UNIFLORA NURSERIES LTD ν. PANAGIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 804/2019, 31/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 804/2019 Μεταξύ: UNIFLORA NURSERIES LTD Παραπονούμενοι εναντίον XXXXX PANAGIDIS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31.3.2022 Για τους Παραπονούμενους: κ. Χρ. Παναγίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Μπενάκης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 25 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης της μη εξόφλησης 25 επιταγών ποσού €200,00 η καθεμιά. Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση 25 επιταγών της Τράπεζας Πειραιώς οι οποίες ήταν πληρωτέες μία κάθε μήνα κατά την περίοδο από τις 15.11.2016 έως τις 15.11.
- Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις εν λόγω κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. Στέλιος Στυλιανού ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η παραπονούμενη είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη και ασχολείται με την εμπορία φυτών. Ο κατηγορούμενος περί τις αρχές του 2016 εξέδωσε και παρέδωσε προς την παραπονούμενη μεταξύ άλλων τις 25 επίδικες επιταγές προς πληρωμή του ποσού που η τότε συμβία του XXXXX Τζιέλλα χρωστούσε στην παραπονούμενη και για την οποία η τελευταία είχε καταχωρήσει την ιδιωτική ποινική υπόθεση με αριθμό XXXXX/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας η οποία αφορούσε ακάλυπτες επιταγές. Στις 28.1.2016 αφού παρέλαβε τις επίδικες επιταγές από τον κατηγορούμενο έδωσε εντολή στους δικηγόρους του να αποσύρουν την εν λόγω υπόθεση. Ισχυρίστηκε ότι από το σύνολο των επιταγών που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο οι 3 πρώτες χρονικά οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 15.3.2016, 15.4.2016 και 15.5.2016 αντίστοιχα εξαργυρώθηκαν κανονικά ενώ οι υπόλοιπες δεν τιμήθηκαν επειδή η πληρωμή τους είχε ανακληθεί από τον κατηγορούμενο. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 1 σε δέσμη τις 25 επίδικες επιταγές, ως τεκμήριο 2 αντίγραφο του κατηγορητηρίου της υπόθεσης XXXXX/2015, ως τεκμήριο 3 σε δέσμη 3 αποδείξεις κατάθεσης της Περιφερειακής Σ.Π.Ε. Λευκωσίας ημερομηνίας 15.3.2016, 15.4.2016 και 16.5.2016 αντίστοιχα και ως τεκμήριο 4 αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού της παραπονούμενης εταιρείας. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν για την εξόφληση του χρέους της κας Τζιέλλα προς την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η ποινική υπόθεση η οποία είχε καταχωρηθεί εναντίον της κας Τζιέλλα αποσύρθηκε επειδή ο κατηγορούμενος τους έδωσε επιταγές καθώς επίσης ότι οι επιταγές της πιο πάνω αναφερθείσας επιστράφηκαν στον κατηγορούμενο. Στη συνέχεια ο μάρτυρας αρνήθηκε υποβολή ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν στην παραπονούμενη για παραγγελία φυτών που ο κατηγορούμενος είχε κάνει από αυτή. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χατζηζαχαρίας ο οποίος ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Πειραιώς στο κατάστημα Παραλιμνίου. Ισχυρίστηκε ότι οι 25 επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον λογαριασμό του κ. XXXXX Παναγίδη τον οποίο διατηρεί στην εν λόγω τράπεζα. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια 5 και 6 τις γραπτές εντολές που ο κατηγορούμενος έδωσε στην τράπεζά του για την ανάκληση της πληρωμής επιταγών που είχε εκδώσει. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε πως ο κατηγορούμενος έδωσε οδηγίες για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών επικαλούμενος τη μη τήρηση συμφωνίας παράδοσης λουλουδιών. Ισχυρίστηκε επίσης πως δεν γνωρίζει το ακριβές ποσό των επιταγών των οποίων η πληρωμή ανακλήθηκε. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ήταν πελάτης της παραπονούμενης εταιρείας από την οποία αγόραζε λουλούδια επειδή είναι ιδιοκτήτης φυτωρίου. Ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε τις επίδικες επιταγές προς πληρωμή φυτών που είχε παραγγείλει από την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι 3 από το σύνολο των επιταγών που εξέδωσε προς την παραπονούμενη και οι οποίες ήταν πληρωτέες τον Μάρτη, Απρίλη και Μάη εξαργυρώθηκαν και πως ανακάλεσε την πληρωμή των υπολοίπων επειδή η τελευταία δεν του παρέδωσε τα φυτά που είχε παραγγείλει. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος όταν ρωτήθηκε κατά πόσο έχει κάτι που να αποδεικνύει την παραγγελία που ισχυρίζεται πως έκανε ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές τις οποίες εξέδωσε είναι η απόδειξη της παραγγελίας του. Όταν ρωτήθηκε τι φυτά και τι αριθμό φυτών προσδοκούσε να παραλάμβανε απάντησε «φυτά τα οποία θα έρχονταν από το Ισραήλ και Ολλανδία, όπως έρχονται κάθε Μάρτη, Απρίλη και Μάη, διάφορα φυτά». Στη συνέχεια αρνήθηκε υποβολή ότι οι επιταγές εκδόθηκαν για εξόφληση του χρέους της συμβίας του και ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκαν για να αγοράσει φυτά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σταμάτησε τις επιταγές, όπως ανέφερε επί λέξει, επειδή η παραπονούμενη δεν του παρέδωσε τα φυτά που είχαν συμφωνήσει και τα οποία έπρεπε να παραδίνονταν από τον Φεβρουάριο μέχρι το τέλος του έτους
- Τέλος σε ερώτηση γιατί δεν περίμενε το τέλος του χρόνου ισχυρίστηκε ότι ο Στέλιος του είπε να βγάλει τις επιταγές για να του φέρει τα φυτά. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Ο κ. Παναγίδης εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει ότι είχε εύλογη αιτία για να προχωρήσει στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Μπενάκη. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε επίδικο στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα το οποίο σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 έγινε επίσης αναφορά στο τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει,(«bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο ως αναφέρθηκε και πιο πάνω είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ειλικρινή και λογική. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο και παραδόθηκαν στον ίδιο για να αποσύρει η παραπονούμενη την ποινική υπόθεση XXXXX/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας την οποία είχε καταχωρήσει εναντίον της τότε συμβίας του κατηγορούμενου XXXXX Τζιέλλα. Κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι ειλικρινής και λογικός επειδή η εν λόγω υπόθεση αποσύρθηκε τον Ιανουάριο του 2016 και η απόσυρσή της συμπίπτει χρονικά με την έκδοση των επίδικων επιταγών γεγονός που κατά την κρίση μου επιβεβαιώνει την αλήθεια του ισχυρισμού του. Δεν παραβλέπω ότι το συνολικό ποσό των επιταγών που ήταν επίδικες στην ως άνω υπόθεση διαφέρει από το ποσό των επιταγών της παρούσας, κρίνω όμως ότι αυτό δεν αποτελεί ένδειξη ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε ψέματα αφού ενώπιόν μου στην παρούσα υπόθεση δεν τέθηκαν όλες οι σχετικές επιταγές παρά μόνο μερικές εξ αυτών. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο το οποίο έδωσε οδηγίες για τη μη πληρωμή των 25 επίδικων επιταγών αφού ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο ο οποίος με τη μαρτυρία του τον επιβεβαίωσε ισχυριζόμενος ότι έπραξε τούτο επειδή η παραπονούμενη δεν του παρέδωσε τα λουλούδια τα οποία της είχε παραγγείλει. Ο Μ.Κ.2 είναι τραπεζικός υπάλληλος και οι ισχυρισμοί του προκύπτουν από όσα διαπίστωσε στα πλαίσια των καθηκόντων του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, συνεπώς δεν κλονίστηκε και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Ειδικότερα αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενους στην αλήθεια τους ισχυρισμούς του ότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές ανήκει στον κατηγορούμενο και ότι την εντολή προς την τράπεζα για τη μη πληρωμή τους παρέθεσε γραπτώς ο ίδιος ο κατηγορούμενος επικαλούμενος ως λόγο για την εν λόγω εντολή τη μη τήρηση της συμφωνίας παράδοσης λουλουδιών εκ μέρους της παραπονούμενης αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί του επιβεβαιώνονται και από τα έγγραφα τα οποία παρουσίασε ως τεκμήρια και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Αναφορικά με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου κρίνω ότι αυτή, εκτός του ισχυρισμού του ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες προς την τράπεζά του για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών, ο οποίος εάν δεν ήταν αληθής δεν θα τον παραδεχόταν, ήταν επιτηδευμένη και αόριστη, δεν ήταν λογική ούτε πειστική και για τους πιο πάνω λόγους δεν γίνεται αποδεκτή. Ο ισχυρισμός του ότι οι επίδικες επιταγές αποτελούν και απόδειξη για την παραγγελία των φυτών που έκανε από την παραπονούμενη δεν είναι λογικός και συνακόλουθα ούτε πειστικός και δεν τον αποδέχομαι αφού κρίνω πως δεν είναι λογικό κάποιος εμπορευόμενος να εκδίδει επιταγές προς πληρωμή εμπορευμάτων χωρίς να λάβει τιμολόγιο για αυτά για λογιστικούς σκοπούς της επιχείρησής του και για επιβεβαίωση των ποσών για τα οποία τις εξέδωσε. Απορρίπτω τον ως άνω ισχυρισμό του και για τον επιπλέον λόγο ότι πρόκειται για 2 διαφορετικά μεταξύ τους έγγραφα καθένα εκ των οποίων προορίζεται να επιτελεί άλλο σκοπό. Η επιταγή είναι μέσο πληρωμής ενώ η γραπτή παραγγελία κάτι άλλο και ως εκ τούτου κρίνω ότι υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν είναι λογικό οι επίδικες επιταγές να αποτελούν απόδειξη της παραγγελίας φυτών που ισχυρίστηκε ότι έκανε. Επιπλέον απορρίπτω τον ως άνω ισχυρισμό του και για τον ακόλουθο λόγο: σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του τα φυτά θα έπρεπε να του παραδίδονταν μέχρι το τέλος του 2016 και η αποπληρωμή του τιμήματος αγοράς τους θα γινόταν μεταξύ άλλων και με τις 25 επίδικες επιταγές. Κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι λογικός επειδή σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο ο ίδιος θα λάμβανε τα φυτά που κατά τους ισχυρισμούς του είχε παραγγείλει μέχρι το τέλος του 2016 αλλά θα εξοφλούσε το τίμημα αγοράς τους περίπου 3 χρόνια μετά την υποτιθέμενη παραγγελία τους. Σε μια τέτοια περίπτωση οι παραπονούμενοι στην ουσία θα χρηματοδοτούσαν τον κατηγορούμενο αφού θα του έδιναν πίστωση για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα κάτι το οποίο κρίνω ότι δεν είναι λογικό να συνέβηκε στην παρούσα υπόθεση αφού η παραπονούμενη ως επιχειρηματίας είναι θεμιτό να επιδιώκει να έχει άμεση κερδοφορία από τις συναλλαγές της και δεν θα επέλεγε να επιβαρυνόταν οικονομικά την αγορά των εν λόγω φυτών και να ανέμενε την αποπληρωμή τους από τον κατηγορούμενο μετά την πάροδο τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω τα ακόλουθα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με την εμπορία φυτών. Ο κατηγορούμενος περί τις αρχές του 2016 εξέδωσε μεταξύ άλλων τις 25 επίδικες επιταγές επί της Τράπεζας Πειραιώς προς πληρωμή μέρους του ποσού που η τότε συμβία του XXXXX Τζιέλλα χρωστούσε στην παραπονούμενη και για την οποία η τελευταία είχε καταχωρήσει την ιδιωτική ποινική υπόθεση με αριθμό XXXXX/2015 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Μεταξύ των επιταγών που είχαν εκδοθεί περιλαμβάνονταν ακόμα 3 επιταγές με αριθμό XXXXX01 έως XXXXX03 οι οποίες όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα για πληρωμή στις 15.3.2016, 15.4.2016 και 16.5.2016 αντίστοιχα τιμήθηκαν. Οι επίδικες επιταγές που ήταν πληρωτέες μία κάθε μήνα κατά την περίοδο από τις 15.11.2016 έως τις 15.11.2018 παρουσιάστηκαν στην τράπεζα Πειραιώς για πληρωμή αλλά καμία από αυτές δεν εξοφλήθηκε επειδή ο κατηγορούμενος στις 11.7.2016 είχε ανακαλέσει την πληρωμή τους επικαλούμενος τη μη τήρηση συμφωνίας παράδοσης λουλουδιών εκ μέρους της παραπονούμενης. Στις γραπτές εντολές για την ανάκληση της πληρωμής των επιταγών με αριθμό XXXXX04 - XXXXX22, τεκμήριο 5, και των επιταγών με αριθμό XXXXX24 - XXXXX40, τεκμήριο 6, ο κατηγορούμενος ανέγραψε ως λόγο ανάκλησης της πληρωμής τους τη «μη παράδοση ποσότητας λουλουδιών που συμφωνήθηκαν». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αφού αποδείχθηκε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον κατηγορούμενο επί τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα Πειραιώς και ότι ο τελευταίος είναι το πρόσωπο το οποίο στις 11.7.2016 έδωσε οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής τους. Συνεπώς λόγω της απόδειξης των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος το δικονομικό βάρος μετατέθηκε στους ώμους του κατηγορούμενου να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου πως είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή των επίδικων επιταγών δεν έγινε αποδεκτός για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι αυτός απέτυχε να αποσείσει το βάρος το οποίο έφερε στους ώμους του και ως εκ τούτου κρίνεται ένοχος στις 25 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο