← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Αντωνιάδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 728/2019, 11/4/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Αντωνιάδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 728/2019, 11/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2022:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 728/2019 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. [ ] Αντωνιάδης
  2. [ ] Mihov
  3. [ ] Κυριάκου
  4. [ ] Ιωάννου
  5. [ ] Σοφοκλέους
  6. [ ] Χατζηιωάννου
  7. [ ] Μενελάου
  8. [ ] Φιλίππου Κατηγορούμενοι ------------- 11 Απριλίου,
  9. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαλοΐζου μαζί με κ. Χρ. Κάρκα και κ. Α. Λουκάτζη Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης μαζί με κα Ντ. Τριανταφυλλίδη Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Χριστοδούλου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Μ. Σπύρου μαζί με κ. Ε. Ζαχαράκη Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Χ. Γεωργίου Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 6 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα υπόθεση έχει συμπληρώσει αισίως τρία χρόνια ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς να έχει αρχίσει ακόμα η ακρόαση της. Η καθυστέρηση συνεπώς είναι δεδομένη και επ' αυτού επανειλημμένως έχουμε εκφράσει την ανησυχία μας. Στη μέχρι στιγμής πορεία της υπόθεσης, έχουν προκύψει διάφορα θέματα, εκ των οποίων κάποια έδωσαν το έναυσμα για υποβολή της υπό εξέταση ένστασης του κατηγορούμενου 1 για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορούμενου 1, κ. Τριανταφυλλίδη, μεταξύ 18.3.2019 που ήταν η αρχική ημερομηνία καταχώρησης της υπόθεσης και 2.2.2022, έχουν καταχωρηθεί συνολικά πέντε κατηγορητήρια. Το γεγονός τούτο σε συνάρτηση με το ότι το μαρτυρικό υλικό στο οποίο στηρίζεται η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, παραδιδόταν στην Υπεράσπιση σταδιακά, παρ' ότι, στο σύνολο του, ήταν στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής πριν τις 18.3.2019, συνιστά μια κατάσταση πεπραγμένων που ισούται με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ώστε να πρέπει η διαδικασία να διακοπεί και ο κατηγορούμενος 1 συνακόλουθα να απαλλαγεί των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο, με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 21.2.2022, έκρινε ότι το προαναφερθέν αίτημα στη διάσταση που ετέθη, μπορεί να εξεταστεί σ' αυτό το προδικαστικό στάδιο. Για τον λόγο αυτό κάλεσε τα μέρη όπως εξετάσουν το ενδεχόμενο να κατατεθεί ένα παραδεκτό πλαίσιο γεγονότων, ώστε να αποφευχθεί η προσκόμιση μαρτυρίας και να διασωθεί, έστω σ' αυτό το περιορισμένο πλαίσιο, κάποιος δικαστικός χρόνος. Παρά την αρχική της διαφωνία, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κα Παπαλοίζου, προς τιμή της, επέδειξε πνεύμα συναίνεσης και συναντίληψης και αποδέχθηκε το εισηγούμενο από μέρους της Υπεράσπισης, πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων, το οποίο ούτως ή άλλως δεν περιέχει οτιδήποτε που θα μπορούσε να δώσει λαβή για διαφωνία. Το πλαίσιο αυτό αποτελείται εξ ολοκλήρου από έγγραφα. Συγκεκριμένα, τα κατηγορητήρια της υπόθεσης (τεκμήριο 1). Τα πρακτικά του Δικαστηρίου διαφόρων ημερομηνιών (τεκμήριο 2) και αντίγραφα κάποιων επιστολών που ανταλλάγησαν μεταξύ των μερών (τεκμήριο 3). Στη βάση λοιπόν αυτού του πλαισίου, ο κ. Τριανταφυλλίδης αγόρευσε προφορικά προς υποστήριξη των θέσεων του. Ανέλυσε με περισσή