← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 15165/2020, 20/5/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Υπόθεση με αρ.: 15165/2020, 20/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Υπόθεση με αρ.: 15165/

  1. Κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορος -εναντίον- XXXXX ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 20/05/
  2. Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Α. Π. Βασιλείου. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
  3. Ο κανόνας ότι, μία απειλή, δεν μπορεί να έχει εγκληματικό χαρακτήρα, εκτός αν είναι τέτοια που μπορεί να υπερισχύσει της συνήθους ελεύθερης βούλησης ενός σταθερού ανθρώπου, αναφέρεται και αφορά, στην γενική φύση του κακού που απειλείται, και όχι στην πιθανή επίδραση της απειλής στο μυαλό του συγκεκριμένου μέρους που απευθύνεται, δηλαδή του παραπονούμενου.
  4. Στην προκείμενη περίπτωση, η θέση του Κατήγορου -προς υποστήριξη της οποίας, κατά την ακρόαση, παρουσιάστηκε η μαρτυρία του Γιαννάκη Κωνσταντίνου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), του καταγγέλοντος του επίδικου περιστατικού στην Αστυνομία-, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, όταν σε τηλεφωνική τους επικοινωνία ανέφερε στον ΜΚ2: «ποιος νομίζεις ότι είσαι ρε, εξανα είπα σου τζιέ πρόσεχε και θα σε κανονίσω, το τι εννά σου κάμω θα το καταλάβεις ο ίδιος», απείλησε τον ΜΚ2 με βία· πράξη που, με βάση το Άρθρο 91Α του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, είναι ποινικά κολάσιμη.
  5. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα προαναφερόμενα λόγια, και να αναφέρθηκαν στην πραγματικότητα στον ΜΚ2 από τον Κατηγορούμενο και υπό τις περιστάσεις που ο ΜΚ2 ισχυρίστηκε, δεν απειλούσαν για κάποιο κακό -για κάτι συγκεκριμένο ή και με υπόσταση-, τέτοιας φύσης, ως και προελέχθη, ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι αντικειμενικά θα μπορούσε να υπερισχύσει της συνήθους ελεύθερης βούλησης ενός σταθερού ανθρώπου και να μπορούσε να κριθεί από το Δικαστήριο ότι ο χαρακτήρας της είναι εγκληματικός και ποινικά κολάσιμος με βάση το προαναφερόμενο Άρθρο 91Α του Κεφ. 154· ανεξαρτήτως του πως, ο ΜΚ2, ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, ότι επέδρασσαν τα λόγια αυτά στο μυαλό του.
  6. Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι τα προαναφερόμενα λόγια του Κατηγορουμένου προς τον ΜΚ2, είχαν τον προαναφερόμενο απαιτούμενο εγκληματικό χαρακτήρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για να μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ποινική ευθύνη του Κατηγορουμένου για το ποινικό αδίκημα της απειλής του εν λόγω Άρθρου 91Α του Κεφ. 154, η απειλή, κατά την υποκειμενική αντίληψη του ΜΚ2 (και όχι αντικειμενικά), θα έπρεπε να έχει κάποια εγγύτητα, τόσο χρονική, όσο και ως προς την αιτιώδη συνάφεια· ότι δηλαδή, ήταν πιθανό, η βία να πρόκυπτε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς κανένα άλλο μεσολαβητικό περιστατικό ή παρέμβαση. Κάτι το οποίο, από τους ισχυρισμούς του ΜΚ2 για τα επίδικα γεγονότα, δεν διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ότι ήταν η αντίληψης του περί των πραγμάτων. Όπως ο ΜΚ2 ανέφερε αντεξεταζόμενος: «. γνωρίζοντας την πρώην σύζυγό μου και τα τηλεφωνήματα, που δέχτηκα, και τα παράπονα από τον γιο μου, είχα αντιληφθεί