. Αυτό, άλλωστε, σε ότι αφορά την ποινική ευθύνη κατηγορουμένου για το αδίκημα του Άρθρου 137 του Κεφ. 154, στην υπόθεση Police v Kyriakides
(1988)2 C.L.R. 172, αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση, όταν, ακριβώς, η διαταγή του Δικαστηρίου εκδίδεται στην παρουσία του κατηγορουμένου. Στις 12/08/2018, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, που δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς της Κατηγορούμενης -η οποία μάλιστα, ως προαναφέρθηκε, στην κατάθεση της στην Αστυνομία, Τεκμήριο 2, σύμφωνα με την ΜΚ1, παραδέχθηκε το γεγονός και απολογήθηκε-, αλλά και με βάση την μαρτυρία του ΜΥ που υποστηρίζει την αλήθεια των εν λόγω ισχυρισμών του ΜΚ2, δεν υπήρξε συμμόρφωσης της Κατηγορούμενης με τον προαναφερόμενο όρο του Διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου που της επέβαλλε, αναγκαστικά και διατακτικά, για σκοπούς της προαναφερόμενης επικοινωνίας του ΜΚ2 με τα ανήλικα παιδιά τους, να του τα παραδώσει στις 10:00, όταν ο ίδιος παρουσιάστηκε, ως όφειλε, στον τόπο διαμονής της την ώρα εκείνη, για να τα παραλάβει. Ο ισχυρισμός της Κατηγορούμενης, που προωθήθηκε και κατά την ακρόαση, τον οποίο, σύμφωνα με την ΜΚ1, η Κατηγορούμενη κατέθεσε στην Αστυνομία την ημέρα του επίδικου περιστατικού, ήταν ότι, τα παιδιά, δεν ήθελαν -και το δήλωσαν αυτό στον ΜΚ2- να τον ακολουθήσουν και για αυτό δεν υπήρξε συμμόρφωσης της με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι, η εν λόγω κατάθεση της Κατηγορούμενης στην Αστυνομία, ημερομηνίας 12/08/2018, παρουσιάστηκε από την ΜΚ1, κατά την ακρόαση, ως μέρος της μαρτυρίας της και είναι σημειωμένη ως Τεκμήριο
- Σε αυτήν, παρατηρείται, τα προαναφερόμενα αποτυπώνονται.
- Κατά την ακρόαση, η προαναφερόμενη θέση της Κατηγορούμενης για τα γεγονότα, προωθήθηκε μέσω του ΜΥ. Ο ΜΥ, για το προκείμενο, δεν έγινε πιστευτός από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, ο ΜΥ, δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο, ήταν στην συνείδηση του αυτό και κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου το εξωτερίκευσε έντονα μέσα από τις διάφορες μη λεκτικές εκφράσεις του, και ήταν έκδηλα αμήχανος όταν τοποθετείτο για τα εν λόγω ισχυριζόμενα γεγονότα, κυρίως κατά την αντεξέταση του. Ο ΜΥ, ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του, ευθέως τους λόγους γιατί, τόσο ο ίδιος, όσο και τα αδέλφια του, δεν ήθελαν, όπως υποστήριξε, να ακολουθήσουν τον πατέρα τους, ΜΚ2, εκείνη την ημέρα· και οι λόγοι που έδωσε, κατά τρόπο μάλιστα αρκετά αόριστο, με δισταγμό και μέσα από ασαφείς ισχυρισμούς, δείχνουν την πλασματικότητα της θέσης. Ο ΜΥ, που, όταν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου εντελώς αχρείαστα, ερωτήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης της Κατηγορούμενης -κάτι που δυστυχώς συνεχίστηκε και από την εκπρόσωπο του Κατήγορου στην συνέχεια κατά την αντεξέταση-, ανέφερε, χωρίς να γίνεται πιστευτός από το Δικαστήριο -και τις δύο φορές όταν έγινε- λόγω του τρόπου που εκδηλώθηκε, ότι, ουσιαστικά, δεν τρέφει συναισθήματα αγάπης για τον πατέρα του, ΜΚ2, επειδή ο ΜΚ2 είναι «άγριος, επιθετικός και τρομαχτικός», ως λόγους για την εν λόγω άρνηση τους με τα αδέλφια του, έδωσε τους εξής. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο ΜΥ ανέφερε ότι ο λόγος ήταν, «επειδή τα περιστατικά που είχαν ζήσει μαζί [με τον ΜΚ2] ήταν όλα τρομαχτικά», λόγω «επιθέσεων μεταξύ της [Κατηγορούμενης] και του [ΜΚ2]» και της «ανασφάλειας» που ένοιωθαν λόγω τούτων. Κατά την αντεξέταση του, όταν του ζητήθηκε περισσότερη λεπτομέρεια και επεξήγηση σε σχέση με αυτά τα «περιστατικά που είχαν ζήσει μαζί [με τον ΜΚ2] [που, ως ισχυρίστηκε] ήταν όλα τρομαχτικά», λόγω «επιθέσεων μεταξύ της [Κατηγορούμενης] και του [ΜΚ2]», ανέφερε απλώς και, ως προαναφέρθηκε, με γενικότητα και δισταγμό, ότι «ο [ΜΚ2] είχε φορές που έλεγε της [Κατηγορούμενης] κάποια πράγματα, που η ίδια δεν ήθελε, και μετά θύμωνε, την ενοχλούσε, την έβριζε». Και περαιτέρω, σε ότι αφορούσε τον ίδιο -χωρίς αυτό να ισχύει για τα αδέλφια του, επειδή, όπως υποστήριξε ήταν μικρής ηλικίας-, ανέφερε ότι, ο ΜΚ2, «κάποιες φορές τον έδειρε», όταν «έκανε κάποιες αταξίες, αλλά όχι αταξίες... δηλαδή, [όταν] δεν τον άκουγε σε κάποια πράγματα που του έλεγε.». Οι υπόλοιπες αναφορές του ΜΥ για το προκείμενο, αφορούσαν σε περιστατικά μετά την διάσταση των γονέων: το ένα, όταν ο αδελφός του είχε ένα ατύχημα στο σπίτι της πατρικής γιαγιάς του και υπέστη τραυματισμό στο κεφάλι, για τον λανθασμένο τρόπο αντιμετώπισης του από την πατρική γιαγιά και πατέρα του ΜΚ2· και το άλλο, όταν ο πατέρας του ΜΚ2 πήγε κάποια φορά στο μάθημα τοξοβολίας του και τον απομάκρυνε από αυτό για να τον ρωτήσει: «γιατί δεν πήγαινε μαζί τους και γιατί δεν τους ήθελε», για την άπρεπη στάση και συμπεριφορά του πατέρα του ΜΚ2 τόσο έναντι του ιδίου, όσο και έναντι του μητρικού του παππού. Ο ΜΥ, κατά τον επίδικο χρόνο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, ήταν, σημειώνεται, μόλις δώδεκα χρόνων και τα αδέλφια του εννέα χρόνων και επτά χρόνων αντίστοιχα. Λόγω του νεαρού της ηλικίας, ειδικότερα των δύο νεαρότερων παιδιών, το Δικαστήριο, δεν βρίσκει λογικό και μάλιστα, για τους προαναφερόμενους λόγους που ο ΜΥ υποστήριξε, η προαναφερόμενη θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση της Κατηγορούμενης, περί αδυναμίας της να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, να σχετίζεται με την πραγματικότητα. Εάν η Κατηγορούμενη προσπαθούσε πραγματικά και έψαχνε τους κατάλληλους τρόπους για να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ως όφειλε, το Δικαστήριο δύσκολα μπορεί να βρει λογική, λόγου χάρη, ακόμη και αν ο ΜΥ που ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία, ένοιωθε την όποια «ανασφάλεια», για τους λόγους που ισχυρίστηκε σχετικά με τις επικοινωνίες του με τον πατέρα του ΜΚ2, γιατί τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά και ειδικότερα αυτό που ήταν μόλις επτά χρονών, να μπορούσαν να διακατέχονταν από ένα τέτοιο συναίσθημα, ή έστω, αυτά και μόνον, ή κάποιο από αυτά, να μην επιθυμούσαν να ακολουθήσουν τον πατέρα τους ΜΚ2 και δη την ημέρα του επίδικου περιστατικού, εκτός και εάν αυτό ήταν η πραγματική επιθυμία της Κατηγορούμενης και γενική προσέγγισης της του ζητήματος. Ο ΜΥ, και σε αυτό έγινε πιστευτός από το Δικαστήριο, αντεξεταζόμενος, κατέθεσε ότι η Κατηγορούμενη τους ανέφερε ότι ο πατέρας τους ΜΚ2 είναι ψυχοπαθής, χρήστης ναρκωτικών ουσιών και φταίχτης για τον χωρισμό τους. Ο ισχυρισμός του ΜΥ, που δεν γίνεται αποδεκτός από το Δικαστήριο ως αληθινός και απορρίπτεται, είναι ότι, η συμβουλή και προτροπή της μητέρας του, Κατηγορούμενης, ήταν να έχουν κανονικά τις επικοινωνίες τους με τον πατέρα τους ΜΚ2 με βάση και το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αλλά αυτοί, ακόμη και το επτάχρονο αδελφάκι του, είχαν αυτή την απορριπτική στάση έναντι του πατέρα τους, για τους προαναφερόμενους λόγους. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πρέπει να σημειωθεί, είναι ότι, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι ο ΜΥ κατέθεσε την αλήθεια για αυτό το ζήτημα, η Κατηγορούμενη, δεν θα μπορούσε να αθωωθεί και απαλλαχτεί από το Δικαστήριο επικαλούμενη την προαναφερόμενη υπεράσπιση της αδυναμίας συμμόρφωσης της με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, εφόσον, με τις προαναφερόμενες πράξεις της, προκύπτει, ήταν ο δημιουργός της. Δεν μπορεί, λογικά να υποστηριχθεί από την Κατηγορούμενη, ότι με το να συμβουλεύει τα ανήλικα παιδιά της να έχουν κανονικά τις επικοινωνίες τους με τον πατέρα τους ΜΚ2 με βάση και το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, όταν από την άλλη τους έλεγε ότι είναι ψυχοπαθής, χρήστης ναρκωτικών ουσιών και φταίχτης για τον χωρισμό τους, δεν ήταν η δημιουργός της αδυναμίας που τώρα επικαλείται προς υπεράσπιση της. Ούτε και θα μπορούσε να λεχθεί ότι, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις, η Κατηγορούμενη, χωρίς καν να είχε εξέλθει της οικίας της κατά το περιστατικό της επίδικης ημέρας, ανεξαρτήτως των όποιων προβλημάτων επικοινωνίας ή άλλα αντιμετώπιζε με τον Κατηγορούμενο, κατέβαλε πραγματική και ουσιαστική προσπάθεια συμμόρφωσης της με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου.
- Θα ήταν παράλειψης του Δικαστηρίου, αν σε σχέση με τα προαναφερόμενα που αφορούν στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΥ σε σχέση και με τις θέσεις της Κατηγορούμενης για την υπεράσπιση της σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, δεν σημειωνόταν και η παρατήρησης του Δικαστηρίου σχετικά με τις διαφορές που εντοπίζονται μεταξύ της εκδοχής του ΜΥ για τα επίδικα γεγονότα με αυτή που κατά τους ισχυρισμούς της ΜΚ1 η Κατηγορούμενη κατέθεσε στην Αστυνομία και αποτυπώνονται, ως προελέχθη, στο Τεκμήριο
- Ενδεικτικά, αναφέρονται οι εξής διαφορές. Σύμφωνα με την ΜΚ1, η Κατηγορούμενη, στην κατάθεση της στην Αστυνομία -που εδόθη, σημειώνεται, την ίδια ημέρα που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό-, ισχυρίστηκε ότι, όταν ο ΜΚ2 έφτασε στην οικία της για να παραλάβει τα παιδιά τους με βάση το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, τα παιδιά τους, αφού άνοιξαν την πόρτα και είπαν στον ΜΚ2 την επιθυμία τους να μην τον ακολουθήσουν, μπήκαν στο σπίτι και έκλεισαν την πόρτα και μετά ο αδελφός του ΜΚ2 άρχισε να της φωνάζει λέγοντας της διάφορα και στην συνέχεια μπήκε και στην αυλή της οικίας της και χτυπούσε την εξώπορτα της συνεχίζοντας να φωνάζει και να της λέει διάφορα. Ο ΜΥ ωστόσο, για το εν λόγω περιστατικό, κατά την κυρίως εξέταση του, κατέθεσε διαφορετικά. Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΥ ότι, μαζί με τα αδέλφια του, ήταν εκτός της οικίας και περίμεναν όταν ο ΜΚ2 κατέφθασε για να τους παραλάβει μαζί με τον θείο και άλλα μέλη της οικογένειας του και ότι, όταν προχώρησαν προς τον ΜΚ2 και του ανέφεραν την επιθυμία τους να μην τον ακολουθήσουν, τότε ήταν που ο αδελφός του ΜΚ2 «έτρεξε και μπήκε στο σπίτι με ένα άγριο ύφος», με αποτέλεσμα, «να φοβηθούν και να μπουν μέσα», να «κλείσουν την πόρτα και τρομαγμένοι να φωνάξουν της μητέρας τους να πάρει την Αστυνομία». Ισχυρισμούς τους οποίους, ο ΜΥ, κατά βάση, επανέλαβε και κατά την αντεξέταση του.
- Το Δικαστήριο βεβαίως, έχει επίσης εξετάσει και την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 που έχει παρουσιάσει ο Κατήγορος κατά την ακρόαση και εκτιμά ότι αυτή είναι ειλικρινής και ακριβής και αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Το παρουσιαστικό των ΜΚ1 και ΜΚ2 στο ειδώλιο του μάρτυρα κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους (η διάθεση τους, ο τόνος της φωνής τους, ο τρόπος ομιλίας τους, ο αυθορμητισμός τους όταν έδιδαν τις απαντήσεις τους και η αίσθησης ότι έδιναν αυτές, όχι για να ικανοποιήσουν τον εξεταστή τους, αλλά για να δώσουν ειλικρινή και αληθή απαντήσεις) έπεισε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια τους. Ότι, δηλαδή, διάθεση τους ήταν, προσερχόμενοι στο Δικαστήριο, να καταθέσουν και τελικά κατέθεσαν στο Δικαστήριο, την αλήθεια. Περιέγραψαν καθαρά και με αυτοπεποίθηση τα περιστατικά που αφορούν στα επίδικα γεγονότα και ζητήματα, δηλαδή, το τι βίωσαν, είδαν και άκουσαν, και με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Δείχνοντας με τον τρόπο αυτό, πρόσθετα, ότι τα θυμούνταν καλά. Δεν αμφισβητείται, άλλωστε, ότι είχαν ευκαιρίες για γνώση τους. Η εκδοχή τους για τα επίδικα γεγονότα, -έχοντας το Δικαστήριο υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας, την οποία το Δικαστήριο κρίνει μακροσκοπικά και σε καμία περίπτωση αποσπασματικά, αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο που καθορίζεται και από τα προαναφερόμενα μη αμφισβητούμενα και αδιαμφισβήτητα γεγονότα (από τα οποία δεν αντικρούεται)-, είναι περαιτέρω σε αρμονία με την υπεροχή των πιθανοτήτων που ένα πρακτικό και ενημερωμένο άτομο θα αναγνώριζε εύκολα ως το λογικό υπό τις περιστάσεις. Για τα προαναφερόμενα, βεβαίως, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, αποδέχεται την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 για τα επίδικα γεγονότα και όχι την όποια γνώμη τους για αυτά ή σχετικά με αυτά. Και αυτό, επειδή, όπως παρατηρήθηκε, η ΜΚ1, όπως φάνηκε στο Δικαστήριο, χωρίς να ήταν παρούσα όταν ελάμβανε χώρα το επίδικο περιστατικό, εξέφρασε γνώμη σχετικά με τα επίδικα γεγονότα και ειδικότερα για τον λόγο που δεν υπήρξε συμμόρφωσης της Κατηγορούμενης με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου, βασιζόμενη, ουσιαστικά, στα όσα η Κατηγορούμενη της κατήγγειλε. Το Δικαστήριο, αποδέχεται ότι η ΜΚ1, όταν μετέβη στην οικία της Κατηγορούμενης μετά το επίδικο περιστατικό, βρήκε την Κατηγορούμενη και τα ανήλικα σε μία κατάσταση «αναστάτωσης», ενδεχόμενος για λόγους που να αφορούν τον ΜΚ2 ή και τα πρόσωπα της οικογένειας του που μετέβησαν μαζί του την ημέρα του επίδικου περιστατικού, που να σχετίζονται με το γεγονός της μη συμμόρφωσης της Κατηγορούμενης με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Εντούτοις, όπως και η ίδια η ΜΚ1 ανέφερε αντεξεταζόμενη, όταν αυτή μετέβη επιτόπου στην οικία της Κατηγορούμενης, ο ΜΚ2 και τα άλλα πρόσωπα που ήταν μαζί του κατά το επίδικο περιστατικό, είχαν ήδη φύγει και συνεπώς, η ΜΚ1 δεν είδε, ούτε και μπορεί πραγματικά να γνωρίζει, γιατί πραγματικά δεν υπήρξε συμμόρφωσης της Κατηγορούμενης με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Ο ΜΚ2, είναι σημαντικό να σημειωθεί, αντεξεταζόμενος, δεν αποδέχθηκε τις θέσεις που από πλευράς της Κατηγορούμενης του υποβλήθηκαν για τα επίδικα γεγονότα. Όπως και προαναφέρθηκε, σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 ήταν ειλικρινής και αληθής. Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου από τους ισχυρισμούς του ΜΚ2, συνεκτικά αποτιμωμένους, για τα επίδικα γεγονότα, ότι, πρόθεσης της Κατηγορούμενης, ήταν να προβεί στις πράξεις και παραλείψεις που είχαν ως αποτέλεσμα, στις 12/08/2018, την μη συμμόρφωση της με το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Πρόθεση της Κατηγορούμενης, βρίσκει το Δικαστήριο από την αποδεκτή μαρτυρία και τα αδιαμφησβήτητα και παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων γεγονότα, ήταν η, χωρίς νόμιμη δικαιολογία, παρεμπόδισης του δικαίου που καθόριζε το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου.
- Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ο Κατήγορος, έχει αποσείσει το νομικό βάρος που, ως προελέχθη, είχε σε αυτή την υπόθεση και ως εκ τούτου, βρίσκει την Κατηγορούμενη, ένοχη διάπραξης του ποινικού αδικήματος της ανυπακοής σε νόμιμες διαταγές, του Άρθρου 137 του Κεφ. 154, ως αυτό της καταλογιζόταν από τον Κατήγορο στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, και την καταδικάζει. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Σύμφωνα με το Άρθρο 137 του Κεφ. 154: «
- Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.». [ii] Βλ. το Άρθρο 55 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 και ειδικότερα, το εδάφιο
(3)αυτού. Ο ΜΥ, ήταν ηλικίας δεκαέξι χρόνων κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο. [iii] Στον προαναφερόμενο γενικό κανόνα, υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Νόμος, κάποτε, προβλέπει για ζητήματα τα οποία το Δικαστήριο κατά την ακρόαση μιας υπόθεσης πρέπει να αποφασίσει και σε σχέση με τα οποία ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του. Συναφώς, όταν η απόδειξη ενός τέτοιου ζητήματος βαραίνει τον κατηγορούμενο, απ' αυτόν, δεν απαιτείται η απόδειξης του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος, χρειάζεται μόνο να εξακριβώσει σε τι είναι, που, σε αυτό το πλαίσιο στηρίζεται, σε ένα χαμηλότερο επίπεδο απόδειξης από πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Υποχρεούται να αποδείξει την υπόθεση του, μόνον στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Δηλαδή, χρειάζεται μόνο να δείξει ότι, είναι πιο πιθανό από ότι όχι, αυτά που ισχυρίζεται να αποτελούν πραγματικότητα. Βλ. Ιωάννου, κ. α. ν Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ.
- [iv] Η Κατηγορούμενη, δεν είχε, σε αυτή την υπόθεση, το νομικό βάρος απόδειξης οποιουδήποτε ζητήματος. Στο σύγγραμμα του I. Dennis, The Law of Evidence, 6η έκδοση, στις παραγράφους από 11-004 έως και 11-006 επεξηγούνται οι νομικές έννοιες νομικό βάρος απόδειξης και αποδεικτικό βάρος απόδειξης και η σημασία τους κατά την ακροαματική διαδικασία: «Two points encapsulate the difference between the legal and the evidential burden. When a judge is deciding whether an evidential burden has been discharged, he looks only at the evidence favouring the party who bears the evidential burden. The question for decision is whether the favourable evidence is sufficient by itself to raise an issue for the court to consider; the fact that there may be substantial other evidence contradicting the favourable evidence is immaterial at this stage. When a factfinder (judge, jury or bench of magistrates) is deciding whether a legal burden has been discharged, the factfinder looks at all the evidence adduced in the case. Thus the factfinder will take into account the evidence that first served to discharge the evidential burden plus any other evidence that tends to confirm or rebut it. The second point is that the discharge of an evidential burden does not involve a decision that any fact has been proved. All it signifies is that a question has been validly raised about the possible existence of a material fact; the decision is only that enough evidence has been adduced to justify a possible finding in favour of the party bearing the burden. It is therefore technical1y incorrect to refer to this burden as an "evidential burden of proof". The discharge of the legal burden occurs at a later stage in the trial, when the factfinder is required to decide on the existence or non-existence of facts whose possible existence is in issue. .When a party has discharged an evidential burden and raised an issue for the court to consider, there arises a tactical onus on the other party to respond with some rebutting evidence. There is no legal obligation to adduce (further) evidence on the issue, but the party against whom the evidence has been adduced increases the risk of losing on the issue if nothing is done to chal1enge the evidence. .». [v] Ο Κατήγορος φέρει, ως και προελέχθη, αυτό που αποκαλείται, το νομικό βάρος απόδειξης. Αυτό, κατανέμεται βάσει κανόνων δικαίου και είναι καθορισμένο από την αρχή της εκδίκασης μιας υπόθεσης. Δεν μετατοπίζεται ποτέ κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Βλ. Νεοφύτου ν Νεοφύτου, Έφεση Αρ. 31/2019, 17/12/
- [vi] «Liberato direction»: Βλ. Liberato v The Queen
(1985)159 CLR 507 (βλ. την απόφαση του Brennan J.) και De Silva v The Queen [2019] HCA 48. Αμφότερες αποφάσεις Ανώτατου Δικαστηρίου Αυστραλίας. Στην υπόθεση R v Anderson
(2001)127 A Crim R 116 (Εφετείου Νέας Νότιας Ουαλίας Αυστραλίας), η εν λόγω οδηγία, διατυπώθηκε ως εξής στους ενόρκους -υιοθετήθηκε και στην Johnson v Western Australia
(2008)186 A Crim R 531 (Εφετείου Δυτικής Αυστραλίας)-: «First, if you believe the evidence of the accused, obviously you must acquit. Second, if you find difficulty in accepting the evidence of the accused, but think that it might be true, then you must acquit. Third, if you do not believe the accused, then you should put his testimony to one side. The question will remain; has the Crown, upon the basis of evidence that you do accept, proved the guilt of the accused beyond reasonable ground?». Οδηγία σχετιζόμενη με αρχή στο δίκαιο της απόδειξης, που αποτελεί νομολογία και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική, μεταξύ άλλων, είναι η υπόθεση Charitonos, a. o. v Republic
(1971)2 C.L.R. 40, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μία εκτενή ανάλυση του θέματος αυτού. Στην υπόθεση Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459, για το προκείμενο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε: «Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με μια έστω υποβόσκουσα αμφιβολία («lurking doubt»), η αθώωση είναι αναπόφευκτη ...». [vii] Βλ. Γεωργίου ν Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ.
- [viii] Βλ. για το προκείμενο και κατ' αναλογία, Α. Μ. ν C. M. E., Έφεση Αρ. 19/2019, 10/07/2020 και Μιχαηλίδης ν Poliakova (Αρ. 1), Έφεση Αρ. 22/2009, 24/02/
- [ix] Βλ. Αναστασίου ν Αναστασίου, Έφεση Αρ. 41/2018, 22/04/
- [x] Σε αντίθεση, βέβαια, με τα αποδεικτικά στοιχεία -που δεν είναι συστατικά του αδικήματος-, που δεν απαιτείται η απόδειξης τους πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά απλά να έχουν καθαρά αποδειχθεί προτού θεωρηθούν ως αποδεδειγμένα. [xi] Βλ. Μαμαλικόπουλος ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 25/2014, κ. α., 20/09/
- [xii] Βλ. Brierley v Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 476. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο