← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Apostolakis, Αρ. Υπόθεσης: 12515/2018, 10/5/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Apostolakis, Αρ. Υπόθεσης: 12515/2018, 10/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B81 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12515/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- XXXXX Apostolakis Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10/5/2022. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Γιαλελής Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την 26.7.18 ασκούσε το επάγγελμα του ιδιώτη φύλακα χωρίς να λάβει την απαιτούμενη από τον Αρχηγό Αστυνομίας άδεια άσκησης του εν λόγω επαγγέλματος. Δεν παραδέχθηκε ενοχή, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών, είτε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων είτε μέσω της αναντίλεκτης μαρτυρίας, ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Έλληνας Υπήκοος, εντοπίσθηκε, κατά την πιο πάνω ημερομηνία και περί τις 02.15, από μέλη του Ουλαμού Πρόληψης Εγκλημάτων (Ο.Π.Ε) να κάθεται έξω από την οικία τρίτου προσώπου πάνω σε πλαστική καρέκλα εντός του πεζοδρομίου, φορώντας μαύρα ρούχα. Πίσω από τον κατηγορούμενο υπήρχε μισάνοικτη μια μεταλλική πόρτα, προσαρμοσμένη στην εξωτερική περίφραξη. Ο Ο.Π.Ε μετέβη στην εν λόγω οικία στα πλαίσια διενέργειας ελέγχου για την πρόληψη και καταπολέμηση του εγκλήματος (στον ιδιοκτήτη της οικίας παρείχετο στο παρελθόν από την Αστυνομία προστασία) αλλά και μετά από πληροφορίες που λήφθηκαν ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε χρέη ιδιώτη φύλακα. Ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διέμενε σε δωμάτιο, το οποίο βρισκόταν έξω από πιο πάνω οικία, στο πίσω της μέρος εντός της αυλής της. O κατηγορούμενος δεν είναι αδειούχος ιδιώτης φύλακας και ουδέποτε υπέβαλε στην Αστυνομία αίτημα για εξασφάλιση τέτοιας άδειας με βάση το Μητρώο Εγγραφής Ιδιωτικών Φυλάκων (Τεκμήριο 1) που διατηρεί η Αστυνομία στα πλαίσια του περί Ιδιωτικών Γραφείων Παροχής Υπηρεσιών Ασφαλείας, Ν. 125(Ι)/2007 («ο Νόμος»). Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου Είναι, συνοπτικά, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον πιο πάνω τόπο και χρόνο, ασκούσε χρέη ιδιώτη φύλακα της οικίας και του ιδιοκτήτη αυτής χωρίς να έχει εξασφαλίσει προς τούτο σχετική άδεια, κατά παράβαση των προνοιών του πιο πάνω Νόμου. Η υπεράσπιση από την άλλη ουδόλως αμφισβητεί το γεγονός ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο εν λόγω σημείο καθισμένος σε μία πλαστική καρέκλα εντός του πεζοδρομίου. Ο, τι όμως προβάλει σαν υπεράσπιση είναι το γεγονός ότι ο ίδιος διέμενε στην εν λόγω οικία εφόσον ο ιδιοκτήτης της τον φιλοξενούσε και ο λόγος που καθόταν έξω στο πεζοδρόμιο ήταν για να δροσιστεί, λόγω της ζέστης που επικρατούσε. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος ασκούσε χρέη ιδιώτη φύλακα. Προς απόδειξη της υπόθεσής της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν 3 μάρτυρες, ο Α/Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Βιολάρης (Μ.Κ 1), η Γ/Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Σταύρου (Μ.Κ 2) και ο Α/Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Νικολάου. Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, κλητεύοντας και έναν μάρτυρα υπεράσπισης, τον XXXXX Βλυσίδη (Μ.Υ 1). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2). Ήταν ένα από τα μέλη της Αστυνομίας που εντόπισαν τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος τους ανάφερε προφορικά ότι διαμένει στην εν λόγω οικία εφόσον είναι φιλοξενούμενος από τον ιδιοκτήτη της. Αρνήθηκε ότι εκτελεί χρέη φρουρού. Ανάφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος εντοπίσθηκε από συναδέλφους του και το προηγούμενο βράδυ να βρισκόταν στο ίδιο σημείο. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι διέμενε στην εν λόγω οικία. Εξήγησε ότι η Αστυνομία δεν ήταν σε θέση να διερευνήσει τους ισχυρισμούς του εφόσον δεν είχε οποιοδήποτε ένταλμα ή συγκατάθεση από τον ιδιοκτήτη της οικίας ώστε να εισέλθει σε αυτή. Ο κατηγορούμενος όπως τους ανάφερε δεν ήθελε να οχλήσει τον ιδιοκτήτη της οικίας. Η Μ.Κ 2 υιοθέτησε, επίσης, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 4). Ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 5), ο οποίος και αρνήθηκε την διάπραξη του αδικήματος. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι μέσα από μαρτυρία που εξασφαλίσθηκε δημιουργήθηκε στην Αστυνομία εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε χρέη ιδιώτη φύλακα λόγω της θέσης και της ώρας που βρισκόταν έξω από την οικία αλλά και λόγω του ότι το εν λόγω γεγονός δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά επαναλαμβανόμενο. Ο Μ.Κ 3, μέλος του Ο.Π.Ε, ανάφερε ότι σε συχνές περιπολίες που διενεργούσαν με τους συναδέλφους του εντόπιζαν τον κατηγορούμενο, κατά τις πρωινές ώρες, να βρίσκεται στο συγκεκριμένο χώρο, δηλαδή έξω από την οικία του τρίτου προσώπου χωρίς να ήταν σε θέση να προβούν σε οποιεσδήποτε έρευνες. Και τούτο γιατί μόλις ο κατηγορούμενος αντιλαμβανόταν την παρουσία της Αστυνομίας εισερχόταν εντός της οικίας και καθόταν σε κουβούκλιο, κλείνοντας την μεταλλική πόρτα της περίφραξης. Ο κατηγορούμενος αφενός αρνείτο να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις της Αστυνομίας και αφετέρου αρνιόταν να εξέλθει έξω. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τη στιγμή της σύλληψης του κατηγορουμένου. Θέση του ήταν ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε χρέη σκοπού και φρουρού της εν λόγω οικίας. Ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, αρνήθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ασκούσε χρέη ιδιώτη φύλακα. Ο ίδιος φιλοξενείτο στην εν λόγω οικία και ουδέποτε ο ιδιοκτήτης της του έδωσε οποιεσδήποτε οδηγίες ώστε να ασκεί τέτοια καθήκοντα. Εξάλλου ο ίδιος, λόγω προβλημάτων υγείας, δεν είναι σε θέση να ασκεί τέτοια καθήκοντα. Λόγω του ότι ο ίδιος έμεινε άνεργος, ο ιδιοκτήτης της οικίας του παρείχε δωρεάν διαμονή και φαγητό με αντάλλαγμα να βοηθά στις δουλειές του σπιτιού και να καθαρίζει την πισίνα. Ουδέποτε έλαβε οποιαδήποτε πληρωμή από τον ιδιοκτήτη της. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι διέμενε στην εν λόγω οικία για διάστημα περίπου 4 μηνών, πριν από την σύλληψη του. Ως προς τον λόγο που καθόταν έξω και όχι εντός της οικίας ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι λόγω του ότι η οικία έχει ψηλή περίφραξη δεν έχει αρκετή δροσιά. Ο λόγος που εισερχόταν εντός της οικίας όταν και έβλεπε την Αστυνομία ήταν γιατί ο ίδιος δεν επιθυμούσε να συλληφθεί ξανά. Αρνήθηκε κατηγορηματικά το γεγονός ότι ο ίδιος εκτελούσε χρέη φρουρού. Ο Μ.