επάρκεια και επιμέλεια τους επιμέρους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι υπάρχει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με παράλληλη παραπομπή και συσχέτιση των εφαρμοστέων αρχών ως προκύπτουν από τη Νομολογία, κυπριακή και ξένη. Το ίδιο έπραξε και η κα Παπαλοίζου, υποστηρίζοντας βέβαια ακριβώς το αντίθετο, ότι δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, καμία κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας υπάρχει. Παρέδωσε μάλιστα και περίγραμμα αγόρευσης όπου αναπτύσσονται οι λόγοι της διαφωνίας της με πλούσια παραπομπή σε Νομολογία, κυπριακή και ξένη. Έχουμε μελετήσει ενδελεχώς και με προσοχή το περιεχόμενο των εν λόγω αγορεύσεων και αναφορά σε εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο, εκεί και όπου χρειάζεται προς επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς. Πρώτα όμως, κάποιες δικές μας επισημάνσεις σε σχέση με τις εφαρμοστέες αρχές. Η πρώτη και σημαντικότερη είναι ότι δεν υπάρχουν στεγανά σε ό,τι αφορά την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτή μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές. Για τούτο, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου μπορεί να ασκηθεί ανάλογα με τη μορφή της κατάχρησης (βλ. Έλληνας ν. Δημοκρατίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Ηλία (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786, Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρου ν. Ξενή Ποινική Έφεση 223/2014 ημερ. 11/11/2015). Το Δικαστήριο έχει υπέρτατο καθήκον να προωθεί τη δικαιοσύνη και να εμποδίζει την αδικία. Απ' αυτό το καθήκον αναφύεται η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περίπτωση κατάχρησης. Απολύτως σχετική επί τούτου είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου - στην οποία αμφότεροι οι συνήγοροι παραπέμπουν - Δημοκρατία v. Ηλιάδη, Ποινικές Εφέσεις 348 και 349/18 ημερ. 31.5.
  1. Στην υπόθεση Εμπεδοκλή (πιο πάνω), υποδείχθηκε πως, «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων». Στη Σπύρου (πιο πάνω) αφού υιοθετείται το πιο πάνω απόσπασμα της Εμπεδοκλή, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Στη Hui Chi-Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding".» Στην Beckford [1996] 1 Cr App R 94, 100 τονίστηκε ότι: «the constitutional principle which underlies the jurisdiction to stay proceedings is that the courts have the power and the duty to protect the law by protecting its own purposes and functions». Στην ίδια απόφαση σημειώθηκε ότι η δικαιοδοσία για αναστολή μπορεί να ασκηθεί σε ποικιλία περιπτώσεων, αλλά, από τη νομολογία προκύπτουν δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη είναι όταν το Δικαστήριο διαγνώσει ότι ο κατηγορούμενος, εξ αντικειμένου, δεν δύναται να έχει δίκαιη δίκη. Σ' αυτή την περίπτωση, όταν δηλαδή εξ υπαρχής, είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να έχει μια δίκαιη δίκη, η διαδικασία, χωρίς άλλο, διακόπτεται. Δεν τίθεται καν ζήτημα εξισορρόπησης των όποιων αντιμαχόμενων συμφερόντων των δύο πλευρών. Στη δεύτερη τάση εμπίπτουν οι περιπτώσεις όπου θα είναι άδικο για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο, ως εκ της επιμέρους, διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων, να αντιμετωπίσει την επικείμενη δίκη. Κατά τα λεγόμενα του κ. Τριανταφυλλίδη, σ' αυτή την κατηγορία εντάσσεται η περίπτωση του κατηγορούμενου
  2. Χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη κατ' ισχυρισμό κατάχρηση διαδικασίας ως «ο λανθασμένος τρόπος [η Κατηγορούσα Αρχή] να κάνει κάτι νόμιμο». Σ' αυτές τις περιπτώσεις το Δικαστήριο οφείλει να προστατεύσει την ακεραιότητα του όλου συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Σ' αυτό το πλαίσιο, ακόμα και αν τα αντικειμενικά εχέγγυα για δίκαιη δίκη διασφαλίζονται, το Δικαστήριο θα διακόψει τη διαδικασία όταν, από το σύνολο των περιστάσεων, καταλήξει ότι η διεξαγωγή δίκης θα πλήξει το αίσθημα δικαιοσύνης (justice) και ευταξίας (propriety) του Δικαστηρίου (βλ. Maxwell [2011] 4 All ER 941). Σχετική επ΄ αυτού είναι η Latiff [1996] 1 WLR 104 στην οποία, τονίστηκε πως στη δεύτερη περίπτωση κατάχρησης, θα πρέπει το Δικαστήριο να εξισορροπεί το δημόσιο συμφέρον που θέλει τη διασφάλιση όπως αυτοί που κατηγορούνται για σοβαρά εγκλήματα προσάγονται σε δίκη, με το αντιμαχόμενο δημόσιο συμφέρον όπως μη δίδεται η εντύπωση ότι ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα» (the end justifies any means) - (βλ. Warren v. A.G for Jersey [2012] 1 AC 22 και R v. Babos [2014] 1 SCR 309). Η εξουσία για αναστολή, διακοπή ή απόρριψη δικαστικής διαδικασίας, λόγω κατάχρησης, είναι κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία και ασκείται με φειδώ και μόνο στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται ότι η συνέχιση της θα προκαλέσει έκδηλη αδικία (βλ. Έλληνας και Hui Chi-Ming (ανωτέρω), Walpole v. Partridge and Wilson [1994] 1 All ER 385, Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ v. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ
(2013)2 Α.Α.Δ, 591 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Βουλή των Αντιπροσώπων Προσφυγή 4/2021, ημερ. 24.1.2022, στην οποία εύστοχα παρέπεμψε ο κ. Τριανταφυλλίδης). Το βάρος φαίνεται να είναι στους ώμους της πλευράς που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Τo τι συνιστά «δυσμενή επηρεασμό», θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Αυτού λεχθέντος - χωρίς να την ασπαζόμαστε - υπάρχει η άποψη, ότι τέτοιου είδους ζητήματα είναι τόσα στενά συναρτώμενα με το σύστημα απονομής δικαιοσύνης που καθιστούν ακατάλληλη την όποια πρόσδοση βάρους ή επιπέδου απόδειξης. Ακόμα, πιο προχωρημένη είναι η θέση πως ισχύει ο συνήθης κανόνας των ποινικών υποθέσεων, ότι, δηλαδή, είναι η Κατηγορούσα Αρχή που έχει το βάρος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να αποδείξει πως δεν έλαβαν χώρα οι κατ' ισχυρισμό περιστάσεις που δεικνύουν κατάχρηση (βλ. Abuse of Process and Judicial Stays of Criminal Proceedings, Andrew L-T Choo, Δεύτερη Έκδοση
(2008), σελ. 166 και 167). Το σίγουρο πάντως, είναι πως το Δικαστήριο προτού προχωρήσει σε απόρριψη, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιομετόχου v. Χριστοφίδης Ποινική Έφεση 4/2014, ημερ. 3.3.2016). Πολύ σημαντικό είναι να τονισθεί ότι η σύμφυτη αυτή εξουσία του Δικαστηρίου δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως απευθείας μέσο πειθάρχησης είτε της Αστυνομίας είτε της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Ex parte Belsham
