Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ζαβρίδου, Αρ. Υπόθεσης: 12968/2018, 30/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B87 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12968/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- XXXXX Ζαβρίδου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 30/5/2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Β. Ακάμας Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι την 1.04.2018 επιτέθηκε στον σύζυγό της, XXXXX Κάττο («παραπονούμενου») (1η κατηγορία), καθώς και στην αδελφή του, XXXXX Κάττου («παραπονούμενη») (2η κατηγορία). Δήλωσε δε τη μη παραδοχή της, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι η κατηγορούμενη με τον παραπονούμενο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήσαν σύζυγοι και έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, ηλικίας τότε 8 και 6 ετών, αντιστοίχως. Λόγω διαφόρων προβλημάτων στις μεταξύ τους διαπροσωπικές σχέσεις (ζήτημα το οποίο δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο εφόσον δεν αποτελεί επίδικο γεγονός) τα πιο πάνω πρόσωπα βρίσκονταν σε διάσταση αλλά εξακολουθούσαν να διαμένουν στην ίδια συζυγική οικία. Κατά τον πιο πάνω χρόνο ο παραπονούμενος απαίτησε από την κατηγορούμενη, όπως η τελευταία επιστρέψει στην μητέρα του τα οικογενειακά κειμήλια που της χάρισε, ενόψει του επικείμενου χωρισμού τους. Προς τον σκοπό αυτό η μητέρα του παραπονούμενου επισκέφθηκε την οικία τους. Στη συνέχεια, προσήλθε η παραπονούμενη και η αδελφή της (Μ.Κ 4). Ακολούθησε, μεταξύ όλων των πιο πάνω εμπλεκομένων προσώπων, συζήτηση στην κουζίνα της εν λόγω οικίας. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Είναι τα γεγονότα που επακολούθησαν που το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει. Είναι, συνοπτικά, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι κατά τη διάρκεια της πιο πάνω συζήτησης η κατηγορούμενη παράνομα επιτέθηκε και κτύπησε και τους δύο παραπονούμενους. Από την άλλη η κατηγορούμενη αρνείται κατηγορηματικά ότι τους επιτέθηκε με οποιονδήποτε τρόπο και ότι αντίθετα αυτή ήταν που δέκτηκε επίθεση. Παρεμβάλω στο σημείο εδώ να αναφέρω ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι σε σχέση με το πιο πάνω επεισόδιο καταχωρίστηκε η ποινική υπόθεση υπ' αριθμόν 12967/18, στην οποία παραπονούμενη είναι η κατηγορούμενη της παρούσας υπόθεσης και κατηγορούμενοι είναι οι μεν παραπονούμενοι καθώς και η μητέρα τους. Τα εν λόγω πρόσωπα κατηγορούνται ότι επιτέθηκαν στην κατηγορούμενη. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε ο παραπονούμενος (Μ.Κ 1), η παραπονούμενη (Μ.Κ 2), η Γ/Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Ορθοδόξου (Μ.Κ 3) εξεταστής της παρούσας υπόθεσης και η XXXXX Κάττου (Μ.Κ 4), αδελφή των παραπονουμένων. Αφού η κατηγορούμενη κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ως είναι άλλωστε συνταγματικό της δικαίωμα, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο παραπονούμενος για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι μετά τη διάσταση τους, ο ίδιος ανάμενε από την κατηγορούμενη να του παραδώσει τα οικογενειακή κειμήλια που της είχε δώσει η μητέρα του για τα παιδιά τους, πράγμα το οποίο η κατηγορούμενη αρνήθηκε. Λόγω της άρνησης της ο ίδιος είχε πρόθεση να μεταβεί στην Αστυνομία για να καταγγείλει το γεγονός αυτό. Σε κάποια στιγμή προσήλθε η Αστυνομία στην οικία τους, κατόπιν τηλεφωνήματος της κατηγορουμένης προηγουμένως. Αφού η Αστυνομία τον βρήκε ήρεμο και ώριμο ακολούθως αποχώρησε, συνιστώντας τους να είναι ήρεμοι και οι δύο για το καλό των παιδιών τους. Η κατηγορούμενη, στη συνέχεια, του ζήτησε όπως καλέσει τη μητέρα του στην οικία της ώστε να της δώσει η ίδια αυτοπροσώπως τα εν λόγω οικογενειακά κειμήλια, πράγμα το οποίο η μητέρα του έπραξε. Ο ίδιος βρισκόταν στον πάνω όροφο της οικίας μαζί με τα παιδιά του. Λόγω του ότι άκουσε την κατηγορούμενη να φωνάζει, κατέβηκε κάτω στην κουζίνα όπου και διαπίστωσε ότι παρούσες ήταν και η παραπονούμενη αλλά και η άλλη του αδελφή (Μ.Κ 4). Αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση. Αφού της ζήτησε να ηρεμήσει αυτή δεν το έπραξε. Τότε προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία. Η κατηγορούμενη όρμηξε προς το μέρος του και αφού χτύπησε την παραπονούμενη, κλοτσώντας την και κτυπώντας την με τον αγκώνα της για να την παραμερίσει, άρπαξε με βίαιο τρόπο το χέρι του, σπρώχνοντάς τον, χτυπώντας τον με το ένα της χέρι σε διάφορα σημεία ενώ με το άλλο προσπάθησε να του αρπάξει το τηλέφωνο. Αφού δεν κατάφερε να του το πάρει η κατηγορούμενη εξήλθε της οικίας. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τον τρόπο που του επιτέθηκε η κατηγορούμενη ήταν η θέση του ότι την είδε να κτυπά την παραπονούμενη και ακολούθως όπως ο ίδιος κρατούσε το τηλέφωνο προσπαθούσε με το χέρι της να το αρπάξει και ταυτόχρονα με το άλλο της χέρι του έδινε αγκωνιές και κλωτσιές πίσω στην πλάτη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι οι αδελφές του βρισκόντουσαν στην οικία τους αφού ειδοποιήθηκαν από τη μητέρα του αφενός γιατί η ίδια δεν ένιωθε οποιανδήποτε ασφάλεια να βρίσκεται μόνη της με την κατηγορουμένη και αφετέρου λόγω επειδή αντιμετώπιζε πρόβλημα στα γόνατα της και δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Λόγω του ότι ο ίδιος βρισκόταν στον πάνω όροφο της οικίας μαζί με τα παιδιά του δεν γνωρίζει τι ακριβώς είχε διαμειφθεί στην κουζίνα μεταξύ των πιο πάνω προσώπων. Ως προς τον λόγο που αποπειράθηκε να καλέσει την Αστυνομία ήταν γιατί αυτή, όταν προηγουμένως επισκέφθηκε την οικία τους, τους συνέστησε να μην υπάρχουν εντάσεις και φωνές, πράγμα το οποίο η κατηγορούμενη δεν ακολούθησε. Εξήγησε και επανέλαβε τη θέση του ότι μόλις έπιασε ο ίδιος το τηλέφωνο για να την καλέσει, είδε την κατηγορούμενη να σπρώχνει και να χτυπάει την παραπονούμενη και ακολούθως με το ένα της το χέρι προσπάθησε να του αρπάξει το τηλέφωνο. Λόγω του ότι ο ίδιος γύρισε την πλάτη του, η κατηγορούμενη τον χτύπησε με τον αγκώνα της πίσω στην πλάτη του και του έδωσε με το γόνατο της μία κλωτσιά στα πόδια. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε επιτέθηκε στον ίδιο και στην παραπονούμενη. Η Μ.Κ 2 υιοθέτησε, επίσης, την γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 2). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση της ότι η Μ.Κ 4 την ενημέρωσε για το γεγονός ότι επικοινώνησε μαζί της η μητέρα τους και τους ζήτησε να μεταβούν στην οικία του παραπονούμενου, πράγμα το οποίο έπραξαν. Η μητέρα τους επιθυμούσε την παρουσία τους εκεί με σκοπό να απομακρύνουν τα ανήλικα παιδιά, ώστε να μην είναι μπροστά στην οποιανδήποτε διένεξη και διαμάχη που πιθανόν θα λάμβανε χώρα μεταξύ αυτής και της κατηγορούμενης. Μόλις η κατηγορούμενη είδε την ίδια και τη Μ.Κ 4 να εισέρχονται στην κουζίνα άρπαξε το κινητό της τηλέφωνο και το κατέβασε κάτω από το τραπέζι προσπαθώντας να κάνει κλήση. Η ίδια της ζήτησε ευγενικά και ήρεμα όπως αφήσει το τηλέφωνο με σκοπό να συζητήσουν. Ακολούθως της πήρε το χέρι ήρεμα τοποθετώντας το τηλέφωνο στο τραπέζι. Η κατηγορούμενη σε κάποια στιγμή ήταν έξαλλη και εξήλθε της οικίας. Ο παραπονούμενος, αφού εισήλθε στην κουζίνα και διαπίστωσε το πιο πάνω γεγονός, κατευθύνθηκε προς το τηλέφωνο ώστε να καλέσει την Αστυνομία. Εκείνη την στιγμή η κατηγορούμενη, εισήλθε εκ νέου στην οικία, και αφού πέρασε από δίπλα της, κλοτσώντας την στο αριστερό πόδι και με τον αγκώνα της την κτύπησε στο αριστερό πλευρό, κατευθύνθηκε στον παραπονούμενο και με βία προσπαθούσε να του αρπάξει το τηλέφωνο. Όταν δεν τα κατάφερε η κατηγορούμενη εξήλθε της οικίας. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανέφερε ότι η κατηγορούμενη την έσπρωξε, την κλώτσησε και με βία προσπάθησε να προσεγγίσει τον παραπονούμενο. Δεν γνωρίζει κατά πόσο η κατηγορούμενη είχε οποιανδήποτε πρόθεση να την κτυπήσει. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι ο λόγος της εκεί παρουσίας της ήταν να απομακρύνει τα ανήλικα παιδιά σε περίπτωση που η όλη κατάσταση εκτροχιαζόταν. Η ίδια δεν ήθελε τα ανήλικα να βιώσουν οποιοδήποτε περιστατικό βίας. Όταν εισήλθε στην οικία μετέβηκαν μαζί με την Μ.Κ. 4 απευθείας στην κουζίνα, διότι άκουσαν τη μεταξύ της κατηγορουμένης και μητέρας τους συζήτηση. Ο λόγος που έλαβε και εκείνη μέρος ήταν γιατί διαπίστωσε ότι η μητέρα τους δεν ήταν καλά. Ανάφερε, επίσης, ότι σε κάποια στιγμή άκουσε τα ανήλικα να κλαίνε. Ως προς τον λόγο που δεν τα απομάκρυνε από την οικία ήταν επειδή τη δεδομένη στιγμή επικρατούσε ένας πανικός και η ίδια δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Σε σχέση με την επίθεση που δέχτηκε η ίδια επανέλαβε τη θέση της ότι η κατηγορούμενη περνώντας από μπροστά της την κλώτσησε και την χτύπησε στην προσπάθεια της να κατευθυνθεί προς τον παραπονούμενο με σκοπό να του αρπάξει το τηλέφωνο. Η κατηγορούμενη την κλώτσησε στο αριστερό πόδι και της έκανε μία αγκωνιά στη μέση της. Ακολούθως, είδε την κατηγορούμενη να παλεύει με τον αδελφό της, έχοντας ο ένας απέναντι του τον άλλο, και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο τον κτύπησε. Η Μ.Κ 3 ανάφερε ότι το έναυσμα για την από μέρους της Αστυνομίας διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης προέκυψε κατόπιν της καταγγελίας που υπέβαλε η κατηγορούμενη εναντίον των παραπονουμένων και της μητέρας τους. Κατά τη λήψη ανακριτικών καταθέσεων τα πιο πάνω πρόσωπα υπέβαλαν το επίδικο παράπονο εναντίον της κατηγορουμένης. Στα πλαίσια αυτά της έλαβε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 5). Η Μ.