← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 11251/2021, 12/1/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 11251/2021, 12/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B31 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 11251/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 12/01/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ε. Χειμώνας. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΠΟΙΝΗ
  3. Ο Κατηγορούμενος έχει, μετά από δική του παραδοχή, καταδικαστεί από το Δικαστήριο, στα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. από 1 μέχρι και 7 στο κατηγορητήριο, που αφορούν: - Οι κατηγορίες με αρ. 1 και 5, την διάρρηξη κτιρίου και την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος (αυτό της κλοπής), των Άρθρων 291 και 294(α) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 154»), που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά χρόνων. - Η κατηγορία με αρ. 2, την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης (μέλους της Αστυνομίας) κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του, του Άρθρου 244(β) του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. - Οι κατηγορίες με αρ. 3 και 4, την δημόσια εξύβριση, του Άρθρου 99 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός μήνα ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €128 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Η κατηγορία με αρ. 6, την κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, του Άρθρου 324

(1)του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. - Και τέλος, η κατηγορία με αρ. 7, την κλοπή σε κατοικία, των Άρθρων 255 και 266(β) του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης πέντε χρόνων. 2. Περαιτέρω, μετά από αίτημα του Κατηγορουμένου και αφής στιγμής ο Κατήγορος, δια της εκπροσώπου του, συναίνεσε σε αυτό [i], κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 155»), το Δικαστήριο άσκησε την διακριτική ευχέρεια που αυτό του παρέχει, ώστε, κατά τη λήψη της απόφασης του για την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο στην υπόθεση αυτή για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, λαμβάνει υπόψη του και τα εξής ποινικά αδικήματα [και τις περιστάσεις διάπραξης τους], των ακόλουθων υποθέσεων, τα οποία ο Κατηγορούμενος έχει επίσης παραδεχθεί ότι διέπραξε και έχει, ως εκ τούτου, καταδικαστεί από το Δικαστήριο για αυτά: - Στην Υπόθεση με αρ. 20405/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η κατηγορία με αρ. 1, αφορά την απόπειρα απόδρασης προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση, του Άρθρου 128 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια. - Στην Υπόθεση με αρ. 20409/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η κατηγορία με αρ. 1, αφορά την κλοπή πράγματος, του Άρθρου 262 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. - Στην Υπόθεση με αρ. 17584/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας: (i) η κατηγορία με αρ. 1, αφορά την συμπλοκή σε δημόσιο χώρο, του Άρθρου 89 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός χρόνου· (ii) η κατηγορία με αρ. 2, αφορά την κακόβουλη ζημιά σε περιουσία, του Άρθρου 324
(1)του Κεφ. 154, που, ως και προαναφέρθηκε, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €2.562 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί· και (iii) η κατηγορία με αρ. 3, αφορά την δημόσια οπλοφορία για διέγερση τρόμου, του Άρθρου 80 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων. - Στην Υπόθεση με αρ. 10519/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας: (
  1. i)η κατηγορία με αρ. 1, αφορά την απειλή προσώπου, του Άρθρου 91Α του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια· (
  2. ii)οι κατηγορίες με αρ. 2, 3, 4 και 5, αφορούν την δημόσια εξύβριση, του Άρθρου 99 του Κεφ. 154, που, ως και προαναφέρθηκε, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ενός μήνα ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα €128 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί· και (iii) η κατηγορία με αρ. 6, αφορά την πρόκληση ανησυχίας σε δημόσιο χώρο, του Άρθρου 95 του Κεφ. 154, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών μηνών. - Στην Υπόθεση με αρ. 7598/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η κατηγορία με αρ. 1, αφορά την κλοπή πράγματος, του Άρθρου 262 του Κεφ. 154, που, ως και προαναφέρθηκε, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. - Στην Υπόθεση με αρ. 20786/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η κατηγορία με αρ. 1, επίσης αφορά την κλοπή πράγματος, του Άρθρου 262 του Κεφ. 154, που, ως προελέχθη, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τριών χρόνων. - Και τέλος, στην Υπόθεση με αρ. 17353/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η κατηγορία με αρ. 1, αφορά την παράβαση διατάγματος εκδοθέντος βάσει του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ. 260, του Άρθρου 7 του Νόμου αυτού, που, στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, βάσει του περί Λοιμοκάθαρσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2020, Νόμος 31(Ι)/2020 (στη βάση της ημερομηνίας διάπραξης του), τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €3.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές μαζί. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιων του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο.». [ii]. 3. Αποτελεί αρχή στο δίκαιο της επιβολής ποινής ότι, η σοβαρότητα ενός αδικήματος, διαγράφεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο ποινή, ή από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Είναι βεβαίως εύκολα κατανοητό ότι, η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις των οποίων μέσω αυτής επιδιώκεται η αποτροπή. Συνεπώς, όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός αδικήματος ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή. Ιδιαιτέρως στις περιπτώσεις, όπως και η προκείμενη, όπου τα συγκεκριμένα αδικήματα, παρατηρούνται στην κοινωνία να διαπράττονται με τέτοια συχνότητα, ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι βρίσκονται σε έξαρση και εκ της φύσεως τους είναι σοβαρά, δεδομένα που δημιουργούν αυξημένο αίσθημα ανησυχίας, οπότε, το Δικαστήριο, επιδιώκει, εκτός από την τιμωρία, και την γενική καταστολή. Αυτό επιτυγχάνεται, δια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών. [iii]. Σύμφωνα με την Νομολογία, η χωρίς σημεία κάμψης έξαρσης στην διάπραξη συγκεκριμένων αδικημάτων, εκτός από αποτρεπτικές ποινές, δικαιολογεί και σταδιακή αύξηση των ποινών. [iv]. 4. Τα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε αυτής της Υπόθεσης, των κατηγοριών με αρ. 1 και 5, που, ως και προελέχθη, αφορούν την διάρρηξη κτιρίου και την διάπραξη σε αυτό κακουργήματος (αυτό της κλοπής) των Άρθρων 291 και 294(α) του Κεφ. 154, είναι κακουργηματικού χαρακτήρα και με βάση το Άρθρο 24
(1)του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 14/1960») δεν εκδικάζονται συνοπτικά. Ωστόσο, σύμφωνα με συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε και εκδικάζονται από το Δικαστήριο συνοπτικά, στην βάση των προνοιών του Άρθρου 24
(2)του Νόμου 14/
  1. Αυτό σημαίνει ότι, το Δικαστήριο, δεν μπορεί να επιβάλει στον Κατηγορούμενο, για οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, ποινή φυλάκισης που να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή χρηματική ποινή που να υπερβαίνει τις €85.
  2. Είναι ζήτημα δικαιοδοτικό. Δηλαδή, εξουσίας την οποία το Δικαστήριο αντλεί από τον Νόμο. Εντούτοις, αυτό, ως δεδομένο, δεν καθιστά τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, λιγότερο σοβαρά [v]. Για σκοπούς ταξινόμησης της εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, για σκοπούς τιμωρίας, το Δικαστήριο εξακολουθεί να έχει υποχρέωση [vi] να λάβει υπόψη του, την σοβαρότητα που δίδεται στα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από την ποινή ή το ανώτατο όριο ποινής. Το στοιχείο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής του Κατηγορουμένου και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της [vii].
  3. Η ανάγκη για επιβολή ποινής ανάλογης με την σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως προαναφέρθηκε, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν. Και αυτό, πάντοτε με προσοχή, ώστε να μην εξουδετερώνονται τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας.
  4. Το πως ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια από την εκπρόσωπο του Κατήγορου. Αυτά τα γεγονότα, κάποιες πτυχές τους, διευκρινίστηκαν ή και σχολιάστηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου. Αναφορά του Δικαστηρίου στις περιστάσεις διάπραξής των ποινικών αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο, στην πλήρη τους έκταση, θα ήταν πλεονασμός. Εντούτοις, επισημαίνεται από το Δικαστήριο η σημασία τους. Αυτές, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, επειδή, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της ποινής, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτάται και από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν και αφορούν την διάπραξη του, από τις οποίες και διαγράφεται η υπαιτιότητα του κατηγορουμένου και το μέγεθος της βλάβης που προόριζε, μπορούσε να προκληθεί ή και προκλήθηκε με τις πράξεις ή παραλείψεις του, ή και τις συνέπειες του.
  5. Το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου αυτής της Υπόθεσης και αυτά των προαναφερόμενων Υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη για να επιβληθεί από το Δικαστήριο στον Κατηγορούμενο ποινή, αφορούν, συνολικά, έντεκα περιστατικά παράνομης δράσης του Κατηγορουμένου. Τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε που στοιχειοθετούνται από αυτά τα περιστατικά, αφορούν διάφορα αδικήματα εναντίον της δημοσίας τάξης, της άσκησης νόμιμης εξουσίας και του προσώπου. Η προαναφερόμενη παράνομη δράση του Κατηγορουμένου, εντάσσεται και καλύπτει, μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, πέραν του ενός χρόνου, και ήταν, κατά την περίοδο αυτή, τακτική και αφορά, ως και προαναφέρθηκε, αρκετά ποινικά αδικήματα. Για το προκείμενο σημειώνεται, ότι, ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της Υπόθεσης με αρ. 17353/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις 08/05/
  6. Τέσσερεις περίπου μήνες μετά, στις 04/09/2020, ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της Υπόθεσης με αρ. 20786/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για το οποίο κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία στις 30/12/
  7. Επτά περίπου μήνες μετά, στις 05/03/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της Υπόθεσης με αρ. 7598/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για το οποίο κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία στις 08/03/
  8. Ενάμισι περίπου μήνα μετά, στις 16/04/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα ποινικά αδικήματα της Υπόθεσης με αρ. 10519/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για τα οποία κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία την ίδια ημέρα. Δύο περίπου μήνες μετά, στις 05/06/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα ποινικά αδικήματα της Υπόθεσης με αρ. 17584/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για τα οποία κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία στις 03/08/
  9. Ένα και πλέον μήνα μετά, στις 16/07/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της Υπόθεσης με αρ. 20409/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. για το οποίο κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία στις 24/08/
  10. Δεκαπέντε μόλις ημέρες μετά, στις 31/07/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 7 αυτής της Υπόθεσης. Δύο ημέρες μετά, στις 02/08/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 5 και 7 αυτής της Υπόθεσης, για τα οποία κατηγορήθηκε γραπτώς από την Αστυνομία στις 04/08/
  11. Δεκατρείς ημέρες μετά, στις 11/08/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 1 αυτής της Υπόθεσης. Τέσσερεις ημέρες μετά, στις 15/08/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα ποινικά αδικήματα των κατηγοριών με αρ. 2, 3 και 4 αυτής της Υπόθεσης. Και τέλος, την αμέσως επόμενη ημέρα, στις 16/08/2021, ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της Υπόθεσης με αρ. 20405/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει, ότι, ο Κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι, για την παράνομη δράση του, στα πλαίσια διερεύνησης των προαναφερόμενων Υποθέσεων, ήρθε αντιμέτωπος με την Αστυνομία, αρκετές φορές, και στις πλείστες αυτών των περιπτώσεων, αφού μάλιστα κάποιες ομολόγησε, κατηγορήθηκε από την Αστυνομία για τα σχετικά ποινικά αδικήματα και γραπτώς, με ότι αυτό συνεπαγόταν για την μελλοντική, σχετικά την συγκεκριμένη παράνομη δράση του αντιμετώπιση του διωκτικά, ο Κατηγορούμενος δεν πτοείτο και πολύ σύντομα μετά, επαναλάμβανε την ίδια παράνομη συμπεριφορά ή και διέπραττε άλλο ή άλλα ποινικό/ά αδίκήμα/τα, εντατικότερα και σε όλο συντομότερα μεταξύ τους χρονικά διαστήματα, ακόμη και του ιδίου είδους. Στα εν λόγω ποινικά αδικήματα, επισημαίνεται, περιλαμβάνονται και τα πολύ σοβαρά ποινικά αδικήματα, στην βάση και των περιστατικών διάπραξης τους, της συμπλοκής σε δημόσιο χώρο και της δημόσιας οπλοφορίας για διέγερση τρόμου. Τα πράγματα τελικά οδηγήθηκαν, ο Κατηγορούμενος να διαπράξει τα ποινικά αδικήματα αυτής της Υπόθεσης, κάποια εκ των οποίων, που αφορούν την διάρρηξη κτιρίου και την διάπραξη σε αυτό κλοπής, είναι, ως και προαναφέρθηκε, κακουργηματικού χαρακτήρα. Ακολούθησαν βεβαίως, και τα πολύ σοβαρά περιστατικά της 16ης/08/2021, με αποτέλεσμα την διάπραξη από τον Κατηγορούμενο του ποινικού αδικήματος της απόπειρας απόδρασης προσώπου που τελεί υπό νόμιμη κράτηση.
  12. Αν και, τα περισσότερα από τα ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, ειδικότερα αυτά που στρέφονταν εναντίον περιουσίας, δεν αναδεικνύουν μεγάλη ζημιά στα επηρεαζόμενα πρόσωπα (η κλαπείσα περιουσία είναι μικρής αξίας και η κακόβουλη ζημιά σε περιουσία επίσης) και υψηλό βαθμό υπαιτιότητας του Κατηγορουμένου για αυτά (δεν υπήρξε στόχευση θύματος από τον Κατηγορούμενο, ή ουσιαστικός σχεδιασμός και επιτήδευση για την παράνομη δράση του ή και την συγκάλυψη της), η συνολική πορεία δράσης του κατηγορουμένου, ως περιεγράφηκε προηγουμένως, είναι ανησυχητική και επιβάλλει, για σκοπούς αποτροπής, αυστηρότητα στην ποινική αντιμετώπιση του από το Δικαστήριο. Ωστόσο, η κρίση του Δικαστηρίου για το προκείμενο, διαμορφώνεται, έχοντας κατά νουν, και την ηλικία του Κατηγορουμένου και τον αναμορφωτικό χαρακτήρα που η ποινή πρέπει να έχει, ειδικότερα σε τέτοιες περιπτώσεις. Ως και προαναφέρθηκε, η υπό αναφορά εγκληματική δράση του Κατηγορουμένου, χρονικά, εντάσσεται εντός της περιόδου μεταξύ των ετών 2020 και
  13. Ο Κατηγορούμενος, κατά την περίοδο αυτή, ήταν ένας νεαρός ενήλικος [viii]. Γεννηθείς στις XXXXX/2001, ο Κατηγορούμενος, τότε, ήταν ηλικίας, αναλόγως περίπτωσης Υπόθεσης, δεκαοχτώ, σχεδόν δεκαεννέα, δεκαεννέα και σχεδόν είκοσι χρόνων. Σήμερα, ο Κατηγορούμενος, είναι είκοσι χρονών. Το νεαρό αυτό της ηλικίας του Κατηγορουμένου κατά την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, αλλά και σήμερα που του επιβάλλεται από το Δικαστήριο ποινή, δικαιολογεί μετριασμό της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί από το Δικαστήριο για αυτά, τόσο από απόψεως αποτίμησης της υπαιτιότητας του για την διάπραξη τους, όσο και από απόψεως εκτίμησης της επίδρασης της ποινής σε αυτόν. Ως πρόσωπο, που κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν, ως και προελέχθη, νεαρός ενήλικος, ο Κατηγορούμενος, αντικειμενικά, πρέπει να ήταν λιγότερο ικανός, σε σχέση με ένα μεγαλύτερο σε ηλικία πρόσωπο, π. χ. κάποιο μεσήλικα, να εκτιμήσει τις επιπτώσεις των παράνομων πράξεων του και της επανάληψης τους, ή και να περιορίσει την παρορμητικότητα και την ανάληψη κινδύνων. Επικρατεί η άποψη, ότι, οι νεαροί ενήλικες, λόγω ακριβώς της ανωριμότητας τους λόγω της ηλικίας, είναι περισσότερο ικανοί, σε σχέση με κάποιο μεγαλύτερο σε ηλικία πρόσωπο, να αλλάξουν, και για αυτό τον λόγο, η ποινική αντιμετώπιση τους από το Δικαστήριο, πρέπει, σε σχέση και με τις υπόλοιπες παραμέτρους που αφορούν στο ζήτημα της ποινής, να στοχεύει σε αυτό, περισσότερο. Πρόσωπα αυτής της ηλικίας, είναι περισσότερο δεκτικά στις ευκαιρίες να αντιμετωπίσουν την έκνομη συμπεριφορά τους και να αλλάξουν συνήθειες. Πολλοί νέοι που παρανομούν, υποστηρίζεται, αλλά και έχει παρατηρηθεί, είτε σταματούν να διαπράττουν ποινικά αδικήματα, είτε ξεκινούν μια διαδικασία απομάκρυνσης τους από την παρανομία στα τέλη της εφηβείας και μεταξύ των ηλικιών είκοσι με είκοσι πέντε χρονών. Συνεπώς, ακόμη και οι προηγούμενες καταδίκες ενός νεαρού ενήλικου, όταν υπάρχουν, ενδέχεται να μην είναι ενδεικτικές μιας τάσης του για περαιτέρω αδικήματα. Οι περιστάσεις των υπό αναφορά Υποθέσεων και η αλληλουχία στην διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων, αν και υποστηρίζουν ότι ο Κατηγορούμενος έχει την τάση να διαπράττει σοβαρά ποινικά αδικήματα και για παραβατική συμπεριφορά, το νεαρό της ηλικίας του, αν και, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να καθορίσει το είδος της ποινής που, μετά από αποτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, θα επιλέγει τελικώς για αυτόν το Δικαστήριο, και πάλι δικαιολογεί σημαντικό μετριασμό της ποινής του. Ως νεαρός ενήλικας, περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος, κρίνεται από το Δικαστήριο, -ειδικότερα εάν από το Δικαστήριο επιλεχθεί για αυτόν, για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα που διέπραξε, η ποινή της φυλάκισης (με ότι από αυτό συνεπάγεται από απόψεως «σκληρότητας» ή και «δυσκολιών»)-, μπορεί με λιγότερη «ασφάλεια», να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της ποινής που πρέπει να του επιβληθεί ή και να την διαχειριστεί.
  14. Προς μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, προσμετρούν τα εξής: - Η παραδοχή του Κατηγορουμένου στο κατηγορητήριο του, με την πρώτη ευκαιρία όταν κλήθηκε να το πράξει από το Δικαστήριο, σε ότι αφορά όλες τις προαναφερόμενες Υποθέσεις. [ix]. Αυτό, ως γεγονός, σε συνδυασμό με την απολογία του Κατηγορουμένου, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, για τα αδικήματα που διέπραξε, δείχνει, συνείδηση των παράνομων πράξεων του, που εκδηλώνεται δια της ετοιμότητας του να αναλάβει την ευθύνη τους μέσω της τιμωρίας. Με το τρόπο αυτό, βεβαίως, περισώνεται και δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα από την δαπάνη μίας ακροαματικής διαδικασίας (στην περίπτωση της κάθε μίας ξεχωριστής Υπόθεσης), δεδομένο που συντείνει στην επιεικέστερη αντιμετώπιση του από το Δικαστήριο. Δεν παραβλέπεται όμως, από το Δικαστήριο, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, ότι ο Κατήγορος είχε, φαίνεται, στην διάθεση του, ικανά στοιχεία μαρτυρίας για την απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν έκαστο εκ των προαναφερόμενων κατηγορητηρίων του Κατηγορουμένου, στον απαιτούμενο βαθμό. - Η συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία, κατά την διερεύνηση των περιστατικών που αφορούν αυτή την Υπόθεση και κάποιες από τις υπόλοιπες, είναι επίσης παράγοντας που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του. Ο Κατηγορούμενος, έδωσε στην Αστυνομία, θεληματικά, κατάθεση και προέβη και σε υποδείξεις σκηνών σε ότι αφορά τα αδικήματα που διέπραξε σε αυτή την Υπόθεση και σε κάποιες από τις υπόλοιπες, από τα οποία, κατ' αρχήν, θα μπορούσε να στοιχειοθετεί, χωρίς ουσιαστικό άλλο, και το κατηγορητήριο που τελικώς του προσάχθηκε από τον Κατήγορο. Βεβαίως, το γεγονός ότι, σε ότι αφορά τις υπόλοιπες Υποθέσεις, ο Κατηγορούμενος δεν υπήρξε συνεργάσιμος, ή συνεργάσιμος στον ίδιο βαθμό, δεν παραβλέπεται από το Δικαστήριο και στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, από το Δικαστήριο επιδεικνύεται λιγότερη επιείκεια. - Ο Κατηγορούμενος, είναι ουσιοεξαρτημένος. Αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, η συστηματική χρήση κάνναβης και κοκαΐνης από πολύ νεαρή ηλικία (από δεκατεσσάρων και δεκαέξι χρόνων, αντίστοιχα). Η παραβατική συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, αναφέρθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του, οφείλεται, βασικά, στην ουσιοεξάρτηση του. Ο Κατηγορούμενος, στο παρελθόν, εντάχθηκε σε προγράμματα θεραπείας και απεξάρτησης, χωρίς όμως επιτυχή κατάληξη. Στο παρόν στάδιο, ο Κατηγορούμενος, αν και δηλώνει αποφασισμένος να απεξαρτηθεί από τις ουσίες, αναφέρει ότι δεν επιθυμεί την ένταξη του σε κάποιο πρόγραμμα θεραπείας και απεξάρτησης και ότι μπορεί να το καταφέρει μόνος (το πράττει, έχει αναφερθεί, μέχρι στιγμής, κρατούμενος ως βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές, υπόδικος σε ότι αφορά αυτή την Υπόθεση), ως γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο από την σχετική τοποθέτηση, δια της αυτοσυγκράτησης. Σε κάθε ποινική υπόθεση, όπου ο κατηγορούμενος προβάλλει την εξάρτηση του σε ουσίες ως παράγοντα που μετριάζει την ποινή του για τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε, είναι σημαντικό ταυτόχρονα να εξετάζεται και το κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι πραγματικά αποφασισμένος και ικανός να κατακτήσει τον εθισμό του. Δεν μπορεί ένας κατηγορούμενος, που έχει προκαλέσει στον εαυτό του τον εθισμό του σε ουσίες, να αξιώνει μεγάλη έκπτωση στην ποινή του, την στιγμή που δεν έχει καταβάλει ποτέ, ή και δεν έχει πρόθεση να καταβάλει ενόσω εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα, προσπάθεια να απεξαρτηθεί. Η διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου, επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο, πρέπει, βεβαίως, να αναγνωρίζει το γεγονός της εξάρτησης και την σημαντικότητα που έχει η αντιμετώπισης της. Αυτό, δεν είναι μόνο προς το συμφέρον του κατηγορουμένου, αλλά και προς το δημόσιο συμφέρον, καθότι είναι πολύ συχνά που η εξάρτηση έχει το αποτέλεσμα ενός φαύλου κύκλου φυλακίσεων ακολουθούμενος από την υποτροπή στο έγκλημα. Οι υποθέσεις απαιτούν προσεκτική εξέταση, όταν ένας κατηγορούμενος έχει φτάσει σε ένα κρίσιμο στάδιο στη ζωή του, με πραγματική προοπτική να γυρίσει την πλάτη του στο έγκλημα, ή να ξεφύγει από τον εθισμό σε ουσίες που τον οδήγησαν στο έγκλημα. Εάν ο κατηγορούμενος όντως κάνει μια πραγματική προσπάθεια να σπάσει τον κύκλο ή να αντιμετωπίσει τα αίτια του, τότε αυτό είναι σαφώς ένας παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη υπέρ του και να τεθεί στο ισοζύγιο με τα επιβαρυντικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης υπόθεσης. Η επιτυχημένη και έγκαιρη αποκατάσταση, αντιπροσωπεύει συχνά το καλύτερο μακροπρόθεσμο πλεονέκτημα για την κοινωνία και μια προειδοποίηση που έχει εύλογη προοπτική ότι ο κατηγορούμενος θα αποτραπεί ή αποθαρρυνθεί ή θα διδαχτεί να αποφύγει το έγκλημα. Όταν το αδίκημα δεν έχει τα σημαντικά επιβαρυντικά χαρακτηριστικά που χρειάζονται την επιβολή του Δικαστηρίου μέσω της ποινής, σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο πρέπει να επιδεικνύει επιείκεια. Στην περίπτωση του Κατηγορουμένου, αν και η ουσιοεξάρτηση του μετριάζει σε κάποιο βαθμό την υπαιτιότητα του σε ότι αφορά τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε, η επιείκεια που το Δικαστήριο θα του επιδείξει σχετικά με την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί, θα είναι ανάλογη της στάσης του έναντι του εν λόγω προβλήματος του στο παρόν στάδιο, που δεν είναι ουσιαστική προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης του, εφόσον μειώνει τούτο και την προοπτική αναμόρφωσης του. Σχετικά για το προκείμενο, είναι και τα αναφερόμενα στην Γνωμάτευση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Θεραπείας Κατηγορουμένων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων ημερομηνίας 03/11/
  15. Τέλος, προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου, όπου αρμόζει, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις προσωπικές του περιστάσεις. Αυτές, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας μέσω σχετικής έκθεσης αρμόδιας Λειτουργού, ημερομηνίας 20/08/2021 (στα πλαίσια εξέτασης του για να του παρασχεθεί δωρεάν νομική αρωγή), η οποία υιοθετήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής του Κατηγορουμένου και, αν και δεν γίνεται ειδική αναφορά σε αυτές, λαμβάνεται από το Δικαστήριο υπόψη το κάθε τι. Σημειώνοντας, ταυτοχρόνως, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, ότι, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος διέπραξε και της έξαρσης τους στην κοινωνία, οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που, ως προελέχθη, πρέπει να έχει η ποινή που πρέπει να του επιβληθεί [x]. Ιδιαίτερη έμφαση, δίδεται από το Δικαστήριο στο γεγονός ότι, ο Κατηγορούμενος, είναι ανύπαντρος και χωρίς εξαρτώμενους. Περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος προέρχεται, λόγω διαζυγίου των γονέων του, από διαλυμένη οικογένεια, από όταν ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ μικρός σε ηλικία, χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος, ως και προελέχθη είναι νεαρής ηλικίας και έχει λευκό ποινικό μητρώο (χωρίς, βεβαίως, κατά την αποτίμηση του παράγοντα αυτού, να παραβλέπεται, σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, πότε ξεκίνησε η παράνομη δράση του Κατηγορουμένου και η διάρκεια της).
  16. Σχετικά με τα προαναφερόμενα και την αναφορά του Δικαστηρίου στο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου, σημειώνονται τα εξής, λόγω και της εξέτασης του ζητήματος κατά την εκδίκαση της Υπόθεσης και της σημασίας που αυτό έχει σε ότι αφορά την ποινική αντιμετώπιση του Κατηγορουμένου, συνολικά. Ο Κατηγορούμενος, στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 428/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την 01/07/2020, σε δέκα ξεχωριστές κατηγορίες για το ποινικό αδίκημα της κλοπής, που διαπράχθηκε σε όλες τις περιπτώσεις, την 01/01/2019, καταδικάστηκε από το Δικαστήριο σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης οκτώ μηνών, η έκτισης των οποίων, με την απόφαση του Δικαστηρίου, αναστάλθηκε, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Νόμος 95/1972 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 95/1972»), για περίοδο τριών χρόνων. Σύμφωνα με την εκπρόσωπου του Κατήγορου, ο Κατηγορούμενος, λόγω της ηλικίας του κατά την ημερομηνία διάπραξης των προαναφερόμενων αδικημάτων την 01/01/2019, των δεκαεπτά χρονών και τριών μηνών, μετά και την λήξη της περιόδου αποκαταστάσεως βάσει του Άρθρου 5 του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου του 1981, Νόμος 70/1981 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 70/1981»), του ενός χρόνου, βάσει των προνοιών του Άρθρου 3 του Νόμου 70/1981, θεωρείται, διά τους σκοπούς του Νόμου 70/1981, ως αποκατασταθείς και η προαναφερθείσα καταδίκη του εξαλειφθείσα, με ότι αυτό συνεπάγεται βάσει του Άρθρου 4 του Νόμου 70/
  17. Και τούτο, σύμφωνα με το Άρθρο 3
(2)(β) του Νόμου 70/1981 [xi], παρά το γεγονός ότι με την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου, η έκτισης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο, ως προελέχθη, αναστάλθηκε για περίοδο τριών χρόνων. Ως εκ τούτων, ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, έχει αντιμετωπιστεί, και αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής, ως λευκού ποινικού μητρώου. Για το προκείμενο όμως, σχετικές είναι και οι διατάξεις του Άρθρου 7
(1)(γ) του Νόμου 70/1981, το οποίο προνοεί ότι: «7.—
(1)Ουδέν των εν τω εδαφίω
(1)του άρθρου 4 διαλαμβανομένων επηρεάζει— . (γ) την έκδοσιν οιουδήποτε διατάγματος διά σκοπούς διαδικασίας αφορώσης εις οιανδήποτε παράβασιν όρου ή υποχρεώσεως εφαρμοστέας εν σχέσει προς ποινήν επιβληθείσαν διά εξαλειφθείσαν καταδίκην.». Έπεται από τα προαναφερόμενα ότι, το Δικαστήριο, στην προκείμενη περίπτωση, παρά το γεγονός της αποκατάστασης του Κατηγορουμένου βάσει του Νόμου 70/1981 και του ότι, η προαναφερόμενη καταδίκη του στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 428/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, έχει εξαλειφθεί, δύναται να εφαρμόσει σχετικά με αυτήν, αν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, τις πρόνοιες του Άρθρου 4 του Νόμου 95/
  1. Με τα δεδομένα αυτά υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι, τα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, τόσο βάσει του Νόμου, όσο και βάσει των περιστάσεων τους, είναι τόσο σοβαρά, που έχοντας υπόψη και την ανάγκη για αποτροπή, καμία άλλη ποινή εκτός από αυτή της φυλάκισης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Ειδικότερα αυτό, εξετάζοντας το Δικαστήριο σε δεύτερο στάδιο, και την συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου που προκύπτει από την διάπραξη των προαναφερόμενων ποινικών αδικημάτων. Είναι τόσο σοβαρά, που υπερβαίνουν το όριο της κράτησης, δηλαδή, δικαιολογούν την αποστέρηση της ελευθερίας του Κατηγορουμένου. Και περαιτέρω, ότι, το ποινικό αυτό μέτρο αντιμετώπισης του Κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, είναι αναπόφευκτο.
  2. Το Δικαστήριο, αφής στιγμής επιβάλλει στον Κατηγορούμενο ποινή για πέραν του ενός ποινικού αδικήματος, πρέπει να επιβάλει μία συνολική ποινή που να αντικατοπτρίζει ολόκληρη την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του και η οποία να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτό ισχύει, είτε οι ποινές φυλάκισης δομηθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου ως συντρέχουσες, είτε ως διαδοχικές. Επιπρόσθετα, εφόσον, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να καταλήξει, ως προαναφέρθηκε, σε μία δίκαιη και ανάλογη ποινή για πολλαπλά ποινικά αδικήματα απλώς με το να προσθέσει μαζί τις μεμονωμένες ποινές φυλάκισης για τα ξεχωριστά ποινικά αδικήματα, είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει την ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου, μαζί με τις προσωπικές του περιστάσεις, ως σύνολο. Δεν υπάρχει κανένας άκαμπτος κανόνας, για τέτοιες περιπτώσεις, που να διέπει το εάν οι ποινές πρέπει να δομούνται από το Δικαστήριο, ως συντρέχουσες ή διαδοχικές συνιστώσες. Η πρωταρχική αρχή, ως και προαναφέρθηκε, είναι ότι, η συνολική ποινή ενός κατηγορουμένου, πρέπει να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικά ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του. Ως εκ των προαναφερόμενων, η γενική προσέγγισης του Δικαστηρίου, πρέπει να είναι:
(1)Αρχικά, να εξετάσει την ποινή για το κάθε ποινικό αδίκημα στην βάση των σχετικών αρχών.
(2)Ακολούθως, να προσδιορίσει εάν η περίπτωσης απαιτεί την επιβολή προς τον κατηγορούμενο συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών φυλάκισης για τα διαφορετικά ποινικά αδικήματα στην βάση των σχετικών αρχών.
(3)Και τέλος, να ελέγξει την συνολική ποινή που προκύπτει, έναντι της ανάγκης αυτή να είναι δίκαιη και ανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από το ίδιο περιστατικό ή γεγονότα. Και
(2)όταν τα ποινικά αδικήματα, είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, ιδίως όταν διαπράττονται κατά του ιδίου προσώπου. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, η ποινή, ως και προαναφέρθηκε, πρέπει να αντικατοπτρίζει τη συνολική εγκληματικότητα που η περίπτωση αφορά. Συνεπώς, η ποινή για το κάθε ξεχωριστό ποινικό αδίκημα, πρέπει, λόγω της ύπαρξης των συνδεδεμένων ή σχετικών ποινικών αδικημάτων, να «επιδεινώνεται» κατάλληλα. Διαδοχικές ποινές φυλάκισης, από την άλλη, είναι συνήθως κατάλληλες:
(1)Όταν τα ποινικά αδικήματα, προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους γεγονότα ή περιστατικά. Και
(2)όπου τα ποινικά αδικήματα είναι του ίδιου ή παρόμοιου είδους, αλλά η συνολική εγκληματικότητα του κατηγορουμένου δεν θα αντικατοπτρίζεται επαρκώς από την επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης. Όταν πρόκειται να επιβληθούν από το Δικαστήριο διαδοχικές ποινές φυλάκισης, το αποτέλεσμα της πρόσθεσης τους, πρέπει, ως και προελέχθη, να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Όταν αυτό δεν επιτυγχάνεται, το Δικαστήριο, πρέπει να εξετάσει, πως μπορεί να καταλήξει σε αυτό το αποτέλεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, λόγω του ότι, αυτή η Υπόθεση, αφορά και ποινικά αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε, που προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά, που πραγματοποιήθηκαν σε διαφορετικό χρόνο και αφορούν διαφορετικά πρόσωπα (θύματα / παραπονούμενους), παρά το γεγονός ότι αυτά, κατά βάση ή αρκετά από αυτά, είναι του ιδίου είδους, κατάλληλη θα ήταν η επιβολή προς αυτόν από το Δικαστήριο, συντρεχουσών ποινών φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα που προκύπτουν από τα ίδια περιστατικά και αφορούν το ίδιο πρόσωπο, οι οποίες να είναι διαδοχικές των ποινών φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα (που επίσης θα είναι συντρέχουσες μεταξύ τους, σε ότι αφορά το κάθε ξεχωριστό περιστατικό) που προκύπτουν από άσχετα μεταξύ τους περιστατικά και αφορούν διαφορετικά πρόσωπα. Ωστόσο, κάτι τέτοιο, έχοντας το Δικαστήριο κάνει μία αρχική εκτίμηση, πριν από την τελική του κρίση για το ζήτημα της ποινής, κρίνει ότι, θα είχε το αποτέλεσμα, κατά παράβαση της προαναφερόμενης πρωταρχικής αρχής στο δίκαιο της επιβολής ποινής, η συνολική ποινή του Κατηγορουμένου να είναι υπερβολική, δυσανάλογη της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του και κατ' επέκταση άδικη. Για να επιτευχθεί, ως προαναφέρθηκε, το τελικό αποτέλεσμα να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του Κατηγορουμένου, το Δικαστήριο, μπορεί να προσεγγίσει το ζήτημα των ποινών φυλάκισης που θα επιβληθούν στον Κατηγορούμενο για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα σε αυτή την Υπόθεση, με τον ακόλουθο τρόπο. Λόγω της επανάληψης από τον Κατηγορούμενο των συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων εναντίον περιουσίας και της πρόσαψης τους σε αυτόν από τον Κατήγορο ως σειράς, να κριθούν από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής ποινής σε αυτόν, με αναφορά στην υπαιτιότητά του και την ζημιά που προκάλεσε συνολικά (έχοντας βεβαίως υπόψιν και όλα τα υπόλοιπα ποινικά αδικήματα των προαναφερόμενων Υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψιν), και να επιβληθούν σε αυτόν για αυτά, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, σε κάθε μία από τις οποίες να αντικατοπτρίζεται η συνολική σοβαρότητα της περίπτωσης. Για το έτερο αδίκημα της κατηγορίας με αρ. 2 στο κατηγορητήριο, που είναι διαφορετικού είδους και εντελώς ασύνδετο με τα προαναφερόμενα αδικήματα που ο Κατηγορούμενος διέπραξε εναντίον περιουσίας, στο οποίο, λόγω και της φύσης, της σοβαρότητας και της έξαρσης του στην κοινωνία, απαιτείται η πρόσδοσης από το Δικαστήριο χωριστής αναγνώρισης, θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης, η οποία όμως, θα διαταχθεί η έκτισης της διαδοχικά. Αυτή, κατά την επιμέτρηση της ποινής από το Δικαστήριο, αν χρειαστεί, θα μειωθεί από το Δικαστήριο, σε σχέση με την αρχική του εκτίμηση, ώστε το συνολικό αποτέλεσμα των ποινών φυλάκισης που θα επιβληθούν στον Κατηγορούμενο, να είναι δίκαιο και ανάλογο της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του. Με την ποινή φυλάκισης που το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, θα διαταχθεί να συντρέχουν και οι ποινές φυλάκισης που το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο για τα υπόλοιπα ποινικά αδικήματα που προέκυψαν από το ίδιο περιστατικό. 14. Στην βάση των όσων έχουν προαναφερθεί, εφαρμόζοντας τις αρχές της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής, το Δικαστήριο επιβάλλει στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η Κατηγορία: 4 ½ μήνες φυλάκιση. Στην 2η Κατηγορία: 2 μήνες φυλάκιση· Στην 3η Κατηγορία: 7 ημέρες φυλάκιση· Στην 4η Κατηγορία: 7 ημέρες φυλάκιση· Στην 5η Κατηγορία: 6 μήνες φυλάκιση· Στην 6η Κατηγορία: 1 ½ μήνας φυλάκιση· Στην 7η Κατηγορία: 3 ½ μήνες φυλάκιση. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες με αρ. 1, 5, 6 και 7 να συντρέχουν. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες με αρ. 2, 3 και 4 να συντρέχουν. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες με αρ. 2, 3 και 4 να εκτιθούν διαδοχικά των προαναφερόμενων ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις υπόλοιπες κατηγορίες 1, 5, 6 και 7. Οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που του έχουν ανακοινωθεί από το Δικαστήριο και κατ' εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ.155, θα έχουν την μείωση που αυτό προνοεί, δεδομένου ότι, αυτός, τέλεσε υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για περίοδο από 16/08/2021 μέχρι και σήμερα.
  1. Οι παράγοντες που προαναφέρθηκαν κατά την επιλογή του είδους της ποινής του Κατηγορουμένου και την επιμέτρηση της, δηλαδή, τα αδικήματα και η σοβαρότητα τους και η συνολική πορεία δράσης του Κατηγορουμένου, αλλά και το σύνολο των περιστάσεων αυτής της υπόθεσης και οι προσωπικές του, χωρίς, σημειώνεται από το Δικαστήριο, να εντοπίζεται οτιδήποτε άλλο, ως σχετικό, για να ληφθεί υπόψη, επανεξεταζόμενοι για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης που του έχουν μόλις επιβληθεί, δεν δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναστολή. Η ποινή φυλάκισης που ο Κατηγορούμενος συνολικά θα εκτίσει, κρίνει το Δικαστήριο, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων που διέπραξε, την συνολική πορεία έκνομης δράσης του και εξυπηρετεί ταυτοχρόνως και τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, δεδομένης και της έξαρσης που παρατηρείται στην διάπραξη τους και της ανάγκης για αποτροπή. Αυτό δεν θα εξυπηρετείτο, αν αυτές οι ποινές φυλάκισης του Κατηγορουμένου, αναστελλόταν.
  2. Λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, από την 01/07/2020 που αναστάλθηκαν οι προαναφερόμενες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των οκτώ μηνών που το Δικαστήριο επέβαλε στον Κατηγορούμενο στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 428/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, μέχρι και σήμερα, και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων αυτής της Υπόθεσης και των υπόλοιπων που λαμβάνονται υπόψιν, τον χρόνο που διαπράχθηκαν (όλα, πλην του ποινικού αδικήματος της Υπόθεσης με αρ. 17353/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, διαπράχθηκαν εντός της περιόδου της τριετούς αναστολής που, ως προελέχθη, αποφασίστηκε στην έκτιση των ποινών φυλάκισης), την φύση, την σοβαρότητα, την έξαρση τους στην κοινωνία, αλλά και ότι πρόκειται για ομοειδή αδικήματα με αυτά της προαναφερόμενης Υπόθεσης με αρ. 428/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, και βεβαίως την συνολική πορεία παράνομης δράσης του Κατηγορουμένου, ο οποίος παραβίασε κατάφορα τον όρο που του έθεσε τον Δικαστήριο αποφασίζοντας σχετικά (η παράνομη δράση του ήταν εντατικότερη και αναβαθμισμένη σε ότι αφορά τα ποινικά αδικήματα τα οποία διέπραξε), παρά τα προαναφερόμενα ελαφρυντικά του, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενεργώντας βάσει του Άρθρου 4
(1)(α) του Νόμου 95/1972, επιβάλλεται διαταγή του, όπως ο Κατηγορούμενος εκτελέσει τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των οκτώ μηνών που του επέβαλε το Δικαστήριο στα πλαίσια της Υπόθεσης με αρ. 428/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αυτή, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 4
(2)του Νόμου 95/1972, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εκτιθεί διαδοχικά των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στα πλαίσια αυτής της υπόθεσης. 17. Στο σύνολο τους, οι ποινές φυλάκισης που θα εκτίσει ο Κατηγορούμενος ως αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστηρίου σε αυτή την Υπόθεση, κρίνεται ότι είναι ανάλογες της συνολικής εγκληματικής συμπεριφοράς του. (Υπ.) _______________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Βλ. Παναγή ν Της Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 47. [ii] Βλ. Ιωάννου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598. [iii] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Γενικός Εισαγγελέας ν Tvardovskyi, Ποινική Έφεση Αρ. 95/2017, 26/03/2018, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, Παπαευσταθίου ν Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Cristinel ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. [iv] Βλ., σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/
  2. [v] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2005, 25/11/2005, Chafari v Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442 και Γενικός Εισαγγελέας ν Cham κ. α.
(1993)2 Α.Α.Δ.
  1. [vi] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Δημοκρατία ν Κυριάκου, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 5192, 08/06/
  2. [vii] Βλ. σε ότι αφορά την νομική αυτή αρχή, χωρίς κατ' ανάγκη να υπάρχει ταύτισης αδικημάτων ή και περιστάσεων, την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση, Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνάς, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/
  3. [viii][viii] Τυπικά, νεαροί ενήλικοι, θεωρούνται πρόσωπα ηλικίας από δεκαοχτώ μέχρι και είκοσι πέντε χρονών. [ix] Βλ. Butterworths Stone's Justices Manual 2021, στο μέρος ΙΙΙ, στην παράγραφο 3.28 στην σελίδα 25, όπου αναφέρονται τα εξής: «A guilty plea produces greater benefits the earlier the plea is indicated. In order to maximise the above benefits and to provide an incentive to those who are guilty to indicate a guilty plea as early as possible, this guideline makes a clear distinction between a reduction in the sentence available at the first stage of the proceedings and a reduction in the sentence available at a later stage of the proceedings. . D. Determining the Level of Reduction. The maximum level of reduction in sentence for a guilty plea is one-third. D
  4. Plea indicated at the first stage of the proceedings. Where a guilty plea is indicated at the first stage of proceedings a reduction of one-third should be made (subject to the exceptions in section F). The first stage will normally be the first hearing at which a plea or indication of plea is sought and recorded by the court. D
  5. Plea indicated after the first stage of proceedings — maximum one quarter — sliding scale of reduction thereafter. After the first stage of the proceedings the maximum level of reduction is one-quarter (subject to the exceptions in section F). The reduction should be decreased from one-quarter to a maximum of one-tenth on the first day of trial having regard to the time when the guilty plea is first indicated to the court relative to the progress of the case and the trial date (subject to the exceptions in section F). The reduction should normally be decreased further, even to zero, if the guilty plea is entered during the course of the trial. For the purposes of this guideline a trial will be deemed to have started when pre-recorded cross-examination has begun. E. Applying the Reduction. E
  6. Imposing one type of sentence rather than another. The reduction in sentence for a guilty plea can be taken into account by imposing one type of sentence rather than another; for example: • by reducing a custodial sentence to a community sentence, or • by reducing a community sentence to a fine. Where a court has imposed one sentence rather than another to reflect the guilty plea there should normally be no further reduction on account of the guilty plea. Where, however, the less severe type of sentence is justified by other factors, the appropriate reduction for the plea should be applied in the normal way.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) [x] Βλ. Θεοδούλου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5547, 20/05/
  7. [xi] Το Άρθρο 3
(2)(β) του Νόμου 70/1981 προνοεί: «3.
(2)Καταδικασθείς δεν θεωρείται ως αποκατασταθείς διά τους σκοπούς του παρόντος Νόµου εν σχέσει προς κατάδίκην, εκτός εάν ούτος εξέτισεν ή άλλως πως συνεµορφώθη προς την επιβληθείσαν αυτώ ποινήν εν σχέσει προς την καταδίκην ταύτην εν τούτοις οι ακόλουθοι λόγοι δεν κωλύουν αποκατάστασιν— . (β) παράβασις οιουδήποτε όρου ή υποχρεώσεως η οποία εφαρµόζεται εν σχέσει προς ποινήν διά την οποίαν ο καταδικασθείς υπόκειται εις νέαν ποινικήν μεταχείρισιν διά το ποινικόν αδίκηµα δι ο επεβλήθη αύτη, ή εν περιπτώσει ανασταλείσης ποινής φυλακίσεως, διά την ποινήν ταύτην (αδιαφόρως του εάν ούτος όντως, εν πάση περιπτώσει, έτυχε της τοιαύτης μεταχειρίσεως)·». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.