(1992)94 Cr. App R, 382, R v. Horseferry Road Magistrates Court ex parte Bennett [1993] 3 All ER 138, 151 και Ahmed [2011] EWCA Crim. 184). Μπορεί, ωστόσο, το Δικαστήριο να μην επιτρέψει στην Κατηγορούσα Αρχή να αποκτήσει αθέμιτο πλεονέκτημα, εδραζόμενο σε καταχρηστική συμπεριφορά, αποφαινόμενο ότι τέτοια συμπεριφορά υπό τις περιστάσεις, συνιστά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (βλ. Belsham, ανωτέρω). Απώτερος σκοπός εξάλλου είναι η προστασία του κύρους και της υπόληψης του όλου συστήματος απονομής δικαιοσύνης (βλ. Ahmed, (ανωτέρω) και Warren, [ανωτέρω]). Στην R. Downey [2014] EW Misc 7 (CCrimC), αναφέρθηκε ότι, στον τομέα της κατάχρησης, το Δικαστήριο ασχολείται με ζητήματα δικαιοσύνης (considerations of fairness) και θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερο να ανταποκριθεί στην αποστολή του, αναλόγως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Επανερχόμαστε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κάνοντας αρχή από τα κατηγορητήρια που κατά καιρούς έχουν καταχωρηθεί. Το πρώτο κατηγορητήριο ημερ. 18.3.2019 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δυνάμει του άρθρου 38 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  1. Βάσει αυτού του κατηγορητηρίου, οι τότε κατηγορούμενοι, παραπέμφθηκαν σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Πρόκειται για τη νενομισμένη διαδικασία παραπομπής μιας υπόθεσης για εκδίκαση στο Κακουργιοδικείο. Στις 29.5.2019 καταχωρήθηκε δυνάμει του άρθρου 109 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, το κατηγορητήριο ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Είναι βάσει αυτού του κατηγορητηρίου που η υπόθεση ενώπιον μας εκδικάζεται. Συνεπώς, μέχρι αυτού του σημείου, η ύπαρξη δύο κατηγορητηρίων - του κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου και του αρχικού κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε στο Κακουργιοδικείο - η ακολουθητέα διαδικασία ήταν η απολύτως ενδεδειγμένη και συνήθης. Στις 11.10.2021 υποβλήθηκε και εγκρίθηκε, χωρίς ένσταση, η πρώτη τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Μολονότι η τροποποίηση που έγινε ήταν εκτενής, υπό την έννοια ότι έγιναν διορθώσεις σε αρκετές κατηγορίες, επί της ουσίας δεν άλλαξε οτιδήποτε. Το γεγονός τούτο το αναγνώρισε από την ίδια ημέρα και ο δικηγόρος που εμφανίστηκε για τον κατηγορούμενο 1 (βλ. τεκμήριο 2 - πρακτικό ημερ. 11.10.2021). Στις 16.11.2021 υποβλήθηκε νέο αίτημα για τροποποίηση. Οι συνήγοροι όλων των κατηγορουμένων ζήτησαν χρόνο να μελετήσουν το προτεινόμενο κατηγορητήριο και να τοποθετηθούν. Έτσι, η υπόθεση ορίστηκε στις 13.12.
  2. Την ημέρα εκείνη, οι συνήγοροι όλων των κατηγορουμένων αποδέχθηκαν την προτεινόμενη τροποποίηση, με μόνη επιφύλαξη, τη διατήρηση από πλευράς κατηγορουμένου 1, του δικαιώματος να εγείρει προδικαστικά, ένσταση για κατάχρηση διαδικασίας. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, το κατηγορητήριο τροποποιήθηκε διά της αντικατάστασης (όχι κατά τρόπο που να επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης) των κατηγοριών 1, 2, 4, 6, 8, 10, 11, 12 και
  3. Στις 2.2.2022 η Κατηγορούσα Αρχή ανέστειλε την ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων 4, 5, 7 και
  4. Αν και δεν υποχρεούτο να δώσει λόγο για την ενέργεια της αυτή, το έπραξε. Ο λόγος, σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο κα Παπαλοίζου, ήταν διότι αριθμός βασικών μαρτύρων κατηγορίας (παραπονουμένων προσώπων) έφυγαν από την Κύπρο και ήταν αδύνατος ο εντοπισμός τους. Ως εκ τούτου, ελλείψει μαρτυρίας, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν είχε άλλη επιλογή από την αναστολή της ποινικής δίωξης. Ταυτοχρόνως, αναστάληκε η ποινική δίωξη σε σχέση με αριθμό κατηγοριών εναντίον των εναπομεινάντων κατηγορουμένων για ακριβώς τον ίδιο λόγο - ελλείψει δηλαδή μαρτυρίας - και συνακόλουθα, οι κατηγορούμενοι απαλλάχτηκαν των κατηγοριών αυτών. Τούτο, είχε ως αποτέλεσμα, τη δραστική μείωση των κατηγοριών στο κατηγορητήριο από 101 σε
  5. Το διαμορφωμένο αυτό κατηγορητήριο, με τις εναπομείνασες κατηγορίες, είναι αυτό που λογίζεται από τον κ. Τριανταφυλλίδη ως το πέμπτο κατηγορητήριο. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, προκύπτει ότι στην παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε διά της νομότυπης, ενδεδειγμένης και συνήθους διαδικασίας, κατηγορητήριο ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για παραπομπή των κατηγορουμένων ενώπιον Κακουργιοδικείου. Κατόπιν, πάλι διά της νομότυπης, ενδεδειγμένης και συνήθους διαδικασίας καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Μετά πάροδο 2½ περίπου χρόνων και αφού η υπόθεση αναβαλλόταν για διάφορους (άλλους) λόγους, έγιναν δύο τροποποιήσεις του κατηγορητηρίου. Αμφότερες χωρίς ένσταση και αμφότερες χωρίς να επηρεάζεται η ουσία της υπόθεσης. Ακολούθως, αναστάληκε η ποινική δίωξη εναντίον κάποιων κατηγορουμένων με αποτέλεσμα την πλήρη απαλλαγή τους και συνάμα αναστάληκε η ποινική δίωξη σε σχέση με πολλές κατηγορίες που αντιμετώπιζαν οι εναπομείναντες κατηγορούμενοι, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του εύρους του κατηγορητηρίου. Σαφέστατα, λέμε, ότι με περισσότερη προσοχή και συναίνεση οι δύο τροποποιήσεις που έγιναν, θα μπορούσαν να αποφευχθούν και να αντικατοπτρίζονταν με πληρότητα και ορθότητα στο αρχικό κατηγορητήριο ημερ. 29.5.2019, οι κατηγορίες που αποδίδονται στους κατηγορούμενους. Κατανοούμε βέβαια, ότι η υπόθεση δεν είναι απλή και εφόσον υπεισέρχεται ο ανθρώπινος παράγοντας στην ετοιμασία κατηγορητηρίων, δυνατόν να γίνουν λάθη και παραλείψεις. Έστω όμως και αν έγινε λάθος αρχικά, η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε και θα έπρεπε να ανακάλυπτε την ανάγκη για τροποποίηση του κατηγορητηρίου νωρίτερα και όχι μετά πάροδο 2 ½ χρόνων. Μέχρι εκεί όμως. Σε αντίθεση με τη θέση που εκφράζει σε αρκετά σημεία της αγόρευσης του ο κ. Τριανταφυλλίδης, κρίνουμε ότι η μέχρι στιγμής καθυστέρηση στην υπόθεση δεν οφείλεται, σε ουσιαστικό βαθμό τουλάχιστον, στις δύο τροποποιήσεις του κατηγορητηρίου. Όπως καταφαίνεται από τα όσα αναφέραμε πιο πάνω, η διαδικασία των τροποποιήσεων ολοκληρώθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα χωρίς να προκληθεί μακρά καθυστέρηση, συγκριτικά πάντοτε με τη γενικότερη πορεία της υπόθεσης. Παράλληλα, σε καμία περίπτωση - με βάση τις αρχές που παραθέσαμε ανωτέρω - δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπήρξε ως εκ των τροποποιήσεων και γενικά της μέχρι στιγμής διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ούτε και ο κατηγορούμενος έχει επηρεαστεί δυσμενώς είτε από τις τροποποιήσεις είτε από την αναστολή πολλών εναντίον του κατηγοριών. Απεναντίας, οι αποδιδόμενες εγκληματικές πράξεις είναι σαφώς λιγότερες, συγκρινόμενες με το αρχικό κατηγορητήριο. Επαναλαμβάνουμε ότι, στις τροποποιήσεις δεν υπήρξε ένσταση είτε ως προς τον χρόνο που υποβαλλόταν το αίτημα είτε ως προς την ουσία των τροποποιήσεων. Στην Κλεοβούλου v. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ. 65, στην οποία ευστόχως παρέπεμψε η κα Παπαλοίζου, αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια «σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, να προχωρήσει στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου».«νοουμένου, πάντοτε ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου». Επομένως, ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να επιχειρήσει να αποτρέψει την τροποποίηση αν πίστευε ότι υποβαλλόταν το αίτημα αργοπορημένα ή ότι επηρεάζονταν δυσμενώς τα δικαιώματα του και όχι να άφηνε την τροποποίηση να προχωρήσει και ως εκ της ύπαρξης της (σε συνάρτηση και με τους άλλους παράγοντες βέβαια), να επικαλείται κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Συναφώς και επιπροσθέτως, επισημαίνουμε ότι με την αναστολή, μειώθηκε δραστικά και ουσιωδώς το εύρος του κατηγορητηρίου και κατ' επέκταση η αποδιδόμενη (και) στον κατηγορούμενο 1, εγκληματική συμπεριφορά. Παράλληλα, δεν θεωρούμε ότι η όποια τμηματική και αργοπορημένη παράδοση στην Υπεράσπιση μαρτυρικού υλικού, έστω και αν ήταν εξ αρχής στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, είτε ως αυθύπαρκτο και αυτοτελές στοιχείο είτε σε συνάρτηση με τη μέχρι στιγμής διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, περιλαμβανομένων των αιτημάτων τροποποίησης, καθιστά τη συμπεριφορά της Κατηγορούσας Αρχής, καταχρηστική, υπό την έννοια της αρχής που εξετάζουμε. Επί τούτου, επαναλαμβάνουμε την αρχή, ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για διακοπή μιας διαδικασίας δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως απευθείας μέσο πειθάρχησης είτε της Αστυνομίας είτε της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Ex parte Belsham, R v. Horseferry Road Magistrates Court ex parte Bennett και Ahmed (ανωτέρω)). Τα πιο πάνω τα επισημαίνουμε, χωρίς όμως να αποφαινόμαστε σ' αυτό το στάδιο, αν το υλικό που φέρεται να παραδόθηκε τμηματικά και αργοπορημένα στην Υπεράσπιση, εμπίπτει στο μαρτυρικό υλικό στο οποίο η Υπεράσπιση δικαιούται να έχει πρόσβαση δυνάμει του άρθρου 7 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155. Για τους λόγους αυτούς η ένσταση του κατηγορούμενου 1 για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας θα πρέπει να απορριφθεί. Κλείνοντας όμως, και υπό μορφή σημαντικής παρένθεσης, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, επί του παρόντος, δεν γνωρίζουμε αν η όποια αργοπορημένη και τμηματική παράδοση υλικού στην Υπεράσπιση, σε συνάρτηση με το τελικό χρονικό εύρος της εκκρεμοδικίας μέχρι να ολοκληρωθεί η υπόθεση - αφού συνεκτιμηθούν και οι επιμέρους λόγοι της καθυστέρησης - σε συνδυασμό και με τυχόν άλλους σχετικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα, η αδικαιολόγητα μακρά υποβολή κατηγορουμένων στην ψυχοφθόρα αγωνία και αναμονή σοβαρής, ποινικής δίκης και του δυσβάσταχτου οικονομικού κόστους που δυνατόν τούτο να επιφέρει, θεωρηθούν, τελικώς, ότι πλήττουν το Συνταγματικό δικαίωμα κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη. Όπως σωστά ανέφερε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, κα Παπαλοίζου, αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται στο πλαίσιο της κυρίως δίκης και αποφασίζεται στο τέλος. Χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία και να εξαχθούν τελικά συμπεράσματα επί αρκετών, ενδεχομένως, θεμάτων για να υπάρξει επί τούτου ορθολογική, τελική κρίση. Πρόκειται για ζήτημα διαφορετικό απ' αυτό που εξετάσαμε στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Επί του παρόντος - ως πρώιμο - δεν θα μπορούσε να τεθεί και πράγματι δεν τέθηκε από πλευράς κατηγορουμένου 1, θέμα παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης (βλ. πρακτικό ημερ. 21.2.2022 γρ.28-29). Ενόψει λοιπόν όλων των πιο πάνω η ένσταση του κατηγορούμενου 1, απορρίπτεται. (Υπ.) .............. Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.