Κ 4, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Τεκμήριο 7). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση της ότι ενώ ο παραπονούμενος πήρε το σταθερό τηλέφωνο με σκοπό να καλέσει την Αστυνομία η κατηγορούμενη, αφού έσπρωξε δυνατά με τα χέρια της την παραπονούμενη για να την παραμερίσει, κατευθύνθηκε προς τον αδελφό της προσπαθώντας να του αρπάξει το τηλέφωνο από τα χέρια του. Όταν είδε ότι δεν μπορούσε, εξήλθε από την πόρτα της κουζίνας και συνέχισε να φωνάζει. Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ανέφερε ότι κατηγορούμενη χτύπησε με τον αγκώνα της και κλώτσησε την παραπονούμενη. Επίσης, στην προσπάθεια της να αρπάξει το τηλέφωνο από τον παραπονούμενο με το ένα της χέρι τον κτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματος του και με τον αγκώνα και την παλάμη προσπαθούσε να του πάρει το σταθερό τηλέφωνο. Αντεξεταζόμενη, επανέλαβε τη θέση της ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε στους παραπονούμενους. Προτεραιότητα της ίδιας, κατά την επίσκεψη στην οικία της κατηγορουμένης, ήταν να προστατευτούν τα ανήλικα παιδιά. Ο λόγος που δεν τα απομάκρυνε ήταν γιατί γνώριζε ότι αυτά ήταν ασφαλή εφόσον βρισκόντουσαν με τον παραπονούμενο. Μπορεί να έκλαιγαν και να ήταν φοβισμένα πλην όμως όπως διευκρίνισε δεν κινδύνευαν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Σημειώνω εξ αρχής ότι η όλη εκδοχή που προβάλλει η Κατηγορούσα Αρχή, μέσω των Μ.Κ 1, Μ.Κ 2 και Μ.Κ 4, με σκοπό να αποδείξει το γεγονός ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε στους παραπονούμενους έχει κενά, αδυναμίες αλλά και ουσιαστικές αντιφάσεις. Σε σχέση με το ίδιο επεισόδιο οφείλω να αναφέρω ότι έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις διαφορετικές εκδοχές, εκ των οποίων η κάθε μία δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως. Ο παραπονούμενος ως προς το ζητούμενο, δηλαδή κατά πόσο και με ποιο τρόπο του επιτέθηκε η κατηγορούμενη δεν ήταν σταθερός στις θέσεις του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του. Ενώ μέσω της κατάθεσής του ισχυρίσθηκε ότι η κατηγορούμενη τον χτυπούσε με το ένα της χέρι σε διάφορα σημεία του σώματός του, ενόρκως, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της κατηγορούσας αρχής, ισχυρίστηκε ότι η κατηγορούμενη του έδινε αγκωνιές με το ένα χέρι και τον κλώτσησε πίσω στην πλάτη. Αντεξεταζόμενος, σε σχέση με το ίδιο ζήτημα ανάφερε ότι επειδή ο ίδιος γύρισε την πλάτη του, ώστε η κατηγορούμενη να μην ήταν σε θέση να του αρπάξει το τηλέφωνο, ακολούθως τον κτύπησε με τον αγκώνα της, δίδοντας του ταυτόχρονα και κλοτσιά διευκρινίζοντας αργότερα όμως ότι είναι με το γόνατο που τον χτύπησε. Πέραν των πιο πάνω διαφορετικών εκδοχών του, ως προς τον τρόπο που του επιτέθηκε η κατηγορούμενη, ο παραπονούμενος για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε, κάτι το οποίο δεν αναφέρεται στην κατάθεση του, ότι η κατηγορούμενη του έδωσε κλοτσιά (κάποιες φορές χρησιμοποίησε πληθυντικό αριθμό, ενώ σε κάποια στιγμή αναφέρθηκε ως προς το ότι ο ίδιος δεν δέχτηκε κλοτσιά, αλλά γονατιά) σε μία προφανή του προσπάθεια, ώστε να γίνει πιο πειστική η εκδοχή του. Δεν αποδέχομαι και δεν θα προσδώσω οποιανδήποτε βαρύτητα ως προς την εξήγηση που έδωσε για την πιο πάνω παράλειψή του, ότι δηλαδή ο ίδιος δεν το θυμήθηκε κατά την ώρα που έδιδε την κατάθεση του λόγω του ότι το κτύπημα στην πλάτη, το οποίο έχει αναφέρει, ήταν πιο δυνατό. Αποτελεί άξιον απορίας πώς είναι δυνατό να μην θυμήθηκε το εν λόγω ουσιώδες σε σχέση με το παράπονο του γεγονός όταν ακόμη η μνήμη του ήταν νωπή και αντίθετα το θυμήθηκε 4 χρόνια αργότερα. Το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο. Επί του ίδιου ζητήματος αξίζει να σημειωθεί ότι η παραπονούμενη (Μ.Κ 2), της οποίας η μαρτυρία της για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω δεν γίνεται αποδεκτή, ανέφερε στην κατάθεσή της ότι η κατηγορούμενη δεν επιτέθηκε στον παραπονούμενο, απλά βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση και προσπάθησε με τη βία να του αρπάξει το τηλέφωνο. Για το ίδια θέμα η Μ.Κ 4, που επίσης η μαρτυρία της δεν γίνεται αποδεκτή, ισχυρίσθηκε στην κατάθεση της ότι η κατηγορούμενη δεν κτύπησε τον παραπονούμενο, απλά προσπάθησε να του πάρει το τηλέφωνο από τα χέρια του. Οι πιο πάνω αναφορές του Δικαστηρίου γίνονται αποκλειστικά για να τονίσω τη διαφορετικότητα των εκδοχών των μαρτύρων κατηγορίας και δεν γίνονται με σκοπό να απορριφθεί η θέση του παραπονούμενου λόγω του ότι η παραπονούμενη και η Μ.Κ 4 έδωσαν άλλες εκδοχές. Αποτελεί σταθερή θέση της νομολογίας ότι δεν επιτρέπεται αλληλοσυνάρτηση της μαρτυρίας δύο μαρτύρων για σκοπούς αξιολόγησης (Βαριάνου Αθηνά ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541). Οι πιο πάνω αναφορές γίνονται από το Δικαστήριο με σκοπό να καταδειχθεί ότι τα ίδια πρόσωπα που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο και χρόνο έδωσαν μεταξύ τους διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με το ζητούμενο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται στο βαθμό που συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της Μ.Κ 2 αναφέρω εξ αρχής ότι δεν άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της δεν έχει λογική συνοχή και δεν ήταν καθόλου σταθερή αλλά αντιφατική. Ως προς την κατ' ισχυρισμό επίθεση που η ίδια δέκτηκε από την κατηγορούμενη προέβαλε δύο διαφορετικές εκδοχές. Ενώ στην κατάθεση της ισχυρίσθηκε ότι η κατηγορούμενη, στην προσπάθεια της να προσεγγίσει τον παραπονούμενο, την κλώτσησε στο αριστερό της πόδι και με τον αγκώνα της τη χτύπησε στο αριστερό της πλευρό, αντεξεταζόμενη ισχυρίσθηκε ότι η κατηγορούμενη την έσπρωξε και την κλώτσησε, χωρίς να κάνει οποιανδήποτε αναφορά ότι τη χτύπησε με τον αγκώνα της. Επιπρόσθετα, δεν ήταν βέβαιη, παρά το γεγονός ότι είχε υποβάλει εναντίον της κατηγορούμενης παράπονο ότι της επιτέθηκε, εάν ήταν κατά λάθος που κτυπήθηκε αναφέροντας αυτολεξεί: «Δεν ξέρω εάν είναι κατά λάθος ή εν ήξερε τι έκανε εκείνην την ώρα». Επί του ίδιου σημείου, δηλαδή ως προς τον τρόπο που η παραπονούμενη δέκτηκε επίθεση από την κατηγορούμενη υπάρχουν δύο άλλες διαφορετικές εκδοχές ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο παραπονούμενος, αντίθετα με την εκδοχή της παραπονουμένης, ισχυρίσθηκε ότι είδε την κατηγορούμενη να την σπρώχνει με τον αγκώνα της, να την κτυπά και ακολούθως να τη διασκελίζει. Αντεξεταζόμενος, αφού του υποβλήθηκε ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε χτύπησε την παραπονούμενη, ανασκεύασε αναφέροντας κατά λέξη: «Εγώ εκείνην την ώρα ξεκίνησα να πάω να πάρω το τηλέφωνο και την είδα που έκανε αυτήν την κίνηση να κάνει έτσι, με το πόδι της, για να περάσει στη γωνιά.» Από την άλλη, η Μ.Κ 4 προέβαλε στην κατάθεση της μία άλλη αντίθετη και διαφορετική εκδοχή με τους παραπονούμενους αναφέροντας αυτολεξεί: «Την ίδια ώρα ο αδελφός μου πήρε το ασύρματο σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού και η κυρία Ζαβρίδου, μπήκε πάλι στην κουζίνα και αφού έσπρωξε δυνατά με τα χέρια της την αδελφή μου για να την παραμερίσει, πήγε προς τον αδελφό μου και προσπάθησε να του πάρει το τηλέφωνο από τα χέρια του.» Ακόμη ένα στοιχείο το οποίο δεικνύει την αντιφατικότητα των θέσεων της παραπονούμενης αλλά και για το γεγονός ότι η μαρτυρία της στερείται πειστικότητας αποτελεί και το εξής γεγονός. Η ίδια υποστήριξε ότι ο λόγος που η ίδια μετέβη στην οικία της κατηγορούμενης, χωρίς μάλιστα να λάβει οποιανδήποτε πρόσκληση είτε από τον παραπονούμενο είτε από την ίδια, ήταν επειδή της το ζήτησε η μητέρα της, ώστε μαζί με την Μ.Κ 4 να απομακρύνουν τα ανήλικα παιδιά σε περίπτωση που υπήρχαν φωνές και εντάσεις στη συζήτηση. Αντίθετα η ίδια, ως εξάλλου αποδέχθηκε, μόλις εισήλθε στην κουζίνα της οικίας της κατηγορουμένης δεν αναζήτησε τα ανήλικα αλλά έλαβε μέρος στη μεταξύ της μητέρας της και της κατηγορουμένης συζήτηση. Ούτε και η ίδια αντέδρασε όταν άκουσε τα ανήλικα να κλαίνε, όταν βρισκόντουσαν στον πάνω όροφο της οικίας τους μόνα τους. Δεν έκρινε σκόπιμο η ίδια ούτε η Μ.Κ 4 να προσεγγίσουν τα παιδιά με σκοπό να τα ηρεμήσουν ή να τα απομακρύνουν. Ούτε και πείθει ότι οι ίδιες έμειναν "κόκκαλο", όπως χαρακτηριστικά ανάφεραν και δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Μοναδική της έγνοια προφανώς και δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση το καλώς νοούμενο συμφέρον των ανηλίκων, αλλά η άμεση εμπλοκή της στη συζήτηση. Καθόλου πειστική δεν ήταν η θέση της ότι ο λόγος που δεν ανέβηκε πάνω στα παιδιά ήταν επειδή αυτά βρισκόντουσαν μαζί με τον αδελφό της. Σε κάποια στιγμή όμως ο παραπονούμενος, όπως και αποδέχθηκε, κατέβηκε στην κουζίνα. Ακόμη ένα επιπρόσθετο στοιχείο το οποίο καταρρίπτει τη θέση της ως προς τον λόγο της παρουσίας της στην οικία της κατηγορουμένης αποτελεί και το γεγονός ότι ενώ η κατηγορούμενη προσπάθησε με το κινητό της (στην ίδια της την οικία και τον προσωπικό της χώρο) να καλέσει άγνωστο προς το Δικαστήριο πρόσωπο που πιθανώς να ήταν και η Αστυνομία, όπως η παραπονούμενη και η Μ.Κ 4 ανάφεραν, δεν την άφησε να τηλεφωνήσει αναφέροντας τα εξής: «Ε. Και επειδή δεν σε άκουσε να μην τηλεφωνήσεις μέσα στο σπίτι της, θεώρησες ορθό να της αρπάξεις το τηλέφωνο της στο σπίτι της. Α. Ναι, κάποτε έπρεπε να συζητήσουμε με τη συγκεκριμένη.» Συνεπώς συνάγεται ότι η πρόθεση της δεν ήταν να προστατεύσει τα ανήλικα παιδιά αλλά να επιλύσει τις διαφορές της με την κατηγορούμενη. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο για να καταδείξω του λόγου το αληθές ότι η μαρτυρία της παραπονουμένης παρουσιάζει τέτοιου βαθμού ουσιαστικές αντιφάσεις και έχει κλονισθεί σε τόσο βαθμό ώστε το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή από του να μην την κάνει αποδεκτή. Συνεπακόλουθα αυτή απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Ούτε και η Μ.Κ 4 άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και για τους ίδιους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της σε ό,τι αφορά τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επίθεση της κατηγορουμένης προς την παραπονούμενη, η εν λόγω μάρτυρας στην κατάθεσή της ισχυρίσθηκε ότι η κατηγορούμενη δεν την κτύπησε αλλά ότι την έσπρωξε δυνατά με τα χέρια της για να την παραμερίσει, με σκοπό να προσεγγίσει τον παραπονούμενο. Ενόρκως όμως, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις της Κατηγορούσας Αρχής, αντίθετα προέβαλε τη θέση ότι η κατηγορούμενη την κτύπησε με τον αγκώνα και την κλώτσησε, θέση την οποία και επανέλαβε στην αντεξέταση της. Καμιά πειστική εξήγηση δεν έδωσε στο Δικαστήριο ως προς την αντιφατικότητα των θέσεων της. Τουναντίον η όλη της στάση δεικνύει κάποιο στοιχείο προσυνεννόησης με τα αδέλφια της. Εκ διαμέτρου όμως αντίθετη εκδοχή έδωσε και σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επίθεση της κατηγορουμένης προς τον παραπονούμενο. Ενώ στην κατάθεσή της η ίδια ισχυρίστηκε ότι απλά το μόνο που έπραξε η κατηγορούμενη ήταν ότι προσπάθησε να αρπάξει το τηλέφωνο του παραπονουμένου, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε άλλη μνεία περί επίθεσης, αντίθετα ενόρκως ισχυρίσθηκε ότι η κατηγορούμενη κτυπούσε τον παραπονούμενο με το ένα της χέρι και με το άλλο προσπαθούσε να το πάρει το τηλέφωνο. Για τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία της επί ουσιωδών ζητημάτων δεν ήταν σταθερή και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν την αποδέχεται. Συμπερασματικά, πέραν του γεγονότος ότι η μαρτυρία των Μ.Κ 1, Μ.Κ 2 και Μ.Κ 4 περιέχει ουσιώδεις αντιφάσεις το Δικαστήριο, για σκοπούς αξιολόγησης των πιο πάνω μαρτύρων κατηγορίας, δεν μπορεί παρά να μην λάβει επιπρόσθετα υπόψιν και το γεγονός ότι αφενός μεταξύ των εμπλεκόμενων προσώπων φέρεται να υπάρχει μια έντονη διαμάχη αλλά και αφετέρου ότι όλοι οι πιο πάνω μάρτυρες είναι αδέλφια μεταξύ τους. Στο νομικό σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης-Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των κ. Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη αναφέρεται ότι: «Η συγγένεια ή η στενή σχέση και φιλία μεταξύ μαρτύρων και διαδίκων δεν μπορεί συνήθως και από μόνη της, να απαρτίσει εύλογο λόγο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (Σοφοκλέους v Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ 385) αποτελεί εντούτοις αξιολογήσιμο παράγοντα προς αυτή την κατεύθυνση (Δημητρίου και Άλλων v Ξανδρή
(2012)1 Α.Α.Δ 2184.» Εξάλλου επίσης, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι δεν υπέβαλαν άμεσα οποιοδήποτε παράπονο στην Αστυνομία αλλά το κατ' ισχυρισμό παράπονο τους υποβλήθηκε όταν και κλήθηκαν από αυτήν με σκοπό να τους ληφθεί ανακριτική κατάθεση. Είμαι της γνώμης ότι εάν οι παραπονούμενοι είχαν γνήσιο παράπονο και μάλιστα τόσο έντονο εναντίον της κατηγορούμενης, όσο άφησαν να νοηθεί με τη μαρτυρία τους στο Δικαστήριο, θα προέβαιναν άμεσα σε καταγγελία στην Αστυνομία ενόψει των μεταξύ τους τεταμένων σχέσεων. Ούτε επίσης προσκομίσθηκε οποιοδήποτε ιατρικό έντυπο που να επιβεβαιώνει έστω και κατ' ελάχιστο το γεγονός ότι οι παραπονούμενοι δέχτηκαν επίθεση, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι δεν είναι σε όλες τις επιθέσεις που το θύμα έχει οποιαδήποτε ιατρικά κατάλοιπα. Αποτελεί νομολογημένο ότι η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία, η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Γεωργίου Aνδρέας ν. Aστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 439). Αποδεκτή γίνεται στην ολότητα της η μαρτυρία της Μ.Κ 3. Ήταν αντικειμενική και δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία της και οι ενέργειες της ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας όλων των βασικών μαρτύρων της κατηγορούσας αρχής και έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το έχει η κατηγορούσα αρχή η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση της από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα όσα έχει παραθέσει η κατηγορούμενη, μέσω της ανακριτικής της κατάθεσης, είτε από μόνα τους είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία δεν είναι ικανά και σε τέτοιο βαθμό επαρκή ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα περί ενοχής της. Η νομική βάση της 1ης κατηγορίας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων), Νόμου 119(Ι)/2000 («ο Νόμος»). Το άρθρο 3
(1)
(4)του Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί ότι: «3. -
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)..
(3).
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και τις δύο ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:
- Ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία,
- Με οποιανδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά,
- Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του και
- Να προκαλέσει σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη Το αδίκημα της κοινής επίθεσης εδράζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί ότι: «
- Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Κοινό συστατικό στοιχείο και των δύο αδικημάτων είναι η επίθεση. Πέραν του γεγονότος ότι υπήρξε συζήτηση μεταξύ των εμπλεκομένων που πιθανώς να οδήγησε σε κάποια ένταση δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε θετική και αποδεκτή μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε παράνομα με οποιονδήποτε τρόπο στους παραπονουμένους. Το Δικαστήριο εν ολίγοις δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη ήταν η επιτιθέμενη. Συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο