Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ζαννέττος, Αρ. Υπόθεσης: 6770/20, 23/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6770/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Ζαννέττος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23/3/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Α. Γεωργίου Κατηγορούμενος: απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Δίκη εντός Δίκης) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, κατά παράβαση των άρθρων 210, 211 και 213 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στην οποίαν απάντησε με μη παραδοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με το Κατηγορητήριο, το αδίκημα διαπράχθηκε στις 14/09/2019, στην οδό Κωνσταντινουπόλεως στο Καϊμακλί της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX25 όπου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του XXXXX Σεβαστίδη, τέως από Καϊμακλί. Η ακρόαση της υπόθεσης είχε αρχίσει και κατά το στάδιο της μαρτυρίας του ΜΚ 3, Λοχία XXXXX XXXXX Αναστασίου, ο μάρτυρας επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο, ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο στις 14/9/
- Στην κατάθεση του εγγράφου αυτού, η Υπεράσπιση ήγειρε ένσταση, εξειδικεύοντας τους λόγους ένστασης ως ακολούθως:
- Δεν εξηγήθηκαν πλήρως τα δικαιώματα του Κατηγορούμενου όπως απαιτεί ο νόμος πριν τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης.
- Δεν δόθηκε στον Κατηγορούμενο ο απαιτούμενος χρόνος για να αντιληφθεί τα δικαιώματά του πριν τη λήψη της κατάθεσης.
- Δεν δόθηκε η δυνατότητα στον Κατηγορούμενο να λάβει συμβουλή από δικηγόρο ή και να έχει παρών κατά τη λήψη της κατάθεσης, μαζί του κάποιον δικηγόρο. Συμπληρωματικά σ' αυτό το θέμα, ο συνήγορος Υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι δεν είχε επεξηγηθεί κατάλληλα και με τον τρόπο που απαιτεί η νομοθεσία, το συγκεκριμένο δικαίωμα στον Κατηγορούμενο.
- Ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση όταν λήφθηκε από αυτόν μαρτυρία, καθώς βρισκόταν από το πρωί «στο πόδι» και ήταν ηλικίας 70 ετών, είχε υποστεί ένα δυστύχημα, τελούσε σε κατάσταση σοκ. Στο μεσοδιάστημα από την ώρα του δυστυχήματος μέχρι τη λήψη της κατάθεσης, δεν είχε τη δυνατότητα ούτε για φαγητό, ούτε για να ηρεμήσει. Αντίθετη ήταν η άποψη της Κατηγορούσας Αρχής, με αποτέλεσμα να διαταχθεί από το Δικαστήριο η διενέργεια δίκης εντός δίκης, έτσι ώστε να διευκρινιστούν οι συνθήκες λήψης της πιο πάνω ανακριτικής κατάθεσης. Μαρτυρία Μαρτυρία έδωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη διεξαγωγή της δίκης εντός δίκης, τρεις μάρτυρες, δύο εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και ο Κατηγορούμενος εκ μέρους της Υπεράσπισης. Μ1 Πρώτος μάρτυρας δίκης εντός δίκης για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν ο Λοχίας XXXXX XXXXX Αναστασίου (στο εξής Μ1). Ο Μ1, ανέφερε ότι πριν να ληφθεί η ανακριτική κατάθεση από κάποιον κατηγορούμενο, εφοδιάζεται με σχετικά έντυπα στα οποία καταγράφονται τα δικαιώματά του. Συμπληρωματικά, ανέφερε ότι επεξηγούν και προφορικά στον οποιονδήποτε κατηγορούμενο το περιεχόμενο των έγγραφων δικαιωμάτων που του δίνονται. Ο Μ1 κατάθεσε ως τεκμήριο αντίγραφο του εγγράφου που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο, με το οποίο επεστήθη η προσοχή του στον νόμο και πληροφορήθηκε για το υπό διερεύνηση αδίκημα, καθώς και για το γεγονός ότι θα ακολουθούσε διαδικασία λήψης ανακριτικής κατάθεσης για το αδίκημα που διερευνάτο εναντίον του, το οποίο ο Μ1 χαρακτήρισε ως «caution» (στο εξής «ΤΔΕΔ1»). Κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο Δίκης Εντός Δίκης 2 (στο εξής «ΤΔΕΔ 2»), την ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο στις 14/09/2019, μεταξύ των ωρών 15:55‑ 17:25 στην Αστυνομική Διεύθυνση Επαρχίας Λευκωσίας, η οποία αποτελεί το επίδικο έγγραφο, για την αποδεχτότητα του οποίου η υπεράσπιση έφερε ένσταση. Ως τεκμήριο εντός δίκης 3 (στο εξής «ΤΔΕΔ 3»), κατατέθηκε αντίγραφο γραπτής κατάθεσης που είχε ετοιμάσει ο Μ1 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, από την οποία σχετικό με την παρούσα διαδικασία είναι το μέρος το οποίο αναφέρεται στη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο. Σύμφωνα με τον Μ1, στις 14/09/2019, μεταξύ των ωρών 15:55 και 17:25, στην Τροχαία Λευκωσίας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, αφού πρώτα τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Επίσης, του υπέδειξε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής που ετοίμασε στην παρουσία του Κατηγορούμενου ο Αρχιαστυφύλακας XXXXX, με το οποίο ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και το υπέγραψε. Ο Μ1, ανέφερε ότι επόπτευε και συντόνιζε την πορεία της υπόθεσης, δίνοντας τις ανάλογες οδηγίες για τη λήψη των αναγκαίων καταθέσεων και τη διενέργεια των απαραίτητων εξετάσεων μέχρι και την τελική τους διεκπεραίωση. Ως Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 4 (στο εξής «ΤΔΕΔ 4»), ο μάρτυρας κατάθεσε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα, το οποίο όπως προαναφέρθηκε, υπέδειξε στον Κατηγορούμενο, ο οποίος και το υπέγραψε (στο εξής «ΤΔΕΔ 4»). Ως Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 5 (στο εξής «ΤΔΕΔ 5»), καταχωρήθηκε έντυπο με το οποίο ο Κατηγορούμενος στις 07/02/2020, μεταξύ των ωρών 09:45 και 09:55 κατηγορήθηκε γραπτώς και έδωσε την απάντηση που ακολουθεί (αυτούσια): «δεν ήταν μέσα στον δρόμο, ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο σταματημένος και όταν του κόντεψα, ξεκίνησε απότομα τζιαί χτύπησε πάνω στον τροχό μου τον μπροστινό, τύλιξε το καροτσούι του ο τροχός μου τζιαί πέταξε τον μπροστά». Ο Μ1 ανέφερε ότι, πριν να ληφθεί η ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, του είχαν δοθεί τα δικαιώματά του από άλλον συνάδελφό του. Όπως ανέφερε, ήταν επιθυμία του Κατηγορουμένου να δώσει κατάθεση το συντομότερο. Δεν του έδωσε την εντύπωση προσώπου που δεν ήταν σε θέση να καταθέσει, αντιθέτως φαινόταν καλά και ήταν ευδιάθετος. Οι απαντήσεις του ήταν αυθόρμητες και σταθερές. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, ο Κατηγορούμενος έδειχνε ότι αντιλαμβανόταν την όλη διαδικασία. Κατά την αντεξέταση, ήταν η θέση του ότι πέραν από τα όσα γραπτώς επεξηγήθηκαν στον Κατηγορούμενο, ο ίδιος του ξεκαθάρισε προφορικά ότι αν δεν ένιωθε καλά, μπορούσε να μην δώσει άμεσα ανακριτική κατάθεση. Αρνήθηκε ότι τούτο ήταν σκέψεις εκ των υστέρων για να στηρίξει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως ανέφερε, όταν κάποιος δεν είναι ευδιάθετος ή δεν μπορεί να δώσει κατάθεση, είτε λόγω μέθης, είτε ταραχής, είτε λόγω ναρκωτικών, δεν λαμβάνεται από αυτόν κατάθεση την ίδια μέρα αλλά την επόμενη. Όμως, στην παρούσα υπόθεση, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος επέμενε να δώσει κατάθεση. Σε υποβολή ότι, το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ζήτησε να δώσει κατάθεση για να μπορέσει να αποδεσμευτεί και να πάει να ξεκουραστεί, επιβεβαιώνει ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε την ανακριτική του κατάθεση ενώ τελούσε υπό πίεση, ο μάρτυρας απάντησε: «κύριε Αριστοφάνη, δεν μπορείς να πιάσεις κανενού κατάθεση με το ζόρι, αν κάποιος δεν θέλει δεν απαντά, αυτά είναι δικοί σας ισχυρισμοί». Όπως ανέφερε, τον Κατηγορούμενο πρώτη φορά τον είδε εκείνην τη μέρα, το κλίμα που επικρατούσε κατά τη λήψη της κατάθεσης ήταν ομαλό, χωρίς να υπήρξε οποιαδήποτε ένταση ή διαφωνία. Σε υποβολή ότι υπήρξαν εντάσεις επειδή ο μάρτυρας δεν έγραφε αυτά που του υπαγόρευε ο Κατηγορούμενος, ο Μ1 απάντησε με ερώτηση «γιατί υπόγραψε;» Τέλος, ο συνήγορος υπεράσπισης του υπέβαλε ότι ο Κατηγορούμενος ανέφερε «γράψε ό, τι θέλεις να υπογράψω να φύγω» και ο Μ1 διαφώνησε, αναφέροντας ότι ουδέποτε έκαμε το παραμικρό για να βλάψει άνθρωπο, πόσω μάλλον έναν ηλικιωμένο και πρώην συνάδελφό του. Ο Μ1 επέμεινε ότι δεν υπήρξε καμία παραβίαση των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης, όπου όλα έγιναν νόμιμα και χωρίς καμία παρατυπία. Μ2 Δεύτερος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής στη διαδικασία έδωσε μαρτυρία ο αστυφύλακας XXXXX XXXXX Σανταφιανός (στο εξής «Μ2»). Ο Μ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 7 (στο εξής «ΤΔΕΔ 7»), γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Από το ΤΔΕΔ 7, σχετικά με την παρούσα διαδικασία είναι τα ακόλουθα. Στις 14/9/2019, περί ώρα 11:40, ο Μ2 επισκέφτηκε τη σκηνή θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος που συνέβη την ίδια ημέρα περί ώρα 10:45 στην οδό Κωνσταντινουπόλεως στο Καϊμακλί με εμπλεκόμενο τον Κατηγορούμενο που οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX25 και από το οποίο προκλήθηκε ο θάνατος του XXXXX Σεβαστίδη, ο οποίος επέβαινε ηλεκτρικού αναπηρικού τροχοκαθίσματος. Την ίδια ημέρα και ώρα 15:35, αφού επέστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου στον νόμο, τον συνέλαβε στα γραφεία της τροχαίας Λευκωσίας βάσει δικαστικού εντάλματος και ο Κατηγορούμενος του απάντησε: «Ότι έχω να πω θα σας το πω στην κατάθεση μου». Στη συνέχεια εφοδίασε τον Κατηγορούμενο με έντυπο δικαιωμάτων και του εξήγησε τα δικαιώματα του. Ο Μ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 9 (στο εξής «ΤΔΕΔ 9») βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής εγγράφων δικαιωμάτων υπόπτων/ κατηγορουμένων, υπογεγραμμένη από τον Κατηγορούμενο με συνημμένο το έντυπο πληροφόρησης δικαιωμάτων. Όπως ανέφερε, είχε προμηθεύσει τον Κατηγορούμενο με το έντυπο αυτό και του το διάβασε. Ανέφερε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος φαινόταν ότι ήταν σε θέση να δώσει κατάθεση και δεν ανέφερε κάποιο κώλυμα. Γνώριζε τον Κατηγορούμενο πριν από το δυστύχημα αφού ήταν πρώην συνάδελφος του. Συμφώνησε με τον συνήγορο υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο χαμηλού μορφωτικού επιπέδου που δεν έχει τελειώσει το γυμνάσιο, ενώ μετά την πρόσληψη του στην αστυνομία, εκτελούσε μόνο στατικά καθήκοντα (όπως τα χαρακτήρισε ο συνήγορος), όπως φρουρός πρεσβειών, πολιτικών προσώπων κτλ. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να συμβουλευτεί δικηγόρο και ο Μ2 του ζήτησε να το καταγράψει ιδιοχείρως στο ΤΔΕΔ
- Ο Μ1, δεν αντιλήφθηκε ένταση ή διαφωνίες μεταξύ του Μ1 και του Κατηγορούμενου, ούτε πρόσεξε τον Κατηγορούμενο να γελά, όμως διευκρίνισε ότι δεν βρισκόταν συνεχώς στον χώρο όπου διεξαγόταν η ανάκριση. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση που ετοίμασε ως Τεκμήριο Δίκης εντός Δίκης 10 (στο εξής «ΤΔΕΔ 10»). Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είναι πρόσωπο 72 ετών, φοίτησε μέχρι την Γ' γυμνασίου, στις 14/8/1973 προσελήφθηκε στην αστυνομία Κύπρου και τοποθετήθηκε στο Εφεδρικό Σώμα. Στις 8/4/2003, λόγω πτώσης από τον δεύτερο όροφο οικοδομής, είχε υποστεί σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κατάλοιπα ζαλάδες, απώλεια μνήμης και αδυναμία αριστερού πάνω και κάτω άκρου. Οι τραυματισμοί που υπέστη από το πιο πάνω ατύχημα τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα. Υπηρέτησε στην αστυνομία μέχρι 5/11/2003, οπότε κρίθηκε μόνιμα ανίκανος για να εκτελεί τα καθήκοντα του. Στην αστυνομική δύναμη Κύπρου, του ανατέθηκαν καθήκοντα φρουρού σε πρεσβείες και πολιτικών προσώπων και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει αρκετά πράγματα σε σχέση με τα καθήκοντα ενός αστυνομικού. Την ίδια ημέρα πριν από το δυστύχημα είχε άλλο ατύχημα περί ώρα 09:30, για το οποίο ο ίδιος δεν έφερε καμία ευθύνη. Περί τις 10:40 συνέβη το επίδικο δυστύχημα συνεπεία του οποίου ο Κατηγορούμενος υπέστη σοκ και λυπήθηκε πολύ. Οδηγήθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας, όπου συνελήφθη και παρέμεινε υπό εικοσιτετράωρη κράτηση. Σε κάποια στιγμή τον πλησίασε ο Μ2, του οποίου γνώριζε τον πατέρα που ήταν υπαστυνόμος, και του έδωσε ένα έγγραφο, το οποίο δείχνοντας εμπιστοσύνη το υπόγραψε χωρίς να το διαβάσει. Εν συνεχεία, καθ' υπόδειξη του Μ2 κατέγραψε ιδιοχείρως στο ΤΔΕΔ 9 ότι δεν επιθυμούσε υπηρεσίες δικηγόρου, μονογράφοντας δίπλα από την σχετική δήλωση. Ο ίδιος δεν είχε διαβάσει το ΤΔΕΔ 9 και δεν θυμόταν κατά πόσον του το είχε διαβάσει ο Μ2, πάντως δεν κατάλαβε το περιεχόμενο του, ούτε του επεξηγήθηκαν με απλό και κατανοητό τρόπο τα δικαιώματα του. Ακολούθως ο Μ1 έδωσε στον Κατηγορούμενο το ΤΔΕΔ 1 και ο τελευταίος το υπόγραψε χωρίς να το είχε καταλάβει και χωρίς να του είχε επεξηγηθεί το περιεχόμενο του. Ήταν η θέση του ότι δεν του εξήγησαν ότι αν δεν ένιωθε καλά, είχε το δικαίωμα να δώσει κατάθεση κάποια άλλη στιγμή. Όταν λήφθηκε από αυτόν η ανακριτική κατάθεση (ΤΔΕΔ 2), ο Κατηγορούμενος ήταν κουρασμένος, σοκαρισμένος, λυπημένος, πιεσμένος, νηστικός και ταλαιπωρημένος. Κατά τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης (ΤΔΕΔ 2), υπήρξε ένταση μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Μ1 καθώς ο τελευταίος δεν κατέγραφε αυτά που του έλεγε ο Κατηγορούμενος. Λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν, σε κάποιο σημείο ο Κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ1 «γράψε ότι θέλεις τζι εγώ θα το υπογράψω» καθώς δεν άντεχε άλλο και επιθυμούσε να τελειώσει για να φύγει. Τελικά όμως, παρέμεινε υπό κράτηση για 24 ώρες. Ήταν η θέση του ότι η ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε από αυτόν (ΤΔΕΔ 2) δεν ήταν θεληματική, καθώς δεν αποτελούσε το αποτέλεσμα της ελεύθερης του βούλησης. Κατά την αντεξέταση, επεξήγησε σε ποιο σημείο - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του - ο Μ1 κατέγραψε διαφορετικά τα λεγόμενα του. Όταν του διαβάστηκε το συγκεκριμένο σημείο από το ΤΔΕΔ 9, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε ότι σε αυτό καταγράφεται ορθά αυτό που είχε αναφέρει στον Μ
- Παραδέχτηκε ότι ο Μ2 του είχε αναφέρει ότι έπρεπε να έχει δικηγόρο μαζί του και πως ήταν δική του επιθυμία να μην λάβει υπηρεσίες δικηγόρου. Αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα στην πιστοποίηση που αναγράφεται στο ΤΔΕΔ 2, αναφέροντας κατά την επανεξέταση ότι το συγκεκριμένο σημείωμα το κατέγραψε όπως του το υπαγόρευσαν. Νομική Πτυχή Ομολογία ενοχής κατηγορουμένου στο έγκλημα για το οποίο διώκεται είναι αποδεκτή ως μαρτυρία ανεξάρτητα από το παραδεκτό η όχι εξ' ακοής μαρτυρίας (σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, Γ. Πική, σ. 242 με παραπομπή στις αποφάσεις Καυκαρής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, Χαραλαμπίδη ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330). Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Ηλιάδη & Σάντη, Β έκδοση, σελίδα 887 - 889: «Για να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία, η ομολογία πρέπει να είναι θεληματική και νόμιμη. Αυτό απαιτεί η συνταγματική και δικαιϊκή τάξη, πέραν του ότι οι μη θεληματικές ομολογίες μπορεί και να είναι (και συνήθως έτσι είναι που θεωρούνται), αναξιόπιστες και παραβιαστικές του δικαιώματος κατά της αυτοενοχοποίησης» Στο ίδιο σύγγραμμα, στην σελίδα 905 αναφέρεται ότι «Το βάρος απόδειξης ότι μια ομολογία είναι θεληματική, το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή, η οποία πρέπει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ομολογία είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης του Κατηγορουμένου και όχι προϊόν αθέμιτων πιέσεων ή υποσχέσεων προς αυτόν (Λυσάνδρου ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 672, Solomou v The Republic
(1978)2 CLR 117, Ioannides v The Republic
(1968)2 CLR 169, Kokkinos v The police
(1967)2 CLR 217, R v Sfongaras
(1957)22 CLR 113, R v Thompson (1891 - 94) All Er Rep 376). Το κριτήριο θεληματικότητας είναι αντικειμενικό και ποσώς ενδιαφέρει εάν η αστυνομία δεν γνώριζε τις συνθήκες που μπορούσαν να καθορίσουν ή να επηρεάσουν την αποδοχή της πάνω σε αυτή τη βάση (R v Everett
(1988)Crim LR 826), ασχέτως αν τούτη ενεργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο με καλή πίστη (DPP v Blake (1989(89 Cr App R 179). Όπως λέχθηκε στην Ιbrahim v. R. (1914-15) All E.R. Rep.874, 877: «Ιt has long been established as a positive rule of English Criminal law, that no statement by an accused is admissible in evidence against him unless it is shown by the prosecution to have been a voluntary statement, in the sense that it has not been obtained from him either by fear of prejudice or hope of advantage exercised or held out by a person in authority." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Εδώ και καιρό έχει καθιερωθεί σαν θετικός κανόνας του Αγγλικού Ποινικού δικαίου, ότι καμία δήλωση κατηγορούμενου δεν είναι αποδεκτή ως μαρτυρία εναντίον του εκτός και αν καταδεικτεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι αποτελεί θεληματική δήλωση, υπό την έννοια ότι δεν εξασφαλίστηκε από αυτόν είτε λόγω φόβου δυσμενούς μεταχείρισης ή ελπίδας ευμενούς μεταχείρισης από μέρους προσώπου που κατέχει εξουσία.» Στην Fournides v Republic
(1986)2 CLR 73 αναφέρθηκε ότι αριθμός υποθέσεων αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να απορρίψει μια κατάθεση αν εξασφαλίστηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες. Καμία από τις υποθέσεις αυτές δεν μεταβάλλει τον βασικό κανόνα ότι το κριτήριο αποδοχής της κατάθεσης είναι η θεληματικότητα. Σύμφωνα με την Azinas v Police
(1981)2 CLR 9, το βασικό κριτήριο το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για να κρίνει αν είναι αποδεκτή ή όχι μια δήλωση από κατηγορούμενο είναι το κατά πόσον αυτή δόθηκε εθελούσια. Η συμμόρφωση με τους Δικαστικούς Κανόνες βοηθά σημαντικά το Δικαστήριο να καταλήξει ως προς το κατά πόσον η δήλωση ήταν όντως θεληματική. Αν δεν προηγήθηκε η δέουσα προειδοποίηση προς τον κατηγορούμενο πριν να προβεί στην ενοχοποιητική δήλωση αυτό είναι ένας παράγοντας που θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς το κατά πόσον θα αποκλείσει την δήλωση, αλλά η απουσία προειδοποίησης δεν καθιστά ως θέμα νόμου μη αποδεκτή τη δήλωση. Οι Δικαστικοί Κανόνες στην Κύπρο ισχύουν κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύουν στην Αγγλία και έτσι δεν έχουν ισχύ νόμου. Αποτελούν κανόνες πρακτικής, ως καθοδήγηση προς τα αστυνομικά όργανα, και όχι για τον περιορισμό της ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, δεν καθιστά αυτομάτως την ενοχοποιητική δήλωση μη αποδεκτή, αλλά παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να μην την κάνει αποδεκτή. Η φρασεολογία που αναγράφεται στους Δικαστικούς Κανόνες είναι καθοδηγητική και όχι δεσμευτική. Στην Kokkinos v The Police
(1967)2 CLR 217 αναφέρθηκε ότι η θεληματικότητα οποιασδήποτε δήλωσης και δη μιας δήλωσης που περιλαμβάνει ομολογία, αποτελεί θέμα που επηρεάζει την ελευθερία του ατόμου, και συνδέεται με τα διεθνώς αναγνωρισμένα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα που ενσωματώνονται στο Σύνταγμα, καθώς επίσης και το δικαίωμα της ελευθερίας και ασφάλειας ενός ατόμου που βρίσκεται υπό σύλληψη. Δεν είναι αποδεκτές στα δικαστήρια ως αποδεικτικά στοιχεία ενοχής, ενοχοποιητικές δηλώσεις που έγιναν από κατηγορούμενο ενώ βρισκόταν υπό σύλληψη, εκτός και αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τέτοια δήλωση πηγάζει από βεβαρυμμένη συνείδηση και ότι έγινε ελεύθερα και οικειοθελώς. Πρόκειται για πολύ ευαίσθητο θέμα που συνδέεται από τη μια με την προστασία ανθρωπίνων και συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων, και από την άλλη αγγίζει την ρίζα της απονομής της δικαιοσύνης, ήτοι την εξακρίβωση της αλήθειας. Τα Δικαστήρια, μπορούν να συνεισφέρουν ουσιαστικά αποθαρρύνοντας πρακτικές που καταστρέφουν την εμπιστοσύνη της κοινωνίας έναντι στις μεθόδους της αστυνομίας. Αν ύποπτες ομολογίες απορρίπτονται ως μη αποδεκτές, ως πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το νόμο, θα υπάρχει λιγότερος ζήλος από πλευράς αστυνομίας για να τις εξασφαλίζει και μείωση του κινδύνου πρόκλησης ζημιάς από αυτές. Όσον αφορά το τι συνιστά μη θεληματική κατάθεση, καθοδήγηση αντλείται και από τους ίδιους τους Δικαστικούς Κανόνες στο Appendix A στην παράγραφο "e" όπου αναφέρεται ότι: «(e) That it is a fundamental condition of the admissibility in evidence against any person, equally of any oral answer given by that person to a question put by a police officer and of any statement made by that person, that it shall have been voluntary, in the sense that it has not been obtained from him by fear of prejudice or hope of advantage, exercised or held out by a person in authority, or by oppression.» Σε μετάφραση (δανεισμένη από σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, Γ. Πική, σ. 253): «Θεμελιώδης όρος για την αποδοχή μαρτυρίας εναντίον οποιουδήποτε προσώπου αναφορικά με προφορικές απαντήσεις προσώπου σε ερωτήσεις που υποβάλλονται από αξιωματούχο της Αστυνομίας και οποιασδήποτε δήλωσης γίνεται από αυτό το πρόσωπο, είναι ότι αυτή είναι θεληματική, με την έννοια ότι ο δηλώνων προβαίνει στη δήλωση χωρίς φόβο ή επηρεασμό ή προσδοκία για ευεργέτημα το οποίο προβάλλεται από το πρόσωπο που λαμβάνει την κατάθεση ή ως αποτέλεσμα καταπίεσης.» Στο σύγγραμμα «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο», 2η έκδοση, Γ. Πική, στην σελίδα 279 αναφέρεται: «Κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ο δικαστής λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις παραβίασης των Δικαστικών Κανόνων στη θεληματικότητα κατάθεσης, την έκταση της παραβίασης και, ειδικά, κατά πόσο η απόκλιση αφορά τυπικό θέμα, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις στην απονομή της δικαιοσύνης από συστηματική παράλειψη των Αστυνομικών Αρχών να τηρήσουν τους Δικαστικούς Κανόνες.» Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Προτού εισέλθω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που δόθηκε στη διαδικασία δίκης εντός δίκης, χρήσιμη είναι η παραπομπή στο σύγγραμμα, «Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Ηλιάδη & Σάντη, Β έκδοση στην σελίδα 901, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα. «Η δίκη εντός δίκης δεν αφορά στο ζήτημα της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου, αλλά (συνήθως), στο θέμα της δυνατότητας αποδοχής της ομολογίας του ως μαρτυρίας, με προεξάρχων κριτήριο το κατά πόσο αυτή είναι ή όχι θεληματική (ή γενικότερα αποδεκτή ως μαρτυρία), περιοριζόμενης της διαδικασίας σε όσα είναι αναγκαία για μια τέτοια διαπίστωση ώστε να μην πλήττεται η υπεράσπιση του (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, Erven v R
(1979)1 SCR 926). Στην δίκη εντός δίκης το Δικαστήριο αποφεύγει να προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων τα οποία τείνουν να προαποφασίζουν (ή να δημιουργούν την εντύπωση ότι προαποφασίζουν), την αξιοπιστία μαρτύρων και κατηγορουμένων (Petri v The Police
(1968)2 CLR 40).» Εξετάζοντας τη μαρτυρία υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας καταλήγω ότι δεν υπάρχει τέτοια διάσταση μεταξύ των θέσεων των μαρτύρων, ούτε έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία τους επί των ουσιωδών για την παρούσα διαδικασία σημείων ώστε να μπορεί (ή να είναι απαραίτητο) να κριθεί οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες ως αναξιόπιστος. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία που δόθηκε τόσο από τους Μ1 και Μ2 όσο και από τον Κατηγορούμενο και προβαίνω στα ακόλουθα, απολύτως απαραίτητα (και μόνο) ευρήματα. Στις 14.9.2019 και περί η ώρα 10:45 ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε σοβαρό τροχαίο δυστύχημα και οδηγήθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση Επαρχίας Λευκωσίας, Τμήμα Τροχαίας, όπου αφού του επεστήθη η προσοχή στον νόμο και του εξηγήθηκε ο λόγος της σύλληψής του συνελήφθη στις 15:35 (της ίδιας μέρας) απάντησε, «ό,τι έχω να πω θα το πω στην κατάθεσή μου». Στις 15:40 δόθηκε στον κατηγορούμενο έγγραφο δικαιωμάτων υπόπτων/κατηγορούμενου και υπόγραψε σχετική βεβαίωση παραλαβής (ΤΔΕΔ 9), στην οποία κατέγραψε την εξής ιδιόχειρη δήλωση «δεν επιθυμώ υπηρεσίες δικηγόρου, θα αποταθώ από εβδομάδα». Στις 15:55 ο Μ1 προέβη σε γραπτή προειδοποίηση του Κατηγορούμενου (ΤΔΕΔ 1) με την οποία του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνούσε. Εν συνεχεία, μεταξύ των ωρών 15:55 και 17:25 ο Μ1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με τη διαδικασία ερωτήσεων και απαντήσεων. Αποδέχομαι τη θέση του Κατηγορούμενου ότι κατά τον χρόνο λήψης της επίδικης ανακριτικής κατάθεσης (ΤΔΕΔ 2), υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις ήταν αναστατωμένος, ταλαιπωρημένος και στεναχωρημένος. Αποδέχομαι επίσης, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα δεν είχε προσφερθεί στον Κατηγορούμενο φαγητό, αφού δεν έχει αναφερθεί κάτι τέτοιο στη μαρτυρία που δόθηκε από τους Μ1 και Μ
- Τα στοιχεία αυτά, κατά την κρίση μου, δεν οδηγούν αυτόματα σε συμπέρασμα ανικανότητας του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο, να δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Από τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιόν μου και από τις δύο πλευρές στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, προκύπτει ξεκάθαρα ότι παρά την αναστάτωση κάτω από την οποία (φυσιολογικά) τελούσε ο Κατηγορούμενος, αυτή δεν ήταν τέτοια, ούτε και συνέτρεχε οποιοσδήποτε άλλος λόγος, που να επηρεάζει την ικανότητα του να δώσει κατάθεση στην αστυνομία, όπως και έδωσε χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε ένσταση ή ζήτημα προς τούτο. Αντιθέτως, αποτελεί κοινό έδαφος ότι ο ίδιος ζήτησε να δώσει κατάθεση το συντομότερο δυνατό. Για ό,τι αφορά την ουσία της παρούσας διαδικασίας, προβαίνω σε εύρημα ότι, πριν τη λήψη της επίδικης ανακριτικής κατάθεσης (ΤΔΕΔ 2) από τον Κατηγορούμενο, του είχαν επεξηγηθεί δεόντως τα δικαιώματα του και ήταν σε θέση να λάβει την απόφαση να δώσει την ανακριτική κατάθεση (ΤΔΕΔ 2). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει δοθεί, κρίνω ότι η απόφαση αυτή ήταν απόρροια της ελεύθερης βούλησης του Κατηγορουμένου, και δεν έχει επηρεαστεί από καταπίεση ή φόβο ή επηρεασμό ή προσδοκία για ευεργέτημα. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τα ακόλουθα: · Παρά το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, ο Κατηγορούμενος μπορούσε να αντιληφθεί ότι δεν ήταν υπόχρεος να δώσει κατάθεση, αφού προειδοποιήθηκε για το δικαίωμα του αυτό επανειλημμένα (βλ. ΤΔΕΔ 1, ΤΔΕΔ 2 και ΤΔΕΔ 9 όπου αναφέρεται ρητά και γραπτώς το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του Κατηγορούμενου). · Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι ενημερώθηκε από τον Μ2 ότι μπορούσε να συμβουλευτεί δικηγόρο (μάλιστα όπως ανέφερε του είπε ότι θα έπρεπε να είχε δικηγόρο, η υπογράμμιση είναι δική μου), αλλά ο ίδιος δεν επιθυμούσε υπηρεσίες δικηγόρου. · Δεν δόθηκε μαρτυρία, ούτε προβλήθηκε ισχυρισμός ότι υπήρξε οποιαδήποτε υπόσχεση προς τον Κατηγορούμενο για οποιοδήποτε αντάλλαγμα σε περίπτωση που έδιδε κατάθεση (όπως π.χ. να αφεθεί ελεύθερος). · Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι ο ίδιος εξέφρασε την επιθυμία να δώσει κατάθεση. · Στο τέλος της επίδικης ανακριτικής του κατάθεσης (ΤΔΕΔ 2), ο Κατηγορούμενος κατέγραψε ιδιοχείρως τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτούσιο): «Διάβασα την πιο πάνω κατάθεση. Πληροφορήθηκα ότι μπορώ να κάμω όπιες δήποτε αλλαγές, προσθήκες ή αφερέσεις θέλω. Η κατάθεση αυτή είναι αληθινή και την κάνω με την ελεύθερη θέληση μου» και στο τέλος υπέγραψε. · Όταν διαβάστηκαν στον Κατηγορούμενο τα συγκεκριμένα σημεία της ανακριτικής του κατάθεσης (ΤΔΕΔ 2) - στα οποία όπως ισχυρίστηκε ο Μ1 δεν κατέγραψε σωστά αυτά που του ανέφερε ο Κατηγορούμενος- συμφώνησε ότι τελικά είχαν καταγραφεί ορθά όπως τα ανέφερε. Εφαρμογή νομικών αρχών και Ευρημάτων Σημειώνεται ότι το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας έχει καθοριστεί από το στάδιο που είχε εγερθεί ένσταση από την υπεράσπιση στην κατάθεση του ΤΔΕΔ 2, κατά το οποίο είχαν εξειδικευτεί και οι λόγοι στους οποίους στηριζόταν η ένσταση (καταγράφονται λεπτομερώς ανωτέρω). Παρέκκλιση από το πλαίσιο αυτό δεν επιτρέπεται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις (βλ. «Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Ηλιάδη & Σάντη, Β έκδοση, σ. 902). Δεδομένων των ευρημάτων μου ως καταγράφονται ανωτέρω, κρίνω ότι δεν βρίσκουν έρεισμα οι λόγοι ένστασης ως έχουν εκτεθεί. Ο Κατηγορούμενος έτυχε πλήρους ενημέρωσης σε σχέση με τα δικαιώματά του. Από τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί δεν βρίσκω έρεισμα στον ισχυρισμό ότι δεν του είχε δοθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να τα αντιληφθεί. Περαιτέρω, όχι μόνο του δόθηκε η ευκαιρία να λάβει συμβουλή από δικηγόρο, αλλά όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, ο Μ2 του είπε ότι «θα έπρεπε» να είχε δικηγόρο. Συνεπώς, ως αποτελεί εύρημα μου, στον Κατηγορούμενο επεξηγήθηκε ότι θα μπορούσε να λάβει συμβουλή από δικηγόρο αλλά αποτέλεσε προσωπική του επιλογή να μην το πράξει. Τέλος, αποτελεί εύρημα μου ότι, η απόφαση του Κατηγορούμενου να δώσει κατάθεση ήταν θεληματική και ότι έδωσε την κατάθεση αυτή χωρίς φόβο ή επηρεασμό ή προσδοκία για ευεργέτημα και η ανακριτική κατάθεση του ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής του. Τελική Κατάληξη Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη θεληματικότητα της ανακριτικής κατάθεσης ημερομηνίας 14/9/2019, η οποία λήφθηκε μεταξύ 15:55 - 17:25 και καταχωρήθηκε στην παρούσα διαδικασία ως ΤΔΕΔ
- Ως εκ τούτου επιτρέπεται η κατάθεση του εν λόγω εγγράφου ως τεκμήριο στην κυρίως δίκη. [Υπ.] .......... Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο