Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Συμιανός, Αρ. Υπόθεσης: 503/2021, 19/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B83 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 503/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- XXXXX Συμιανός Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 19/5/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Π. Σταύρου με κα. Δ. Πετρογιάννη Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, την 28.12.20, απείλησε τον XXXXX Χειμωνίδη («ο παραπονούμενος») με την εξής φράση: «θα σου σπάσω τα κόκκαλα σου, είσαι κλέφτης, θα πάεις φυλακή, δεν με ξέρεις εμένα αλλά θα με μάθεις». Λόγω αυτής της απειλής προκλήθηκε τρόμος στον παραπονούμενο. Δήλωσε δε τη μη παραδοχή του οπόταν διεξήχθη ακρόαση. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι ο παραπονούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της πιτσαρίας Jack's Pizza House (στο εξής «η πιτσαρία»). Κατά το 2015 ο κατηγορούμενος κατάρτισε συμφωνία με την εταιρεία MLJ Restaurants Limited («MLJ») με την οποία η τελευταία θα διαχειρίζετο και θα λειτουργούσε την εν λόγω πιτσαρία. Η μεταξύ τους συνεργασίας δεν κύλησε ομαλά, εφόσον στην πορεία ανέκυψαν προβλήματα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να αποστείλει προς την MLJ, μέσω δικηγόρου του, επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 3) της μεταξύ τους συνεργασίας. Διευθυντής της MLJ από τις 3.11.20 ήταν ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 8). Τον Νοέμβριο του 2020 η MLJ προέβη σε καταγγελία εναντίον του παραπονούμενου ότι ο τελευταίος έκλεψε από αυτήν το συνολικό ποσό των €239.
- Για τον λόγο αυτό η Αστυνομία, 3 μέρες πριν από το κατ' ισχυρισμό επίδικο περιστατικό, προέβη σε εκτέλεση εντάλματος έρευνας στην εν λόγω πιτσαρία, λαμβάνοντας προς τούτο διάφορες αποδείξεις και τιμολόγια με σκοπό να διερευνήσει τη σχετική καταγγελία. Κατά τον επίδικο χρόνο ο παραπονούμενος εξήλθε του διαμερίσματος του, το οποίο βρίσκεται άνωθεν της πιτσαρίας, με σκοπό να εισέλθει σε αυτή. Στο σημείο βρισκόταν ο κατηγορούμενος με δύο άλλα πρόσωπα. Ακολούθησε συζήτηση μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατά την διάρκεια της μεταξύ τους συζήτησης ο κατηγορούμενος απείλησε τον παραπονούμενο με την πιο πάνω φράση, προκαλώντας του τρόμο. Από την άλλη ο κατηγορούμενος αρνείται ότι απείλησε με οποιονδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο. Προβάλλει τη θέση επίσης ότι η εναντίον του από τον παραπονούμενο καταγγελία είναι εκδικητική, λόγω της καταγγελίας που η MLJ υπέβαλε προηγουμένως εναντίον του στην Αστυνομία. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν ο παραπονούμενος (Μ.Κ 1) και ο ανακριτής της υπόθεσης, Α/Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Ροδοσθένους (Μ.Κ 2). Αφού το Δικαστήριο κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε οποιανδήποτε σχέση ή εμπλοκή στη διαχείριση της πιτσαρίας. Τον κατηγορούμενο τον γνώρισε κατά τον επίδικο χρόνο όπου και του συστήθηκε. Ο ίδιος δεν έλαβε οποιανδήποτε απάντηση στην επιστολή τερματισμού που απέστειλε στην MLJ. Θέση του ήταν ότι ο κατηγορούμενος αφενός τον παρεμπόδισε να εισέλθει στην πιτσαρία και αφετέρου ότι τον απείλησε. Ειδοποίησε προς τον σκοπό αυτό τον δικηγόρο του και κατόπιν συμβουλής που έλαβε από αυτόν, κάλεσε ακολούθως και την Αστυνομία. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι στην προσπάθεια του να εισέλθει της πιτσαρίας διαπίστωσε ότι πλησίον αυτής βρίσκονταν 3 πρόσωπα, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο κατηγορούμενος. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος τον πλησίασε απειλητικά και τον παρεμπόδισε να εισέλθει εντός αυτής. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι είναι διευθυντής της MLJ. Ο ίδιος κάλεσε την Αστυνομία αφότου απειλήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι όταν η Αστυνομία προσήλθε στον χώρο ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία περί απειλής του από τον κατηγορούμενο, πλην όμως ανάφερε στην Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος είχε απειλητικές διαθέσεις. Σε καταγγελία περί απειλής του προέβη αργότερα την ίδια μέρα, όταν και μετέβη στην Αστυνομία. Εξήγησε ότι ο λόγος που λήφθηκε η κατάθεση του 15 ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό ήταν γιατί τότε τον κάλεσε η Αστυνομία να δώσει κατάθεση. Αρνήθηκε ότι ουδέποτε ο κατηγορούμενος τον απείλησε και ότι την εν λόγω καταγγελία την υπέβαλε για εκδικητικούς σκοπούς. Ο Μ.