ότι θα έβαζαν κάποιον να μου κάμει κακό εμένα, στην περιουσία μου, στην οικογένειά μου. Αυτή ήταν η εντύπωση, που μου δόθηκε, και αυτό έβγαινε από τον τρόπο, που μιλούσε, και από τα συμφραζόμενά του». Ο ισχυριζόμενος φόβος και ανησυχία του ΜΚ2, προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου -ειδικά, από την προαναφερόμενη τοποθέτηση του ΜΚ2, συνοψίζοντας τους ισχυρισμούς του κατά την κατάληξη της αντεξέτασης του-, ήταν γενικότερος και αφορούσε σε ένα ενδεχόμενο, μελλοντικό και χρονικά απροσδιόριστο, περιστατικό βίας ή άλλης παράνομης πράξης εναντίον του, λόγω των όσων, κατά τους ισχυρισμούς του, βίωνε με την πρώην σύζυγο του, ένεκα και της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο· και δεν προκύπτει να ήταν απόρροια αποκλειστικά και μόνο του συγκεκριμένου επίδικου περιστατικού και αναφορικά με βία που λόγω της ισχυριζόμενης απειλής που δέχθηκε, αντιλήφθηκε ότι θα πρόκυπτε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς κανένα άλλο μεσολαβητικό περιστατικό ή παρέμβαση. Άλλωστε, ο Κατηγορούμενος ήταν κατά τον επίδικο χρόνο κάτοικος Λεμεσού, ο ΜΚ2 κάτοικος Λευκωσίας και τα προαναφερόμενα λόγια του Κατηγορούμενου προς τον ΜΚ2, ως και προαναφέρθηκε, επικοινωνήθηκαν στον τελευταίο μέσω τηλεφώνου.
  7. Για τους προαναφερόμενους λόγους, ο Κατηγορούμενος, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, θα μπορούσε να αθωωθεί και απαλλαχθεί από το Δικαστήριο, χωρίς εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  8. Σε κάθε περίπτωση, με αναφορά και στην προσαχθείσα μαρτυρία, το Δικαστήριο και πάλι θα αθώωνε και θα απάλλασσε τον Κατηγορούμενο, καθότι, κρίνει ότι, για τους λόγους που αναφέρονται αμέσως μετά, δεν μπορεί να ενεργήσει σε αυτήν με ασφάλεια, στο υψηλό επίπεδο που απαιτείται σε μία ποινική δίκη. Συμπέρασμα του Δικαστηρίου, μετά από εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Το Δικαστήριο, για το προκείμενο, σημειώνει ότι είχε την δυνατότητα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης, να αποκομίσει τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν και την λογική που με βάση την ανθρώπινη εμπειρία η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, για τις διαπιστώσεις του, τις οποίες παραθέτει στην συνέχεια, έχει εκτιμήσει την μαρτυρία, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά.
  9. Ο ΜΚ2, ήταν, πρέπει να επισημανθεί από το Δικαστήριο, ο μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε για την υπόθεση του Κατήγορου, για τα επίδικα γεγονότα. Και αυτό, ως δεδομένο, είναι σημαντικό για τον εξής λόγο. Όπου ο κατήγορος επιδιώκει να αποδείξει την ενοχή ενός κατηγορουμένου και η υπόθεση του βασίζεται σε μεγάλο βαθμό ή αποκλειστικά, όπως και την προκείμενη περίπτωση, σε έναν μόνο μάρτυρα, χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Το Δικαστήριο, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό, προτού καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, επειδή, η υπόθεση του Κατήγορου, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό, στην αποδοχή της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ενός και μόνον μάρτυρα, αυτής του ΜΚ
