← Κύπρος

Ε.Ν.Α. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1292/2017, 31/5/2022

Ε.Ν.Α. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. Π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1292/2017, 31/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1292/2017 Μεταξύ:

  1. Ε.Ν.Α. ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ
  2. XXXXX ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ Παραπονούμενοι εναντίον
  3. Π. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ (HE 143141)
  4. XXXXX ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31.5.2022 Για τους Παραπονούμενους: κα Χριστιάνα Χριστοδούλου Για τους Κατηγορούμενους: κ. Αλέκος Αργυρού Κατηγορούμενος 2: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 28 κατηγορίες. Οι 14 κατηγορίες με μονό αριθμό από την 1η έως την 27η αφορούν την 1η κατηγορούμενη εταιρεία και οι υπόλοιπες 14 με ζυγό αριθμό από τη 2η έως την 28η αφορούν τον 2ο κατηγορούμενο. Οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η 1η κατηγορούμενη, ως αυτές αναγράφονται στην Έκθεση Αδικήματος καθεμιάς τους αφορούν το αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)

(2)και 29 και οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος το αδίκημα της συμμετοχής στην έκδοση επιταγής άνευ αντικρύσματος κατά παράβαση των άρθρων 305(Α)
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τις επίδικες κατηγορίες και οι παραπονούμενοι προς απόδειξη της υπόθεσής τους κάλεσαν 4 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο κ. Νίκος Ιουλιανού ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας η οποία κατά την περίοδο 2013 έως 2015 συνεργάστηκε με την 1η κατηγορούμενη εταιρεία και τον 2ο κατηγορούμενο διευθυντή της. Η 1η παραπονούμενη είχε επίσης συνεργασία και με την εταιρεία P. A. PASTELLAS BROTHERS LTD (στη συνέχεια η PASTELLAS) η οποία της όφειλε €32.
  2. Η εν λόγω εταιρεία έδωσε στην παραπονούμενη μια μηχανή κατασκευής μπουκαλών για να την χρησιμοποιεί μέχρι την εξόφληση του ως άνω ποσού. Με την εξόφληση του εν λόγω ποσού η μηχανή θα επιστρεφόταν στην εταιρεία PASTELLAS. Το 2015 ο 2ος κατηγορούμενος τον ρώτησε εάν επιθυμεί να πωλήσει την εν λόγω μηχανή και εκείνος τον πληροφόρησε για την οφειλή της PASTELLAS προς την 1η παραπονούμενη και τη συμφωνία τους να την κρατήσει η 1η παραπονούμενη μέχρι την προς αυτή εξόφληση του ποσού των €32.
  3. Ο 2ος κατηγορούμενος συμφώνησε με την PASTELLAS να αγοράσει από εκείνη εξοπλισμό €52.000 συμπεριλαμβανομένης και της ως άνω μηχανής. Στις 26.3.2015 η 1η κατηγορούμενη διά του 2ου κατηγορούμενου υπέγραψε συμφωνία με την PASTELLAS στην παρουσία του ιδίου ο οποίος την υπέγραψε ως μάρτυρας. Η εν λόγω συμφωνία ημερομηνίας 26.3.2015 κατατέθηκε ως τεκμήριο
  4. Με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας τα 3 μέρη συμφώνησαν ότι οι κατηγορούμενοι θα εξέδιδαν και θα τους παρέδιδαν επιταγές οι οποίες περιγράφονται αναλυτικά στο Παράρτημα 2 της εν λόγω συμφωνίας για την πληρωμή του ποσού των €32.000 προς την PASTELLAS και του ποσού των €20.000 προς τους παραπονούμενους. Στη συνέχεια ο 2ος κατηγορούμενος υπέγραψε και παρέδωσε σε εκείνους τις 25 επιταγές που αναφέρονται στο Παράρτημα
  5. Την ίδια ημέρα στην παρουσία του 2ου κατηγορούμενου συμφωνήθηκε ποιες επιταγές θα λάμβανε καθένας τους και η χειρόγραφη συμφωνία που αποτύπωνε όσα συμφώνησαν κατατέθηκε ως τεκμήριο
  6. Το τεκμήριο 4 είναι αντίγραφο του Παραρτήματος
  7. Οι παραπονούμενοι έλαβαν επιταγές ποσού €32.000 και η PASTELLAS επιταγές ποσού €20.
  8. Στις επιταγές ο 2ος κατηγορούμενος συμπλήρωσε τις ημερομηνίες, τα ποσά ολογράφως και αριθμητικά και τις υπέγραψε. Το όνομα του δικαιούχου των επιταγών συμπληρώθηκε αργότερα από τους ιδίους στην παρουσία του 2ου κατηγορούμενου. Ο λόγος που παρέμεινε το όνομα του δικαιούχου κενό ήταν η συμφωνία των 3 μερών να πάρουν οι παραπονούμενοι τις επιταγές ποσού €32.
  9. Οι 14 επιταγές που εκδόθηκαν επί της Τράπεζας Κύπρου και δεν τιμήθηκαν με αριθμό XXXXX8904, XXXXX8906, XXXXX8907, XXXXX8909, XXXXX8910, XXXXX8912, XXXXX8913, XXXXX8915, XXXXX8916, XXXXX8918, XXXXX8919, XXXXX8921, XXXXX8922 και XXXXX8924 κατατέθηκαν σε δέσμη ως τεκμήριο
  10. Ήταν πληρωτέες στις 10.6.2015, 30.6.2015, 10.7.2015, 30.7.2015, 10.8.2015, 30.8.2015, 10.9.2015, 30.9.2015, 10.10.2015, 30.10.2015, 10.11.2015, 30.11.2015, 10.12.2015 και 30.12.2015 αντίστοιχα και καθεμιά τους ήταν ποσού €2.
  11. Η εν λόγω μηχανή ήταν πλήρως λειτουργική όταν παραλήφθηκε από τους κατηγορούμενους. Από τις επιταγές που οι παραπονούμενοι παρέλαβαν εκείνη την ημέρα τιμήθηκε μόνο εκείνη η οποία πληρωτέα στις 10.5.2015 και οι υπόλοιπες 14 ανακλήθηκαν από τους κατηγορούμενους. Το καλοκαίρι του 2015 μετά την ανάκληση των πρώτων επιταγών οι παραπονούμενοι και η εταιρεία PASTELLAS ζήτησαν από τους κατηγορούμενους την επιστροφή της μηχανής αλλά οι τελευταίοι αρνήθηκαν με τη δικαιολογία ότι είχαν πολλή δουλειά και η μηχανή τους ήταν αναγκαία. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν την ίδια ημέρα που υπογράφηκε η συμφωνία ημερομηνίας 26.3.2015 στην οποία ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας. Στη συνέχεια συμφώνησε με υποβολή που του τέθηκε ότι την ημέρα που η μηχανή παραλήφθηκε από τους κατηγορούμενους έλειπε από αυτή το ντεπόζιτο υψηλής πίεσης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο έγγραφο που κατατέθηκε ως τεκμήριο 4 δεν υπάρχει η υπογραφή του 2ου κατηγορούμενου επειδή ο ίδιος και ο XXXXX Παστελλάς συμφώνησαν μεταξύ τους πως θα διαχωρίσουν τις επίδικες επιταγές και λόγω τούτου δεν υπήρχε λόγος να υπέγραφε και ο 2ος κατηγορούμενος. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Κρεμμού η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Κατέθεσε ως τεκμήριο 7 σε δέσμη τα 4 έγγραφα της Τράπεζας Κύπρου με τα οποία η 1η κατηγορούμενη εταιρεία έδωσε εντολή για τη μη πληρωμή των επίδικων επιταγών επικαλούμενη παράβαση συμφωνίας (Breach of Contract). Το πρώτο χρονολογικά έγγραφο είναι ημερομηνίας 28.5.2015 και αφορά τις επιταγές με αριθμό XXXXX8903 έως XXXXX8906, το επόμενο ημερομηνίας 9.7.2015 και αφορά τις επιταγές με αριθμό XXXXX8907 έως XXXXX8909, το τρίτο ημερομηνίας 12.8.2015 και αφορά τις επιταγές με αριθμό XXXXX8910 έως XXXXX8915 και το τελευταίο ημερομηνίας 12.10.2015 και αφορά τις επιταγές με αριθμό XXXXX8916 έως XXXXX
  12. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από τον τραπεζικό λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης και ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που τις υπέγραψε. Από τις επίδικες επιταγές 13 παρουσιάστηκαν στην Alpha Bank και μόνο μία στην Ελληνική Τράπεζα. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στο όνομα του δικαιούχου καθεμιάς από τις επίδικες επιταγές και στην ημερομηνία που δόθηκαν οι εντολές για τη μη πληρωμή τους. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Γεωργιάδη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα. Όταν της ζητήθηκε να δει την επιταγή με αριθμό 5 του τεκμηρίου 5 ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στην Ελληνική Τράπεζα. Η επιταγή εκδόθηκε από την 1η κατηγορούμενη και δικαιούχος της ήταν ο κ. XXXXX Ιουλιανός. Όταν η επιταγή αποστάλθηκε ηλεκτρονικά στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή δεν τιμήθηκε επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της. Η Μ.Κ.3 δεν αντεξετάστηκε. Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε η κα XXXXX Ππασή η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στην Alpha Bank. Όταν της ζητήθηκε να δει τις υπόλοιπες 13 επιταγές του τεκμηρίου 5 πλην της επιταγής αριθμός 5 ισχυρίστηκε ότι αυτές παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην Alpha Bank αλλά όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας είχαν εκδοθεί δεν τιμήθηκαν επειδή ο εκδότης τους είχε ανακαλέσει την πληρωμή τους. Ούτε η Μ.Κ.4 αντεξετάστηκε. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων ο 2ος κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ο 2ος κατηγορούμενος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή του δήλωση αποτελούμενη από 9 φύλλα χαρτί η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ο διευθυντής της 1ης κατηγορούμενης εταιρείας που ασχολείται με την κατασκευή μπουκαλών νερού και την εμφιάλωση νερού η οποία αγόραζε προμορφώματα από την 1η παραπονούμενη. Γνώριζε ότι η 1η παραπονούμενη συνεργαζόταν με την P. A. PASTELLAS BROTHERS LTD αλλά αγνοούσε ότι υπήρχε κάποια χρηματική διαφορά μεταξύ τους. Περί το 2015 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει μια μηχανή κατασκευής μπουκαλών και όταν ρώτησε σχετικά τον 2ο παραπονούμενο αυτός τον παρέπεμψε στον XXXXX Παστελλά διευθυντή της PASTELLAS με την οποία οι κατηγορούμενοι ήδη συνεργάζονταν. Η 1η κατηγορούμενη συμφώνησε να αγοράσει από την εν λόγω εταιρεία μια μηχανή με τον εξοπλισμό της για το ποσό των €50.000 και στις 26.3.2015 συναντήθηκαν στα υποστατικά της 1ης παραπονούμενης στην Πάφο. Συμφώνησαν επίσης ότι η 1η κατηγορούμενη θα εμφιάλωνε νερό για λογαριασμό της PASTELLAS. Υπογράφηκε η σχετική συμφωνία μαζί με τα 2 παραρτήματά της και προχώρησε στην έκδοση των επιταγών που φαίνονται στο Παράρτημα 2 της συμφωνίας αφού προηγουμένως η PASTELLAS εξέδωσε σχετικό τιμολόγιο στο όνομα της 1ης κατηγορούμενης το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο
  13. Η πληρωμή του τιμήματος της εν λόγω συμφωνίας συμφωνήθηκε να γίνει με 25 ισόποσες δόσεις των €2.000 η καθεμιά και προς τούτο συμπλήρωσε 25 μεταχρονολογημένες επιταγές τις οποίες παρέδωσε στον Πρόδρομο Παστελλά αφήνοντας κενό μόνο το όνομα του δικαιούχου. Παρά τη συμφωνία τους η μηχανή να παραδιδόταν άμεσα στην 1η κατηγορούμενη αυτό δεν έγινε και η μηχανή μεταφέρθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία στη Χοιροκοιτία όπου η 1η κατηγορούμενη διατηρεί χώρο παραγωγής μπουκαλών. Περαιτέρω παρά τη συμφωνία τους δεν παραλήφθηκε ούτε το ντεπόζιτο υψηλής πίεσης που αναφέρεται υπό στοιχείο 5 στο Παράρτημα
  14. Ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταξύ της κατηγορούμενης εταιρείας, της 1ης παραπονούμενης και της PASTELLAS ότι το ποσό των €32.000 θα πληρωνόταν προς την παραπονούμενη και το ποσό των €20.000 προς την PASTELLAS ούτε παρέδωσε τις επίδικες επιταγές σε οποιοδήποτε από τους παραπονούμενους αντιθέτως αυτές παραδόθηκαν προσωπικά από τον ίδιο στον XXXXX Παστελλά. Ουδέποτε στην παρουσία του έγινε οποιαδήποτε συμφωνία διαμοιρασμού των 25 επιταγών που είχαν εκδοθεί ούτε εξουσιοδότησε την PASTELLAS ή τον Πρόδρομο Παστελλά να παραδώσουν τις επίδικες επιταγές σε οποιοδήποτε από τους παραπονούμενους. Το τεκμήριο 4 δεν συμπληρώθηκε στην παρουσία του και αγνοούσε την ύπαρξή του. Το όνομα του δικαιούχου των επιταγών παρέμεινε κενό επειδή του το είχε ζητήσει ο XXXXX Παστελλάς ο οποίος του είπε επίσης πως θα τοποθετούσε σε αυτές τη σφραγίδα της εταιρείας του. Όταν η 1η κατηγορούμενη παρέλαβε τη μηχανή με τον εξοπλισμό, εκτός από το ντεπόζιτο υψηλής πίεσης και προσπάθησε να τη θέσει σε λειτουργία διαπίστωσε ότι δεν βρισκόταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και χρειάστηκε να αποταθεί σε ηλεκτρολόγο μηχανολόγο ο οποίος παρήγγειλε τα εξαρτήματα που χρειάζονταν και μόνο αφού τα εγκατέστησε η μηχανή ξεκίνησε να αποδίδει το μέγιστο περί το τέλος του
  15. Τα εξαρτήματα που ήταν αναγκαία παραγγέλθηκαν και από το εξωτερικό. Παρήγγειλε επίσης και το ντεπόζιτο υψηλής πίεσης το οποίο ουδέποτε παραδόθηκε παρά τις υποσχέσεις του XXXXX Παστελλά ότι θα τους το παρέδιδε. Όλες οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν από την κατηγορούμενη λόγω παράβασης από την PASTELLAS της συμφωνίας τους ημερομηνίας 26.3.2015 και της μεταγενέστερης προφορικής συμφωνίας τους για προμήθεια νερού. Κατά την αντεξέτασή του ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε πως άφησε το όνομα του δικαιούχου κενό στις επίδικες επιταγές επειδή ο XXXXX Παστελλάς του είχε πει πως θα έβαζε σε αυτές τη σφραγίδα της εταιρείας του την οποία όμως δεν είχε φέρει μαζί του όταν οι επιταγές εκδόθηκαν. Όταν παρέλαβε τη μηχανή διαπίστωσε ότι δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση και αναγκάστηκε να παραγγείλει εξαρτήματα για να την επιδιορθώσει και να τη θέσε σε λειτουργία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι εμφιάλωνε νερό για την εταιρεία του Παστελλά και η συμφωνία τους ήταν να του επιστρέψει ο τελευταίος τις επιταγές που του είχε δώσει. Τούτο όμως δεν έγινε αφού ο Παστελλάς είχε δώσει τις επιταγές στους παραπονούμενους παρόλο που η ποσότητα νερού που του εμφιάλωσε υπερκάλυψε το ποσό των επιταγών τις οποίες ο Παστελλάς όφειλε να του είχε επιστρέψει. Μετά που ολοκληρώθηκε η ακρόαση η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η δικηγόρος των παραπονουμένων παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο αποτελούμενο από 23 φύλλα χαρτί με τις θέσεις και εισηγήσεις της ενώ ο δικηγόρος των κατηγορουμένων αγόρευσε προφορικά. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου κρίνω ότι είναι αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Όπως ήδη αναφέρθηκε επίδικο στην παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)όπως αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου, Ποινική Έφεση Αρ. 96/2014, ημερομηνίας 15.4.2016 και Δαμιανού ν. Κανάρη, Ποινική Έφεση Αρ. 6/2018, ημερομηνίας 31.10.2018 είναι τα ακόλουθα: (α) η έκδοση της επιταγής και (β) η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον αποδειχθούν τα ως άνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος τότε το βάρος μετατίθεται στον κατηγορούμενο να αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της επιταγής (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου και Δαμιανού ν. Κανάρη (πιο πάνω) και Χατζηαργυρού ν. Pamborides LLC, Ποινική Έφεση Αρ. 300/2018, ημερομηνίας 17.4.2019). Αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο το ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε στη βάση «εύλογης αιτίας» (G.P. Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Το τι συνιστά σε αυτό το πλαίσιο «εύλογη αιτία» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Έγινε συναφώς αναφορά στην αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία η καλή πίστη (bona fide) συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και η έννοιά της θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Ακολουθώντας αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την υπό συζήτηση υπεράσπιση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι επιπρόσθετα αυτό ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογο (αντικειμενικό κριτήριο) ήταν ορθή. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε εξάλλου ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια για επίκληση της υπεράσπισης την οποία η εν λόγω επιφύλαξη προσφέρει. Στην υπόθεση Nikiforos Technologies Ltd v. Χρήστου, Ποινική Έφεση αρ. 18/2012, ημερ. 16.4.2014 έγινε επίσης αναφορά στο τι συνιστά «εύλογη αιτία»: «Εύλογη αιτία, με την έννοια της οποίας επίσης λανθασμένα δεν ασχολήθηκε το Δικαστήριο, αποτελεί κατά τη νομολογία, η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση και που παρατίθενται γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή. Στην υπόθεση N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, το Εφετείο αναφέρθηκε στη δημιουργία δυνάμει του άρθρου 305Α
(2)της έγκυρης υπεράσπισης του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία, η οποία πρέπει να βασίζεται στην ειλικρινή πίστη ότι ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να ανακαλέσει την πληρωμή και ότι η πεποίθηση αυτή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει,(«bona fide» ή «just cause»), (Osgood v. Nelson
(1872)L.R. 5 H.L. 636 καιR. v. Hall 7 Q.B.D. 575». Το βάρος απόδειξης της «εύλογης αιτίας» από τον κατηγορούμενο είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση (TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. Κυριάκου (πιο πάνω), λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με την απόδειξη της «εύλογης αιτίας»: «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στην μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Οι κατηγορούμενοι δεν αμφισβήτησαν την έκδοση των επίδικων επιταγών από τον λογαριασμό της 1ης κατηγορούμενης που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου ούτε ότι ο 2ος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και έδωσε προς την εν λόγω τράπεζα τις οδηγίες για την ανάκληση της πληρωμής τους στις 28.5.2015, 9.7.2015, 12.8.2015 και 12.10.
  1. Ομοίως δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή ούτε ότι δεν τιμήθηκαν. Η επιταγή με αριθμό XXXXX8904 που ήταν πληρωτέα στις 10.6.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 25.8.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8906 που ήταν πληρωτέα στις 30.6.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 31.8.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8907 που ήταν πληρωτέα στις 10.7.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 31.8.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8909 που ήταν πληρωτέα στις 30.7.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή την 1.9.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8910 που ήταν πληρωτέα στις 10.8.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 3.9.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8912 που ήταν πληρωτέα στις 30.8.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 14.9.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8913 που ήταν πληρωτέα στις 10.9.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 14.9.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8915 που ήταν πληρωτέα στις 30.9.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 5.10.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8916 που ήταν πληρωτέα στις 10.10.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 19.10.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8918 που ήταν πληρωτέα στις 30.10.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 5.11.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8919 που ήταν πληρωτέα στις 10.11.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 20.11.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8921 που ήταν πληρωτέα στις 30.11.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 10.12.2015, η επιταγή με αριθμό XXXXX8922 που ήταν πληρωτέα στις 10.12.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 10.12.2015 και η επιταγή με αριθμό XXXXX8924 που ήταν πληρωτέα στις 30.12.2015 παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 31.12.
  2. Τα πιο πάνω αποτελούν πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και παραμένει προς επίλυση το θέμα του κατά πόσο οι κατηγορούμενοι είχαν εύλογη αιτία να προχωρήσουν στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ο 2ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι ουδέποτε συμφώνησαν να παραδώσουν τις επίδικες επιταγές προς τους παραπονούμενους και λόγω τούτου κρίνω πως το εν λόγω θέμα χρήζει απόφανσης. Με αυτό υπόψη μου προχωρώ στην αξιολόγηση των σχετικών ισχυρισμών του Μ.Κ.1 και του 2ου κατηγορούμενου αφού οι ισχυρισμοί των Μ.Κ. 2, 3 και 4 δεν αμφισβητήθηκαν και εν πάση περιπτώσει δεν είναι σχετικοί με όσα παρέμειναν ως επίδικα και ως εκ τούτου δεν είναι επιβοηθητικοί για την επίλυσή τους. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.1 κρίνω πως ο ισχυρισμός του ότι με την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 26.3.2015 τα 3 μέρη, δηλαδή οι διάδικοι και η εταιρεία PASTELLAS, συμφώνησαν ότι οι κατηγορούμενοι θα εξέδιδαν και θα παρέδιδαν στους παραπονούμενους επιταγές ποσού €32.000 δεν επιβεβαιώνεται από την εν λόγω συμφωνία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Η εν λόγω συμφωνία έχει ως συμβαλλόμενα μέρη μόνο την 1η κατηγορούμενη εταιρεία και την εταιρεία PASTELLAS και στην παράγραφο 4 αυτής αναγράφεται πως όλες οι επιταγές θα παραδίδονταν στην PASTELLAS. Στην εν λόγω συμφωνία δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στους παραπονούμενους και εκ τούτου δεν μπορεί να κριθεί ότι αυτοί ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην ως άνω συμφωνία. Συνακόλουθα κρίνω ότι από τη στιγμή που οι παραπονούμενοι δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην ως άνω συμφωνία δεν είναι λογικό να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι με την εν λόγω συμφωνία είχε συμφωνηθεί πως οι παραπονούμενοι θα λάμβαναν τις επίδικες επιταγές. Κρίνω περαιτέρω ότι ο ως άνω ισχυρισμός του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και για τον επιπλέον λόγο ότι δεν είναι πειστικός. Η συμφωνία ημερομηνίας 26.3.2015 προνοούσε πως η εξόφληση του τιμήματος αγοράς των αντικειμένων που αυτή αφορούσε, μεταξύ των οποίων και η επίδικη μηχανή, από την 1η κατηγορούμενη θα γινόταν με την παράδοση 25 μεταχρονολογημένων επιταγών προς την PASTELLAS. Κρίνω πως αυτό το γεγονός αποδεικνύει ότι οι συμβαλλόμενοι στην ως άνω συμφωνία συμφώνησαν να λάβει μόνο η εν λόγω εταιρεία τις επίδικες επιταγές και πως ουδέποτε οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν να λάβουν και οι παραπονούμενοι κάποιες από τις επιταγές που εκδόθηκαν στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας. Κρίνω ομοίως ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε ο άλλος ισχυρισμός του Μ.Κ.1 ότι στις 26.3.2015 στην παρουσία του 2ου κατηγορούμενου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων και της PASTELLAS ποιες επιταγές θα λάμβαναν οι παραπονούμενοι και ποιες η τελευταία ούτε ότι το χειρόγραφο έγγραφο που κατατέθηκε ως τεκμήριο 4 αποτύπωνε όσα σχετικά συμφώνησαν μεταξύ τους. Κρίνω πως ο εν λόγω ισχυρισμός δεν επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 4 αφού αυτό δεν υπογράφηκε από οποιοδήποτε από τους κατηγορούμενους δεν είναι πειστικός και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Κρίνω πως σε περίπτωση που πράγματι είχαν συμφωνηθεί τα πιο πάνω θα ήταν λογικώς αναμενόμενο ότι οι κατηγορούμενοι οι οποίοι θα ήταν οι υπόχρεοι να τιμήσουν τις επιταγές θα υπέγραφαν το εν λόγω έγγραφο αφού πάντοτε σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ο 2ος κατηγορούμενος ήταν παρών και είχε συμφωνήσει να λάμβαναν οι παραπονούμενοι τις επίδικες επιταγές. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι ο διαμοιρασμός των 25 επιταγών που εκδόθηκαν στα πλαίσια της συμφωνίας ημερομηνίας 26.3.2015 μεταξύ του Μ.Κ.1 και του XXXXX Παστελλά έγινε στην απουσία και εν αγνοία του 2ου κατηγορούμενου και χωρίς τη συμφωνία του. Περαιτέρω αξιολογώντας το εν λόγω τεκμήριο 4 και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι αυτό είναι ένα φύλλο χαρτί το οποίο δεν αναγράφει ότι αποτελεί συμφωνία, ούτε ποιοι είναι οι συμβαλλόμενοι, ούτε ποιο είναι το περιεχόμενό της κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του Μ.Κ.1 πως αυτό αποτελεί συμφωνία και μάλιστα με το περιεχόμενο που ο ίδιος ισχυρίζεται δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού δεν πληροί τα αναγκαία στοιχεία για να δύναται να θεωρηθεί πως πράγματι είναι συμφωνία ούτε και περιέχει όσα ο Μ.Κ.1 ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκαν. Αξιολογώντας τον άλλο ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι στην παρουσία του 2ου κατηγορούμενου συμπληρώθηκε το όνομα του δικαιούχου των επίδικων επιταγών από τον ίδιο και τον Παστελλά κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι λογικός και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Κρίνω πως σε περίπτωση που πράγματι αυτό είχε συμβεί και ο 2ος κατηγορούμενος ήταν παρών όταν οι άλλοι δύο συμπλήρωναν το όνομά τους στις επιταγές που θα διαμοίραζαν μεταξύ τους θα ήταν λογικώς αναμενόμενο πως θα συμπλήρωνε σε καθεμιά από αυτές το όνομα του δικαιούχου τους αφού κάτι τέτοιο δεν θα απαιτούσε περαιτέρω χρόνο ή κόπο δεδομένου ότι ο 2ος κατηγορούμενος είχε ήδη συμπληρώσει σε αυτές τις ημερομηνίες, τα ποσά ολογράφως και αριθμητικά και τις υπέγραψε. Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του 2ου κατηγορούμενου και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι στην παράγραφο 4 της συμφωνίας ημερομηνίας 26.3.2015 που συνάφθηκε μεταξύ της 1ης κατηγορούμενης και της εταιρείας PASTELLAS συμφωνήθηκε πως οι 25 επιταγές που εκδόθηκαν δυνάμει αυτής της συμφωνίας θα παραδίδονταν προς την εταιρεία PASTELLAS κρίνω ότι ο ισχυρισμός του 2ου κατηγορούμενου ότι ουδέποτε συμφώνησε να δοθούν οι επίδικες επιταγές προς τους παραπονούμενους επιβεβαιώνεται από τα πιο πάνω, είναι λογικός και λόγω τούτου γίνεται αποδεκτός. Αποδέχομαι επίσης τους ισχυρισμούς του 2ου κατηγορούμενου ότι η μηχανή την οποία η 1η κατηγορούμενη αγόρασε από την PASTELLAS δεν ήταν σε λειτουργήσιμη κατάσταση όταν παραλήφθηκε από την 1η κατηγορούμενη καθώς επίσης ότι ουδέποτε της παραδόθηκε το ντεπόζιτο υψηλής πίεσης ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους επειδή οι εν λόγω ισχυρισμοί του είναι λογικοί. Ο δε ισχυρισμός του ότι το ντεπόζιτο υψηλής πίεσης της μηχανής έλειπε όταν η μηχανή παραλήφθηκε από τους κατηγορούμενους επιβεβαιώθηκε και από τον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του. Σε κάθε περίπτωση ο 2ος κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο το οποίο είχε στην κατοχή του την εν λόγω μηχανή μετά που μεταφέρθηκε στις εγκαταστάσεις της 1ης κατηγορούμενης και κρίνω πως λόγω της άμεσης εμπλοκής του με την υπόθεση ήταν σε καλή θέση να γνωρίζει ότι αυτή δεν λειτουργούσε και ότι ο εν λόγω ισχυρισμός του είναι αληθής. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό του ότι χρειάστηκε να παραγγείλει εξαρτήματα και να τα τοποθετήσει στην εν λόγω μηχανή για να καταστεί λειτουργήσιμη αφού ο εν λόγω ισχυρισμός του επιβεβαιώνεται από τα τεκμήρια 11 και 12 που αποδεικνύουν πως πράγματι αναζήτησε και αγόρασε εξαρτήματα για αυτή. Έχοντας αφενός απορρίψει τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι οι κατηγορούμενοι συμφώνησαν να λάβουν οι παραπονούμενοι τις επίδικες επιταγές και αφετέρου έχοντας αποδεχθεί τον ισχυρισμό του 2ου κατηγορούμενου ότι η επίδικη μηχανή που η 1η κατηγορούμενη αγόρασε από την PASTELLAS και για την εξόφληση του τιμήματος της οποίας έδωσε τις επίδικες επιταγές σε αυτή ήταν τελικά ελαττωματική κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις οι κατηγορούμενοι ειλικρινά πίστευαν πως είχαν δικαίωμα να σταματήσουν την πληρωμή των επίδικων επιταγών (υποκειμενικό στοιχείο). Οι εν λόγω επιταγές τελικά και εν αγνοία των κατηγορουμένων βρέθηκαν στην κατοχή των παραπονουμένων παρά το γεγονός ότι εκδόθηκαν για την πληρωμή του τιμήματος της αγοράς της μηχανής που η 1η κατηγορούμενη αγόρασε από την PASTELLAS. Κρίνω επιπρόσθετα ότι η ενέργεια των κατηγορουμένων να προχωρήσουν στην ανάκληση της πληρωμής των επίδικων επιταγών παραθέτοντας γραπτώς στην Τράπεζα Κύπρου επί της οποίας αυτές εκδόθηκαν πριν την παρουσίαση καθεμιάς από αυτές για πληρωμή ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη αφού η εν λόγω μηχανή την οποία συμφώνησαν να αγοράσουν ήταν ελαττωματική (αντικειμενικό κριτήριο). Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η «εύλογη αιτία» την οποία η πλευρά των κατηγορουμένων είχε το δικονομικό βάρος στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων να αποδείξει έχει αποδειχθεί. Συνακόλουθα οι κατηγορούμενοι αθωώνονται σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες καθένας τους αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.