Υ 2, ο οποίος είναι φίλος με τον κατηγορούμενο, ανάφερε ότι σε μία από τις επισκέψεις του προς τον κατηγορούμενο, κατά την αναχώρηση του, ανακόπηκε από την Αστυνομία για έλεγχο. Η Αστυνομία τον κατηγορείσαι ότι και ο ίδιος εκτελεί χρέη ιδιώτη φύλακα στην εν λόγω οικία, πράγμα το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε. Ακολούθως τον πίεσαν να τους επιβεβαιώσει ότι και ο κατηγορούμενος ασκεί τέτοια χρέη, πράγμα το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε τη θέση ότι μέχρι να δώσει μαρτυρία ο ίδιος βρισκόταν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου και άκουγε όλες τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 1, ο οποίος άφησε στο Δικαστήριο εξαιρετικές εντυπώσεις. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Περιέγραψε με λεπτομέρεια και ακρίβεια τα γεγονότα που περιβάλλουν την αστυνομική έρευνα και στην οποία ίδιος με άλλους συναδέλφους του είχε ενεργό συμμετοχή. Ήταν απόλυτα βέβαιος ως προς τις απαντήσεις του και κατάθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής. Παρέμεινε δε σταθερή και ακλόνητη κατά την αντεξέτασή του. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε ώστε αυτή να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία της Μ.Κ
  2. Η εν λόγω μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες είχε προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών της καθηκόντων. Η μαρτυρία της ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και επί της ουσίας αυτή έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Θα την χαρακτήριζα τυπικής σημασίας παρά ουσιαστικής σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Πολύ καλές εντυπώσεις έχει αποκομίσει το Δικαστήριο και από τον Μ.Κ
  3. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε με απόλυτα τεκμηριωμένο και πειστικό τρόπο την εμπλοκή του σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αλλά και το τί ο ίδιος διαπίστωσε προσωπικά όταν επισκέφθηκε σε διάφορες ημερομηνίες την οικία όπου και διέμενε ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία του, παρά την αντεξέταση του, ουδόλως κλονίσθηκε παρέμεινε σταθερή και έχει λογική συνοχή. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε το Δικαστήριο να μην την κάνει αποδεκτή. Από την άλλη ο κατηγορούμενος δεν άφησε στο Δικαστήριο καλές εντυπώσεις και ως εκ τούτου θα ήταν ακροσφαλές για αυτό να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα μέσω της μαρτυρίας του. Η εκδοχή του δεν είναι καθόλου αληθοφανής και πειστική και συγκρούεται με την κοινή λογική. Εξηγώ το γιατί. Ουδόλως πειστική και μη λογική ήταν η θέση του ότι ο ίδιος καθόταν έξω από την οικία που διέμενε με σκοπό να δροσιστεί κατά τις πρωινές ώρες, που είναι οι σύνηθες ώρες που ο κόσμος κοιμάται. Θα μπορούσε κάλλιστα ο κατηγορούμενος να καθίσει σε οποιοδήποτε μέρος του κήπου ή σε κάποια βεράντα και να δροσιστεί και όχι να κάθεται έξω στο πεζοδρόμιο. Δεν το έπραξε όμως αυτό ο κατηγορούμενος. Ούτε και αποτελεί φυσιολογικό γεγονός ένας ένοικος μίας οικίας να κάθεται μόνος του στο πεζοδρόμιο και να ασχολείται με το κινητό του τηλέφωνο. Το γεγονός αυτό μάλιστα δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά επαναλαμβανόμενο. Ενόψει αυτών το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ως προς το λόγο που αυτός βρισκόταν έξω στο πεζοδρόμιο τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε και πείθει ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος απασχολείται με κάποιον τρόπο στην εν λόγω οικία του τρίτου προσώπου με αντάλλαγμα την παροχή σε αυτόν φαγητού, τσιγάρων και δωρεάν διαμονής. Αυτό γιατί, όποια προβλήματα υγείας και να έχει κάποιος, δεν είναι πιστευτό ότι ο κατηγορούμενος που ήρθε από την Κρήτη στην Κύπρο, θα δεχόταν να διαβιεί σε τέτοιες συνθήκες, χωρίς μισθό με μόνο αντάλλαγμα τα πιο πάνω. Ούτε και παραγνωρίζω το γεγονός ότι τον εν λόγω ισχυρισμό, ότι δηλαδή ο ίδιος διέμενε στην εν λόγω οικία με αντάλλαγμα τα πιο πάνω δεν τον προέβαλε κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, στην οποία σημειώνω ειρρήσθω εν παρόδω ο κατηγορούμενος δεν άσκησε το συνταγματικό του δικαίωμα της σιωπής αλλά απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον ανακριτή, αλλά ούτε και η εκδοχή του αυτή τέθηκε σε οποιονδήποτε μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η εκδοχή του κατηγορουμένου απορρίπτεται. Ούτε και η μαρτυρία του Μ.Υ 2 μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν του γεγονότος ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν αντικειμενικός εφόσον είναι φίλος με τον κατηγορούμενο και είχε προσωπικό συμφέρον ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης η μαρτυρία του έχει μολυνθεί με αλλότρια κίνητρα εφόσον ο ίδιος, ως αποδέκτηκε, πριν την μαρτυρία του στεκόταν έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου και άκουσε όλη την μαρτυρία του κατηγορουμένου. Το γεγονός αυτό δεικνύει ότι ο ίδιος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και ότι τα κίνητρα του δεν ήταν γνήσια. Σε κάθε όμως περίπτωση τα όσα ανάφερε και υποστήριξε ο εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν έχουν άμεση σχέση με τα επίδικα ζητήματα εφόσον αφενός ο ίδιος δεν ήταν παρών όταν ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε από την Αστυνομία και αφετέρου ως προς το κρίσιμο επίδικο ζήτημα δηλαδή εάν ο κατηγορούμενος τη δεδομένη χρονική στιγμή ασκούσε χρέη ιδιώτη φρουρού στη συγκεκριμένη οικία, ως του αποδίδεται από την Κατηγορούσα Αρχή, η μαρτυρία του δεν διαφώτισε το Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχει ως έρεισμα το άρθρο 21 (β) του Νόμου το οποίο προνοεί ότι: «
(1)Πρόσωπο ή υπεύθυνος γραφείου που - ........ (β) ασκεί το επάγγελμα του φύλακα ή ιδιώτη φύλακα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου· ....... είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000,00) ή και στις δύο αυτές ποινές.» Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου "ιδιώτης φύλακας" σημαίνει πρόσωπο στο οποίο έχει εκδοθεί άδεια άσκησης επαγγέλματος ιδιώτη φύλακα, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.˙ Το άρθρο 8 του εν λόγω Νόμου, το οποίο επίσης είναι σχετικό, προνοεί ότι: «8. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμα φύλακα ή ιδιώτη φύλακα, εκτός αν είναι κάτοχος άδειας άσκησης επαγγέλματος φύλακα ή ιδιώτη φύλακα που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.» Ο σχετικός Νόμος κάνει διαχωρισμό μεταξύ ιδιώτη φύλακα και φύλακα (πρόσωπο που εργάζεται σε ιδιωτικό γραφείο παροχής υπηρεσιών ασφαλείας). Μέσα από τη συνδυαστική ανάγνωση των προνοιών του άρθρου 4 του Νόμου, ο ιδιώτης φύλακας μπορεί να ασκήσει περιορισμένη δραστηριότητα, σε σχέση με τα ιδιωτικά γραφεία παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (όπου κι εργοδοτούνται οι ιδιώτες φύλακες) και ειδικότερα μπορεί να διεξάγει μόνο τις ακόλουθες δραστηριότητες: «2.... (α) επιτήρηση, προστασία ή φύλαξη κινητής ή ακίνητης περιουσίας ή εγκαταστάσεων˙ (β) προστασία φυσικών προσώπων˙ ... (δ) ασφαλή μεταφορά και φύλαξη χρημάτων, αξιών και πολύτιμων αντικειμένων˙. ... (θ) έλεγχο ή ρύθμιση της διακίνησης του κοινού με τη χρήση οχημάτων ή άλλων μέσων σε ιδιωτική περιουσία ή απαγορευμένη για είσοδο στο ευρύ κοινό περιοχή, με σκοπό την προστασία της εν λόγω περιουσίας ή περιοχής». Εφαρμόζοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί της νομικής πτυχής της υπόθεσης δεν χωρεί καμία αμφιβολία επί τούτου ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ασκούσε χρέη και καθήκοντα φύλακα αφενός στην εν λόγω οικία και αφετέρου στον ιδιοκτήτη αυτής. Και τούτο γιατί στο σημείο που βρισκόταν ο κατηγορούμενος, η συγκεκριμένη ώρα που βρισκόταν εκεί, που είναι η ώρα που ο κόσμος συνήθως κοιμάται αλλά και που οι φρουροί συνήθως φυλάττουν γιατί ο κίνδυνος εγκλήματος αυξάνεται, το ότι η εκδοχή του και η μαρτυρία του έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο, το ότι θεάθηκε στο ίδιο σημείο ξανά σε άλλη ημερομηνία με αποτέλεσμα η συμπεριφορά του να μην ήταν μεμονωμένη αλλά επαναλαμβανόμενη, το γεγονός ότι στο παρελθόν όταν είδε ξανά την Αστυνομία εισήλθε εντός της οικίας με σκοπό να προφυλαχθεί και δεν απαντούσε στις παρακλήσεις της να εξέλθει έξω είναι στοιχεία που είτε σωρευτικά είτε μεμονωμένα δεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε χρέη ιδιώτη φύλακα. Ο κατηγορούμενος λοιπόν δραστηριοποιείτο ως φρουρός που επιτηρούσε και φύλαττε με τον τρόπο που ενεργούσε συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία που ανήκε σε άλλο πρόσωπο και προστάτευε τον διαμένοντα σε αυτήν ιδιοκτήτη της (δραστηριότητες του άρθρου 4
(2)(α)(β) του Νόμου). Συνεπώς, με βάση το αμέσως πιο πάνω σκεπτικό, κρίνω ότι ο τρόπος που ενεργούσε και συμπεριφερόταν ο κατηγορούμενος στο δεδομένο χρονικό σημείο της 26.7.18 σε συνδυασμό με προηγούμενη παρόμοια δραστηριότητα, ισοδυναμούσε με άσκηση επαγγέλματος ιδιώτη φύλακα, χωρίς να έχει την απαιτούμενη από το Νόμο Άδεια του Αρχηγού Αστυνομίας. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν έφερε στολή ή δεν είχε στην κατοχή του οποιοδήποτε αντικείμενο, που ως εισηγείται η υπεράσπιση καταδεικνύει το γεγονός ότι δεν ήταν φύλακας, ουδόλως έχει βαρύνουσα σημασία ως προς την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου. Και τούτο το ότι ο κατηγορούμενος δεν έφερε στολή, αυτό συνιστά μία δυνητική επιλογή (άρθρο 15
(2)του Νόμου). Δεν αποτελεί όμως απαραίτητη προϋπόθεση και εκ των ουκ άνευ για να θεωρηθεί κάποιος ότι ασκεί το επάγγελμα του "ιδιώτη φύλακα" ή ότι φυλάττει ένα χώρο με το να φέρει στολή. Σημασία ουσιώδη αποτελεί η φύση της δραστηριότητας του και όχι η περιβολή του. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.