← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Οδυσσέως, Αρ. Υπόθεσης:741/2018, 26/5/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Οδυσσέως, Αρ. Υπόθεσης:741/2018, 26/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B86 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:741/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- XXXXX Οδυσσέως Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26/5/

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Χ. Μίτσιγκας μαζί με κα. Προδρόμου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. Στην μεν 1η κατηγορία κατηγορείται ότι την 08.07.2017 εισήλθε παράνομα εντός καταστήματος, το οποίο βρίσκεται στην οδό XXXXX Αρ. 99, («το υποστατικό»), με σκοπό να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της κλοπής. Στην δε 2η κατηγορία κατηγορείται ότι, κατά τον πιο πάνω χρόνο και τόπο, έκλεψε διάφορα αντικείμενα (ως αυτά καταγράφονται αναλυτικά στις λεπτομέρειες αδικήματος), συνολικής αξίας €6.095, ιδιοκτησίας του XXXXX Στυλιανού («ο παραπονούμενος»). Δήλωσε την μη παραδοχή του, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ο ιδιοκτήτης του υποστατικού. Την 01.06.2015 υπεγράφη ενοικιαστήριο έγγραφο (Τεκμήριο 3) μεταξύ του κατηγορούμενου και της εταιρείας «Χ. ΔΡΑΚΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ» με το οποίο ο κατηγορούμενος ενοικίασε το εν λόγω υποστατικό στην πιο πάνω εταιρεία. Το ενοικιαστήριο έγγραφο για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας το υπέγραψε ο παραπονούμενος, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο διευθυντής της. Το ενοικιαστήριο συμβόλαιο θα είχε διάρκεια 2 ετών, με ημερομηνία λήξης του την 31.05.
  2. Η πιο πάνω εταιρεία είχε πρόθεση να λειτουργήσει στο εν λόγω υποκατάστημα εστιατόριο, τύπου ψαροψησταριάς. Για τον λόγο αυτό πρόθεσή της ήταν να προβεί σε ανακαίνιση του υποστατικού, με δεδομένο ότι αυτό λειτουργούσε προηγουμένως ως τράπεζα. Προς τον σκοπό αυτό αποτάθηκε στην Πολεοδομία, ώστε να εξασφαλίσει άδεια για αλλαγή χρήσης του. Σε κάποια στιγμή ο παραπονούμενος ενημερώθηκε, κατόπιν επί τόπου επίσκεψης αρμόδιου λειτουργού, ότι οι οποιεσδήποτε εργασίες ανακαίνισης θα έπρεπε να τερματισθούν, λόγω του ότι θα έπρεπε να προσκομισθούν στην εν λόγω αρμόδια αρχή οι πρωτότυποι τίτλοι ιδιοκτησίας του επίδικου υποστατικού. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε, μεταξύ άλλων, την αφορμή ώστε να ανακύψουν προβλήματα στις μεταξύ του κατηγορουμένου και της εν λόγω εταιρείας συμβατικές τους σχέσεις. Την 31.05.2017, ημερομηνία κατά την οποία έληξε το ενοικιαστήριο έγγραφο, ο κατηγορούμενος, μέσω του δικηγόρου του, ζήτησε από τον δικηγόρο του παραπονούμενου, όπως ο τελευταίος του παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του υποστατικού, λόγω του ότι ο κατηγορούμενος εξηύρε νέο ενοικιαστή. Ο παραπονούμενος δεν συμμορφώθηκε. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε κατά τον επίδικο χρόνο στο υποστατικό, όπου και ανάκτησε την κατοχή του από την πιο πάνω εταιρεία. Μαζί του βρισκόταν και άτομο το οποίο θα άδειαζε τα αντικείμενα του παραπονούμενου από το εν λόγω υποστατικό. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που επακολούθησαν μεταγενέστερα αποτελούν τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, συνοπτικά, ότι ο κατηγορούμενος, την 08.07.2017, εισήλθε παράνομα εντός του υποστατικού, με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής. Στη συνέχεια, αφού εισήλθε, έκλεψε διάφορα αντικείμενα του παραπονούμενου. Από την άλλη αποτελεί σε γενικές γραμμές θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε εισήλθε στο εν λόγω υποστατικό με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής αλλά εισήλθε με σκοπό την ανάκτηση του, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο παραπονούμενος δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα, ώστε ο τελευταίος να του παραδώσει τα κλειδιά του. Αρνείται ότι έκλεψε οποιαδήποτε από τα αντικείμενα που του καταλογίζουν και είναι η περαιτέρω θέση του ότι όσα αντικείμενα βρισκόντουσαν εντός του υποστατικού τα μετέφερε, κατόπιν υπόδειξης της Αστυνομίας, σε αποθηκευτικούς χώρους με σκοπό να τα παραλάβει ο παραπονούμενος. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε ο Αστυφύλακας XXXXX, Κ. Χ"Τζιωρτζής (ΜΚ 1), ο παραπονούμενος (Μ.Κ 2), ο Αρχ/Αστ XXXXX XXXXX Κόκκινος (Μ.Κ 3), ο XXXXX Βέργας (Μ.Κ 4) και η Γυν/Αστ XXXXX, XXXXX Μεταξά (Μ.Κ 5). Αφού το Δικαστήριο κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, αυτός κατέθεσε ενόρκως, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα Υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1, μέσω της κατάθεσης του (Τεκμήριο 1), εξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί ως ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ήταν το πρόσωπο που έλαβε το παράπονο του παραπονούμενου (Τεκμήριο 6) και ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3). Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, πριν τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, την 8.07.17 επισκέφθηκε την Αστυνομία ενημερώνοντας την, μέσω της κατάθεσης του (Τεκμήριο 5), μεταξύ άλλων για το γεγονός ότι παρά τις υποσχέσεις του παραπονουμένου ο τελευταίος δεν άδειασε το υποστατικό από τα αντικείμενα του, δεν του παράδωσε τα κλειδιά του και ως εκ τούτου εισήλθε σε αυτό με σκοπό την ανάκτηση του, μεταφέροντας όλα τα αντικείμενα του παραπονουμένου σε αποθήκη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η μόνη μαρτυρία που η Αστυνομία είχε στη διάθεσή της περί κλοπής των αντικειμένων του παραπονουμένου από τον κατηγορούμενο προέρχεται αποκλειστικά από τον ίδιο τον παραπονούμενο. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία, μεταξύ των συνηγόρων των δύο πλευρών, όπως ο παραπονούμενος παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του υποστατικού. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι κατηγορούμενος προέβαλε εξ αρχής τη θέση ότι όσα αντικείμενα υπήρχαν εντός του υποστατικού, αυτά είχαν μεταφερθεί σε αποθήκες με σκοπό την παραλαβή τους από τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων (Τεκμήρια 6, 7 και 8, αντιστοίχως). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι μετά την επίσκεψη της Πολεοδομίας στο υποστατικό, αυτό παρέμεινε κλειστό εφόσον δεν ήταν σε θέση να το λειτουργήσει. Ο ίδιος είχε ενημερωθεί από τον δικηγόρο του ότι ο κατηγορούμενος επιθυμούσε να του παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του υποστατικού με τη λήξη του ενοικιαστηρίου συμβολαίου, λόγω του ότι ο τελευταίος είχε εξεύρει άλλο ενοικιαστή. Στις 08.07.2017 περνώντας από το υποστατικό διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος, μαζί με ακόμα δύο άλλα άτομα, το άδειαζαν από τα δικά του αντικείμενα. Αμέσως προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία. Στις 16.07.17 μετέβη, μαζί με τον Μ.Κ 3 και τον κατηγορούμενο, σε αποθηκευτικό χώρο στο Παλιομέτοχο με σκοπό να παραλάβει την περιουσία του. Διαπίστωσε όμως ότι έλειπαν αρκετά από τα μηχανήματα του. Επισκέφθηκε επίσης και μία άλλη αποθήκη, όπου εκεί βρήκε μέρος των αντικειμένων του, πλην όμως διαπίστωσε ότι και πάλι έλειπαν διάφορα αντικείμενα. Ρώτησε προς τον σκοπό αυτό τον Μ.Κ 4 για το πού βρίσκονται αυτά και ο τελευταίος τον παρέπεμψε στον κατηγορούμενο. Ο ίδιος δήλωσε στην Αστυνομία ότι δεν έχει οποιεσδήποτε αποδείξεις ή φωτογραφίες των αντικειμένων που κλάπηκαν και ότι θα προσπαθήσει να εξεύρει τις αποδείξεις αγοράς τους. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος κατέβαλε στον κατηγορούμενο την πληρωμή 3 ενοικίων, πλην όμως ο ίδιος σταμάτησε να καταβάλλει οποιαδήποτε περαιτέρω ενοίκιά μέχρι ο κατηγορούμενος να επίλυε το ζήτημα που προέκυψε με την πολεοδομία, εφόσον ήταν δική του αποκλειστική ευθύνη. Όταν του ζητήθηκε να παρουσιάσει σχετικές αποδείξεις πληρωμών, που όπως ισχυρίσθηκε είχε στην κατοχή του, παρέλειψε να το πράξει. Ήταν η θέση του ότι όλα τα αντικείμενα που ο κατηγορούμενος του έκλεψε ήταν καινούρια εφόσον τα αγόρασε κατά την περίοδο που προέβη στην ανακαίνιση του υποστατικού, έχοντας μάλιστα και στην κατοχή του σχετικές αποδείξεις που επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα του. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι το γεγονός αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσει και η εταιρεία που ανέλαβε την ανακαίνιση του υποστατικού. Ως προς τον λόγο που ο ίδιος δεν σταμάτησε στο υποστατικό, όταν ο ίδιος διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος το άδειαζε από τα αντικείμενα του, ήταν γιατί δέχτηκε απειλητικά μηνύματα στο τηλέφωνό του την προηγούμενη ημέρα τόσο από τον κατηγορούμενο, όσο και από τον υιό του. Για το λόγο αυτό φοβήθηκε να κατέβει ώστε να μην δημιουργήσει περαιτέρω προβλήματα. Ήταν η θέση του ότι τα αντικείμενα που δεν ανευρέθηκαν τα πούλησε ο Μ.Κ 4, κάποια άλλα έσπασαν ενώ δε κάποια άλλα είχαν πεταχτεί. Αρνήθηκε ότι εάν έχει ο ίδιος οποιοδήποτε παράπονο αυτό θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον του Μ.Κ 4 και όχι εναντίον του κατηγορούμενου, προσθέτοντας ότι είναι ο κατηγορούμενος που άδειασε το υποστατικό. Αρνήθηκε, επίσης, σχετική υποβολή ότι τα αντικείμενα που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε δεν υπήρχαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εντός του υποστατικού. Ο Μ.Κ 3 εξήγησε, μέσω της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 10), τις ενέργειές στις οποίες είχε προβεί. Ήταν, επίσης, το πρόσωπο που έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 08.07.
  3. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε τη θέση ότι αφενός ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι είχε αποστείλει μήνυμα προς τον παραπονούμενο όπως προσέλθει στο υποστατικό και παραλάβει τα αντικείμενα του και ότι αφετέρου ο παραπονούμενος, μέσω του συνηγόρου του, τον διαβεβαίωσε ότι θα επέστρεφε τα κλειδιά του υποστατικού. Ο Μ.Κ 4 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 11). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο ίδιος δέχτηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι φίλος του, όπως μεταβεί στο υποστατικό, με σκοπό να το αδειάσει από τα διάφορα αντικείμενα που υπήρχαν εντός αυτού. Κατά την εκεί παρουσία του διαπίστωσε ότι υπήρχαν διάφορα αντικείμενα όπως βούρνες, παλιά ψυγεία, φουγάρα και γυψοσανίδες. Η κατάσταση των αντικειμένων ήταν άσχημη εφόσον αυτά ήταν λερωμένα και πεταμένα. Με οδηγίες του κατηγορούμενου φόρτωσε όλα τα αντικείμενα που υπήρχαν στο υποστατικό σε φορτηγό. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι εάν επιθυμούσε μπορούσε να τα πωλήσει και το οποιοδήποτε τίμημα πώλησης να το κατακρατούσε ο ίδιος ως αντάλλαγμα για τις εργασίες που εκτέλεσε. Λόγω του ότι ως αντιλήφθηκε «κάτι δεν πήγαινε καλά» τα αντικείμενα τα μετέφερε σε δύο αποθήκες. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος του κατέβαλε το ποσό των €500 σε σχέση με τις εργασίες που εκτέλεσε. Τα αντικείμενα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος ότι έκλεψε, ο ίδιος δεν θυμάται να τα είδε την ημέρα εκείνη. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι όλα τα αντικείμενα που παρέλαβε από το κατάστημα τα μετέφερε στις αποθήκες. Ήταν η θέση του ότι συμφώνησε με τον κατηγορούμενο κάποια αντικείμενα να τα πετάξει στην ανακύκλωση και ο ίδιος να κρατήσει το οποιοδήποτε τίμημα από τις εταιρείες που συλλέγουν τέτοια υλικά. Ουδέποτε ο ίδιος πώλησε ή πέταξε οποιαδήποτε από αυτά. Αποδέχθηκε αφενός τη θέση ότι πληρώθηκε εν τέλει από τον κατηγορούμενο το ποσό των €500 και ότι αφετέρου ουδέποτε του ανέφερε ο κατηγορούμενος να πωλήσει οποιαδήποτε από τα μεταφερθέντα αντικείμενα. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων (Τεκμήρια 2 και 5, αντιστοίχως). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε έκλεψε οποιαδήποτε αντικείμενα του παραπονούμενου. Οποιαδήποτε αντικείμενα υπήρχαν στο υποστατικό αυτά μεταφέρθηκαν από τον Μ.Κ 4 σε αποθήκες με σκοπό να τα παραλάβει ο τελευταίος. Τα εν λόγω αντικείμενα μεταφέρθηκαν σε αποθήκες καθ' υπόδειξη της Αστυνομίας, αφότου ο ίδιος μετέβη στον Αστυνομικό σταθμό, κατά τον επίδικο χρόνο, ενημερώνοντας τους για το γεγονός αυτό. Ο ίδιος κάλεσε τον παραπονούμενο επανειλημμένα να παραλάβει τα αντικείμενα του, πράγμα το οποίο όμως παρέλειψε να πράξει. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος εισήλθε στο υποστατικό μόνος του και χωρίς την παρουσία της Αστυνομίας, αποδεχόμενος το γεγονός ότι ίσως ο ίδιος να διέπραξε λάθος. Αρνήθηκε τη θέση ότι ο ίδιος προέτρεψε τον Μ.Κ 4 να πωλήσει τα αντικείμενα, προσθέτοντας ότι ο ίδιος ακολούθησε τις οδηγίες της Αστυνομίας όπως αυτά φυλαχθούν μέχρι να τα παραλάβει ο παραπονούμενος. Ουδέποτε είχε σκοπό ο ίδιος να κλέψει. Το μόνο που ήθελε ήταν να λάβει κατοχή του υποστατικού του με σκοπό να το ενοικιάσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ , Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Για παράδειγμα ως συνάγεται μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία των Μ.Κ 1 και Μ.Κ 3 αστυνομικών, οι οποίοι εξήγησαν στο Δικαστήριο τις ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί μέσα από την ενάσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων. Η μαρτυρία τους επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί εφόσον η αντεξέταση τους δεν ήταν αντιπαραθετικού χαρακτήρα αλλά υπό τύπου διευκρινιστικών ερωτήσεων. Ο παραπονούμενους, για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως, δεν με έπεισε ως προς την δική του εκδοχή γεγονότων, η οποία δεν έχει λογική συνοχή, είναι αόριστη και γενική. Θα ήταν δε ακροσφαλές για το Δικαστήριο να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Αποτελεί άξιον απορίας γιατί ενώ ο ίδιος κατά τον επίδικο χρόνο διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε εισέλθει στο υποστατικό του, στο οποίο ο ίδιος φύλαγε τα αντικείμενα του, δεν σταμάτησε εκεί επί τόπου και να καλέσει την Αστυνομία με σκοπό να προστατεύσει την περιουσία του πόσο μάλλον που αυτή ήταν καινούρια και μεγάλης αξίας, ως ο ίδιος υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι ο ίδιος μετέβη στην Αστυνομία και προέβη σε καταγγελία, χωρίς να παραμείνει εκεί ώστε να δει τί θα απογινόταν η περιουσία του ή έστω να ακολουθήσει τον μεταφορέα για να την προστατεύσει δεικνύει ότι αφενός για τον ίδιο δεν είχε και ιδιαίτερη σημασία το περιεχόμενο των αντικειμένων που βρίσκονταν εντός του υποστατικού του. Ουδόλως πειστική είναι η θέση του ότι ο λόγος που δεν σταμάτησε ήταν γιατί δέχθηκε απειλητικά μηνύματα τόσο από τον κατηγορούμενο, όσο και από τον υιό του. Τέτοια όμως μηνύματα δεν προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο με σκοπό να υποστηρίξει τη δική του εκδοχή. Επιπρόσθετα, ενώ ο ίδιος ήταν κατηγορηματικός ότι κατέβαλε τρία ενοίκια στον κατηγορούμενο έχοντας στην κατοχή του μάλιστα σχετικές αποδείξεις που σύμφωνα με τον ίδιο επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα του, γεγονός που οδήγησε το Δικαστήριο να διακόψει την ακροαματική διαδικασία ώστε να του δοθεί χρόνος να τα προσκομίσει, ο ίδιος όμως δεν προσκόμισε το οτιδήποτε. Στοιχείο επίσης το οποίο δεικνύει την αοριστία και γενικότητα των ισχυρισμών του ότι τα αντικείμενα που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι έκλεψε βρίσκονταν στο επίδικο υποστατικό κατά τον επίδικο χρόνο αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος δεν προσκόμισε το οτιδήποτε ούτως ώστε να αποδείξει τους εν λόγω ισχυρισμούς του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ενόρκως προέβαλε τον ισχυρισμό ότι έχει τέτοιες αποδείξεις. Τέτοιους ισχυρισμούς περί αποδείξεων τους προβάλλει επίσης και στην κατάθεση του δηλώνοντας την ετοιμότητα του να τις προσκομίσει. Τίποτα όμως δεν προσκόμισε ο παραπονούμενος επί του ζητήματος αυτού, πέραν βεβαίως των αόριστων και γενικών του αναφορών. Ούτε και προσκόμισε βεβαίως οποιεσδήποτε αποδείξεις για τα κλαπέντα αντικείμενα, τα οποία ως ισχυρίσθηκε ήταν καινούρια. Περαιτέρω, για να κάνει πιο πειστική την πιο πάνω εκδοχή του, ανέφερε ότι οι εργαζόμενοι (τους οποίους ανάφερε και ονομαστικά) της εταιρείας που ανέλαβε την ανακαίνιση του υποστατικού (με την οποία ο ίδιος υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο) μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Ως ισχυρίσθηκε αυτό προνοούσε ότι η εν λόγω εταιρεία θα αγόραζε για λογαριασμό του τα εν λόγω αντικείμενα. Πέραν του γεγονότος ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε κατά την λήψη της κατάθεσης του η Κατηγορούσα Αρχή δεν κλήτευσε οποιοδήποτε πρόσωπο ούτως ώστε να επιβεβαιώσει τη θέση του παραπονούμενου αλλά ούτε και το ίδιο το συμφωνητικό έγγραφο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ούτε και ο ίδιος ανάφερε το οτιδήποτε στην Αστυνομία, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ώστε να την βοηθήσει στην καλύτερη διερεύνηση της υπόθεσης. Ακόμη ένας επιπρόσθετος λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία του παραπονούμενου είναι και το εξής γεγονός. Σε σχέση με τη βασική θέση του παραπονούμενου, την οποία προβάλει μέσω της κατάθεσης του, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος του έκλεψε διάφορα αντικείμενα από το υποστατικό κατά την αντεξέταση του ανασκεύασε την πιο πάνω θέση του ισχυριζόμενος ότι τα εν λόγω αντικείμενα, τα οποία δεν εντόπισε στις αποθήκες, είτε τα πούλησε ο Μ.Κ.4, είτε κάποια έσπασαν κατά τη μεταφορά τους ενώ κάποια άλλα είχαν πεταχτεί. Επομένως, ο παραπονούμενος ενόψει των θέσεων του αυτών φέρεται, έστω και εμμέσως, να αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν έκλεψε οποιαδήποτε από τα αντικείμενα του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του παραπονούμενου απορρίπτεται στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Ούτε ο M.K 4 άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εκδοχή του, σε σχέση με την προσωπική του εμπλοκή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ως προς το ζητούμενο, δηλαδή κατά πόσο ο ίδιος έλαβε πράγματι οδηγίες από τον κατηγορούμενο να πωλήσει τα αντικείμενα που βρίσκονταν εντός του υποστατικού ήταν αντιφατική. Υπάρχει επί τούτου σαφής διάσταση μεταξύ των όσων ανέφερε ενόρκως σε αντιδιαστολή με τα όσα ανάφερε κατά την λήψη της κατάθεσης του. Ενώ στην κατάθεση του ισχυρίζεται ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε σαφείς οδηγίες να πωλήσει τα αντικείμενα τα οποία φόρτωσε προηγουμένως σε φορτηγό και το οποιοδήποτε τίμημα πώλησης τους να το κατακρατούσε, κατά την αντεξέταση του αποδέχθηκε τη θέση ότι ουδέποτε του έδωσε τέτοιες οδηγίες ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, ενώ στην κατάθεση του ισχυρίσθηκε ότι o ίδιος, παρά τις πιο πάνω οδηγίες του κατηγορουμένου, δεν προχώρησε στην πώληση τους και αποφάσισε να τα μεταφέρει μόνος του σε αποθήκες υποψιαζόμενος ότι «κάτι δεν πάει καλά», η θέση του αυτή διαψεύδεται όμως μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ 1 και Μ.Κ 3, οι οποίοι ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον επίδικο χρόνο, επισκέφθηκε την Αστυνομία και έλαβε οδηγίες όπως τα αντικείμενα του παραπονούμενου τα μεταφέρει σε αποθήκες, με σκοπό ο τελευταίος να τα παραλάβει. Επομένως δεν ήταν απόφαση που λήφθηκε από τον Μ.Κ.4 αλλά αυτές τις οδηγίες έλαβε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Κ.
  2. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονούμενου σε πρώτο βαθμό αλλά και του Μ.Κ 4 σε δεύτερο βαθμό και έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το έχει η κατηγορούσα αρχή η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση του κατηγορούμενου από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ως αναλύεται αμέσως κατωτέρω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής της παρούσας υπόθεσης. Τα όσα έχει παραθέσει ο κατηγορούμενος, ενόρκως, είτε από μόνα τους είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία δεν είναι ικανά και σε τέτοιο βαθμό επαρκή ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα περί ενοχής του. NOMIKH ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ως αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην 2η κατηγορία το αδίκημα της παράνομης εισόδου, το οποίο εδράζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα. Κεφ.
  3. Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δυο χρόνων». Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  4. Η παράνομη είσοδος ή παραμονή του κατηγορούμενου σε περιουσία.
  5. Η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου.
  6. Η είσοδος να έγινε με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας. Αυτό που η Κατηγορούσα Αρχή δικογραφεί στις λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε παράνομα εντός του υποστατικού με σκοπό την διάπραξη του ποινικού αδικήματος της κλοπής. Από τη στιγμή που αυτό καταλογίζεται ρητά στον κατηγορούμενο από την κατηγορούσα αρχή, το Δικαστήριο θα εξετάσει μόνο, κατά πόσο πληρείται το εν λόγω συστατικό και όχι οι υπόλοιποι σκοποί που αναφέρονται ανωτέρω. Ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404 λέχθηκε επί του προκειμένου ότι: «.......... η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης.......Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του.» Στην υπόθεση Δημητριάδης «Ρώτας» ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 203 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα της παράνομης εισόδου με σκοπό την ενόχληση του κατόχου περιουσίας έχουν εξεταστεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Lambides v. The Police
(1967)2 CLR 142, στην οποία λέχθηκε ότι εκεί που ο πραγματικός ή κύριος σκοπός της εισόδου ενός είναι να διαπραχθεί ένα αδίκημα ή να εκφοβίσει, εξυβρίσει, ή ενοχλήσει τον κάτοχο και όταν η διεκδίκηση δικαιώματος είναι απλώς ένας μανδύας για να συγκαλύψει τον πραγματικό σκοπό του το αδίκημα της παράνομης εισόδου έχει διαπραχθεί» Αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στο υποστατικό, δηλαδή σε περιουσία, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην κατοχή του παραπονουμένου. Είναι άσχετο το γεγονός ότι ιδιοκτήτης του υποστατικού ήταν ο κατηγορούμενος. Ό, τι έχει σημασία στη προκειμένη περίπτωση, για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω αδικήματος, είναι το γεγονός ότι κάτοχος του εν λόγω υποστατικού κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο παραπονούμενος, έστω και αν έχει λήξει η συμφωνία ενοικιάσεως εφόσον ο τελευταίος δεν παρέδωσε κενή και ελεύθερη κατοχή του στον κατηγορούμενο. Το αν ο παραπονούμενος το κατείχε, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, δεν είναι ζήτημα που θα πρέπει να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο. Επομένως πληρούνται τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Αυτό το οποίο όμως δεν πληρείται στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου αλλά και μετά την απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονουμένου, είναι το 3ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ότι δηλαδή η είσοδος του κατηγορουμένου στο υποστατικό έγινε με σκοπό ο τελευταίος να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι εισήλθε στο υποστατικό με σκοπό να το αδειάσει από τα υπάρχοντα αντικείμενα του παραπονουμένου, ώστε να ήταν σε θέση να το ενοικιάσει ξανά εφόσον εξηύρε νέο ενοικιαστή. Ενόψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου και με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ουδεμία άμεση ή περιστατική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτως ώστε αυτό να καταλήξει στο μόνο εύλογο και λογικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός αυτού με σκοπό να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής. Και τούτο γιατί όπως επιβεβαιώνεται μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία ο κατηγορούμενος εισήλθε σε αυτό μαζί με συνεργείο με σκοπό να το αδειάσει από τα αντικείμενα του παραπονουμένου όχι κατακρατώντας τα για ιδία χρήση αλλά αντίθετα μερίμνησε να τα μεταφέρει σε αποθήκες με σκοπό να τα παραλάβει ο ιδιοκτήτης τους, δηλαδή ο παραπονούμενος. Μάλιστα είναι ο ίδιος που μετέβη την ίδια στιγμή στην Αστυνομία ενημερώνοντας την ως προς την πρόθεση του αυτή. Επομένως κανένα στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να το οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός αυτού με σκοπό να κλέψει. Θα ήταν επίσης άδικο ο κατηγορούμενος να κατηγορηθεί, στη βάση σχετικής τροποποίησης της κατηγορίας, στη βάση του άρθρου 85 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155 ότι αυτός εισήλθε εντός του υποστατικού με σκοπό να οχλήσει τον παραπονούμενο, μία από τις περιπτώσεις που καλύπτει το άρθρο 280 του Κεφ. 154. Και τούτο γιατί η όλη γραμμή της υπεράσπισης κινήθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν εισήλθε στο υποστατικό για να κλέψει το οτιδήποτε αλλά για να το αδειάσει. Στη βάση των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συστατικό στοιχείο του αδικήματος με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η νομική βάση του αδικήματος της κλοπής (3η κατηγορία), εδράζεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη...» Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο του, ο όρος 'περιουσία' καλύπτει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (άρθρο 255
(3)Κεφ.154). Νοείται ότι το αντικείμενο της κλοπής, θα πρέπει να έχει αξία (εδάφιο 3 του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα). Στην υπόθεση Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 έγινε εκτενής ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κλοπής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.» Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Υπαγάγοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε θετική και αποδεκτή μαρτυρία, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του παραπονούμενου, ότι τα εν λόγω αντικείμενα, τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι έκλεψε, υπήρχαν πράγματι εντός του υποστατικού κατά τον επίδικο χρόνο. Επιπρόσθετα, ούτε έχει αποδειχθεί ότι υπήρξε απόκτηση κατοχής των επίδικων αντικειμένων από τον κατηγορούμενο, χωρίς την άδεια του παραπονούμενου. Ούτε και υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο κατηγορούμενος αποστέρησε τα εν λόγω αντικείμενα από τον παραπονούμενο καθώς και αν είχε οποιανδήποτε σκοπιμότητα ή πρόθεση να τον βλάψει, τα οποία είναι απαραίτητα συστατικά στοιχεία για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κλοπής. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το στοιχείο του δόλου στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. (Κουλέρμου v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 179/15, ημερομηνίας 20.07. 2018). Από τα πιο πάνω δεν διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτούμενων συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κλοπής. Συνεπακόλουθα αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.