  10. Έτσι, εκτός αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο ΜΚ2 είναι ταυτόχρονα και ειλικρινής και ακριβής μάρτυρας των γεγονότων που ισχυρίστηκε, δεν μπορεί να κρίνει τον Κατηγορούμενο ένοχο. Προτού καταδικάσει τον Κατηγορούμενο, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει την μαρτυρία του ΜΚ2, προσεχτικά, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι μπορεί να ενεργήσει σε αυτήν με ασφάλεια, ως και προελέχθη, στο υψηλό επίπεδο που απαιτείται σε μία ποινική δίκη. Η μαρτυρία του ΜΚ2, φυσικά, θα εξεταστεί ενταγμένη στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού, για να εξεταστεί κατά πόσο υποστηρίζεται ή αντικρούεται από την οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά. Τα προαναφερόμενα, βεβαίως, δεν αποτελούν πρόταση, ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του, στην βάση της μαρτυρίας του ΜΚ2 και μόνον, ή και ότι, ο ΜΚ2 είναι αναξιόπιστος. Ξεκάθαρα το Δικαστήριο μπορεί να το πράξει, αλλά, ως και προαναφέρθηκε, μόνο μετά από προσεκτική εξέταση της μαρτυρίας του ΜΚ2 και ικανοποίησης του ότι είναι αξιόπιστη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
  11. Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νουν, το ευρύτερο πραγματικό πλαίσιο στο οποίο ο ΜΚ2 ενέταξε το επίδικο περιστατικό, που αφορά στην διάσταση του τότε με την σύζυγο του, λόγω της ανακάλυψης του για την σχέση της με τον Κατηγορούμενο που προηγήθηκε και τις προστριβές που είχε μαζί της σχετικά με το πως η διαμορφωθείσα κατάσταση στην συνέχεια επηρέαζε και τον εντεκάχρονο τότε υιό τους, αλλά και τις ισχυριζόμενες παρεμβάσεις στα τεκταινόμενα αυτά και του Κατηγορουμένου για την υποστήριξη και ενίσχυση της «θέσεως» της πρώην συζύγου του, κρίνει ότι, ως και προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να βασιστεί με ασφάλεια στην μαρτυρία του για τα επίδικα γεγονότα για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του· εφόσον, το κίνητρο του, ακριβώς λόγω των ισχυρισμών του που αφορούσαν στην προαναφερόμενη σχέση του με τον Κατηγορούμενο, μπορεί να μην ήταν το ισχυριζόμενο, αλλά αλλότριο που να αφορούσε στα προαναφερόμενα.
  12. Δεν είναι άλλωστε λογικό, ο ΜΚ2, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι, ο Κατηγορούμενος, τον είχε και στο παρελθόν και για λόγους που αφορούσαν στις σχέσεις τους με την πρώην σύζυγο του, απειλήσει, να θεωρούσε ότι, τηλεφωνώντας του, θα μπορούσε με παρακλήσεις, ως ισχυρίστηκε, να επιλύσει το οποιοδήποτε πρόβλημα του αντιμετώπιζε με την πρώην σύζυγο του σχετικά με τον ανήλικο υιό τους και το πώς βίωνε την όλη κατάσταση. Πιο λογικό φαίνεται στο Δικαστήριο, είναι ο ΜΚ2 να τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο για να του επιστήσει την προσοχή, σχετικά με τα όσα, κατά τους ισχυρισμούς του, αναφέρονταν στον ανήλικο υιό του σχετικά με το πρόσωπο του και με αναφορά στον Κατηγορούμενο, είτε από την πρώην σύζυγο του, είτε από τον Κατηγορούμενο, ή και από τους δύο, παρά να είχε καλέσει τον Κατηγορούμενο για να τον παρακαλέσει, ως ήταν ο ισχυρισμός του κατά την ακρόαση, για να τον βοηθήσει στην αντιμετώπιση του προβλήματος που αντιμετώπιζε με την πρώην σύζυγο του, λόγω και του «ενθουσιώδη» χαρακτήρα της, και αφορούσε τον ανήλικο υιό του.
  13. Για αυτούς του λόγους, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΚ2, που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα γεγονότα και για αυτό, σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, απορρίπτεται.
  14. Αποδεκτή, σε ότι αφορά την υπόθεση του Κατήγορου, γίνεται η μαρτυρία του Αστυφύλακα XXXXX, Χ. Κουμή (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), ο οποίος άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας και στην οποία το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε θα μπορούσε να δικαιολογήσει να μην δοθεί πίστη σε αυτή. Οι ισχυρισμοί, άλλωστε, του ΜΚ1, κατά την ακρόαση, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου, τους οποίους το Δικαστήριο εν πάση περίπτωση κρίνει ότι ο ΜΚ1 κατέθεσε με ειλικρίνεια, σαφήνεια και ακρίβεια. Ωστόσο, η μαρτυρία του ΜΚ1, δεν ήταν, σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα, άμεση και για αυτό μπορεί από το τώρα το Δικαστήριο, λόγω και της προαναφερόμενης εκτίμησης της μαρτυρίας του ΜΚ2, να αναφέρει ότι, λόγω τούτου, παρά την αποδοχή της, δεν θα μπορούσε να υποστηρίξει την καταδίκη του Κατηγορουμένου στο προαναφερόμενο κατηγορητήριο του.
  15. Ο Κατηγορούμενος, ως μάρτυρας, δεν προκάλεσε θετικά την εντύπωση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, κρίνει ότι ο Κατηγορούμενος ήταν υπερβολικός στις τοποθετήσεις του για τα επίδικα γεγονότα, ενώ ήταν έντονη και η αίσθησης που άφηνε στο Δικαστήριο καταθέτοντας κατά την ακρόαση, ότι προσπαθούσε να παρουσιάσει μια εικόνα, που, σε μεγάλο βαθμό, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αναφορικά με την σχέση του, κατά τον επίδικο χρόνο, τόσο με την πρώην σύζυγο του ΜΚ2, όσο και με τον ΜΚ2 τον ίδιο, -ότι δηλαδή, ήταν εντελώς αποστασιοποιημένος από τα όποια ζητήματα τους αφορούσαν-, καθότι αντιλαμβανόταν -και ήταν έκδηλο αυτό στο Δικαστήριο, ειδικότερα από τις μη λεκτικές εκφράσεις του κατά την ακρόαση της μαρτυρίας του, αλλά και τις, κατά διαστήματα, «εξάψεις» του κατά τις τοποθετήσεις του στην αντεξέταση του-, ότι θα έδιδαν κάποιο πραγματικό έρεισμα, -το οποίο ενδεχομένως και να υπάρχει, αλλά ως και προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο με βεβαιότητα στην βάση της μαρτυρίας του ΜΚ2- στους ισχυρισμούς του ΜΚ
  16. Και ο Κατηγορούμενος, κρίνει το Δικαστήριο, λαμβανομένου υπόψιν και του προαναφερόμενου ευρύτερου πραγματικά πλαισίου στο οποίο ετέθη το επίδικο περιστατικό από πλευράς του ΜΚ2, σε ότι αφορά την πραγματικότητα του οποίου ο Κατηγορούμενος, σε γενικές γραμμές, κρίνοντας από τις τοποθετήσεις από πλευράς του κατά την ακρόαση, δεν αντιτίθεται, είχε και αυτός, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου λογικό, -και αυτή ήταν η εντύπωσης που άφησε στο Δικαστήριο ο Κατηγορούμενος με την μαρτυρία του- λόγους για να μην παρουσιάσει τα επίδικα γεγονότα, στην πραγματική τους διάσταση. Η μαρτυρία, συνεπώς, του Κατηγορουμένου, για τα επίδικα γεγονότα, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται.
  17. Κατ' ακολουθία των όσων έχουν προαναφερθεί, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, ο Κατήγορος, δεν έχει αποσείσει το νομικό βάρος που είχε σε αυτή την υπόθεση και ως εκ τούτου, βρίσκει τον Κατηγορούμενο αθώο διάπραξης του ποινικού αδικήματος στην κατηγορία με αρ. 1 στο κατηγορητήριο, ως αυτό του καταλογιζόταν από τον Κατήγορο, και τον απαλλάσσει. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.