← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 23892/2019, 17/3/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 23892/2019, 17/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23892/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. XXXXX Ανδρέου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17/3/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα Α. Παναγή Για τον Κατηγορούμενο: κος Σ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος: Απών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες στις οποίες απάντησε με μη παραδοχή, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν, χρήση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας κατά παράβαση των εδαφίων

(1)
(5)και
(9)του κανονισμού 65 των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984 ΚΔΠ66/84 (πρώτη κατηγορία), χρήση μηχανοκίνητου οχήματος με ανασταλείσα άδεια κυκλοφορίας, κατά παράβαση των εδαφίων
(1)
(5)και
(9)του κανονισμού 65 των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984 ΚΔΠ66/84 (δεύτερη κατηγορία), και παράλειψη παραχώρησης προτεραιότητας σε άλλο όχημα κατά παράβαση του κανονισμού 58
(4)(β) των περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 1984, ΚΔΠ66/84 (τρίτη κατηγορία). Σύμφωνα με το Κατηγορητήριο, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 06/06/2019, στη Λεωφόρο Καλαμών στα Λατσιά, της Επαρχίας Λευκωσίας, και το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος διαπράττοντας τα αδικήματα, έφερε αριθμούς εγγραφής XXXXX03 (στο εξής το Όχημα). Μαρτυρία Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, τα ακόλουθα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: · Στις 06/06/2019, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του Οχήματος ήταν ο κύριος XXXXX Ανδρέου, όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο
  1. · Στις 06/06/2019, δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας αναφορικά με το Όχημα, όπως προνοείται από τον κανονισμό 65 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 και ως εκ τούτου είχε ανασταλεί και η άδεια κυκλοφορίας του. Με την τελική γραπτή αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης έγινε παραδεκτό επίσης, ότι ο ιδιοκτήτης του Οχήματος XXXXX Ανδρέου είναι ο γιος του Κατηγορουμένου. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της υπεράσπισης που δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι το πιστοποιητικό καταλληλότητας του Οχήματος, ανανεώθηκε στις 10/06/
  2. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε 2 Μάρτυρες Κατηγορίας, τον κύριο XXXXX Παρασκευά (στο εξής ο ΜΚ 1) και τον αστυφύλακα XXXXX XXXXX Μιχαήλ (στο εξής ο ΜΚ 2). ΜΚ 1 Ο ΜΚ 1, εργάζεται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών (ΤΟΜ) από το 2001 ως επιθεωρητής οχημάτων και εξεταστής οδηγών. Κατάθεσε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 1, που είναι έγγραφο με τα στοιχεία εγγραφής του Οχήματος και το Τεκμήριο 2, που είναι το ιστορικό επιθεωρήσεων του Οχήματος. Ενόψει των παραδεκτών γεγονότων που δηλώθηκαν, ο μάρτυρας δεν χρειάστηκε να αναφέρει οτιδήποτε άλλο, και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. ΜΚ 2 Ο ΜΚ 2, κατάθεσε ως Τεκμήριο 3Α, πρόσοψη του ανακριτικού φακέλου που είχε συμπληρωθεί στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, και ως Τεκμήριο 3Β, λεπτομερή του κατάθεση. Σύμφωνα με τα Τεκμήρια 3Α και 3Β, στις 06/06/2019 και περί ώρα 18:15 στην οδό Καλαμών στα Λατσιά, ο ΜΚ 2 κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αναγράφονται στο Κατηγορητήριο. Ακολούθως, στις 08/06/2019 και περί ώρα 18:30, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα καταγγελθεί, και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, απάντησε: «Ε! Καλά, εν να μου πεις εσού ήνταλοϊς εν να οδηγώ;» Λίγο νωρίτερα, στις 08/06/2019 και περί ώρα 18:20, πληροφόρησε τον δεύτερο Κατηγορούμενο, (γιο του πρώτου Κατηγορούμενου), ότι θα καταγγελθεί, και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, απάντησε, «εν ο παπάς μου που οδήγαν, αλλά αν σου πει καμιά κουβέντα παραπάνω, μεν τον παρεξηγήσεις γιατί τελευταίως έχει πολλά νεύρα και δεν ξέρουμε γιατί». Στο Τεκμήριο 3Β που αποτελεί οπισθόφυλλο του Τεκμηρίου 3Α, καταγράφεται πιο αναλυτικά, ότι κατά τον πιο πάνω χρόνο, ενώ ο ΜΚ 2 εξερχόταν του κυκλικού κόμβου Καλαμών, (στο εξής «ΚΚΚ») οδηγώντας στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας (ως προς την πορεία του), πρόσεξε όχημα το οποίο ερχόταν από αριστερά (από παρακαμπτήριο της Λεωφόρου Λεμεσού που οδηγεί κατευθείαν στην οδό Καλαμών χωρίς να περνά από τον ΚΚΚ), να εισέρχεται στην οδό Καλαμών χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα, αναγκάζοντάς τον ΜΚ2 να αλλάξει απότομα πορεία προς τα δεξιά για να αποφύγει τη σύγκρουση. Στη συνέχεια, κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΚ 2 ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που διαπράχθηκαν τα πιο πάνω, ο ίδιος βρισκόταν εκτός υπηρεσίας με το ιδιωτικό του όχημα. Εξήγησε, ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στην οδό Καλαμών χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα και χωρίς να ελέγξει την κίνηση δεξιά του, με κίνδυνο πρόκλησης σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Ο ΜΚ 2, προέβη σε νεύμα προς τον εν λόγω οδηγό, ρωτώντας τον, «τι κάμνεις»; και ο οδηγός αυτός, ξεκίνησε να φωνάζει. Αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο ως τον οδηγό του Οχήματος που είχε δει κατά τον ουσιώδη χρόνο, από κοντινή απόσταση, να διαπράττει τα αδικήματα που αναγράφονται στο Κατηγορητήριο. Ανέφερε επίσης ότι ως προς την πορεία του Κατηγορούμενου, υπήρχε διακεκομμένη γραμμή η οποία έδειχνε ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε να δώσει προτεραιότητα στο όχημα που ερχόταν από δεξιά. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και κλήθηκε σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν λεπτομερώς τα δικαιώματά του, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα σιωπής, ως είχε δικαίωμα να πράξει χωρίς το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από την επιλογή του αυτή. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από την σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, χωρίς να περιορίζομαι στην καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας τους στο εδώλιο, αλλά συσχετίζοντας αυτή με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χρίστου v. Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 Τσιαππής v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339 κ.α.) Η μαρτυρία του ΜΚ1 παρέμεινε αναντίλεκτη. Ενόψει και των παραδεκτών γεγονότων που έχουν δηλωθεί σε σχέση με τα όσα κλήθηκε να καταθέσει ο ΜΚ1, αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολό της, δεν έχω αμφιβολία ότι ο μάρτυρας παρέθεσε τη μαρτυρία του ανεπιτήδευτα και με ειλικρίνεια, καταθέτοντας στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως πραγματικά τα είχε βιώσει και αντιληφθεί. Ο συνήγορος υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι ο ΜΚ1 υπέπεσε σε αντιφάσεις, οι οποίες έχουν κλονίσει την αξιοπιστία του, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε σχετικά αποσπάσματα από τη μαρτυρία του. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση αυτή. Η μαρτυρία του ΜΚ2 παρέμεινε σταθερή επί των ουσιωδών, για τη παρούσα υπόθεση, γεγονότων, χωρίς να έχει υποπέσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση, τέτοια που να είναι ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία του. Εξάλλου, σύμφωνα με τη νομολογία, αντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, δεν οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας σε αντίθεση με τις αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που οδηγούν σε ρήγματα στην υπόθεση (Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, Χρίστου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019). Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσουν στην αντίθετη κατεύθυνση, ενδυναμώνοντας την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του Κατηγορουμένου (Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/2012, ημερ. 2/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:B289, Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612, Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148). Είναι γεγονός ότι κατά την δια ζώσης μαρτυρία που δόθηκε από τον συγκεκριμένο μάρτυρα, δεν ήταν σε θέση να θυμάται όλες τις λεπτομέρειες που περιβάλλουν τα γεγονότα της υπόθεσης. Δεν θυμόταν τους αριθμούς εγγραφής το οχήματος που οδηγούσε ο ίδιος, την ημερομηνία που είχε καταγράψει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3Β, δεν ήταν βέβαιος για το χρώμα του Οχήματος (που οδηγούσε ο οδηγός που κατήγγειλε). Είναι φυσιολογικό, μετά από παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος μετά τα γεγονότα, ο ΜΚ2 να μην θυμόταν κάθε λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπόθεση. Παραπέμπω σχετικά με το θέμα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 136 - 137, «(γ) Μνήμη Μαρτύρων Και παρέλευση Χρόνου. Ίσως είναι και ανθρωπίνως αδύνατο - χωρίς τούτο να υπονοεί ότι δεν υπάρχουν και άτομα με εξαιρετικό μνημονικό (Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) - όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά από παρέλευση χρόνου να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια του επίδικου περιστατικού (Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημ. 2.5.14) και να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα περιέγραψαν στην Αστυνομία (Κλεοβούλου V Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17). Όταν η μαρτυρία αφορά σε ανάκληση γεγονότων που συνέβησαν πολύ παλιά, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίζει με επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται δεόντως (Damevski v. Hope
(2016)NSWSC 1231). Στην Σκορδέλλη και Άλλων v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16, το Εφετείο, διά της Ψαρά-Μιλτιάδους, Δ., σημείωσε ότι: «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.»» Δεν έχω αμφιβολία ότι αν ο ΜΚ2 είχε σκοπό να παρουσιάσει τη μαρτυρία του με επιτηδευμένο τρόπο ώστε πετύχει την καταδίκη του Κατηγορουμένου, θα είχε προετοιμαστεί σε σχέση με όλες τις πιο πάνω λεπτομέρειες, έτσι ώστε να προκαλέσει την καλύτερη δυνατή εντύπωση ως προς τη μνήμη του σε σχέση με τα όσα κατέθεσε. Αντίθετα, παρά την ευκολία με την οποία θα μπορούσε να ήταν προετοιμασμένος σε σχέση με τις λεπτομέρειες της υπόθεσης, που δεν ήταν πολλές (τύπος Οχήματος, χρώμα κτλ.) δεν το έπραξε, καταθέτοντας αυθόρμητα τα γεγονότα όπως τα θυμόταν. Αποτιμώντας και αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, και χωρίς να περιορίζομαι στην εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, κρίνω ότι ο ΜΚ2 κατέθεσε τα γεγονότα στο Δικαστήριο με απόλυτη ειλικρίνεια. Νομική Πτυχή Αδικημάτων Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη και Δεύτερη Κατηγορία - κανονισμός 65
(1)
(5)και
(9)των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 «65
(1)Όλα τα μηχανοκίνητα οχήματα καθώς και τα ρυμουλκούμενα και ημιρυμουλκούμενά τους, που είναι εγγεγραμμένα στο Βιβλίο Εγγραφής Μηχανοκινήτων Οχημάτων υπόκεινται σε περιοδικό τεχνικό έλεγχο, εξαιρουμένων των οχημάτων που ανήκουν στις ένοπλες δυνάμεις, στις δυνάμεις δημόσιας τάξης και στην πυροσβεστική υπηρεσία.» .. «
(5)Ο επιθεωρητής εφόσον ήθελε ικανοποιηθεί ότι το μηχανοκίνητο όχημα ευρίσκεται σε καλή και ασφαλή κατάσταση ή ότι έγιναν σύμφωνα με τις εντολές του οι αναγκαίες επισκευές ή προσαρμογές, εκδίδει στον ιδιοκτήτη του οχήματος ή στον έχοντα την ευθύνη ή τον έλεγχο του οχήματος, πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος κατά τον Τύπο ΧΧ που εμφαίνεται στο Πρώτο Παράρτημα των παρόντων Κανονισμών ή καθ' οποιοδήποτε άλλο τύπο, που ο Έφορος ήθελε εκάστοτε καθορίσει στον οποίο αναγράφεται και η ημερομηνία διεξαγωγής της επιθεώρησης.» .. «
(9)Με την πάροδο της τελευταίας ημέρας της περιόδου που καθορίζεται από την εκάστοτε γνωστοποίηση του Εφόρου για περιοδικό τεχνικό έλεγχο σύμφωνα με την παράγραφο
(1), απαγορεύεται η οδική χρήση οποιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επηρεαζομένου από την εκάστοτε γνωστοποίηση, η δε άδεια του οχήματος λογίζεται ανασταλείσα μέχρις ότου ο ιδιοκτήτης του οχήματος ή ο έχων την ευθύνη ή τον έλεγχο αυτού εφοδιαστεί με πιστοποιητικό καταλληλότητας του οχήματος, ως προνοείται στην παράγραφο 5» Ως έχει ήδη λεχθεί ανωτέρω, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι στις 06/06/2019, δεν υπήρχε σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας του Οχήματος, όπως προνοείται από τον κανονισμό 65 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 και ως εκ τούτου είχε ανασταλεί και η άδεια κυκλοφορίας του. Συνεπώς, αυτό που αποτελεί επίδικο γεγονός, είναι το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε οδηγήσει το Όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Τρίτη Κατηγορία - Κανονισμός 58
(4)(β) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/84 «
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει- (β) εισερχόμενος σε δρόμο με προτεραιότητα, να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος του ή να σταματά τελείως και να παραχωρεί δικαίωμα προτεραιότητας στην τροχαία που κινείται στον δρόμο αυτό·» Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου ο οδηγός που ερχόταν από αριστερά, όφειλε να ελαττώσει ταχύτητα ή να σταματήσει τελείως και να παραχωρήσει προτεραιότητα στον οδηγό που ερχόταν από δεξιά. Αυτό που αμφισβητεί η υπεράσπιση σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, είναι την οδήγηση του Οχήματος από τον Κατηγορούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο που ανέφερε ο ΜΚ2 στη μαρτυρία του. Οι θέσεις των μερών: Με την ολοκλήρωση της υπόθεσης η Κατηγορούσα Αρχή εισηγήθηκε ότι με τη μαρτυρία που έχει προσφερθεί, έχουν αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Ο συνήγορος υπεράσπισης είχε αντίθετη άποψη, οι θέσεις του οποίου συνοψίζονται ως ακολούθως: · Ο ΜΚ2 θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστος καθώς έχει υποπέσει σε σωρεία αντιφάσεων (ο ισχυρισμός αυτός έχει ήδη εξεταστεί κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας ανωτέρω). · Αμφισβητήθηκε η αναγνώριση του Κατηγορουμένου από τον ΜΚ2 κάτω από τις συνθήκες που έγινε. Συγκεκριμένα: o ο χρόνος που είχε ο ΜΚ2 να δει τον οδηγό του Οχήματος ήταν σύντομος (στιγμιαία αναγνώριση όπως την χαρακτήρισε), o η αναγνώριση έγινε ενώ ο ΜΚ2 οδηγούσε και είχε την προσοχή του στον δρόμο και δη ενώ κατά τον ίδιο χρόνο, ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να προβεί σε ενέργειες για αποφυγή σύγκρουσης, o ανάμεσα στον ΜΚ2 και τον οδηγό του Οχήματος καθόταν συνοδηγός, o μετά την διάπραξη δεν είχε δει ποτέ ξανά τον Κατηγορούμενο μέχρι την ακρόαση της υπόθεσης. Όλα τα πιο πάνω σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης καθιστούν την αναγνώριση του Κατηγορουμένου από τον ΜΚ2 επισφαλή. · Υπήρξε πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης από τον ΜΚ2 αφού: o Δεν προέβη σε σήμα στον οδηγό του Οχήματος για να σταματήσει ώστε να τον καταγγείλει επί τόπου αμέσως μετά τη διάπραξη των αδικημάτων, o Δεν έχει προβεί σε ταυτοπροσωπία κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που ισχυρίστηκε ότι είχε με τον Κατηγορούμενο, κατά την οποία τον ενημέρωσε ότι θα τον καταγγείλει. o Στο Τεκμήριο 3Α δεν αναφέρει τους αριθμούς εγγραφής του Οχήματος ή τον Κατηγορούμενο. o Ενώ ανέφερε ότι κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στις 6/6/2019, ακολούθως ανέφερε ότι στις 8/6/2019 τον κάλεσε στο τηλέφωνο όπου τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί. · Με την αποκάλυψη της τηλεφωνικής επικοινωνίας του ΜΚ2 με τον Κατηγορούμενο υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος επικοινωνίας του Κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται με το Συντάγματος. · Υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος του Κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (Συντάγματος) καθώς: o Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε κλήθηκε στην αστυνομία για να υποβάλει τη θέση του. o Ο παραπονούμενος ήταν ταυτόχρονα και εξεταστής της υπόθεσης. · Παραβιάστηκαν οι Δικαστικοί Κανόνες Πρακτικής, χωρίς όμως να αναφερθεί συγκεκριμένα ποιος ή ποιοι κανόνες παραβιάστηκαν και πώς αυτό επηρέασε τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου. Αναγνώριση Κατηγορουμένου από τον ΜΚ2 Έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση η ορθότητα της αναγνώρισης του οδηγού του Οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο από τον ΜΚ2. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην καθοδηγητική αγγλική απόφαση R. v. Turnbull [1976] 3 All E.R. 549 αλλά και σε κυπριακή νομολογία στην οποίαν υιοθετήθηκε η πιο πάνω απόφαση (βλ. Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Χ" Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174, Νεοφύτου Κώστας ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 242, Αθανασίου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 10/15, ημερ. 27.10.15), το δικαστήριο πρέπει να προειδοποιήσει τους ενόρκους, και στην περίπτωση των κυπριακών δικαστηρίων τον εαυτό του, για τους κινδύνους που υπάρχουν, όταν αμφισβητείται η αναγνώριση του κατηγορούμενου, ως του προσώπου που διέπραξε κάποιο αδίκημα. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, το χρονικό διάστημα που ο μάρτυρας παρατήρησε τον κατηγορούμενο, την απόσταση, τις συνθήκες φωτισμού, τα οποία καθορίζουν την ποιότητα της αναγνώρισης. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι φτωχή, το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον υπάρχει περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία προτού καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νεόφυτου Κωνσταντίνου Ιωάννου
(2013)2 ΑΑΔ 601 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί. Σε περίπτωση όμως, που ο μάρτυς, όντως είδε το δράστη και το ζητούμενο είναι η ορθότητα της αναγνώρισης του υπόπτου στο πρόσωπο του δράστη, τότε και μόνο τότε, εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull. Κοντολογίς, το θέμα είναι αποκλειστικά θέμα ποιότητας της αναγνωριστικής μαρτυρίας. Αν η ποιότητα της αναγνώρισης είναι ικανοποιητική σε βαθμό που το δικαστήριο αισθάνεται ασφαλές να στηριχθεί σ' αυτή χωρίς υποστηρικτική μαρτυρία, τότε δεν συντρέχει λόγος αναζήτησης τέτοιας μαρτυρίας. Αν όμως η ποιότητα της μαρτυρίας αναγνώρισης είναι φτωχή, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, εφόσον άλλωστε, όπως έχουμε ήδη επισημάνει, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής εδράζεται αποκλειστικά ή ουσιαστικά επί της αναγνωριστικής μαρτυρίας, εκτός αν υπάρχει άλλη μαρτυρία, όχι κατ' ανάγκη αναγνωριστικής φύσης, η οποία τείνει να υποστηρίξει την ορθότητα της αναγνώρισης, αποκλείοντας, κατά το δυνατό, το ενδεχόμενο λάθους (βλ. Younnas
(2012)ENCA CRIM. 2022, στην οποία υιοθετήθηκαν πλήρως οι αρχές της Turnbull). Επομένως, δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης ή μη του εκδικάζοντος την υπόθεση δικαστηρίου να αναζητήσει υποστηρικτική μαρτυρία, εφόσον, ούτως ή άλλως, τέτοια μαρτυρία, υπόκειται στη βάσανο της αξιολόγησης αφού αυτή αποτελεί μέρος του συνόλου της μαρτυρίας που κρίθηκε αξιόπιστη. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Turnbull είναι ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο οι σχετικές αρχές πρέπει να τυγχάνουν χειρισμού και το όλο θέμα να προσεγγίζεται: "All these matters go to the quality of the identification evidence. If the quality is good and remains good at the close the accused's case, the danger of a mistaken identification is lessened; but the poorer the quality, the greater the danger. In our judgment when the quality is good, as for example when the identification is made after a long period of observation, or in satisfactory conditions by a relative, a neighbour, a close friend, a workmate and the like, the jury can safely be left to assess the value of the identifying evidence even though there is no other evidence to support it; provided always, however, that an adequate warning has been given about the special need for caution. Were the Courts to adjudge otherwise, affronts to justice would frequently occur .................. When, in the judgment of the trial judge, the quality of the identifying evidence is poor, as for example when it depends solely on a fleeting glance or on a longer observation made in difficult conditions, the situation is very different. The judge should then withdraw the case from the jury and direct an acquittal unless there is other evidence which goes to support the correctness of the identification. This may be corroboration in the sense lawyers use that word; but it need not be so if its effect is to make the jury sure that there has been no mistaken identification ... The trial judge should identify to the jury the evidence which he adjudges is capable of supporting the evidence of identification. If there is any evidence or circumstances which the jury might think was supporting when it did not have this quality, the judge should say so." Στην απόφαση Τουμάζου v Αστυνομίας Ποινική Έφεση 166/2016, ημερ. 5/10/2018 αναφέρθηκε ότι δεν είναι ανεπίτρεπτη η αναγνώριση στο εδώλιο («dock identification»). Η ίδια προσέγγιση ακολουθήθηκε μεταγενέστερα και στην υπόθεση Σπανούδης v. Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας, Ποινική Έφεση 283/2018, ημερ. 20.11.2019. Παραθέτω πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από την Τουμάζου που αναφέρεται ανωτέρω: Τέθηκε με την έφεση ότι ανεπίτρεπτα το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την αναγνώριση του εφεσείοντα από το Μ.Κ.1 στο εδώλιο του κατηγορουμένου, χωρίς να είχε προηγηθεί αναγνωριστική παράταξη και, περαιτέρω, ότι τέτοια αναγνώριση δεν ήταν ασφαλής. Οι πρόδηλοι κίνδυνοι (βλ. Holland v. HM Advocate [2005] UKPC D 1) αναγνώρισης για πρώτη φορά του κατηγορούμενου όταν αυτός βρίσκεται στο εδώλιο («αναγνώριση στο εδώλιο», «dock identification»), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνωριστική παράταξη, έχουν οδηγήσει από πολλού το κοινό δίκαιο στο να θεωρήσει την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας ανεπιθύμητη (R v. Cartwright, 10 Cr. App. R. 219, CCA). Προκειμένου δε για την εκδίκαση σοβαρών ποινικών υποθέσεων (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «offences triable on indictment»), ακολουθήθηκε από τα Δικαστήρια απαγορευτική πρακτική (Fergus
(1993)98 Cr. App. R. 313). Mε δήλωση δε, πολιτικής από το 1976 του Γενικού Εισαγγελέα και του αρμόδιου τμήματος δημόσιων ποινικών διώξεων (Department of Public Prosecution), σε τέτοιες σοβαρές υποθέσεις, κατά κανόνα δεν καλούνται μάρτυρες προς αναγνώριση του κατηγορούμενου χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνώριση του στα πλαίσια αναγνωριστικής παράταξης (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2015, F19.6). Έγινε όμως έκτοτε σαφές ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν παραβιάζει per se την έννοια της δίκαιης δίκης, εκτός υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι ζήτημα που εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, (Holland, ανωτέρω, Tido v. The Queen [2011] 2 Cr. App. R. 23, PC). Άλλο βεβαίως, σε δεύτερο στάδιο, είναι το ζήτημα της βαρύτητας που θα της αποδοθεί. Δεν θα επεκταθούμε ως προς αυτά, εφόσον σε περιπτώσεις, όπως εν προκειμένω, αδικημάτων ήσσονης σοβαρότητας (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «summary offences» και εκδικάζονται από τα Magistrates' Courts) υιοθετήθηκε τελικά[1] στην υπόθεση Barnes v. Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr. App. R. 505, DC, πιο ελαστική, ούτως ή άλλως, προσέγγιση. Στην υπόθεση Barnes, που αφορούσε σε τροχαία αδικήματα, η διαφοροποίηση έγινε με αναφορά όχι απλώς στις πρακτικές δυσχέρειες που θα συνεπαγόταν η διοργάνωση αναγνωριστικής παράταξης κάθε φορά που ένας κατηγορούμενος αμφισβητεί ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος, αλλά και στον κίνδυνο που θα προέκυπτε, εάν ακολουθείτο τέτοια διαδικασία σε κάθε περίπτωση αμφισβητούμενης ταυτότητας, για το όλο σύστημα απονομής δικαιοσύνης στα συγκεκριμένα δικαστήρια. Ασφαλώς η προσέγγιση αυτή, την οποία και υιοθετούμε, συσχετίζεται και με τη μειωμένη, συγκριτικά, σοβαρότητα των υποθέσεων «συνοπτικής εκδίκασης». Θα ήταν πράγματι εντελώς μη πρακτικό και θα επηρέαζε καταλυτικά την απονομή της δικαιοσύνης από τα Επαρχιακά Δικαστήρια προκειμένου για τέτοιας φύσεως αδικήματα και/ή διαδικασίες όπως η υπό συζήτηση, εάν οδηγείτο η αστυνομία στην υποχρέωση να διενεργεί αναγνωριστικές παρατάξεις για το ενδεχόμενο ότι ο κατηγορούμενος θα αμφισβητήσει την αναγνώρισή του. Μη πρακτικό, θεωρούμε ακόμα και τον περιορισμό που έθεσε στη γενικότερη προσέγγιση της Barnes η υπόθεση Karia v. DPP [2002] EWHC 2175, ότι δηλαδή τέτοια υποχρέωση ανακύπτει όταν ο κατηγορούμενος δώσει προηγούμενη ειδοποίηση ότι θα εγείρει το ζήτημα της αναγνώρισής του. Σε αυτού του είδους τα αδικήματα και διαδικασίες δεν θεωρούμε ότι υπάρχει υποχρέωση, υπό τη συζητούμενη έννοια, για αναγνωριστική παράταξη. Τούτο ασφαλώς δεν σημαίνει ότι αίρονται οι κίνδυνοι από «αναγνώριση στο εδώλιο» και ότι δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου για ιδιαίτερη προσοχή η οποία και θα πρέπει να εκφράζεται με προειδοποίηση της μορφής της υπόθεσης Turnbull [1976] 3 All ER
  1. Η προειδοποίηση βέβαια αυτή έχει νόημα μόνο εάν και εφόσον προηγουμένως το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναγνώριση προέρχεται από αξιόπιστο μάρτυρα και το ζητούμενο είναι κατά πόσο, παρά ταύτα, προέβη σε λανθασμένη αναγνώριση. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε το Μ.Κ.1 ως αξιόπιστο μάρτυρα, του οποίου μάλιστα η αξιοπιστία δεν αμφισβητήθηκε, αλλά μόνο το ασφαλές της αναγνώρισης που έκαμε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αρχή της Turnbull και τα κριτήρια που καθιερώθηκαν και προειδοποίησε εαυτόν για τους κινδύνους της αναγνώρισης υπό τις περιστάσεις που έγινε. Έλαβε υπόψιν ότι επρόκειτο για «αναγνώριση στο εδώλιο» και ότι η «στιχομυθία» διήρκησε περίπου 20 δευτερόλεπτα, από την άλλη όμως έλαβε υπόψιν ότι ο αστυνομικός είχε ανεμπόδιστη ορατότητα υπό συνθήκες φωτισμού ημέρας και ότι η συνομιλία, έστω και σύντομη, έγινε πρόσωπο με πρόσωπο σχεδόν εξ επαφής. Πέραν όμως αυτών των περιστάσεων, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν ότι η περιγραφή του οδηγού στην οποία, ως άνω, ο Μ.Κ.1 προέβη, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε, αλλ΄ούτε τέθηκε πως δεν συνάδει με την περιγραφή του εφεσείοντα. Στη αγγλική υπόθεση R. V Hussain (Aftab) [2013) EWCA Crim 1177 ο κατηγορούμενος (οδηγός), παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αστυνομικού και αναπτύσσοντας ταχύτητα διέφυγε τον έλεγχο. Ο αστυνομικός ανέφερε ότι είχε την ευκαιρία να δει το πρόσωπο του Κατηγορουμένου από απόσταση 5 με 6 ποδιών για χρονικό διάστημα μεταξύ 5 με 6 δευτερολέπτων. Τα πιο πάνω είχαν συμβεί στις 26/2/2012 περί ώρα 06:50 το βράδυ, αλλά υπήρχε επαρκής φωτισμός. Κατ' έφεση, η υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι υπήρχαν ουσιώδεις αδυναμίες στην αναγνώριση του κατηγορουμένου. Το αγγλικό εφετείο, απέρριψε την έφεση αναφέροντας ότι βάση του συνόλου της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον των ενόρκων[1] η καταδίκη δεν ήταν επισφαλής. Στις υποθέσεις Τουμάζου και Σπανούδης (που αναφέρονται ανωτέρω) με αναφορά στην υπόθεση R. v. Ramsden [1991] Crim L R 265, αναγνωρίστηκε ότι «η ένταξη ενός μάρτυρα αναγνώρισης στο σύστημα απονομής ποινικής δικαιοσύνης, όπως είναι ένας αστυνομικός, καθιστά πιθανή την καλύτερη αντίληψη εκ μέρους του της σημασίας της αναγνώρισης, με συνεπακόλουθο την άσκηση πιο επισταμένης προσοχής». Δεδομένης της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ2, απομένει να εφαρμόσω τις πιο πάνω αρχές όσον αφορά την αναγνώριση του Κατηγορουμένου από αυτόν, ως το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα, με τον τρόπο που περιέγραψε στη μαρτυρία του. Προβαίνω σε σχετική αυτοπροειδοποίηση, σε σχέση με τους κινδύνους στήριξης με ασφάλεια στη συγκεκριμένη αναγνώριση, δεδομένου του γεγονότος ότι ο ΜΚ2 είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τον οδηγό του Οχήματος μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, μεταξύ του ΜΚ2 και του οδηγού του Οχήματος καθόταν συνοδηγός. Σημειώνεται ότι δεν έχει αναφερθεί κάτι σε σχέση με τις συνθήκες φωτισμού που επικρατούσαν. Λαμβάνω υπόψη μου ότι ένας μάρτυρας, παρότι ειλικρινής, είναι πιθανόν υπό τις συνθήκες που έγινε η αναγνώριση και παρά τη βεβαιότητα του ως προς την ορθότητα της αναγνώρισης, να έχει προβεί σε λάθος αναγνώριση. Με βάση τη μαρτυρία που δόθηκε, δεδομένης της κοντινής απόστασης μεταξύ του ΜΚ2 και του οδηγού του Οχήματος αλλά και του διαπληκτισμού που μεσολάβησε ενόσω οι δύο κινούνταν παράλληλα στις δύο λωρίδες κυκλοφορίας, (ο οποίος προκύπτει ως απόρροια κοινής λογικής ότι διήρκησε κάποια δευτερόλεπτα), η ποιότητα της αναγνώρισης είναι τέτοια που δεν μου αφήνει αμφιβολία ως προς την ορθότητα της. Το πιο πάνω συνάδει και με τη μαρτυρία που δόθηκε από τον ΜΚ2, ότι όταν μίλησε τηλεφωνικά με τον ιδιοκτήτη του Οχήματος (που είναι ο γιος του Κατηγορουμένου), ο τελευταίος του ανέφερε ότι ο οδηγός του Οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο Κατηγορούμενος. Σημειώνω ότι η συγκεκριμένη αναφορά του ΜΚ2 δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Πλημμελής διερεύνηση της υπόθεσης Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο ΜΚ2 δεν προέβη σε σήμα στον οδηγό του Οχήματος κατά τη διάπραξη των αδικημάτων για να σταματήσει ώστε να τον καταγγείλει επί τόπου, ο ΜΚ2 έχει απαντήσει πειστικά, ότι ο λόγος που δεν το έπραξε ήταν γιατί οδηγούσε το ιδιωτικό του όχημα και δεν μπορούσε να το πράξει. Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο ΜΚ2 δεν έχει προβεί σε ταυτοπροσωπία κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που (σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του) είχε με τον Κατηγορούμενο όταν τον ενημέρωσε ότι θα τον καταγγείλει, θα συμφωνήσω ότι ο ΜΚ2 δεν ανέφερε επαρκείς και πειστικές λεπτομέρειες, που να οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι το πρόσωπο με το οποίο μίλησε τηλεφωνικώς ήταν ο Κατηγορούμενος. Πέραν του γεγονότος ότι κάλεσε στον αριθμό τηλεφώνου που του είχε δώσει ο γιος του Κατηγορουμένου, δεν έχει εξηγήσει πώς βεβαιώθηκε (και αν βεβαιώθηκε), ότι μιλούσε πράγματι με τον Κατηγορούμενο. Συνεπώς, το περιεχόμενο της συνομιλίας του ΜΚ2 με τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Όσον αφορά την θέση ότι στο Τεκμήριο 3Β δεν αναφέρει τους αριθμούς εγγραφής του Οχήματος ή το όνομα του Κατηγορουμένου, αυτό δεν επηρεάζει ούτε την ουσία της υπόθεσης αλλά ούτε και την αξιοπιστία του ΜΚ
  2. Το Τεκμήριο 3Β αποτελεί μέρος του ανακριτικού φακέλου που είχε συμπληρωθεί, αφού είναι οπισθόφυλλο του Τεκμηρίου 3Α. Από την στιγμή που καταγράφονται τα στοιχεία αυτά στο Τεκμήριο 3Α, η μη επανάληψη τους στο Τεκμήριο 3Β δεν επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζοντας τη θέση ότι ο ΜΚ2 ανέφερε αντιφατικούς χρόνους καταγγελίας, αφού σε ένα σημείο της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στις 6/6/2019 και σε άλλο σημείο ανέφερε ότι στις 8/6/2019 τον κάλεσε στο τηλέφωνο όπου τον πληροφόρησε ότι θα καταγγελθεί (σε μέλλοντα χρόνο), κρίνω ότι πρόκειται για απλό φραστικό ολίσθημα, που δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης. Παραβίαση δικαιώματος επικοινωνίας - Συντάγματος. Με δεδομένο ότι δεν έχω κάνει αποδεκτό το περιεχόμενο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του ΜΚ2 με το πρόσωπο που αναφέρει ότι κάλεσε και ενημέρωσε ότι θα καταγγείλει, ο ισχυρισμός αυτός καθίσταται άνευ αντικειμένου και κρίνω ότι δεν χρήζει εξέτασης. Παραβίαση του δικαιώματος του Κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (Συντάγματος) Με δεδομένη τη φύση της παρούσας υπόθεσης και τα ήσσονος σοβαρότητας αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, κρίνω η μη κλήση του Κατηγορουμένου στην αστυνομία για να δώσει τη θέση του πριν την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο δεν επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα του. Εξάλλου, ο Κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να προβάλει τη θέση του στο Δικαστήριο και να ακουστεί, αλλά επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Όπως έχει ήδη λεχθεί, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από την επιλογή του αυτή, πλην όμως ο Κατηγορούμενος δεν μπορεί να διαμαρτύρεται ότι στερήθηκε του δικαιώματος να προβάλει τη θέση του, ενώ όταν είχε την ευκαιρία να το πράξει, πέραν της άρνησης ενοχής και της έμμεσης[2] αμφισβήτησης ότι ήταν ο οδηγός του Οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν έχει προβάλει κανένα ισχυρισμό. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο ΜΚ2 ήταν ταυτόχρονα παραπονούμενος και εξεταστής της υπόθεσης, δεν διέκρινα (ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε τέτοιος ισχυρισμός από την υπεράσπιση) οποιαδήποτε έχθρα, προσωπική αντιμαχία ή αντιπαλότητα μεταξύ του ΜΚ2 και του Κατηγορουμένου, που να δικαιολογούσε διαφορετικό χειρισμό ως προς την διερεύνηση, δεδομένης της φύσης της υπόθεσης και της σοβαρότητας των αδικημάτων. Παραβίαση Κανόνων Πρακτικής Δεν έχει αναφερθεί συγκεκριμένα ποιος κανόνας πρακτικής έχει παραβιαστεί και πώς αυτό έχει επηρεάσει τα δικαιώματα του Κατηγορουμένου. Στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 855 αναφέρεται ότι «Οι Δικαστικοί Κανόνες αποτελούν κανόνες πρακτικής που στοχεύουν στην ενιαία και εποικοδομητική καθοδήγηση της αστυνομίας ως προς το πώς πρέπει να λαμβάνονται καταθέσεις (ομολογίες ή άλλες σχετικές δηλώσεις). Με δεδομένο ότι δεν έχω κάνει αποδεχτό το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας του ΜΚ2 με το πρόσωπο που ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος, παρέλκει η οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση του ισχυρισμού αυτού. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας δεδομένης, προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα. Στις 6/6/2019 περί ώρα 18:15, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα και εισήλθε στην οδό Καλαμών από τον παρακαμπτήριο δρόμο της Λεωφόρου Λεμεσού, χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα και χωρίς να παραχωρήσει προτεραιότητα στον ΜΚ2 που οδηγούσε στην οδό Καλαμών που ήταν δρόμος με προτεραιότητα. Περαιτέρω, κατά τον ίδιο χρόνο ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα ενώ δεν βρισκόταν σε ισχύ πιστοποιητικό καταλληλότητας του εν λόγω Οχήματος, το οποίο να είχε εκδοθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό 65
(5)της ΚΔΠ 66/84 και ενώ είχε ήδη ανασταλεί η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος σύμφωνα με τον Κανονισμό 65
(5)της ΚΔΠ 66/84. Κατάληξη Ενόψει των ανωτέρω, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στις κατηγορίες 1, 2 και 3 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τα δαχτυλικά αποτυπώματα του κατηγορουμένου ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος ήταν ένα από τα πρόσωπα που ήταν αναγραμμένα στην ασφάλιση ευθύνης έναντι τρίτου του εν λόγω αυτοκινήτου και είχε αποδεδειγμένα δώσει ψεύτικο άλλοθι. [2] Δεν υπήρξε σαφής και ρητή υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.