Κ 2 εξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί, ως αυτές καταγράφονται στην κατάθεση του (Τεκμήριο 6). Ήταν το πρόσωπο που έλαβε το παράπονο του παραπονούμενου αλλά και την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 7). Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν ένα από τα μέλη της Αστυνομίας που μετέβηκαν στην πιτσαρία κατά τον επίδικο χρόνο. Ούτε και ήταν εις γνώση του το γεγονός αυτό. Ο ίδιος, όπως εξήγησε, δεν έκρινε σκόπιμο να λάβει από τους εν λόγω αστυνομικούς οποιανδήποτε κατάθεση. Δήλωσε άγνοια κατά πόσο ο παραπονούμενος προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου κατά τον επίδικο χρόνο. Ο ίδιος, εν πάση περιτπώσει, δεν είχε τέτοια πληροφορία. Ούτε και προέβη σε εξέταση του ισχυρισμού του κατηγορούμενου ότι ο τελευταίος μετέβηκε στον εν λόγω χώρο κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από ανακριτή του ΤΑΕ. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 7). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο λόγος που μετέβη κατά τον επίδικο χρόνο στην πιτσαρία και όχι ενωρίτερα ήταν γιατί την ίδια ημέρα δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Αστυφύλακα XXXXX του ΤΑΕ Λευκωσίας ότι μπορεί πλέον να μεταβεί στον εν λόγω χώρο, μετά την καταγγελία που υπέβαλε η MLJ εναντίον του παραπονούμενου για κλοπή. Η Αστυνομία τον συμβούλευσε να μην μεταβεί ενωρίτερα ώστε να μην επηρεαστεί το ανακριτικό της έργο. Ο σκοπός που μετέβη στον χώρο την ημέρα εκείνη ήταν για να λειτουργήσει την εν λόγω πιτσαρία. Ο ίδιος προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του καταστήματος αλλά διαπίστωσε ότι οι κλειδωνιές είχαν αλλάξει. Σε κάποια στιγμή προσήλθε στο μέρος και ο παραπονούμενος. Αφού του έδειξε το πιστοποιητικό του Εφόρου, την ταυτότητα του και ενημερώνοντας τον ως προς τον λόγο της παρουσίας του εκεί ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι δεν είναι δικό του το μαγαζί και δεν του επέτρεψε να εισέλθει εντός αυτού. Ακολούθως προσήλθε στη σκηνή η Αστυνομία. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε απείλησε τον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε το γεγονός ότι η Αστυνομία δεν τον συμβούλευσε να μεταβεί στο μέρος. Ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 3) που απέστειλε ο παραπονούμενος, πλην όμως έλαβε γνώση γι' αυτή από τη μέτοχο της MLJ. Αρνήθηκε επίσης κατηγορηματικά ότι ο ίδιος απείλησε με οποιονδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η αξιολόγησή της μαρτυρίας θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου. Ο παραπονούμενος δεν με έπεισε ως προς τη δική του εκδοχή σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει οποιανδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του. Εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Bασική του θέση ήταν ότι ο ίδιος απειλήθηκε από τον κατηγορούμενο σε βαθμό που ο ίδιος ένιωσε τρόμο και φόβο, με αποτέλεσμα να καλέσει την Αστυνομία. Αποτελεί όμως άξιον απορίας γιατί ο ίδιος δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία του κατηγορουμένου στην Αστυνομία όταν αυτή προσήλθε στη σκηνή. Το γεγονός αυτό το αποδέχθηκε αντεξεταζόμενος, αναφέροντας ότι ενημέρωσε τους Αστυνομικούς μόνο ως προς το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε απειλητικές διαθέσεις. Δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής ο ίδιος από τη μια να ένιωσε φόβο και τρόμο, λόγω των απειλών του κατηγορούμενου και από την άλλη να μην καταγγέλλει το γεγονός αυτό στην Αστυνομία. Ούτε και βεβαίως μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι ο ίδιος προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία περί απειλών του κατηγορούμενου την ίδια ημέρα. Πέραν του γεγονότος ότι ο ισχυρισμός του αυτός παρέμεινε γενικός και ατεκμηρίωτος, η κατάθεση του, μέσω της οποίας υποβάλλει το παράπονο του, λήφθηκε στις 11.1.21, σχεδόν 2 εβδομάδες μετά την κατ' ισχυρισμό απειλή που ο ίδιος δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Επιπρόσθετα, ένα τέτοιο γεγονός δεν το επιβεβαίωσε ούτε ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Ως προς τον λόγο που ο ίδιος έδωσε κατάθεση την 11.1.21 ισχυρίσθηκε ότι τότε τον κάλεσε η Αστυνομία. Αποτελεί όμως άξιον απορίας πως ο ανακριτής τον κάλεσε να του λάβει κατάθεση ενώ ο ίδιος ο Μ.Κ 2 δήλωσε άγνοια για τα περί προηγούμενης καταγγελίας του παραπονουμένου. Επίσης η θέση του αυτή ότι ο ίδιος δέχθηκε απειλές δεν επιβεβαιώνεται και από τον διανομέα, ο οποίος ήταν παρών στον χώρο (Τεκμήριο 9, του οποίου η κατάθεση του έγινε παραδεκτό γεγονός). Είμαι της γνώμης ότι αν ο παραπονούμενος είχε γνήσιο παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου θα προέβαινε άμεσα σε τέτοια καταγγελία στην Αστυνομία, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι το εναντίον του κατηγορουμένου παράπονο δεν ήταν γνήσιο. Ουσιαστική αντίφαση η οποία πλήττει σε μεγάλο βαθμό την αξιοπιστία του παραπονούμενου αποτελεί και το εξής γεγονός. Ενώ ο ίδιος στην κατάθεση του προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος τηλεφώνησε στην Αστυνομία και ακολούθως απειλήθηκε από τον κατηγορούμενο, ενόρκως προέβαλε αντίθετη θέση ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος κάλεσε την Αστυνομία αφότου απειλήθηκε από τον κατηγορούμενο. Ως προς τη διαφοροποίηση του αυτή ο εν λόγω μάρτυρας επικαλέστηκε την παρέλευση του χρόνου, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην ήταν σε θέση να θυμηθεί με ακρίβεια την αλληλουχία των γεγονότων. Η θέση του αυτή δεν είναι πειστική εφόσον προηγουμένως, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, η κατάθεση του διαβάστηκε και ως εκ τούτου του είχε δοθεί η ευκαιρία να επαναφέρει στη μνήμη του τα επίδικα γεγονότα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Η μαρτυρία του Μ.Κ 2 ουδόλως βοήθησε την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Πέραν του γεγονότος ότι οι ενέργειες που έλαβε στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων δεν έτυχαν αμφισβήτησης, η όλη από μέρους του διερεύνηση της υπόθεσης αποδυναμώνει πλήρως την εκδοχή του παραπονουμένου. Και τούτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας δεν έλαβε οποιανδήποτε κατάθεση από τους δύο αστυνομικούς που μετέβησαν στη σκηνή, κατά τον επίδικο χρόνο, οι οποίοι θα διαφώτιζαν το Δικαστήριο ως προς τα πραγματικά γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει καθώς και θα επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς του παραπονουμένου περί απειλών του από τον κατηγορούμενο. Επίσης, δεν έκρινε σκόπιμο να λάβει κατάθεση από τον συνάδελφο του αστυνομικό, ο οποίος, σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, τον συμβούλευσε να προσέλθει στον χώρο. Οι παραλείψεις του αυτές δημιουργούν κενά και ρήγματα στην εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονούμενου και έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το έχει η κατηγορούσα αρχή η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση του από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα όσα έχει παραθέσει η κατηγορούμενος, ενόρκως, είτε από μόνα τους είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία δεν είναι ικανά και σε τέτοιο βαθμό επαρκή ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα περί ενοχής του. Η νομική βάση της κατηγορίας που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εδράζεται στο άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα το οποίο αναφέρει ότι: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου,
(2)που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6 και Kallenos v. The Police
(1969)2 CLR 210, 212). Για το αδίκημα του άρθρου 91Α εξετάζεται η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου και όχι η πρόθεση και ο σκοπός του κατηγορούμενου. Επομένως, απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης (ή παράλειψης) από τον κατηγορούμενο προς τον απειλούμενο αρκεί προς στοιχειοθέτηση του αδικήματος, εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι στον απειλούμενο προκλήθηκε αίσθημα τρόμου ή ανησυχίας για άσκηση βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης εναντίον του. Το Δικαστήριο για να καταλήξει σε συμπέρασμα πρόκλησης τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο θα πρέπει να εξετάσει όλες τις περιστάσεις που περιβάλλουν το συμβάν εκστόμισης της απειλής, τη φύση της απειλής, τις περιστάσεις των εμπλεκομένων και τη συμπεριφορά τους πριν, κατά την εξέλιξη του συμβάντος και μετά. Πέραν του γεγονότος ότι μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου υπήρξε συνομιλία η οποία οδήγησε σε διαφωνία ως προς το ποιος είχε δικαίωμα να εισέλθει στην πιτσαρία, με την απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονούμενου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική και αποδεκτή μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος απείλησε τον παραπονούμενο με την φράση που του καταλογίζεται. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο