← Κύπρος

CNP ASFALISTIKI LTD ν. P.A.S. INSURANCE AGENTS & CONSULTANTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1190/2018, 11/3/2022

CNP ASFALISTIKI LTD ν. P.A.S. INSURANCE AGENTS & CONSULTANTS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1190/2018, 11/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1190/2018 Μεταξύ: CNP ASFALISTIKI LTD Παραπονούμενοι εναντίον

  1. P.A.S. INSURANCE AGENTS & CONSULTANTS LTD
  2. XXXXX ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 11.3.2022 Για τους Παραπονούμενους: κ. Θ. Ιωαννίδης Για τους Κατηγορούμενους: κ. Θ. Ανδρέου Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 6 κατηγορίες. Η 1η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3 και 5 που αφορούν το αδίκημα της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής και ο 2ος κατηγορούμενος τις κατηγορίες 2, 4 και 6 που αφορούν το αδίκημα της συνέργειας προς την 1η κατηγορούμενη να τελέσει τα αδικήματα τα οποία της καταλογίζονται. Η Έκθεση Αδικήματος και οι Λεπτομέρειες Αδικήματος των κατηγοριών που καθένας από τους κατηγορούμενους αντιμετωπίζει είναι οι ίδιες και διαφοροποιούνται μεταξύ τους μόνο ως προς τον αριθμό της επιταγής και την ημερομηνίας πληρωμής της ως εκ τούτου θα παραθέσω αυτούσιες μόνο τις κατηγορίες 1 και
  3. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Πρόκληση μη εξαργύρωσης επιταγής κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(2)και 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186/86, 166/87, 36
(1)97, 129
(1)99, 25
(1)200, 164
(1)2003 και 70
(1)2008. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη 1 κατά/ή περί την 30/06/2018 εξέδωσε και παρέδωσε έναντι νόμιμου ανταλλάγματος επ' ονόματι της παραπονούμενης CNP ASFALISTIKI LTD, την υπ' αριθμό XXXXX80 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, για το ποσό των €1,300 και η οποία αφού ενεφανίσθη στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθη διότι η κατηγορούμενη 1 προκάλεσε την μη πληρωμή της αδικαιολόγητα και η εκδότης της παρέλειψεν να την εξοφλήσει εντος 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Συνέργεια στη έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων του 305 Α
(1)20 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186/86, 166/87, 36
(1)97, 129
(1)99, 25
(1)200, 164
(1)2003 και 70
(1)
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος 2 υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και/ή ως υπογραφέας των επιταγών αυτής κατά/ή περί την 30/06/2018 εξέδοσε έναντι νομίμου ανταλλάγματος την υπ' αριθμό XXXXX80 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου της πρώτης κατηγορούμενης και/ή συνήργησε στην έκδοση και παράδοση της για το ποσό των €1,300 και η οποία αφού ενεφανίσθη στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δε εξοφλήθη διότι ο κατηγορούμενος 2 συνήργησε στην πρόκληση της μη πληρωμής της ανακαλώντας αδικαιολόγητα τη πληρωμή της και παρέλειψε να την εξοφλήσει εντός 15 ημερών από την εν λόγω ημερομηνία. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις εν λόγω κατηγορίες και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 3 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Χατζημηνάς ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και έχει πρόσβαση σε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Ισχυρίστηκε ότι η 1η κατηγορούμενη εταιρεία διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου τρεχούμενο λογαριασμό από τον οποίο εξέδιδε επιταγές και πως δικαίωμα για την υπογραφή τους είχε ο κ. XXXXX Παπαδόπουλος. Ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω λογαριασμός τερματίστηκε τον Οκτώβριο του 2017 με επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 24.10.2017 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο
  2. Ως τεκμήριο 2 κατέθεσε το δείγμα υπογραφής για τον λογαριασμό με αριθμό XXXXX16 και ως τεκμήριο 3 σε δέσμη τις 3 επίδικες επιταγές με αριθμό XXXXX80, XXXXX81 και XXXXX82 οι οποίες ήταν πληρωτέες στις 30.6.2018, 31.7.2018 και 31.8.2018 αντίστοιχα. Σε ερώτηση τι σημαίνει η αναγραφή στις επίδικες επιταγές ότι η μη πληρωμή δεν οφείλεται στον εκδότη ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα λόγω του τερματισμού του τρεχούμενου λογαριασμού αυτόματα επέστρεφε τις επιταγές πίσω. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η σφραγίδα με την ένδειξη «οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή όχι από τον εκδότη» (Orders not to pay, not by drawer) χρησιμοποιείται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει τερματισθείς τρεχούμενος λογαριασμός από τον οποίο συνεχίζουν να εκδίδονται επιταγές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός τερματίστηκε όχι κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου αλλά λόγω μη τήρησης των συμβατικών του υποχρεώσεων προς την τράπεζα. Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν σίγουρος κατά πόσο ο εν λόγω λογαριασμός κατά τον τερματισμό του είχε διαθέσιμα υπόλοιπα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο επίδικος ήταν λογαριασμός με παρατράβηγμα. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Σαρρή η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου στο Τμήμα Χορηγήσεων. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 4 επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 16.5.2017 η οποία ισχυρίστηκε ότι αποστάλθηκε πριν τον τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 5 αντίγραφο της κατάστασης του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από τις 18.1.2016 έως τις 25.6.
  3. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση που η εντολή για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών είχε δοθεί από τον εκδότη τους η τράπεζα θα τοποθετούσε σε αυτές άλλη σφραγίδα και όχι αυτήν που χρησιμοποίησε για να σφραγίσει τις επίδικες επιταγές στην οποία αναγράφεται ότι η εντολή για να μην τιμηθούν δεν δόθηκε από τον εκδότη τους. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γιάγκου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α και αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: η παραπονούμενη ασχολείται με ασφαλιστικές εργασίες και η 1η κατηγορούμενη ήταν ασφαλιστικός της σύμβουλος από το
  4. Στις 10.5.2017 τερματίστηκε η συμφωνία που είχαν και στις 10.8.2017 υπεγράφη νέα. Επειδή κατά τη συνεργασία τους η 1η κατηγορούμενη όφειλε προς την παραπονούμενη κάποιο ποσό συμφωνήθηκε μεταξύ τους όπως το οφειλόμενο ποσό πληρωθεί με μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες όμως δεν εξαργυρώνονταν. Ο ίδιος είχε καταθέσει τις 3 επίδικες επιταγές στην τράπεζα για εξαργύρωση οι οποίες όμως του επιστράφηκαν απλήρωτες. Ο Μ.Κ.3 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι οι 3 επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και είχαν εκδοθεί για την αποπληρωμή του ποσού ενός γραμματίου το οποίο η 1η κατηγορούμενη χρωστούσε προς την παραπονούμενη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι είχε στην κατοχή του τις 3 επίδικες επιταγές πριν τις 24.10.
  5. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: οι 3 επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν προς την παραπονούμενη από το έτος 2016 και σε κάθε περίπτωση πριν τις 24.10.2017 που η τράπεζα τερμάτισε μονομερώς τη λειτουργία του λογαριασμού επί του οποίου είχαν εκδοθεί. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος ουδέποτε έδωσε εντολή για να μην τιμηθούν οι επίδικες επιταγές. Κατά την αντεξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είναι διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας και ο υπογραφέας των 3 επίδικων επιταγών οι οποίες την ημέρα παρουσίασής τους στην τράπεζα για πληρωμή δεν τιμήθηκαν. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο ίδιος προκάλεσε τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών και ισχυρίστηκε ότι αυτές είχαν ήδη εκδοθεί προτού η τράπεζά του τερματίσει τη λειτουργία του τραπεζικού λογαριασμού επί του οποίου οι εν λόγω επιταγές εκδόθηκαν. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις τους. Ο κ. Ιωαννίδης εκ μέρους της παραπονούμενης εισηγήθηκε ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τις επιστολές της Τράπεζας Κύπρου αλλά και από τις επιστολές της παραπονούμενης ότι οι επίδικες επιταγές δεν θα εξαργυρώνονταν αλλά με αδιαφορία (recklessness) και με διάφορες προφάσεις δεν τις τίμησαν. Ο κ. Ανδρέου από την άλλη εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών από τους κατηγορούμενους και εισηγήθηκε την αθώωσή τους στις επίδικες κατηγορίες. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε επίδικο στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 305Α του Ποινικού Κώδικα το οποίο σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της
(3)Σε περίπτωση επιστροφής απλήρωτης επιταγής, το πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου αυτή εκδόθηκε, οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτήν τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, δηλαδή αν η μη πληρωμή οφείλεται σε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, κλείσιμο λογαριασμού ή εντολή μη πληρωμής, καθώς και την ημερομηνία παρουσίασής της προς πληρωμή, και η σφράγιση, καθώς και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα επί της επιταγής, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον δικαστηρίου: Νοείται ότι η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δυνάμει του παρόντος εδαφίου, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους: Νοείται, περαιτέρω, ότι συμμόρφωση πιστωτικού ιδρύματος, με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσή του, δεν συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ότι συνιστά παραβίαση, εκ μέρους του, του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών του». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 είναι τραπεζικός υπάλληλος και όσα ισχυρίστηκε προκύπτουν από τις γνώσεις που έχει για την τραπεζική πρακτική που τηρεί η τράπεζα τις οποίες απέκτησε στα πλαίσια των καθηκόντων του. Κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, δεν κλονίστηκε και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτή. Ειδικότερα αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενο στην αλήθεια τον ισχυρισμό του ότι ο λογαριασμός επί του οποίου εκδόθηκαν οι 3 επίδικες επιταγές δεν τερματίστηκε με οδηγίες του 2ου κατηγορούμενου αλλά από την ίδια την Τράπεζα Κύπρου επειδή ο εν λόγω ισχυρισμός του επιβεβαιώνεται και από τη σχετική επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 24.10.2017 η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 1 στην οποία αναγράφεται ότι «Με την επιστολή αυτή σας πληροφορούμε ότι τερματίζουμε από σήμερα τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού σας και . ». Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι η αναγραφή στις επίδικες επιταγές πως η μη πληρωμή τους δεν οφείλεται σε οδηγίες του εκδότη τους επειδή κρίνω ότι και αυτός ο ισχυρισμός ανταποκρίνεται στην αλήθεια αφού επιβεβαιώνεται από τη σχετική σφραγίδα η οποία έχει ως εξής «Orders not to pay, not by drawer». Η Μ.Κ.2 επίσης μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Η εν λόγω μάρτυρας δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να ευνοήσει οποιονδήποτε από τους διαδίκους και όσα ισχυρίστηκε προκύπτουν από την εμπειρία της ως τραπεζική υπάλληλος για τα οποία κρίνω ότι ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα γνωρίζει καλά λόγω της εργασίας της. Όσα η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή της και γίνονται αποδεκτά. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό της πως σε περίπτωση που η εντολή για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών είχε δοθεί από τον εκδότη τους η τράπεζα θα τοποθετούσε σε αυτές άλλη σφραγίδα και όχι αυτήν που χρησιμοποίησε για να σφραγίσει τις επίδικες επιταγές επειδή κρίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός ανταποκρίνεται στην αλήθεια και επιβεβαιώνεται επίσης και από τη σχετική σφραγίδα η οποία έχει ως εξής «Orders not to pay, not by drawer». Αναφορικά με τον Μ.Κ.3 αποδέχομαι ως ειλικρινή και ανταποκρινόμενο στην αλήθεια τον ισχυρισμό του πως οι 3 επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και είχαν εκδοθεί για την αποπληρωμή του ποσού ενός γραμματίου το οποίο η 1η κατηγορούμενη χρωστούσε προς την παραπονούμενη καθώς επίσης ότι είχε στην κατοχή του τις 3 επίδικες επιταγές πριν τις 24.10.2017 αφού οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και επιπλέον επειδή δεν είχε οποιονδήποτε λόγο να τους επικαλείτο εάν δεν ήταν αληθείς. Αναφορικά με τη μαρτυρία του 2ου κατηγορούμενου αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν προς την παραπονούμενη ως μεταχρονολογημένες αφού ο εν λόγω ισχυρισμός του επιβεβαιώνεται και από τον Μ.Κ.
  1. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν προς την παραπονούμενη περί το έτος 2016 αφού ο εν λόγω ισχυρισμός του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Αποδέχομαι επίσης ως ανταποκρινόμενο στην αλήθεια τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε οι κατηγορούμενοι έδωσαν εντολή για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών αφού κρίνω, έχοντας πάντοτε υπόψη μου και τη σχετική σφραγίδα που τέθηκε σε αυτές από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, ότι αυτός ο ισχυρισμός επιβεβαιώνεται από τις εν λόγω σφραγίδες. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω τα ακόλουθα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: η παραπονούμενη και η 1η κατηγορούμενη συνεργάζονταν επαγγελματικά και η 1η κατηγορούμενη στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας όφειλε στην παραπονούμενη κάποιο ποσό. Η 1η κατηγορούμενη διά της υπογραφής του διευθυντή της 2ου κατηγορούμενου περί το 2016 εξέδωσε και παράδωσε στην παραπονούμενη προς εξόφληση του χρέους της διάφορες μεταχρονολογημένες επιταγές από τον τραπεζικό της λογαριασμό με αριθμό XXXXX0416 που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου. Ανάμεσα σε αυτές τις επιταγές περιλαμβάνονταν και οι 3 επίδικες επιταγές με αριθμό XXXXX80, XXXXX81 και XXXXX
  2. Οι εν λόγω επιταγές ήταν για το ποσό των €1.300 η καθεμιά και ήταν πληρωτέες στις 30.6.2018, 31.7.2018 και 31.8.2018 αντίστοιχα. Η επιταγή που ήταν πληρωτέα στις 30.6.2018 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 2.7.2018 και στις 3.7.2018 σφραγίστηκε με την ένδειξη «Orders not to pay, not by drawer» χωρίς να τιμηθεί. Οι άλλες 2 επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στις 31.8.2018 και επίσης σφραγίστηκαν με την ίδια ως άνω ένδειξη χωρίς να τιμηθούν. Οι επίδικες επιταγές δεν τιμήθηκαν επειδή η Τράπεζα Κύπρου από τις 24.10.2017 είχε τερματίσει τη λειτουργία του τραπεζικού λογαριασμού της 1ης κατηγορούμενης επί του οποίου αυτές εκδόθηκαν. Ο τερματισμός του λογαριασμού γνωστοποιήθηκε προς την 1η κατηγορούμενη με την επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 24.10.2017 την οποία της απέστειλε. Στην υπόθεση VOICU v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 78/2016, ημερομηνίας 10.9.2018 λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αιτιώδους συνάφειας: «Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι ο τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού από την Τράπεζα Κύπρου λόγω της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων των κατηγορουμένων προς την τράπεζά τους δεν ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, ικανή ούτε μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, ήτοι τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών. Κρίνω περαιτέρω ότι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι επισφαλές τυχόν συμπέρασμα πως οι κατηγορούμενοι προκάλεσαν τη μη εξόφληση των επίδικων επιταγών επειδή παρέβηκαν τις συμβατικές υποχρεώσεις που είχαν προς την Τράπεζα Κύπρου αφού δεν υπάρχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης των συμβατικών τους υποχρεώσεων προς την Τράπεζα και της πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών. Έχοντας επίσης υπόψη μου το λεκτικό της σφραγίδας η οποία τέθηκε στις επίδικες επιταγές η οποία υποδηλώνει ότι οι οδηγίες για τη μη πληρωμή τους δεν δόθηκαν από τον εκδότη τους καθώς και το γεγονός ότι ο επίδικος λογαριασμός της 1ης κατηγορούμενης τερματίστηκε μεταγενέστερα της έκδοσης και παράδοσης των επίδικων επιταγών προς την παραπονούμενη από την Τράπεζα Κύπρου και όχι από οποιονδήποτε από τους κατηγορούμενους κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί πως οποιοσδήποτε από τους κατηγορούμενους προκάλεσε τη μη πληρωμή τους ως οι λεπτομέρειες των επίδικων κατηγοριών τους καταλογίζουν. Λόγω των πιο πάνω και μετά την υποκειμενική αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας κρίνω ότι η παραπονούμενη δεν απέδειξε το συστατικό στοιχείο της εκ μέρους των κατηγορουμένων πρόκλησης της μη εξόφλησης των επίδικων επιταγών. Συνακόλουθα η 1η κατηγορούμενη αθωώνεται στις κατηγορίες 1, 3 και 5 και ο 2ος κατηγορούμενος στις κατηγορίες 2, 4 και
  3. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.