← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΛΟΪΖΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 12447/2018, 18/3/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΛΟΪΖΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 12447/2018, 18/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B45 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 12447/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΛΟΪΖΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 18/03/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Γουσελλή. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Ο Κατήγορος, διώκει τον Κατηγορούμενο για τα ποινικά αδικήματα της ανησυχίας (Άρθρο 95 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154), της μεταφοράς επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο (Άρθρο 3 του περί Επιθετικών Όπλων (Απαγόρευση) Νόμου. Κεφ. 159) και της κοινής επίθεσης (Άρθρο 242 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154).
  4. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των:

(1)XXXXX Πέτρου (πρώην Αστυφύλακα XXXXX) (ΜΚ1) και
(2)Υπαστυνόμου XXXXX Ροβέρτου (κατά τον επίδικο χρόνο Αρχιλογχία XXXXX) (ΜΚ2). 3. Ο Κατηγορούμενος, μετά από την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, κατέθεσε ενόρκως από την θέση εξεταζόμενου μάρτυρα και για την υπόθεση του προς υπεράσπιση του κάλεσε και παρουσίασε την μαρτυρία των:
(1)XXXXX Παναγίδου (ΜΥ1) και XXXXX Τταρή (ΜΥ2).
  1. Το Δικαστήριο είχε την δυνατότητα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης, να αποκομίσει τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν και τη λογική που με βάση την ανθρώπινη εμπειρία η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, για τις διαπιστώσεις του, τις οποίες παραθέτει στην συνέχεια, έχει αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά
  2. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει την μαρτυρία που έχει παρουσιάσει ο Κατήγορος κατά την ακρόαση και εκτιμά ότι αυτή είναι ειλικρινής και ακριβής και αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Το παρουσιαστικό των μαρτύρων κατηγορίας στο ειδώλιο του μάρτυρα κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους (η διάθεση τους, ο τόνος της φωνής τους, ο τρόπος ομιλίας τους, ο αυθορμητισμός τους όταν έδιδαν τις απαντήσεις τους και η αίσθησης ότι έδιναν αυτές, όχι για να ικανοποιήσουν τον εξεταστή τους, αλλά για να δώσουν ειλικρινή και αληθή απαντήσεις) έπεισε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια τους. Ότι, δηλαδή, διάθεση τους ήταν, προσερχόμενοι στο Δικαστήριο, να καταθέσουν και τελικά κατέθεσαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Βασικός μάρτυρας για την υπόθεση του Κατήγορου, ήταν ο ΜΚ2, η μαρτυρία του οποίου, σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά, ήταν άμεση. Ο ΜΚ2 περιέγραψε καθαρά και με αυτοπεποίθηση τα περιστατικά που αφορούν στα επίδικα γεγονότα και ζητήματα, δηλαδή, το τι βίωσε, είδε και άκουσε και με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Δείχνοντας με τον τρόπο αυτό, πρόσθετα, ότι τα θυμόταν καλά. Δεν αμφισβητείται, άλλωστε, ότι είχε ευκαιρίες για γνώση τους. Η εκδοχή του για τα γεγονότα, -έχοντας το Δικαστήριο υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας, την οποία το Δικαστήριο κρίνει μακροσκοπικά και σε καμία περίπτωση αποσπασματικά, αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο που καθορίζεται από την πραγματική μαρτυρία (σύγχρονη των επίδικων γεγονότων) και τα μη αμφισβητούμενα και αδιαμφισβήτητα αντικειμενικά γεγονότα (από τα οποία δεν αντικρούεται)-, είναι περαιτέρω σε αρμονία με την υπεροχή των πιθανοτήτων που ένα πρακτικό και ενημερωμένο άτομο θα αναγνώριζε εύκολα ως το λογικό υπό τις περιστάσεις. Η μαρτυρία άλλωστε του ΜΚ2, υποστηρίζεται σε κάποιο βαθμό, και από την μαρτυρία της ΜΚ
  3. Κατ' αντίθεση, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου και των ΜΥ1 και ΜΥ2, δεν συγκεντρώνει τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά μαρτυρίας που την καθιστούν αληθοφανή και αξιόπιστη. Το παρουσιαστικό του Κατηγορουμένου και των ΜΥ1 και ΜΥ2 στο ειδώλιο του μάρτυρα κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους, ήταν φτωχό και έχει αφήσει αρνητικές εντυπώσεις. Πολλές από τις τοποθετήσεις τους για τα επίδικα γεγονότα ήταν ασαφείς και δίδονταν με δισταγμό, σε μια προσπάθεια, ως παρατηρήθηκε, προώθησης μίας πραγματικής εκδοχής, ενδεχομένως (κατά την πεποίθηση τους) απαλλακτικής ευθυνών για τον Κατηγορούμενο. Εντοπίζονται όμως, μεταξύ των ισχυρισμών τους, αντιφάσεις και ανακολουθία ισχυρισμών στην ίδια την μαρτυρία τους. Το κυριότερο όμως, είναι ότι, η εκδοχή των γεγονότων που υποστηρίχθηκε από αυτούς, κρίνεται ως εγγενώς απίθανη, έχοντας, ως και προαναφέρθηκε, υπ' όψη, το σύνολο της μαρτυρίας, την πραγματική μαρτυρία και τα μη αμφισβητούμενα και αδιαμφισβήτητα αντικειμενικά γεγονότα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία τους απορρίπτεται.
  4. Όλη η υπόθεση βασικά του Κατηγορουμένου για την υπεράσπιση του, οικοδομήθηκε επί του ξύλινου μέρους επίπλου, Τεκμήριο
  5. Στον ΜΚ2, κατά την αντεξέταση του, από πλευράς υπεράσπισης του Κατηγορουμένου, τέθηκε ότι, ίδιο αντικείμενο με το εν λόγω ξύλινο μέρος επίπλου, Τεκμήριο 7, βρέθηκε από αυτόν κατά την έρευνα που έκανε στο αυτοκίνητο που ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά το επίδικο πρωινό, στο πίσω μέρος των καθισμάτων του, αφού τα έριξε μπροστά. Συνεπώς, ετέθη στον ΜΚ2 από πλευράς του Κατηγορουμένου περαιτέρω, δεν ήταν το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3 που βρέθηκε από αυτόν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, ως ο ισχυρισμός του και μάλιστα στο σημείο που αυτός ισχυρίστηκε, ήτοι, σε εμφανές σημείο μεταξύ των καθισμάτων οδηγού και συνοδηγού. Ήταν αντικείμενο, ίδιο όπως το ξύλινο μέρος επίπλου, Τεκμήριο 7, που όπως επιπρόσθετα υποβλήθηκε στον ΜΚ2 από πλευράς Κατηγορουμένου κατά την αντεξέταση του, όταν το εντόπισε, ο Κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήταν ένα ξύλινο πόδι κρεβατιού. Παρά τις θέσεις αυτές του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ2, στις οποίες ο ΜΚ2 τοποθετήθηκε απορρίπτοντας την βασιμότητα τους, ο Κατηγορούμενος, καταθέτοντας στο Δικαστήριο, τόσο κατά την κυρίως εξέταση του, όσο και κατά την αντεξέταση του, ισχυρίστηκε ότι, για το γεγονός ότι βρέθηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε επιθετικό όπλο, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου, όπου και είδε ότι επρόκειτο για αντικείμενο ίδιο όπως το ξύλινο μέρος επίπλου, Τεκμήριο 7, που δεν ήξερε καν τι ακριβώς ήταν και για να μάθει, μετά που αφέθηκε ελεύθερος, ρώτησε το ίδιο πρωινό την γιαγιά του ΜΥ1, που ήταν αυτή που του ανέφερε ότι επρόκειτο για ξύλινο πόδι κρεβατιού. Δεν ήταν παρών, ισχυρίστηκε και δεν είδε όταν έγινε η έρευνα του αυτοκινήτου που οδηγούσε από την Αστυνομία. Ανακολουθία και αντίφαση συνάμα, από πλευράς Κατηγορουμένου, σχετικά με ουσιώδη θέση του για τα γεγονότα, που, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, όχι μόνο πλήττει την αξιοπιστία του, αλλά καταδεικνύει και την πλασματικότητα των σχετικών ισχυρισμών του, αν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι, για το ίδιο ζήτημα, ο ΜΥ2, που είναι φίλος του και ήταν ο κατ' ισχυρισμό του, συνοδηγός του το επίδικο βράδυ και παρών στο επίδικο περιστατικό, ισχυρίστηκε ότι, η έρευνα στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, έγινε από κάποιο Αστυνομικό, πιθανότερο όχι από τον ΜΚ2 και ότι αυτός είδε, μετά όταν μεταφέρθηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου μαζί με τον Κατηγορούμενο, το αντικείμενο που ανευρέθηκε από την Αστυνομία που ήταν ίδιο όπως το ξύλινο μέρος επίπλου, Τεκμήριο 7, το οποίο όμως αυτός, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο που ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε καν τι ήταν και αναγκάστηκε να το διερευνήσει με την γιαγιά του, ΜΥ1, για να μάθει, γνώριζε ότι επρόκειτο για ένα ξύλινο πόδι κρεβατιού. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2, το Δικαστήριο κρίνει, κατά την ακρόαση δεν κατέθεσαν την αλήθεια. Η εκτίμησης του Δικαστηρίου είναι ότι, λόγω της σχέσης τους με τον Κατηγορούμενο, προσπάθησαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο γεγονότα, που δεν αποτελούν την πραγματικότητα για το επίδικο περιστατικό, σε μία προσπάθεια απαλλαγής του Κατηγορουμένου από το κατηγορητήριο του. Όπως και προαναφέρθηκε, εντοπίζονται στην μαρτυρία τους αντιφάσεις μεταξύ των ισχυρισμών τους, αυτοαναιρέσεις, και σε ότι αφορά τον Κατηγορούμενο, ουσιαστική διαφοροποίηση θέσεων για τα επίδικα γεγονότα, που κατά το ελάχιστον, οδηγούν το Δικαστήριο στην απόφαση ότι δεν μπορεί να δοθεί πίστη στην μαρτυρία τους. Πέραν των προαναφερόμενων, είναι χαρακτηριστικό και υποστηρικτικό του συμπεράσματος αυτού του Δικαστηρίου το ότι, η ΜΥ1, πέραν του ότι το Δικαστήριο κρίνει παράλογο τον ισχυρισμό που υποστήριξε για τα ξύλινα πόδια του κρεβατιού και το πως μπορεί να ξεχάστηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ένα από αυτά και να βρέθηκε από την Αστυνομία, για να υποστηρίξει την αθωότητα του Κατηγορουμένου, έφθασε στο σημείο, εκεί που τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και η ίδια υποστήριξαν με την μαρτυρία τους ότι ο αποβιώσας σύζυγος της νοσηλευόταν με σοβαρή ασθένεια στο νοσοκομείο εκείνη την περίοδο, όταν ερωτήθηκε αν μπορούσε να αποκλείσει με βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος, εφόσον χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο εκείνη την περίοδο να τοποθέτησε σε αυτό το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3, απάντησε καταφατικά, ισχυριζόμενη ότι γνώριζε περί τούτου, εφόσον, την αμέσως προηγούμενη ημέρα είχαν χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο με τον αποβιώσαντα σύζυγο της και δεν υπήρχε ένα τέτοιο αντικείμενο σε αυτό. Ο δε ΜΥ2, και αυτός στην προσπάθεια του για απαλλαγή του Κατηγορουμένου από το κατηγορητήριο του, ενώ για πολλά από τα περιστατικά αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι δεν τα θυμόταν ή είχε παρατηρήσει, όταν ερωτήθηκε κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε την οποιαδήποτε σωματική επαφή με τον ΜΚ2, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του Κατηγορουμένου για το συγκεκριμένο συμβάν, έσπευσε σχεδόν με βεβαιότητα να υποστηρίξει ότι, ο Κατηγορούμενος, ούτε κινήθηκε προς το μέρος του ΜΚ2 σε οποιαδήποτε στιγμή, ούτε και τον άγγιξε. Άλλα βεβαίως υποστήριξε ο Κατηγορούμενος για το προκέιμενο.
  6. Κατ' ακολουθία της εκτίμησης της μαρτυρίας, από την αποδεκτή μαρτυρία, τα μη αμφισβητούμενα και αδιαμφισβήτητα αντικειμενικά γεγονότα, το Δικαστήριο βρίσκει για τα επίδικα γεγονότα, ότι αυτά έχουν ως καταγράφονται στις λεπτομέρειες που ο Κατήγορος δίδει για το κατηγορητήριο του Κατηγορουμένου (σε ότι αφορά έκαστην κατηγορία). Και περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει τα ποινικά αδικήματα που θεμελιώνονται από το νομικό πλαίσιο που καταγράφεται στην έκθεση αδικήματος του κατηγορητηρίου του Κατηγορουμένου (σε ότι αφορά έκαστην κατηγορία), στο απαιτούμενο βαθμό. Δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατήγορος, επισημαίνεται, δεν είχε το βάρος απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κάθε γεγονότος υπό αμφισβήτηση. Ο Κατήγορος, είχε υποχρέωση να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος στην κάθε κατηγορία.
  7. Σε ότι αφορά την 1η κατηγορία, τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος της ανησυχίας είναι: Πρώτο: Ότι ο Κατηγορούμενος προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή. Δεύτερο: Ότι αυτό έγινε χωρίς εύλογη αιτία. Τρίτο: Ότι ο θόρυβος ή η ταραχή προκλήθηκε σε δημόσιο χώρο (βλ. Άρθρο 4 του Κεφ. 154). Και Τέταρτο: Ότι από τον τρόπο πρόκλησης από τον Κατηγορούμενο του θορύβου ή της ταραχής, η ανησυχία των περιοίκων ή η πρόκληση διασάλευσης της ειρήνης ήταν ενδεχόμενη. Όπως αναφέρθηκε από τον ΜΚ2, το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα σε πρατήριο βενζίνης που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Στροβόλου («που είναι πριν την βύθιση του δρόμου παρά τον κυκλικό βόμβο "ΜΕΤΡΟ"») σε κατοικημένη περιοχή, όταν το αυτοκίνητο που ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατευθύνθηκε για στάση από τον ΜΚ2 και έκανε στάση μετά την ανακοπή του λόγω διαπίστωσης ποινικών τροχαίων αδικημάτων (υπέρβαση ορίου ταχύτητας και οδήγηση χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας). Όπως ο ΜΚ2 περαιτέρω κατέθεσε, όταν πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που διέπραξε και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος αντέδρασε έντονα, βγήκε από το αυτοκίνητο του και χωρίς εύλογη αιτία άρχισε να φωνάζει («Γιατί εν να με καταγγείλετε;», «Εν να δείτε αύριο.»), ουσιαστικά διαμαρτυρόμενος, κάνοντας ταυτόχρονα και σπασμωδικές κινήσεις. Ο ΜΚ2, έκρινε ότι το περιστατικό ήταν τέτοιο «που δεν μπορούσε να αφεθεί». Στο σημείο, παρακείμενα, βρίσκονταν και άλλοι Αστυνομικοί (τουλάχιστον πέντε), που προέβαιναν σε τροχονομικούς και άλλους ελέγχους διερχόμενων μηχανοκίνητων οχημάτων και προσώπων σε αυτά, που επίσης σταματούσαν στον χώρο του συγκεκριμένου πρατηρίου βενζίνης. Από αυτά τα γεγονότα και με δεδομένο ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα σε τόπο όπου το κοινό είχε πρόσβαση (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493), ήτοι, σε πρατήριο βενζίνης που βρίσκεται σε κατοικημένη περιοχή, στοιχειοθετείται ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το ποινικό αδίκημα της ανησυχίας, αφής στιγμής, υπό τις περιστάσεις, η ανησυχία των περιοίκων ή η πρόκληση διασάλευσης της ειρήνης ήταν ενδεχόμενη. Στοιχείο, το οποίο, στην προκείμενη περίπτωση, συνάγεται από το σύνολο των σχετικών περιστάσεων (βλ. Αχιλλέως ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 6065, 24/04/1996).
  1. Σε ότι αφορά την 2η κατηγορία, τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος της μεταφοράς επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο είναι: Πρώτο: Ότι ο Κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του επιθετικό όπλο. Δηλαδή, οποιοδήποτε αντικείμενο: (α) είτε κατασκευασμένο ή προσαρμοσμένο για την πρόκληση τραυματισμού σε πρόσωπο, ή (β) που προορίζεται από το άτομο που το έχει μαζί του, για τέτοια χρήση από αυτόν ή από κάποιο άλλο πρόσωπο (βλ. το Άρθρο 2 του Κεφ. 159). Αντικείμενα της «κατηγορίας (α)» ανωτέρω, όπως σίδερο-γροθιές, πτυσσόμενα μαχαίρια και ρόπαλα, είναι πάντοτε επιθετικά όπλα (επειδή είναι επιθετικά αυτά καθαυτά). Αντικείμενα της «κατηγορίας (β)» ανωτέρω, όπως είναι για παράδειγμα ένα γυάλινο μπουκάλι εμφιάλωσης μπύρας, καθίσταται επιθετικό όπλο, μόνο όταν το πρόσωπο που το μεταφέρει έχει την πρόθεση χρησιμοποίησης του για την πρόκληση τραυματισμού σε πρόσωπο. Συνεπώς, μόνο όταν η εξεταζόμενη περίπτωση αφορά αντικείμενο της «κατηγορίας (β)» ανωτέρω, ο Κατήγορος πρέπει να αποδείξει πρόθεση χρησιμοποίησης του για την πρόκληση τραυματισμού σε πρόσωπο για την στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος υπό αναφορά. Δεύτερο: Ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε το επιθετικό όπλο μαζί του. Για να υπάρχει μεταφορά επιθετικού όπλου, πρέπει να υπάρχει ένας πολύ στενός φυσικός δεσμός και ένας βαθμός άμεσου ελέγχου του επιθετικού όπλου. Η ευκολία της άμεσης πρόσβασης στο επιθετικό όπλο είναι παράγοντας σχετικός και δεν χρειάζεται φυσική κατοχή του από τον Κατηγορούμενο για να υπάρχει μεταφορά του κατά την έννοια του Άρθρου 3 του Κεφ.
  2. Τρίτο: Ότι η απόκτησης από τον Κατηγορούμενο του επιθετικού όπλου ήταν συνειδητή. Δηλαδή, το επιθετικό όπλο δεν περιήλθε στην κατοχή του Κατηγορουμένου εν αγνοία του. Τέταρτο: Ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε το επιθετικό όπλο μαζί του σε δημόσιο τόπο. Αυτό περιλαμβάνει οποιοδήποτε δρόμο και αυτοκινητόδρομο και οποιοδήποτε άλλο τόπο στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο το δημόσιο έχει ή επιτρέπεται να έχει πρόσβαση, είτε επί πληρωμή είτε άλλως πως (βλ. Άρθρο 2 του Κεφ. 159). Όπως ο ΜΚ2 υποστήριξε, κατά το προαναφερόμενο περιστατικό, στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, σε εμφανές σημείο μεταξύ των καθισμάτων οδηγού και συνοδηγού, εντόπισε το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3, ένα αυτό καθαυτό επιθετικό όπλο. Ο Κατηγορούμενος, λόγω του σημείου που το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3 βρισκόταν, του μεγέθους του και της ορατότητας του (ακόμη και από εκτός του αυτοκινήτου από τον ΜΚ2), βάσει της άμεσης μαρτυρίας που ο ΜΚ2 έδωσε σχετικά, συνάγεται ότι γνώριζε ότι βρισκόταν στο αυτοκίνητο που οδηγούσε. Συνεπώς το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3, βρισκόταν στην κατοχή του Κατηγορουμένου και η εγγύτητα και η ευκολία της άμεσης πρόσβασης που είχε σε αυτό συνιστούσε μεταφορά του για σκοπούς του Άρθρου 3 του Κεφ.
  3. Όπως και προαναφέρθηκε, η μεταφορά του ξύλινου ρόπαλου Τεκμήριο 3 από τον Κατηγορούμενο κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, τόσο σε δημόσιο δρόμο και αργότερα, και στο πρατήριο βενζίνης, ήταν σε δημόσιο χώρο. Την προαναφερόμενη μαρτυρία του ΜΚ2, υποστηρίζει και η μαρτυρία της ΜΚ1, η οποία κατέθεσε ότι, περί τις 04:00, της παραδόθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Στροβόλου από τον ΜΚ2 ο Κατηγορούμενος, μαζί και το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο
  4. Είναι αξιοσημείωτο και έχει αυτό επηρεάσει σε κάποιο βαθμό και την κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία της ΜΚ1, ότι, αυτή, όταν κατέθετε στο Δικαστήριο, δεν ήταν πλέον μέλος της Αστυνομίας και μάλιστα για αρκετό καιρό προηγουμένως. Παρουσιάστηκε συνεπώς στο Δικαστήριο, θα μπορούσε να λεχθεί, εντελώς ανεξάρτητη και αν και για αρκετά από τα γεγονότα ή ακόμη και για τις Αστυνομικές διαδικασίες, δεν θυμόταν για να μπορούσε να τοποθετηθεί με σιγουρία (και αυτό ως στοιχείο, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέδειξε την ειλικρίνεια της), σχετικά με το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3, αν και δεν μπορούσε να το θυμηθεί, το αναγνώρισε από την εγγραφή που έκανε για την καταχώριση του ως Τεκμηρίου («Τεκμήριο 18/2018») στο Βιβλίο Τεκμηρίων του Αστυνομικού Σταθμού Στροβόλου (και την σχετική απόδειξη που το συνοδεύει, που φέρει και την υπογραφή της), αφού αυτό της παραδόθηκε από τον ΜΚ2 και όταν είχε τεθεί σε αυτό, τόσο η μονογραφή ή υπογραφή του Κατηγορουμένου όσο και του ΜΚ
  5. Όπως η ΜΚ1 ανέφερε, μετά από αυτά, το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3 φυλάχθηκε από την ίδια στην αποθήκη τεκμηρίων του Αστυνομικού Σταθμού Στροβόλου. Ήταν περαιτέρω, ρητή και σαφής η ΜΚ1 στην κατάθεση της, ότι, παρά το γεγονός ότι δεν θυμόταν το ξύλινο ρόπαλο Τεκμήριο 3 (αν και ως προελέχθη το αναγνώρισε υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις), σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε αυτό να είναι, εξ όσων θυμόταν, το ξύλινο αντικείμενο Τεκμήριο 7, ή σε κάθε περίπτωση, κάτι παρόμοιο του, ως ήταν η θέση του Κατηγορουμένου που της ετέθη. Όταν ο Κατήγορος έχει αποδείξει ότι ένα επιθετικό όπλο μεταφερόταν από τον Κατηγορούμενο σε δημόσιο τόπο, τότε το βάρος μεταφέρεται στον Κατηγορούμενο να αποδείξει ότι είχε για αυτό νόμιμη εξουσία ή εύλογη δικαιολογία. Το επίπεδο απόδειξης της πραγματικότητας ενός τέτοιου ισχυρισμού, δεν είναι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αλλά στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η μαρτυρία που ο Κατηγορούμενος παρουσίασε στο Δικαστήριο, δεν έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου, καμία νόμιμη εξουσία ή εύλογη δικαιολογία έχει καταδειχθεί από πλευράς του προς υπεράσπιση του.
  6. Σε ότι αφορά την 3η κατηγορία, τα συστατικά στοιχεία του ποινικού αδικήματος της κοινής επίθεσης είναι τα εξής: Πρώτο: Η ύπαρξη ενός χτυπήματος ή αγγίγματος ή η εφαρμογή δύναμης από τον Κατηγορούμενο στον ΜΚ
  7. Δεύτερο: Ότι αυτή η διαγωγή του Κατηγορουμένου, ήταν χωρίς την συγκατάθεση του ΜΚ
  8. Τρίτο: Ότι αυτή η διαγωγή του Κατηγορουμένου, ήταν σκόπιμη (δηλαδή, εκούσια και σκόπιμη και όχι απλώς τυχαία) ή απερίσκεπτη (με την έννοια ότι ο Κατηγορούμενος συνειδητοποιούσε ότι ο ΜΚ2 μπορούσε να υποστεί άμεση και παράνομη βία, όσο μικρή και αν ήταν, ως αποτέλεσμα αυτού που επρόκειτο να κάνει, αλλά ανέλαβε τον κίνδυνο ότι αυτό μπορούσε να συμβεί). Και Τέταρτον: Ότι αυτή η διαγωγή του Κατηγορουμένου, ήταν, ως προελέχθη, χωρίς νόμιμη δικαιολογία (χωρίς την συγκατάθεση του ΜΚ2 ή υπό περιστάσεις όπου ο Κατηγορούμενος δεν βρισκόταν σε αυτοάμυνα). Όπως ο ΜΚ2 ανέφερε, μετά τα περιστατικά που τον οδήγησαν, αφού συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αυτόφωρο ποινικό αδίκημα που διέπραξε: της μεταφοράς επιθετικού όπλου σε δημόσιο χώρο, να τον πληροφορήσει για αυτό και να του επιστήσει την προσοχή του στον Νόμο, ο Κατηγορούμενος, και μάλιστα, αφού είχε προηγηθεί και το προαναφερόμενο περιστατικό ανησυχίας από τον Κατηγορούμενο, γύρισε και με το αριστερό του χέρι και με «τρόπο επιθετικό», τον ακούμπησε στο δεξιό του χέρι λέγοντας του, «αύριο θα δεις». Αυτά τα γεγονότα, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετούν το ποινικό αδίκημα της κοινής επίθεσης από τον Κατηγορούμενο (και το κατά πόσο ο ΜΚ2 «φοβήθηκε» ή «απειλήθηκε» κατά το εν λόγω περιστατικό, όπως άλλωστε ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε και το κατά πόσο το άγγιγμα από τον Κατηγορούμενο προς τον ΜΚ2 ήταν «φιλικό», όπως ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε, δεν είναι γεγονότα σχετικά της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου για το εν λόγω ποινικό αδίκημα). Σε κάθε περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, θα μπορούσε να καταδικαστεί στο ποινικό αδίκημα της κοινής επίθεσης της 3ης κατηγορίας και από τους ίδιους του τους ισχυρισμούς, αν αυτοί γίνονταν αποδεκτοί από το Δικαστήριο.
  9. Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και καταδικάζεται στα αδικήματα του κατηγορητηρίου του. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.