ΧΙΤΑΛΑΝΙ ν. MAX SCRAP YARD LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:859/2019, 24/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B51 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:859/2019 XXXXX ΧΙΤΑΛΑΝΙ Παραπονούμενος ν.
- MAX SCRAP YARD LIMITED
- XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Δ. Παυλίδης Για Κατηγορούμενους: κα Μ. Αγγελίδου Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν την κατηγορία της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία ως ο εκδότης μίας επιταγής της Ελληνικής Τράπεζας υπ' αριθμό XXXXX03, ύψους €2.380, με ημερομηνία 30/01/2019 (στο εξής η Επιταγή), η οποία αναφέρεται ότι εκδόθηκε με δικαιούχο πρόσωπο τον Παραπονούμενο, ο οποίος την παρέδωσε στην σύζυγο του XXXXX Χρυσοστόμου για να την καταθέσει στον κοινό λογαριασμό τους. Αναφέρεται επίσης ότι όταν η Επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε μετά από οδηγίες του εκδότη της (STOP PAYMENT) και ο εκδότης της παρέλειψε να την εξοφλήσει άνευ ευλόγου αιτίας. Ο δε Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την 2η κατηγορία ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 (β) του Κεφ. 154, στον οποίο αποδίδεται ότι ενήργησε εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 για τη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στην κατηγορία που ο καθένας τους αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:B201):
- Η έκδοση της επιταγής, και
- Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ. N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018 και ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021). Σύμφωνα με την N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Συνεπώς, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (εκδότη) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Επίσης, σύμφωνα με την Nikiforos Technologies Ltd (ανωτέρω), εύλογη αιτία αποτελεί η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση της επιταγής και τα οποία παρατίθενται, γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Σύμφωνα δε με την Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφεση 300/2018 ημ. 17/04/2019, ECLI:CY:AD:2019:B147, ο κατηγορούμενος (εκδότης) δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης της εύλογης αιτίας σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, ισχυριζόμενος λόγο που είναι διαφορετικός από εκείνον που εξεδήλωσε προς την Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Η αιτία αυτή θα πρέπει να είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτημένη με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης (Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 07/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:B302) και όπως συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών, μαρτυρία δόθηκε μόνο από τον ίδιο τον Παραπονούμενο, ο οποίος κατέθεσε κατά την μαρτυρία του τα Τεκμήρια 1 και 2, στα οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 2). Με το πέρας της μαρτυρίας του, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, καταθέτοντας κατά την μαρτυρία του τα Τεκμήρια 3 και 4, ενώ κλήθηκε προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων και ένας μάρτυρας, ο XXXXX Αραβή (Μ.Υ.1), ο οποίος κατά την μαρτυρία του κατέθεσε τα Τεκμήρια 5 -
- Έτσι, κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια: · Τεκμήριο 1: αντίγραφο τιμολογίου υπ' αριθμό 0263, · Τεκμήριο 2: η επίδικη Επιταγή, · Τεκμήριο 3: οι οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής μαζί με κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού από τον οποίο εκδόθηκε, · Τεκμήριο 4: πρωτότυπο τιμολογίου υπ' αριθμό 0263, · Τεκμήριο 5: αντίγραφο απόδειξης πληρωμής υπ' αριθμό 0970 ύψους €500, · Τεκμήριο 6: αντίγραφο απόδειξης πληρωμής υπ' αριθμό 0977 ύψους €2.000, · Τεκμήριο 7: τέσσερεις εκτυπωμένες φωτογραφίες μηχανής. Ο Παραπονούμενος έδωσε μαρτυρία για τις συνθήκες έκδοσης της Επιταγής, η οποία, όπως είπε, ανακλήθηκε και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Ανέφερε πως η Επιταγή υπογράφηκε στην παρουσία του από τον Κατηγορούμενο 2 και του παραδόθηκε για την πληρωμή του τιμολογίου που κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, το οποίο αφορούσε την πώληση μίας μηχανής αυτοκινήτου τύπου SANTA FE, την οποία ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε από το κατάστημα του. Η Επιταγή αναφέρει ως δικαιούχο κάποια XXXXX Χρυσοστόμου που, όπως είπε, είναι η σύζυγος του, στην οποία παρέδωσε την Επιταγή για να την καταθέσει στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Ανέφερε ότι η σύζυγος του πήγε στην Τράπεζα και κατέθεσε την Επιταγή, η οποία, ωστόσο, του επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της Επιταγής» και τότε αποτάθηκε στον δικηγόρο του. Σε επικοινωνία που είπε ότι είχε με τον Κατηγορούμενο 2, αυτός του ανέφερε ότι θα σταματούσε την πληρωμή της Επιταγής λόγω του ότι η μηχανή που του παρέδωσε δεν ήταν καλή. Εντούτοις, παρόλο που τον ρώτησε δύο φορές να του αναφέρει το όνομα του μηχανικού που του είπε ότι η μηχανή δεν ήταν καλή, αυτός δεν του το έδωσε και ούτε του είχε εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο κατά την παραλαβή της. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι μία εβδομάδα με 10 ημέρες μετά την παραλαβή της μηχανής, ο Κατηγορούμενος 2 του έφερε στο κατάστημα του μία άλλη μηχανή αυτοκινήτου που καμία σχέση δεν είχε με την δική του, λέγοντας του ότι αυτή που του παρέδωσε ήταν άχρηστη. Ο ίδιος, όμως, αρνήθηκε ότι η μηχανή που του έφερε ο Κατηγορούμενος 2 ήταν εκείνη που του είχε προηγουμένως παραδώσει αφού την έλεγξε και δεν είδε να φέρει χτυπημένη την σφραγίδα με το όνομα του, την οποία, όπως είπε, θέτει στις μηχανές που πουλά. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το τιμολόγιο, Τεκμήριο 1, εκδόθηκε ένα μήνα πριν την ημερομηνία πληρωμής της Επιταγής (30/01/2019), και, συγκεκριμένα, την ίδια ημέρα που του παραδόθηκε η Επιταγή και παραλήφθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 η μηχανή. Αρνήθηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους προφορικά πως η Επιταγή θα εξαργυρωνόταν νοουμένου ότι η εν λόγω μηχανή ήταν σε καλή και λειτουργική κατάσταση και ότι θα ήταν συμβατή με το αυτοκίνητο στο οποίο επρόκειτο να τοποθετηθεί και ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι αν και είχαν συμφωνήσει ότι η πληρωμή του τιμήματος πώλησης της μηχανής θα γινόταν με μετρητά, ο Κατηγορούμενος 2 του παρέδωσε εκείνη την ημέρα την Επιταγή, χωρίς ο ίδιος να προσέξει όταν την παρέλαβε ότι η ημερομηνία πληρωμής της ήταν σε ένα μήνα, γι' αυτό και, όπως είπε, τηλεφώνησε μετά στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος του ανέφερε ότι, επειδή δεν είχε μετρητά, να κρατούσε την Επιταγή και ότι σε 15 ημέρες θα του έφερνε τα μετρητά, κάτι που δεν έκανε. Δεν είχε, όπως είπε, σημειώσει τον αριθμό της μηχανής πριν την παραδώσει στον Κατηγορούμενο 2, αποδεχόμενος ότι αυτό ήταν λάθος του, επέμεινε όμως ότι δεν αποδέχθηκε να παραλάβει την μηχανή που του έφερε ο Κατηγορούμενος 2 διότι δεν ήταν η δική του αφού δεν έφερε την σφραγίδα του, αναφέροντας επιπρόσθετα ότι η εν λόγω μηχανή που του έφερε ήταν «ξηλωμένη, κομμάτια» ενώ έλειπαν από πάνω της κομμάτια. Αρνήθηκε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωσε στις 16/01/2019 ότι σταμάτησε την πληρωμή της Επιταγής και ισχυρίστηκε επίσης ότι ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος είπε ότι έχει μεγάλη εμπειρία και γνωρίζει από μηχανές και εξαρτήματα αυτοκινήτων, είχε ελέγξει την μηχανή πριν να την παραλάβει από το κατάστημα του και, ως εκ τούτου, αν η μηχανή αυτή δεν ήταν σε καλή κατάσταση δεν θα την αποδεχόταν, παραδίδοντας του την Επιταγή. Ο Κατηγορούμενος 2 είπε ότι σπούδασε μηχανολογία και είπε ότι έχει εταιρεία η οποία ασχολείται με την εισαγωγή ανταλλακτικών αυτοκινήτων, αναφέροντας επίσης ότι είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης
- Αναφέρθηκε και αυτός κατά την μαρτυρία του στις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η Επιταγή καθώς και στο λόγο που προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής της, ως οι οδηγίες που είπε ότι έδωσε προς την Τράπεζα στις 16/01/2019, σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Ειδικότερα, ανέφερε ότι ένας πελάτης του, ο Μ.Υ.1, του είχε παραγγείλει μία μηχανή για το αυτοκίνητό του, δίδοντας του για το λόγο αυτό ένα χρηματικό ποσό ως προκαταβολή. Επειδή όμως το εμπορευματοκιβώτιο (container) με την εν λόγω μηχανή, για κάποιο λόγο, δεν έφθασε, ενημέρωσε τον Μ.Υ.1 και, για να τον εξυπηρετήσει, του είπε ότι μπορούσε να εντοπίσει άλλη μηχανή από έναν συνεργάτη του. Έτσι, συμφώνησε, όπως είπε, με τον Παραπονούμενο να του παραδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή και να παραλάβει από αυτόν την μηχανή, την οποία στη συνέχεια θα παρέδιδε στον πιο πάνω πελάτη του (Μ.Υ.1) για να την τοποθετήσει στο αυτοκίνητο του και αν η εν λόγω μηχανή δεν είχε πρόβλημα τότε θα πληρωνόταν η ρηθείσα επιταγή, διαφορετικά θα του επιστρέφονταν η μηχανή του. Στο πλαίσιο αυτό, στις 29/12/2018 παρέδωσε στον Παραπονούμενο την Επιταγή με μεταγενέστερη ημερομηνία πληρωμής (30/01/2019) και παρέλαβε την μηχανή από το κατάστημα του, την οποία παρέδωσε την ίδια ημέρα στον Μ.Υ.1, ο οποίος την μετέφερε αυθημερόν στην Λεμεσό. Ανέφερε, επίσης, ότι, μετά από αυτό, ο Μ.Υ.1 τον ενημέρωσε ότι ο μηχανικός του δεν αποδέχθηκε την εν λόγω μηχανή επειδή είχε προβλήματα και έτσι του την επέστρεψε, λαμβάνοντας από τον ίδιο ολόκληρο το χρηματικό ποσό που του είχε καταβάλει ως αντάλλαγμα για την αγορά της. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, τηλεφώνησε, όπως είπε, την ίδια ημέρα στον Παραπονούμενο, ενημερώνοντας τον για τα πιο πάνω και πήγε αυθημερόν στο κατάστημα του για να του επιστρέψει την μηχανή του, όμως ο Παραπονούμενος άρχισε να διαμαρτύρεται και αρνήθηκε να την παραλάβει, αναφέροντας του ότι ήθελε να εξαργυρώσει την Επιταγή. Επειδή αντιλήφθηκε ότι ο Παραπονούμενος είχε πρόθεση να δημιουργήσει επεισόδιο (καυγά), έφυγε από το κατάστημα του και στη συνέχεια του τηλεφώνησε ξανά, λέγοντας του όποτε θέλει να έρθει για να παραλάβει την μηχανή του, όμως αυτός του είπε ότι πρόκειται να εξαργυρώσει την Επιταγή και ο ίδιος του ανέφερε ότι θα ανακαλέσει την πληρωμή της, όπως και έπραξε στις 16/01/2019, αναφέροντας γραπτώς στην Τράπεζα ως αιτία ανάκλησης την «παραβίαση συμφωνίας». Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η μηχανή που παρέλαβε από τον Παραπονούμενο βρίσκεται ακόμα στο υποστατικό του και ότι ο Παραπονούμενος μπορεί να την παραλάβει όποτε θέλει, σημειώνοντας ότι, κατά την παραλαβή της, δεν του δόθηκαν οποιαδήποτε έγγραφα από τον Παραπονούμενο σε σχέση με τον αριθμό της εν λόγω μηχανής. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι παρέλαβε την μηχανή από τον Παραπονούμενο στις 29/12/2018 και ανέφερε ότι πήγε να του την επιστρέψει στις 06/01/2019, διευκρινίζοντας ότι πριν να την παραλάβει από αυτόν είδε μόνο εξωτερικά αν γυρίζει ο κινητήρας της, δεν μπορούσε όμως να γνωρίζει από αυτό και μόνο αν η μηχανή αυτή ήταν καλής ποιότητας εφόσον κάτι τέτοιο μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο μετά από τεχνικό έλεγχο και, όπως ανέφερε, ο πιο αυθεντικός έλεγχος είναι να τοποθετείτο στο αυτοκίνητο και να ξεκινούσε χωρίς προβλήματα. Ο ίδιος ουδέποτε έκανε κάτι στην εν λόγω μηχανή ούτε προέβη σε οποιοδήποτε τέτοιο έλεγχο εφόσον, εν πάση περιπτώσει, η δουλεία του είναι να πωλεί ανταλλακτικά και όχι να ελέγχει μηχανές. Έτσι, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η μηχανή που παρέλαβε από τον Παραπονούμενο ήταν, οποτεδήποτε, σε λειτουργήσιμη κατάσταση και καλής ποιότητας, επαναλαμβάνοντας ότι, όταν την παρέλαβε την μετέφερε στο κατάστημα του από όπου και την παρέλαβε όπως ήταν ο Μ.Υ.1, ο οποίος την μετέφερε στη συνέχεια με το αυτοκίνητο του στον μηχανικό του στην Λεμεσό. Ανέφερε επίσης ότι όταν ο Μ.Υ.1 του επέστρεψε την ρηθείσα μηχανή, ο ίδιος έλεγξε αν ήταν όλα τα πράγματα της πάνω και διαπίστωσε ότι αυτή του επιστράφηκε όπως την είχε ακριβώς παραδώσει στον Μ.Υ.
- Ανακάλεσε, όπως είπε, την πληρωμή της Επιταγής δέκα ημέρες μετά από τότε που πήγε να επιστρέψει την μηχανή στον Παραπονούμενο διότι, μετά και την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε τότε μαζί του, ήθελε να του δώσει ένα εύλογο χρονικό διάστημα για να πράξει όπως του είχε ζητήσει, δηλαδή να έρθει και να παραλάβει την εν λόγω μηχανή από το κατάστημα του και να του επιστρέψει την Επιταγή. Δεν γνώριζε, όπως είπε, τα στοιχεία του μηχανικού που διαπίστωσε ότι η μηχανή αυτή δεν ήταν σε καλή κατάσταση, έδωσε όμως στον Παραπονούμενο το τηλέφωνο του Μ.Υ.1 για να επικοινωνήσει μαζί του. Ο Μ.Υ.1 μαρτύρησε πως δεν γνωρίζει τον Παραπονούμενο και ότι εκείνον που γνωρίζει είναι τον Κατηγορούμενο 2, με τον οποίο ήρθε σε επαφή και στον οποίο πλήρωσε €500 προκαταβολικά (ως το Τεκμήριο 5), ζητώντας του να του φέρει μία μηχανή αυτοκινήτου ώστε να επισκευάσει το αυτοκίνητό του που για καιρό βρισκόταν για επιδιόρθωση στο συνεργείο του μηχανικού του στη Λεμεσό. Ένα μήνα μετά την πληρωμή της εν λόγω προκαταβολής, ενημερώθηκε, όπως είπε, τηλεφωνικώς από τον Κατηγορούμενο 2 ότι είχε πρόβλημα διότι δεν μπορούσε να του φέρει την μηχανή που είχε παραγγείλει, αναφέροντας του ότι, αν επιθυμούσε, μπορούσε να τον βοηθήσει να βρει μία άλλη μηχανή από κάποιο τρίτο πρόσωπο, κάτι που ο ίδιος αποδέχθηκε. Ανέφερε ότι, περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2018 τον ενημέρωσε ο Κατηγορούμενος 2 ότι η μηχανή ήταν κοντά του γι' αυτό και πήγε τότε εκεί και, αφού του κατέβαλε το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης της μηχανής (€2.000, ως το Τεκμήριο 6) που είχαν εξ αρχής μεταξύ τους συμφωνήσει, την φόρτωσε από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 2 στο δικό του αυτοκίνητο, μεταφέροντας την απευθείας, την ίδια ημέρα, στο συνεργείο του μηχανικού του στη Λεμεσό. Περί τις αρχές Ιανουαρίου 2019 και, ειδικότερα, με την πάροδο των εορτών οπότε και επαναλειτούργησε το συνεργείο του μηχανικού του αλλά πριν τις 06/01/2019, ενημερώθηκε από τον μηχανικό του ότι η πιο πάνω μηχανή δεν ήταν σε καλή κατάσταση και γι' αυτό του είπε ότι δεν επρόκειτο να την τοποθετήσει στο αυτοκίνητο του επειδή, όταν άνοιξε το εσωτερικό της («την κοιλιά της») για να την ελέγξει, βρήκε μέσα σε αυτήν βίδες και κομμάτια πλαστικά με τρύπες, ενώ έλειπαν από το κάτω μέρος της μηχανής οι μισές περίπου βίδες. Πήγε τότε στο συνεργείο του μηχανικού του, είδε την μηχανή που είχε παραλάβει από τον Κατηγορούμενο 2 με ανοικτή την κοιλιά της και έβγαλε με το κινητό του τηλέφωνο φωτογραφίες της μηχανής (ως το Τεκμήριο 7), για να τις δείξει στον Κατηγορούμενο 2 με σκοπό να του την επιστρέψει πίσω και να λάβει τα χρήματα που τον είχε πληρώσει για να την αγοράσει. Ακολούθως, ο μηχανικός του έκλεισε την κοιλιά της μηχανής και ο ίδιος ενημέρωσε τηλεφωνικώς τον Κατηγορούμενο 2 για τα πιο πάνω, ο οποίος του είπε να του επιστρέψει την μηχανή για να λάβει πίσω τα χρήματα που πλήρωσε για να την αγοράσει, όπως και έγινε. Ανέφερε, επίσης, κατά την αντεξέταση του, ότι δεν προσπάθησαν να θέσουν την μηχανή σε λειτουργία εφόσον, πριν να την τοποθετήσουν στο αυτοκίνητο του, διαπίστωσαν όταν άνοιξαν την κοιλιά της ότι δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Ούτε μπορούσε να γνωρίζει αν η εν λόγω μηχανή ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση εφόσον, πέραν του να την ανοίξουν, δεν έκαναν κάτι άλλο σε αυτήν. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την κατηγορούσα αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (α) ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος ασχολείται με την εισαγωγή ανταλλακτικών αυτοκινήτων και ο οποίος είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, συμφώνησε τον Σεπτέμβριο του 2018 με τον Μ.Υ.1 να του παραγγείλει μία μηχανή αυτοκινήτου, την οποία ο Μ.Υ.1 χρειαζόταν για να επισκευάσει το αυτοκίνητο του που για καιρό βρισκόταν προς επιδιόρθωση στο συνεργείο του μηχανικού του στην Λεμεσό. Ως αντάλλαγμα για την αγορά της μηχανής αυτής, συμφωνήθηκε μεταξύ τους το ποσό των €2.500, έναντι του οποίου ο Μ.Υ.1 κατέβαλε στον Κατηγορούμενο 2 στις 24/09/2018 το ποσό των €500 ως προκαταβολή (Τεκμήριο 5). Ένα μήνα μετά, και επειδή η εν λόγω παραγγελία δεν μπορούσε να εκτελεστεί λόγω του ότι, για κάποιο λόγο, δεν έφθασε το εμπορευματοκιβώτιο (container) με την παραγγελθείσα μηχανή, ο Κατηγορούμενος 2 ενημέρωσε σχετικά τον Μ.Υ.1 για το ζήτημα αυτό και, θέλοντας να τον εξυπηρετήσει, του πρότεινε να εντοπίσει μία άλλη μηχανή από έναν άλλο συνεργάτη του, κάτι που ο Μ.Υ.1 αποδέχθηκε. Έτσι, ο Κατηγορούμενος 2 αποτάθηκε στον Παραπονούμενο με τον οποίο συμφώνησε στις 29/12/2018 την αγορά μίας μηχανής αυτοκινήτου για το ποσό των €2.380, για την πώληση της οποίας εκδόθηκε από πλευράς Παραπονούμενου εκείνη την ημέρα το τιμολόγιο (Τεκμήρια 1 και 4), για την πληρωμή του οποίου ο Κατηγορούμενος 2 υπόγραψε την Επιταγή, την οποία παρέδωσε την ίδια ημέρα (29/12/2018) στον Παραπονούμενο, παραλαμβάνοντας από αυτόν την εν λόγω μηχανή, αφού προηγουμένως την έλεγξε εξωτερικά για να δει αν γύριζε ο κινητήρας της. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 μετέφερε την μηχανή αυτή με το αυτοκίνητο του στο κατάστημα του από όπου την ίδια ημέρα (29/12/2018) ο Μ.Υ.1 την φόρτωσε από το αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 2 στο δικό του αυτοκίνητο και, αφού του κατέβαλε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης της (€2.000 - Τεκμήριο 6), την μετέφερε απευθείας εκείνη την ημέρα στο συνεργείο του μηχανικού του στην Λεμεσό, όπου παρέμεινε εκεί για να ελεγχθεί από τον μηχανικό του με την επαναλειτουργία του συνεργείου του, μετά την πάροδο των εορτών. Περί τις αρχές Ιανουαρίου 2019 (πριν όμως από τις 06/01/2019), ο Μ.Υ.1 ενημερώθηκε από τον μηχανικό του ότι, μετά από έλεγχο που έκανε στο εσωτερικό της πιο πάνω μηχανής, διαπίστωσε ότι αυτή είχε προβλήματα, δεν ήταν σε καλή κατάσταση και, γι' αυτό, δεν επρόκειτο να την τοποθετήσει στο αυτοκίνητο του. Τότε, ο Μ.Υ.1 ενημέρωσε για τα πιο πάνω τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος του ζήτησε να του επιστρέψει την εν λόγω μηχανή για να λάβει πίσω ολόκληρο το χρηματικό ποσό που του κατέβαλε για την αγορά της, όπως και έγινε. Όταν η μηχανή επιστράφηκε από τον Μ.Υ.1 στον Κατηγορούμενο 2, ο τελευταίος ενημέρωσε σχετικά τον Παραπονούμενο για την επιστροφή της μηχανής που του είχε παραδώσει και πήγε αυθημερόν στο κατάστημα του για να του επιστρέψει. Ωστόσο, ο Παραπονούμενος αρνήθηκε να την παραλάβει, αναφέροντας στον Κατηγορούμενο 2 ότι θα εξαργύρωνε την Επιταγή, (β) η Επιταγή εκδόθηκε από την Κατηγορούμενη 1, αφορά το ποσό των €2.380, ήταν πληρωτέα στις 30/01/2019 και στο μέρος του δικαιούχου της αναφέρεται το όνομα της συζύγου του Παραπονούμενου, XXXXX Χρυσοστόμου. Η Επιταγή παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 στον Παραπονούμενο στις 29/12/2018, ο οποίος στη συνέχεια την παρέδωσε στην σύζυγο του για να την καταθέσει στον τραπεζικό τους λογαριασμό. Ακολούθως, η σύζυγος του Παραπονούμενου πήγε στην Τράπεζα και παρουσίασε την Επιταγή προς εξαργύρωση στις 30/01/2019, όμως αυτή επιστράφηκε απλήρωτη την 01/02/2019[3] με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της Επιταγής» και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη, (γ) οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν γραπτώς εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 (εκδότη της Επιταγής) από τον Κατηγορούμενο 2 προς την Ελληνική Τράπεζα στις 16/01/2019, ως το Τεκμήριο 3, και με αυτές ζητήθηκε η ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής αναφέροντας ως λόγο την «παραβίαση συμφωνίας». Κατά το χρόνο ανάκλησης, ο λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 από τον οποίο εκδόθηκε η Επιταγή είχε διαθέσιμο υπόλοιπο ύψους €24.954,64. Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Έπεται από τα πιο πάνω ότι η έκδοση της Επιταγής από την Κατηγορούμενη 1 (1ο συστατικό στοιχείο) και η από αυτήν πρόκληση της μη εξόφλησης της με πράξη της πριν την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (2ο συστατικό στοιχείο) όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων αλλά αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Κατά συνέπεια, βρίσκω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων των Κατηγορουμένων να αποδείξουν, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής της Επιταγής (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω), Κανάρη ανωτέρω και ΛΑΡΤΙΔΗ ανωτέρω). Συναφώς, ό,τι παραμένει επίδικο σε σχέση με το ζήτημα της διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 είναι αν, υπό τις περιστάσεις, οι Κατηγορούμενοι απέσεισαν το βάρος που είχαν να δείξουν, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής, κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσονται από την ποινική ευθύνη που το άρθρο 305 Α
(2)εναποθέτει, ζήτημα το οποίο συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο που παρέθεσαν γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η Επιταγή, κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της (βλ. Χατζηαργυρού ανωτέρω, Louis Travel Ltd ανωτέρω και TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω)) που, εν προκειμένω, είναι η «παραβίαση συμφωνίας». Ο Παραπονούμενος δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε με νευρικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και σε αρκετές περιπτώσεις έδειχνε να χάνει την ψυχραιμία του, ιδιαίτερα στο στάδιο της αντεξέτασης, ενώ σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του δεν απαντούσε με ευθύτητα και σαφήνεια. Περαιτέρω, η ουσία της εκδοχής του, στην έκταση που αφορά τόσο τις περιστάσεις και το πλαίσιο βάσει του οποίου συμφωνήθηκε να εκδοθεί η Επιταγή όσο και τα όσα ακολούθησαν σε σχέση με το ζήτημα της επιστροφής σε αυτόν της μηχανής, δεν έχει λογική συνοχή και χαρακτηρίζεται από ασάφειες, κενά και αντιφάσεις. Ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία του όσον αφορά το λόγο που έλαβε την Επιταγή με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής. Ως προς το ζήτημα αυτό, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η Επιταγή του παραδόθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 για την πληρωμή του τιμολογίου (Τεκμήριο 1), κατά την αντεξέταση του δεν μπορούσε να εξηγήσει κατά τρόπο πειστικό το λόγο που αποδέχθηκε να λάβει την Επιταγή με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής, δίδοντας απαντήσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες. Παρόλο που είπε ότι συμφώνησε με τον Κατηγορούμενο 2 ότι ο τρόπος πληρωμής του τιμήματος πώλησης της μηχανής θα γινόταν με μετρητά, αποδέχθηκε να λάβει την Επιταγή, ισχυριζόμενος στη συνέχεια ότι την κράτησε επειδή ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε μετά τηλεφωνικά ότι δεν «κρατούσε μετρητά πάνω του» και ότι θα του έφερνε σε 15 ημέρες μετρητά, χωρίς όμως να εξηγήσει το λόγο που εξ αρχής αποδέχθηκε να λάβει την Επιταγή και όχι μετρητά, όπως είχαν, κατά την θέση του, συμφωνήσει. Επιχειρώντας δε να προσδώσει έρεισμα στα λεγόμενα του ισχυρίστηκε, επίσης, ότι, παρόλο που του παραδόθηκε η Επιταγή (και όχι μετρητά), δεν πρόσεξε εκείνη την στιγμή που έλαβε την Επιταγή την ημερομηνία πληρωμής της αλλά αποδέχθηκε τελικά να την κρατήσει, επικαλούμενος και πάλι την πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία που είπε ότι είχε μετά με τον Κατηγορούμενο 2, ισχυριζόμενος, ωστόσο, αυτή τη φορά, ότι ο Κατηγορούμενος 2 του είπε ως προς το λόγο που δεν του έδωσε μετρητά ότι: «έρχονται Χριστούγεννα, δεν έχω μετρητά», παρά το ότι, ειρήσθω εν παρόδω, η Επιταγή του παραδόθηκε στις 29/12/2018, δηλαδή αφού είχαν παρέλθει τα Χριστούγεννα. Πώς, όμως, είναι δυνατόν να μην είχε προσέξει, όπως ισχυρίστηκε, την ημερομηνία πληρωμής της Επιταγής, ιδιαιτέρως όταν αυτή του παραδόθηκε παρά το ότι είχαν, όπως είπε, συμφωνήσει τα μετρητά ως τρόπο πληρωμής του τιμήματος πώλησης της μηχανής; Επίσης, όσον αφορά την μηχανή που πήγε να του επιστρέψει ο Κατηγορούμενος 2, ο Παραπονούμενος προέβαλε κατά την μαρτυρία του ασύνδετες ή αντικρουόμενες θέσεις αλλά και δικές του εικασίες και συμπεράσματα. Ισχυρίστηκε, αφενός, ότι είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο 2 το τηλέφωνο του μηχανικού που είπε ότι η μηχανή του δεν ήταν καλή ενώ, την ίδια στιγμή, ισχυρίστηκε, αφετέρου, ότι η μηχανή που πήγε να του επιστρέψει ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διαφορετική από εκείνη που του είχε παραδώσει, επειδή δεν έφερε την σφραγίδα του. Αν, όμως, πράγματι ο Παραπονούμενος πίστευε ή ήταν βέβαιος ότι η μηχανή που επιχείρησε να του επιστρέψει ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν αυτή που του είχε προηγουμένως παραδώσει, γιατί δεν επέμεινε να του επιστραφεί η δική του μηχανή αντί να ζητήσει (δύο φορές όπως είπε) το τηλέφωνο του μηχανικού που είπε ότι αυτή δεν ήταν σε καλή κατάσταση; Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος της πιο πάνω εκδοχής του, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ο Παραπονούμενος δεν ισχυρίστηκε ευθέως ότι είχε τοποθετήσει (ή έστω ότι θυμόταν να είχε τοποθετήσει) την σφραγίδα του στην συγκεκριμένη μηχανή που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 2, ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του ότι η μηχανή που επιχειρήθηκε να του επιστραφεί από τον Κατηγορούμενο 2 ήταν διαφορετική από εκείνη που του παρέδωσε, της οποίας τον αριθμό ανέφερε μάλιστα ότι αγνοούσε. Έτσι, η εν λόγω εκδοχή που προέβαλε ο Παραπονούμενος εντάσσεται ουσιαστικά στην σφαίρα των δικών του εικασιών και συμπερασμάτων, στα οποία κατέληξε στηριζόμενος αποκλειστικά σε εκείνο που γενικά και αόριστα ανέφερε ότι πράττει όσον αφορά τις μηχανές που πουλά, χωρίς, ωστόσο, η εκδοχή του αυτή, να βρίσκει οποιοδήποτε έρεισμα στα συγκεκριμένα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επίσης, ενώ ήταν σε αυτό το πλαίσιο που περιορίστηκε αρχικά η θέση του Παραπονούμενου όσον αφορά την μηχανή που πήγε να του επιστρέψει ο Κατηγορούμενος 2, κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε και κάτι άλλο, θέλοντας να πείσει για την εκδοχή του, προβάλλοντας αυτή τη φορά πως η μηχανή που του έφερε ο Κατηγορούμενος 2 ήταν διαφορετική από εκείνη που του είχε παραδώσει επειδή, πέραν του ότι δεν είχε την σφραγίδα του, ήταν «ξηλωμένη, κομμάτια» και έλειπαν από πάνω της κομμάτια, τα οποία ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν στην μηχανή που του παρέδωσε, χωρίς από την άλλη να εξηγήσει με οποιονδήποτε τρόπο πώς αποκλείεται η φερόμενη σφραγίδα του να μην ήταν στα ισχυριζόμενα κομμάτια που είπε ότι έλειπαν από την μηχανή που επιχειρήθηκε να του επιστραφεί. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η πιο πάνω εκδοχή της μαρτυρίας του Παραπονούμενου ήταν επιτηδευμένη και υστεροκατασκευασμένη με σκοπό ο ίδιος να παρουσιάσει τα γεγονότα κατά τρόπο που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να υποστηρίξει την θέση του ότι η πληρωμή της Επιταγής ανακλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία. Συναφώς, η εκδοχή της μαρτυρίας του Παραπονούμενου αναφορικά με τις περιστάσεις και το πλαίσιο βάσει του οποίου συμφωνήθηκε να εκδοθεί η Επιταγή καθώς και τα όσα ακολούθησαν σε σχέση με το ζήτημα της επιστροφής σε αυτόν της μηχανής κρίνεται αναξιόπιστη και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεχτή. Από την άλλη, η εντύπωση που σχημάτισα τόσο για τον Κατηγορούμενο 2 όσο και για τον Μ.Υ.1 ήταν απόλυτα θετική. Και οι δύο τους μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια τη δική τους γνώση για την υπόθεση. Απαντούσαν ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, παραμένοντας καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας τους σταθεροί και συνεπείς στις θέσεις τους, χωρίς η μαρτυρία τους να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης τους. Η εκδοχή που παρουσίασαν είναι συγκροτημένη, αληθοφανής και έχει λογική συνοχή με τον βαθμό που, κατά τρόπο πειστικό και πηγαίο, ο καθένας τους εξήγησε για την εμπλοκή που είπε ότι είχε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στην μαρτυρία τους ή πρόθεση ή προσπάθεια τους για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το ζήτημα της μηχανής που επιχειρήθηκε να επιστραφεί στον Παραπονούμενο, σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 ότι αυτή ήταν εκείνη που του είχε προηγουμένως παραδώσει ο Παραπονούμενος κατά το χρόνο έκδοσης της Επιταγής ούτε υποβλήθηκε στον Μ.Υ.1 ότι η μηχανή που επέστρεψε στον Κατηγορούμενο 2 ήταν άλλη από εκείνη που παρέλαβε προηγουμένως από αυτόν. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Κατηγορούμενος 2 και ο Μ.Υ.1 ήταν ειλικρινείς και είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συναφώς, αποδέχομαι ως αξιόπιστη την μαρτυρία τους στην ολότητα της, καταλήγοντας, έτσι, στα ακόλουθα, επιπρόσθετα, ευρήματα: (
- i)στο πλαίσιο προφορικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ Παραπονούμενου και της πλευράς των Κατηγορουμένων στις 29/12/2018, εκδόθηκε η Επιταγή με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής (30/01/2019), η οποία συμφωνήθηκε ότι θα εξαργυρωνόταν κατά την εν λόγω ημερομηνία νοουμένου ότι η μηχανή του Παραπονούμενου θα τοποθετούνταν εν τω μεταξύ χωρίς προβλήματα στο αυτοκίνητο για το οποίο προοριζόταν. Σε διαφορετική περίπτωση, η μηχανή θα επιστρέφονταν στον Παραπονούμενο και ο τελευταίος δεν θα προχωρούσε στην εξαργύρωση της Επιταγής αλλά θα την επέστρεφε στους Κατηγορούμενους, (
- ii)αφότου ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε την μηχανή από το κατάστημα του Παραπονούμενου δεν προέβη σε οποιοδήποτε έλεγχο αυτής για να διαπιστώσει την απόδοση και την καταλληλόλητα της προτού την παραδώσει στον Μ.Υ.1 και ούτε γνώριζε αν αυτή ήταν σε καλή και λειτουργήσιμη κατάσταση, (iii) στις 06/01/2019 ο Μ.Υ.1 επέστρεψε την πιο πάνω μηχανή στον Κατηγορούμενο 2 και ο τελευταίος την παρέλαβε αφού προηγουμένως την έλεγξε, διαπιστώνοντας ότι αυτή ήταν όπως του είχε παραδοθεί. Ακολούθως, ενημέρωσε τηλεφωνικά την ίδια ημέρα τον Παραπονούμενο ότι η μηχανή που του παρέδωσε δεν έγινε αποδεκτή από τον μηχανικό του αυτοκινήτου επειδή είχε προβλήματα και πήγε αυθημερόν στο κατάστημα του για να του την επιστρέψει, ωστόσο, ο Παραπονούμενος αρνήθηκε να την παραλάβει, αναφέροντας του ότι θα προχωρούσε στην εξαργύρωση της Επιταγής. Τότε, ο Κατηγορούμενος 2 έφυγε από το κατάστημα του Παραπονούμενου, μεταφέροντας την μηχανή πίσω στο υποστατικό του, και τηλεφώνησε στον Παραπονούμενο αναφέροντας του να έρθει όποτε θέλει να την παραλάβει και να του επιστρέψει την Επιταγή, όμως ο Παραπονούμενος του ανέφερε ότι πρόκειται να εξαργυρώσει την Επιταγή και ο ίδιος του ανέφερε ότι θα ανακαλούσε την πληρωμή της, όπως και έπραξε 10 ημέρες μετά (στις 16/01/2019) εφόσον, εν τω μεταξύ, ο Παραπονούμενος δεν έπραξε όπως του είχε ζητήσει, θεωρώντας, έτσι, ότι παραβιάστηκε η μεταξύ τους συμφωνία, (
- iv)η μηχανή που παρέδωσε ο Παραπονούμενος στον Κατηγορούμενο 2 εξακολουθεί μέχρι σήμερα να βρίσκεται αποθηκευμένη στο υποστατικό του Κατηγορούμενου 2. Δ. Τελικά Συμπεράσματα Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, το πρώτο ζήτημα που χρήζει εξέτασης, το οποίο ηγέρθη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και για το οποίο κλήθηκαν αμφότερες πλευρές να τοποθετηθούν (βλ. Δημοσθένους ν. Τύχωνος Ποιν. Έφεση 153/2011 ημ. 16/01/2013), είναι αν ο Παραπονούμενος νομιμοποιείται στην καταχώριση και προώθηση της παρούσας ποινικής δίωξης, δεδομένου ότι σαν δικαιούχος της Επιταγής αναφέρεται σε αυτήν το όνομα της συζύγου του. Εν προκειμένω, ως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, η αξία που δόθηκε για την Επιταγή αφορά ευθέως και αποκλειστικά τον Παραπονούμενο, ως το πρόσωπο προς τον οποίο αυτή παραδόθηκε για την πληρωμή του τιμολογίου που εξέδωσε, στο πλαίσιο συμφωνίας που έκανε με την πλευρά των Κατηγορουμένων όσον αφορά την πώληση της μηχανής του. Επομένως, ο Παραπονούμενος αποτελεί άμεσα επηρεαζόμενο πρόσωπο από την πράξη της μη εξόφλησης της Επιταγής εφόσον, σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ο λόγος που η Επιταγή παραδόθηκε από τον Παραπονούμενο στην σύζυγο του ήταν με σκοπό η τελευταία να την παρουσιάσει στην Τράπεζα και να την καταθέσει στον τραπεζικό τους λογαριασμό προς εξαργύρωση, ενώ ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί στο ότι η σύζυγος του Παραπονούμενου έλαβε από τον τελευταίο την Επιταγή για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Υπό τις δοσμένες, λοιπόν, αυτές περιστάσεις και έχοντας κατά νου τα νομολογηθέντα στην Τύχωνος (ανωτέρω), καταλήγω ότι ο Παραπονούμενος (ο οποίος, άλλωστε, είχε στην κατοχή του την Επιταγή, καταθέτοντας την στο πλαίσιο της δίκης ως Τεκμήριο 2), ήταν κάτοχος της Επιταγής για αξία και κατέστη νομιμοποιημένος κομιστής της, εν τη εννοία του Κεφ. 262, με αποτέλεσμα να νομιμοποείτο στην έγερση της παρούσας ποινικής δίωξης. Ό,τι, επομένως, παραμένει να αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης είναι αν, υπό τις περιστάσεις, η πλευρά των Κατηγορουμένων έχει αποσείσει το βάρος που είχε να καταδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής της Επιταγής, βάσει του λόγου που δηλώθηκε γραπτώς κατά το χρόνο ανάκλησης στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η Επιταγή. Με υπόβαθρο την επί του προκειμένου αξιόπιστη μαρτυρία της υπεράσπισης σε συνδυασμό με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, η πλευρά των Κατηγορουμένων πέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» για την πρόκληση μη πληρωμής της Επιταγής. Εν προκειμένω το ποσό της Επιταγής ήταν το τίμημα για την πώληση μίας μηχανής αυτοκινήτου από τον Παραπονούμενο προς την Κατηγορούμενη 1, την πληρωμή της οποίας η πλευρά των Κατηγορουμένων πίστευε ότι είχε δικαίωμα να ανακαλέσει επειδή θεώρησε ότι ο Παραπονούμενος δεν τήρησε εκείνο που συμφωνήθηκε προφορικά ως προϋπόθεση για την εξαργύρωση της. Η πεποίθηση τους αυτή κρίνεται ειλικρινής και καλόπιστη, έστω αν πράγματι υπήρξε παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας για την πώληση της μηχανής[4], εφόσον, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της υπεράσπισης και με βάση τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου: (α) η Επιταγή παραδόθηκε στον Παραπονούμενο με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής, υπό τον όρο ότι θα εξαργυρώνονταν νοουμένου ότι η μηχανή του Παραπονούμενου θα τοποθετούνταν εν τω μεταξύ χωρίς προβλήματα στο αυτοκίνητο για το οποίο προοριζόταν, άλλως αυτή θα επιστρέφονταν στους Κατηγορούμενους με την επιστροφή της μηχανής στον Παραπονούμενο, (β) οι Κατηγορούμενοι επιχείρησαν να επιστρέψουν στον Παραπονούμενο την μηχανή μόλις τους επιστράφηκε από τον Μ.Υ.1 αφού εν τω μεταξύ ενημερώθηκαν από αυτόν ότι δεν ήταν σε καλή κατάσταση και είχε προβλήματα, ενώ ανακάλεσαν την πληρωμή της Επιταγής αρκετές ημέρες πριν αυτή καταστεί πληρωτέα, δεδομένης της στάσης που τηρούσε έως τότε ο Παραπονούμενος και αφού προηγουμένως τον ενημέρωσαν ότι θα προχωρήσουν με αυτό τον τρόπο, δίδοντας του ένα εύλογο χρονικό διάστημα να προχωρήσει όπως του είχαν ζητήσει ήδη από τις 06/01/2019, (γ) όταν ανακλήθηκε η πληρωμή της Επιταγής, υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 ώστε αυτή να ήταν δυνατόν να τιμηθεί αν δεν ανακαλούνταν η πληρωμή της και (δ) εν πάση περιπτώσει, δεν έχει διαφανεί για ποιον άλλο λόγο οι Κατηγορούμενοι να αποδεχτούν από τον Μ.Υ.1 την επιστροφή της μηχανής, επιστρέφοντας του παράλληλα τα χρήματα που συνολικά τους είχε καταβάλει (€2.500) (- τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν περισσότερα από το ποσό της Επιταγής), αν δεν πίστευαν ειλικρινά ότι με το που θα την επέστρεφαν στον Παραπονούμενο θα μπορούσαν δικαιωματικά να αξιώσουν υπό τις περιστάσεις την επιστροφή της Επιταγής χωρίς να ήταν υπόλογοι σε αυτόν για την πληρωμή της. Αποτελεί, συναφώς, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενέργεια της Κατηγορούμενης 1 να προκαλέσει την μη εξόφληση της Επιταγής ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία (Ν.C. Diamonds Co Ltd ανωτέρω). Ε. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω, καταληγω ότι έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας στην πρόκληση της μη εξόφλησης της Επιταγής και, έτσι, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία που ο καθένας τους αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος των Κατηγορουμένων και εναντίον του Παραπονούμενου, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων ενόψει της κοινής υπεράσπισης και εφόσον αυτοί έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [2] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] Βλ. τις σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος που εμφαίνονται επί της Επιταγής (Τεκμήριο 2), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [4] Βλ. την Αντρέου ν. Vangel Art Ltd
(2012)2 A.A.Δ. 7. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο