ΚΥΛΙΛΗΣ ν. ΝΤΑΓΚΛΑΣ, Αρ. Υπόθεσης:1964/2019, 15/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B48 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1964/2019 XXXXX ΚΥΛΙΛΗΣ Παραπονούμενος ν. XXXXX ΝΤΑΓΚΛΑΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15 Μαρτίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κ. Ν. Μερακλής Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 15 κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτών Νόμου, Ν.60(Ι)/2008 (στο εξής ο Νόμος). Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, όλες οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν συνολικά 15 ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις, εκ €50 έκαστης, οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/03/2018 μέχρι 01/05/2019 και οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €750. Οι δόσεις αυτές, για την κάθε μία από τις οποίες παρέχονται λεπτομέρειες στην κάθε κατηγορία με αναφορά στον αντίστοιχο μήνα της ισχυριζόμενης παράλειψης, αναφέρεται ότι οφείλονται από τον Κατηγορούμενο, ως εξ αποφάσεως οφειλέτη, προς τον Παραπονούμενο, ως εξ αποφάσεως πιστωτή, δυνάμει διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερομηνίας XXXXX/2016, το οποίο εκδόθηκε βάσει της δικαστικής απόφασης στην αγωγή XXXXX/2008 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες για το αδίκημα της παράλειψης πληρωμής δόσεων προς καταδολίευση εξ αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. Έφεση 160/2014 ημ. 20/12/2016, ECLI:CY:AD:2016:B558 και Ντάγκλας ν. Κυλίλη, Ποιν. Έφεση 76/19 ημ. 22/04/2020):
- ο κατηγορούμενος να είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους με πιστωτή τον παραπονούμενο,
- το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος δεν έχει εξοφληθεί,
- εξεδόθη διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με μηνιαίες δόσεις, και
- ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Όπως αναφέρθηκε στην Ντάγκλας (ανωτέρω), οι διαθέσιμες υπερασπίσεις του εξ αποφάσεως οφειλέτη (κατηγορούμενου) για το πιο πάνω αδίκημα, τις οποίες ο ίδιος φέρει το βάρος να αποδείξει επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Νικολάου (ανωτέρω) και Κεσίδης ν. Χαράλαμπου Παπανικόλα και Υιοί Λίμιτεδ, Ποιν. Έφεση 39/2021, ημ. 22/12/2021), καθορίζονται ευθέως στο άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου[2] και είναι οι ακόλουθες: (α) ότι υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής απόφασης χρέους με δόσεις, ή (β) ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, ή (γ) ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος, την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σε αυτόν. Προκύπτει, ακόμα, από την Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποιν. Έφεση 25/2012 ημ. 20/02/2014, ECLI:CY:AD:2014:B126, ότι το ζητούμενο σε τέτοιες υποθέσεις, όπως η παρούσα, δεν είναι το οποιοδήποτε συνολικό ποσό του χρέους κατά την ημέρα της ακρόασης αλλά το κατά πόσο οι επίδικες δόσεις είχαν ή όχι καταβληθεί. Εκείνο, δηλαδή, που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η διαπίστωση της παράλειψης καταβολής των επίδικων στην υπόθεση δόσεων αλλά και το γεγονός ότι δεν είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο πληρωθεί, και όχι η διακρίβωση του ύψους της οφειλής, η οποία, άλλωστε, συνιστά αποδεδειγμένο χρέος που προκύπτει από την δικαστική απόφαση. Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Προς απόδειξη των πιο πάνω κατηγοριών, μαρτυρία δόθηκε από ένα μόνο μάρτυρα, τον ίδιο τον Παραπονούμενο, ο οποίος υιοθέτησε, κατά την κυρίως εξέταση του, γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), καταθέτοντας στο πλαίσιο της μαρτυρίας του τα Τεκμήρια 1 -
- Ο Παραπονούμενος μαρτύρησε πως ο Κατηγορούμενος καταχώρισε εναντίον του και εναντίον άλλων δύο εταιρειών την αγωγή υπ' αριθμό XXXXX/2008 στο Ε.Δ. Λευκωσίας (στο εξής η Αγωγή), την οποία, δια των δικηγόρων του, απέσυρε ανεπιφύλακτα στις 02/05/
- Έτσι, η Αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αποσυρθείσα με έξοδα εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του ιδίου και της μίας από τις δύο εταιρείες, εκ ποσού €4.000 πλέον Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως από 02/05/2014 μέχρι εξοφλήσεως, με αναστολή εκτέλεσης μέχρι τις 31/12/2014, εξαιρουμένου του δικαιώματος καταχώρισης memo (Τεκμήριο 1) (στο εξής η Απόφαση). Με την εκπνοή της περιόδου αναστολής και επειδή ο Κατηγορούμενος ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο (Τεκμήριο 2). Ακολούθως, στις XXXXX/2016, εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου διάταγμα δια του οποίου ο τελευταίος διατάχθηκε να πληρώσει προς τον Παραπονούμενο και προς την πιο πάνω εταιρεία το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα της διαδικασίας στην αίτηση έρευνας ημερομηνίας 18/01/2016, με μηνιαίες δόσεις εκ ποσού €50 έκαστη από 01/11/2016 μέχρι πλήρους εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων (Τεκμήριο 3) (στο εξής το Διάταγμα). Ο Παραπονούμενος, ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες δόσεις που ήταν πληρωτέες για την περίοδο από 01/03/2018 μέχρι 01/05/2019, οι οποίες εξακολουθούν να οφείλονται και οι οποίες συμποσούνται σε €750, ποσό για το οποίο αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος είσπραξης του. Περαιτέρω, ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες στις ποινικές υποθέσεις XXXXX/2017 (Τεκμήριο 4) και XXXXX/2018 (Τεκμήριο 5), οι οποίες αφορούσαν μη καταβληθείσες μηνιαίες δόσεις για διαφορετικές, από τις επίδικες, περιόδους. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του Παραπονούμενου και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, υιοθετώντας κατά την κυρίως εξέταση του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 6 - 15, χωρίς στη συνέχεια να καλέσει οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος, προς υπεράσπιση του, αναφέρθηκε στο πλαίσιο της διαφοράς που είχε με τον Παραπονούμενο καθώς και στις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν μεταξύ τους, με πρώτη την από μέρους του καταχώριση της Αγωγής, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 6. Ισχυρίστηκε ότι η Αγωγή αποσύρθηκε από τον τότε δικηγόρο του στις 02/05/2014, δίχως την προηγούμενη άδεια του, κάτι που, κατά τον ίδιο, εύλογα συνάγεται από τα δικονομικά διαβήματα που ο εν λόγω δικηγόρος του έλαβε προηγουμένως, στο πλαίσιο προώθησης της ρηθείσας Αγωγής. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι έλαβε γνώση της Απόφασης που εκδόθηκε στην Αγωγή όταν του επιδόθηκε στις 20/11/2015 ένα σημείωμα από μία δικαστική επιδότη, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 8, και προέβαλε διάφορους λόγους προς αμφισβήτηση της εγκυρότητας τόσο της δικαστικής διαδικασίας που οδήγησε στην απόσυρση της Αγωγής και στην έκδοση της Απόφασης όσο και της δικαστικής διαδικασίας που ακολούθησε στο πλαίσιο της έκδοσης του Διατάγματος, καταλήγοντας ότι τόσο η Απόφαση όσο και το Διάταγμα τον αδικούν και ότι αυτά θα πρέπει να παραμεριστούν διότι είναι άκυρα και προϊόν εξαπάτησης του. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Αγωγής στις 28/05/2021, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτηση του ημερομηνίας 10/02/2021 με την οποία ζήτησε τον παραμερισμό της Απόφασης και του Διατάγματος και, επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/04/2020, η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της ποινικής έφεσης 76/19 που καταχώρισε κατά της απόφασης που εκδόθηκε σε προηγούμενη ποινική διαδικασία που καταχωρήθηκε εναντίον του για ίδιας φύσεως αδικήματα αναφορικά με μη καταβληθείσες μηνιαίες δόσεις για περιόδους διαφορετικές από τις επίδικες. Επίσης, παρουσίασε ως Τεκμήριο 14 δύο αποδείξεις πληρωμών ημερομηνίας 11/11/2016 και 11/01/2017, κάθε μία από τις οποίες αφορά το ποσό των €50, τα οποία, όπως είπε, αποτελούν πληρωμές που έγιναν προς τον δικηγόρο του Παραπονούμενου σε σχέση με τις δύο πρώτες μηνιαίες δόσεις, τις οποίες έκανε διότι είχε εξαπατηθεί από τον τότε δικηγόρο του, ο οποίος του είχε πει να πληρώσει μόνο αυτές τις δύο δόσεις και όχι άλλες, όπως και έπραξε. Αντεξεταζόμενος, συμφώνησε ότι ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι των επίδικων δόσεων, ισχυριζόμενος ότι ο λόγος που δεν το έκανε είναι επειδή θεωρεί πως «οι αποφάσεις είναι εκ πρώτης όψεως άκυρες». Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον Παραπονούμενο όσο και τον Κατηγορούμενο ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο Παραπονούμενος προκάλεσε άριστη εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου προσώπου, ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα γνωρίζει αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, και αυτό θεωρώ ότι έπραξε. Η μαρτυρία του είναι καθ' όλα σχετική με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και πειστικότητα, έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και συνάδει με τα έγγραφα που κατέθεσε ως Τεκμήρια, ενώ σε κανένα σημείο της δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενου, παραμένοντας έτσι, εξ ολοκλήρου, αναντίλεκτη. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Παραπονούμενος είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της για σκοπούς εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων. Δεν αποδέχομαι, ωστόσο, την εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου εφόσον αυτή κρίνεται παντελώς άσχετη με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Ό,τι ουσιαστικά προβλήθηκε ως υπεράσπιση από τον Κατηγορούμενο, μέσω της μαρτυρίας του, ήταν η εκδοχή του ότι δεν έχει συμμορφωθεί με το Διάταγμα, μη καταβάλλοντας, έτσι, τις επίδικες δόσεις, επειδή θεωρεί ότι τόσο αυτό όσο και η Απόφαση επί της οποίας στηρίζεται είναι άκυρα και προϊόν εξαπάτησης του. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που εντάσσεται η συνειδητή επιλογή του να μην έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του Διατάγματος, μη καταβάλλοντας τις επίδικες μηνιαίες δόσεις, και όχι επειδή θεωρούσε (ούτε άλλωστε ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της δίκης) ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο πάνω, νομοθετικά προβλεπόμενες, υπερασπίσεις. Δεν δίστασε μάλιστα να προωθήσει την πιο πάνω εκδοχή του και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ζητώντας και από αυτό το Δικαστήριο τον παραμερισμό της Απόφασης, παρά το ότι, όπως κρίθηκε στην Ντάγκλας (ανωτέρω) (Τεκμήριο 15), η οποία προκύπτει ότι εκδόθηκε επί των ίδιων ουσιαστικά παραμέτρων[4]: «Ο εφεσείων, όπως ήδη υποδείξαμε, δεν προέβαλε κάποια από τις ως άνω υπερασπίσεις που νομοθετικά προβάλλονται αλλά και νομολογιακά αναλύθηκαν (βλ. Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Παρδαλή, Ποιν. έφ. 153/15, 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B427, Νικολάου ν. City Principal Investments Ltd, Ποιν. εφ. 160/14 ημερ. 20.12.2016, ECLI:CY:AD:2016:B558, Προδρόμου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Ποιν. έφεση 25/12, 20.2.2014), ECLI:CY:AD:2014:B
- Η «ένσταση» του - αν μπορεί να χαρακτηρισθεί έτσι - αφορούσε τις προηγηθείσες διαδικασίες και το λανθασμένο και άδικο, όπως ισχυρίζεται, ως προς αυτόν αποτέλεσμα. Το ίδιο πράττει ο εφεσείων και δια της εφέσεως. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύσει. Δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε στην πρωτόδικη ποινική υπόθεση για καταδολίευση ούτε βεβαίως στη παρούσα έφεση, να ζητείται ουσιαστικά παραμερισμός απόφασης ή αλλαγή ή τροποποίηση των προηγηθεισών διαδικασιών. Κάτι τέτοιο ευθέως θα έπληττε την αρχή της τελεσιδικίας και της ασφάλειας δικαίου. Ο,τιδήποτε άλλο λεχθεί για την αιτιολογία των λόγων (α-λ) θα ήταν αντίθετο με αυτό το θεμελιακό αξίωμα.». Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης και έχοντας ως υπόβαθρο την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του Παραπονούμενου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: (i) ο Κατηγορούμενος καταχώρισε εναντίον του Παραπονούμενου και άλλων δύο εταιρειών την Αγωγή, την οποία, δια των τότε δικηγόρων του, απέσυρε ανεπιφύλακτα στις 02/05/
- Έτσι, η Αγωγή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο ως αποσυρθείσα με έξοδα εναντίον του Κατηγορούμενου και υπέρ του Παραπονούμενου και της μίας από τις δύο εταιρείες, εκ ποσού €4.000 πλέον Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο 5,5% ετησίως από 02/05/2014 μέχρι εξοφλήσεως, με αναστολή εκτέλεσης μέχρι τις 31/12/2014, εξαιρουμένου του δικαιώματος καταχώρισης memo, (ii) με την εκπνοή της περιόδου αναστολής και επειδή ο Κατηγορούμενος ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή, εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης της κινητής του περιουσίας, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο, (iii) ακολούθως, προς εκτέλεση της πιο πάνω Απόφασης, εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου το Διάταγμα, με το οποίο ο Κατηγορούμενος διατάχθηκε να πληρώσει προς τον Παραπονούμενο και προς την πιο πάνω εταιρεία το εξ αποφάσεως χρέος και τα έξοδα της διαδικασίας στην αίτηση έρευνας ημερομηνίας 18/01/2016, δια μηνιαίων δόσεων εκ ποσού €50 έκαστη από 01/11/2016 μέχρι πλήρους εξόφλησης του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων, (iv) το εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος, σε σχέση με το οποίο εκδόθηκε το Διάταγμα, δεν έχει ακόμα εξοφληθεί, (v) ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις επίδικες δόσεις που ήταν πληρωτέες την περίοδο 01/03/2018 μέχρι 01/05/2019, οι οποίες εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλονται και οι οποίες συμποσούνται σε €750, (vi) ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες στις ποινικές υποθέσεις XXXXX/2017 (Τεκμήριο 4) και XXXXX/2018 (Τεκμήριο 5) του Ε.Δ. Λευκωσίας, οι οποίες αφορούσαν μη καταβληθείσες, δυνάμει του πιο πάνω Διατάγματος, μηνιαίες δόσεις, για διαφορετικές περιόδους από τις επίδικες. Δ. Κατάληξη Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι, εν προκειμένω, έχουν αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 3
(1)(γ) του Νόμου. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, πως ο Κατηγορούμενος είναι εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης του χρέους που προκύπτει από την Απόφαση με πιστωτή τον Παραπονούμενο, το οποίο δεν έχει εξοφληθεί και για το οποίο εκδόθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου το Διάταγμα μηνιαίων δόσεων, όμως ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να πληρώσει τις επίδικες δόσεις που είχε διαταχθεί να καταβάλει όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν προέβαλε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ότι συντρέχει κάποια από τις, ως άνω, νομοθετικά προβλεπόμενες και νομολογιακά ερμηνευόμενες υπερασπίσεις που παρέχονται σε σχέση με το υπό κρίση αδίκημα (βλ. την Ντάγκλας, ανωτέρω). Συνακόλουθα, ο Παραπονούμενος έχει αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλες τις κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου και, έτσι, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτές. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου προνοεί ότι: «Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: [.] (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία· ίναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.» [2] Στο άρθρο 3
(4)(γ) του Νόμου προνοείται ότι: «Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: [.] (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν.» [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Βλ. Τεκμήρια 4 και 15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο