Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Συμεού, Αρ. Υπόθεσης: 10183/20, 15/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10183/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Συμεού Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15/03/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως - Δοθείσα αυθημερόν) Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες στις οποίες απάντησε με μη παραδοχή, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει, αφορούν αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, (πρώτη κατηγορία) και παραβίαση κόκκινου φωτεινού σηματοδότη κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(2)(δ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 66/
- Σύμφωνα με το Κατηγορητήριο, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 16/01/2020, στη συμβολή των φώτων τροχαίας της Λεωφόρου Αθαλάσσας και της οδού Αδαμάντιου Κοραή στον Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, ενώ ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
- Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε 3 Μάρτυρες Κατηγορίας. Τον αστυφύλακα XXXXX XXXXX Χριστοδούλου (στο εξής ο ΜΚ 1), ο οποίος κατάθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 2 που είναι ψηφιακός δίσκος με καταγραφή από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (CCTV) που λήφθηκε από παρακείμενο κτίριο, στο οποίο σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή, καταγράφεται η σύγκρουση του οχήματος που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, με το όχημα που οδηγούσε ο παραπονούμενος. Δεύτερη εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, έδωσε μαρτυρία η αστυφύλακας XXXXX XXXXX Ξενοφώντος (στο εξής η ΜΚ2), η οποία ήταν η εξεταστής της υπόθεσης και κατάθεσε διάφορα Τεκμήρια σε σχέση με την υπόθεση, καθώς και επίσης, τη μαρτυρία που συνέλεξε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τρίτος, κατάθεσε ο κύριος XXXXX Αυγουστή (στο εξής ο ΜΚ 3), ο οποίος είναι εκτελεστικός μηχανικός στο Τμήμα Δημοσίων Έργων και κατάθεσε ως Τεκμήριο 17, το πρόγραμμα λειτουργίας των φωτεινών σηματοδοτών τροχαίας στη Λεωφόρο Αθαλάσσας/Κοραή, όπως λειτουργούσε στις 16/01/2020 και ώρα 21:
- Το Τεκμήριο 17, κατατέθηκε ως παραδεκτό ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του. Εισήγηση για εκ πρώτης όψεως Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι δεν είχε αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του επαρκώς, ώστε να υποχρεώνεται να καταβάλει υπεράσπιση, και ως εκ τούτου θα πρέπει να αθωωθεί με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου. Αντίθετη ήταν η άποψη της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί υπόθεση εκ πρώτης όψεως και ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Νομικές αρχές αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως Η νομολογία, ως προς το πότε δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ΄ αυτό το στάδιο, είναι ευθυγραμμισμένη (Αστυνομία v Κουτούρης Ποιν. Έφ. 169/20 ημερ. 9/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:B235). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (
- b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (
- c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (
- d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061. (
- e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.»» Στο σύγγραμμα «Η Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, έντιμου κύριου Γ.Μ. Πική, στις σελίδες 197 - 198 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ορολογία του Άρθρου 74
(1)(β) συνάδει με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) που αποδόθηκε στον όρο διαχρονικά από την αγγλική νομολογία. Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορωμένη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου
- Η θεώρηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο είναι προκαταρκτική, καθώς το δικαστήριο πρέπει να αφήσει ανοικτούς τους ορίζοντες της ετυμηγορίας του μέχρι το πέρας της δίκης ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου
- Το 1962 ο κλάδος του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) εξέδωσε την ακόλουθη καθοδηγητική οδηγία πρακτικής (practice note) ως προς το τι συνεπάγεται ο όρος «prima facie» (εκ πρώτης όψεως) προς καθοδήγηση των κατώτερων ποινικών δικαστηρίων της χώρας. Οι οδηγίες αυτές, παρόλο που δεν είναι δεσμευτικές για την κυπριακή Δικαιοσύνη, συνιστούν βοήθημα το οποίο υπήρξε καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Η προκριθείσα καθοδηγητική οδηγία έχει (σε ελεύθερη μετάφραση) ως εξής : «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση : (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφαλείας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.» Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε εκείνο το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου
- Wiseman and Another v. Borman and Others
(1967)3 AllER 1047 (βλ. Ιδιαίτερα την απόφαση του Λόρδου Denning (M.R.). 674. Cozens v. Brutus
(1972)2 AllER 1. Επίσης βλ. Vye v. Vye
(1969)2 AllER
- Practice Note (QBD) ‐ Lord Parker, Chief Justice
(1962)1 AllER 448.» Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 το Ανώτατο Δικαστήριο το Εφετείο συνόψισε και επανέλαβε την νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας, προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ως ακολούθως: «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη, είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Έργο του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο, είναι να εξετάσει κατά πόσον θα καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας εξ όψεως και αντικειμενικά ιδωμένης, χωρίς να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και χωρίς κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα. Εξετάζεται δηλαδή, κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή έχει προσφέρει τέτοια μαρτυρία, η οποία εάν και εφόσον αξιολογηθεί και κριθεί αποδεκτή, και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, θα είναι ικανή να στηρίξει καταδίκη του Κατηγορουμένου για τα αδικήματα που κατηγορείται. Νομική Πτυχή Αδικημάτων Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε στις 16/1/2020): «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.» Σύμφωνα με τον Κανονισμό 58
(2)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις: ... (δ) να συμμορφώνεται προς όλα τα σήματα τροχαίας, συμπεριλαμβανομένων πινακίδων, που τοποθετούνται ή χαράσσονται πάνω ή κοντά σε οποιοδήποτε δρόμο με ή κατ' εντολή της Αστυνομίας ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί δυνάμει οποιασδήποτε νομοθετικής διάταξης ο έλεγχος ή η ρύθμιση της τροχαίας κυκλοφορίας» Περαιτέρω σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των πιο πάνω κανονισμών: «σήμα τροχαίας» ορίζεται ως «οιονδήποτε αντικείμενον ή μέσον (μονίμως τοποθετημένο ή κινητόν), ή οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν προς μετάδοσις εις την τροχαίαν κίνησιν εν γένει ή εις ορισμένην κατηγορίαν ταύτης, προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων οιασδήποτε φύσεως, καθώς και οιονδήποτε σημείον, σήμανσιν, σύμβολον ή γραμμήν επί ή πλησίον οιασδήποτε οδού ή κεχαραγμένων επί του καταστρώματος οιασδήποτε οδού, προς μετάδοσιν τοιούτων προειδοποιήσεων, πληροφοριών, κανόνων, περιορισμών ή απαγορεύσεων.» Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 71 της ΚΔΠ 66/84 διαλαμβάνει τα εξής: «Ως σήματα τροχαίας καθορίζονται τα σήματα τα οποία εκτίθενται εις τον Οδικόν Κώδικα τον εκδιδόμενον από καιρού εις καιρόν υπό του Εφόρου και δημοσιευμένου κατά τοιούτον τρόπον ως ο Έφορος ήθελε ορίσει, τα σήματα τα οποία ορίζονται υπό δημοτικού συμβουλίου ή υφ' οιασδήποτε άλλης αρχής εμπεπιστευμένης τον έλεγχον και την ρύθμισιν της τροχαίας, και τα σήματα τα οποία ορίζονται δυνάμει οιουδήποτε νόμου ή κανονισμού ή οιασδήποτε διεθνούς Συμβάσεως εις την οποίαν προσεχώρησε και η Δημοκρατία.» Στον κώδικα οδικής κυκλοφορίας όπως δημοσιεύεται από τον Έφορο, οι φωτεινοί σηματοδότες τροχαίας περιλαμβάνονται στην ενότητα με τον τίτλο «Σήματα» όπου αναφέρεται ότι οι οδηγοί είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν σε όλες τις ενδείξεις των φωτεινών σηματοδοτών τροχαίας. Χωρίς να χρειάζεται να εισέλθω σε λεπτομερή ανάλυση της νομολογίας που σχετίζεται με τα αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, είναι σαφές, ότι η αμέλεια που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο από την Κατηγορούσα αρχή είναι η παραβίαση του κόκκινου φωτεινού σηματοδότη. Εφαρμογή νομικών αρχών και κατάληξη Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου, παρατηρώ ότι απουσιάζει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος έχει παραβιάσει κόκκινο φωτεινό σηματοδότη. Προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, η Κατηγορούσα αρχή κατέθεσε το Τεκμήριο 13, που είναι η κατάθεση του παραπονούμενου, XXXXX Θεοδόση. Το Τεκμήριο αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως νόμο ΚΕΦ. 9 «η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής. Νοείται ότι σε ποινική διαδικασία το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο να μην αποδεχθεί εξ ακοής μαρτυρία, αν κρίνει ότι τούτο εξυπηρετεί τους σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 27
(1), «κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας.» Στη συνέχεια, στο εδάφιο 2 του άρθρου 27, αναφέρεται ότι, ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το Δικαστήριο θα λαμβάνει υπόψη τα πιο κάτω: «(α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση· .....
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε.» Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούσα αρχή δεν έχει καλέσει τον παραπονούμενο ως μάρτυρα, χωρίς να έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση σε σχέση με το λόγο που δεν το έχει πράξει. Οι προφορικές επεξηγήσεις της συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής για μη εντοπισμό του, με τον τρόπο που τέθηκαν, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως λόγος για τον οποίο δεν μπορούσε να προσκομιστεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το Τεκμήριο 13 δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία. Πέραν των ανωτέρω, η Κατηγορούσα αρχή επιχείρησε να στηριχθεί στο οπτικό υλικό (video) που καταγράφηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (CCTV) και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Χωρίς να προβαίνω σε υποκειμενική αξιολόγηση της συγκεκριμένης μαρτυρίας, παρατηρώ ότι, αντικειμενικά κρινόμενη, δεν αποτελεί μαρτυρία που μπορεί να ταυτίσει το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου και δη τον Κατηγορούμενο με τη σκηνή που παρουσιάζεται στο οπτικό υλικό του Τεκμηρίου
- Το πλάνο είναι τόσο μακρινό, που δεν μπορεί να γίνει οποιαδήποτε αναγνώριση πέραν του χρώματος των εμπλεκομένων οχημάτων. Ο ΜΚ1, επιχείρησε να ταυτίσει τις εικόνες που παρουσιάζονται στο Τεκμήριο 2 με το επίδικο συμβάν, στηριζόμενος στην ώρα που του ανέφερε η ΜΚ
- Η ΜΚ2 ανέφερε ότι, το δυστύχημα επεσυνέβη κατά ή περί τις 21:00, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ακριβή ώρα. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η καταγραφή του συμβάντος στο Τεκμήριο 2 έγινε στις 20:54:22 (στο δεύτερο αρχείο του Τεκμηρίου 2 με αριθμό M2U00104, στο οποίο σύμφωνα με τον ΜΚ1 αναγνωρίζεται το όχημα του Κατηγορουμένου, η ώρα που καταγράφεται είναι από 20:54:50 - 20:55:28). Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία έχει προσφερθεί σε σχέση με την ορθότητα της ώρας που αναγράφεται στο οπτικό υλικό του Τεκμηρίου
- Κρίνω ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν μαρτυρία ικανή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως ότι ο Κατηγορούμενος έχει παραβιάσει κόκκινο φωτεινό σηματοδότη. Το κενό αυτό δημιουργεί ρήγμα όχι μόνο στη δεύτερη κατηγορία αλλά και στην πρώτη, καθώς η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεση της για αμέλεια του Κατηγορουμένου αποκλειστικά στον ισχυρισμό ότι έχει παραβιάσει κόκκινο φωτεινό σηματοδότη. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι υπό το φως της μαρτυρίας που δόθηκε από την Κατηγορούσα αρχή, δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ώστε να κληθεί σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
- [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο