Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 727/2018, 31/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B94 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 727/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- [ ] Αντωνίου Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31/3/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Σ. Αργυρού Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται ότι την 15.03.2017 επιτέθηκε εναντίον του συζύγου της [ ] Ιωάννου (στο εξής «ο παραπονούμενος») προκαλώντας του πραγματική σωματική βλάβη. Δήλωσε δε την μη παραδοχή της, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι ο παραπονούμενος με την κατηγορούμενη είναι σύζυγοι από το
- Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει μία θυγατέρα, η οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν 4½ ετών. Περί το 2016, λόγω διάφορων οικογενειακών προβλημάτων, οι σχέσεις τους κλονίστηκαν με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεταξύ τους έντονες λογομαχίες και προστριβές. Μία από αυτές έλαβε χώρα την 15.3.2017 όπου η κατηγορούμενη και ο παραπονούμενος ενεπλάκησαν σε καυγά. Είναι τα γεγονότα που επεσυνέβησαν την ημέρα εκείνη που το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κατηγορούμενη αναίτια και απρόκλητα επιτέθηκε στον παραπονούμενο, όταν και οι δύο βρισκόντουσαν στην κουζίνα της συζυγικής τους οικίας. Από την άλλη αποτελεί, συνοπτικά, θέση της υπεράσπισης ότι είναι ο παραπονούμενος που άνευ λόγου και αιτίας επιτέθηκε στην κατηγορούμενη τραυματίζοντάς την. Αποτελεί επίσης θέση της υπεράσπισης ότι οι οποιεσδήποτε εκδορές που προκλήθηκαν στον κατηγορούμενο ήταν στην προσπάθειά της να αμυνθεί εξαιτίας της επίθεσης που δέχτηκε από αυτόν. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2454 (Μ.Κ 1), τον παραπονούμενο (Μ.Κ 2) και τον Δρα Ηλιάδη (Μ.Κ 3). Αφού το Δικαστήριο κάλεσε σε απολογία την κατηγορούμενη, αυτή επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ως άλλωστε αποτελεί συνταγματικό της δικαίωμα, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Ήταν το πρόσωπο που στις 15.03.2017 έλαβε γραπτό παράπονο από τον παραπονούμενο. Στις 25.03.2017 έλαβε κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 3), καθώς και ήταν το πρόσωπο που την κατηγόρησε και γραπτώς (Τεκμήριο 2). Εφοδίασε τον παραπονούμενο με ιατρικά έντυπα, ούτως ώστε να εξεταστεί από κυβερνητικό ιατρό (Τεκμήρια 4 & 5). Ανάφερε, επιπρόσθετα, προφορικά ότι ο ίδιος αμέσως μετά το επεισόδιο μετέβη στην οικία των πιο πάνω προσώπων, κατόπιν κλήσης που δέκτηκε. Διαπίστωσε ότι ήταν και οι δύο σε κακή κατάσταση και ήταν εμφανές ότι μεταξύ τους προηγήθηκε καυγάς. Παρών επίσης ήταν και το ανήλικο τους τέκνο. Αντεξεταζόμενος, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι είναι η κατηγορούμενη που κάλεσε την Αστυνομία ώστε αυτή να μεταβεί στην οικία τους. Κατά την παρουσία του εκεί διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη έφερε κακώσεις στο πρόσωπο, πρήξιμο στα χείλη, αιμορραγούσε και ήταν πρησμένα τα μάτια της. Συμφώνησε, αφού του υποδείχθηκε αριθμός φωτογραφιών (Τεκμήριο 6), ότι η κατάσταση της κατηγορούμενης ήταν ως αυτή απεικονίζεται στις εν λόγω φωτογραφίες. Είναι για το λόγο αυτό που και εναντίον του παραπονουμένου καταχωρίστηκε άλλη ποινική υπόθεση λόγω του ότι η κατηγορούμενη υπέστη βαριά σωματική βλάβη. Εξήγησε ότι ο λόγος που η κατηγορούμενη κατηγορήθηκε είναι γιατί υπάρχει μαρτυρία από τον παραπονούμενο ότι η τελευταία του επιτέθηκε. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο των τριών καταθέσεων που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήρια 8, 9 και 10, αντιστοίχως). Σύμφωνα με την αρχική του κατάθεση (Τεκμήριο 8), περί τις 07:10 ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην κουζίνα μαζί με την κατηγορούμενη της ζήτησε να αποχωρήσει από την οικία τους, με σκοπό να ηρεμήσει η μεταξύ τους αντιπαράθεση. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε. Ακολούθως της ανέφερε ότι εάν η ίδια δεν έφευγε ο ίδιος μαζί με το παιδί θα αποχωρούσαν. Τότε η κατηγορούμενη άφησε αιχμές ότι πιθανόν ο ίδιος να μην ήταν ο βιολογικός πατέρας της θυγατέρας του. Ακολούθως η κατηγορούμενη τον έσπρωξε, με το αριστερό της χέρι τον χτύπησε στο πρόσωπο και ταυτόχρονα τον έγδαρε με τα νύχια της. Ο ίδιος αντέδρασε στην επίθεσή της σπρώχνοντάς την, οπόταν η κατηγορούμενη έχασε την ισορροπία της και έπεσε κάτω. Κατά την πτώση της χτύπησε με το πρόσωπό της πάνω στον πάγκο της κουζίνας. Αφού η κατηγορούμενη σηκώθηκε άρπαξε ένα μεταλλικό σκεύος και τον χτύπησε πάνω στο κεφάλι. Ο ίδιος την άρπαξε από τα χέρια και την έσπρωξε με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη να πέσει κάτω και να κτυπήσει το πρόσωπο της στο πάτωμα. Ο ίδιος πρόσεξε ότι η κατηγορούμενη έφερε τραύματα στα χείλη και αιμορραγούσε. Αμέσως ο καυγάς σταμάτησε και η κατηγορούμενη ειδοποίησε την Αστυνομία. Σε νέα του κατάθεση (Τεκμήριο 9), η οποία δόθηκε την επόμενη ημέρα του επεισοδίου, ανάφερε ότι σε σχέση με το παράπονο που υπέβαλε εναντίον της κατηγορούμενης ο ίδιος πλέον δεν έχει κανένα παράπονο εναντίον της και δεν επιθυμεί την δίωξη της λόγω του ότι έχουν συμφιλιωθεί και αποφάσισαν να λάβουν διαζύγιο με φιλικό τρόπο. Αρνήθηκε επίσης, για τον πιο πάνω λόγο, να δώσει τη γραπτή του συγκατάθεση ώστε να εξεταστεί από ιατροδικαστή. Σε νέα του κατάθεσή, ημερομηνίας 11.11.2017 (Τεκμήριο 10), δήλωσε στην Αστυνομία ότι ο ίδιος επιθυμεί τελικά την δίωξη της κατηγορουμένης. Εξήγησε, προφορικά, ότι η αφορμή για την έναρξη της μεταξύ τους έντασης αποτέλεσε το γεγονός ότι ο ίδιος διαπίστωσε, λίγες μέρες προηγουμένως από το επίδικο συμβάν, πως η κατηγορούμενη διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, πράγμα το οποίο της το ανέφερε. Στην αρχή η ίδια το αρνιόταν, αλλά ακολούθως το παραδέχθηκε. Μόλις ολοκληρώθηκε το μεταξύ τους επεισόδιο, ανάφερε ότι η κατηγορούμενη κλειδώθηκε στο υπνοδωμάτιο του σπιτιού της και ο ίδιος τηλεφώνησε στην Αστυνομία καταγγέλλοντας την. Αντεξεταζόμενος, προέβαλε τη θέση ότι ανάφερε στον Αστυνομικό το γεγονός ότι η κατηγορούμενη διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση, πλην όμως ο τελευταίος παρέλειψε να το καταγράψει. Ανασκεύασε τη θέση του ότι είναι ο ίδιος που κάλεσε την Αστυνομία αποδεχόμενος τη θέση ότι είναι τελικά η κατηγορούμενη που την κάλεσε, προσθέτοντας ότι επειδή παρήλθαν αρκετά χρόνια δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ακρίβεια τα γεγονότα. Σε σχέση με το περιστατικό ήταν η θέση του ότι πρώτη του επιτέθηκε η κατηγορούμενη και ότι τον χτύπησε πολύ δυνατά στο κεφάλι με ένα τηγάνι. Ο ίδιος, λόγω του ότι φοβήθηκε, την έσπρωξε και κατά την πτώση της η κατηγορούμενη χτύπησε. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η κατηγορούμενη αναγκάστηκε να τον γδάρει λόγω του ότι ο ίδιος την κρατούσε από το λαιμό και ότι μετά που την έπιασε από τον λαιμό, την χτυπούσε στον πάγκο της κουζίνας και η ίδια προσπάθησε με τα χέρια της να απελευθερωθεί, προσθέτοντας ότι όλα αυτά που προβάλλει η κατηγορούμενη αποτελούν σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Θέση του ήταν ότι η κατηγορούμενη δεν υπέστη τις βλάβες που οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 6 την απεικονίζουν και ότι δεν υπέστη τίποτα από αυτά. Είναι η θέση του ότι τα κτυπήματα πιθανόν να τα προκάλεσε η ίδια στον εαυτό της διότι όπως αναφέρει στην κατάθεσή του η κατηγορούμενη κλείστηκε στο δωμάτιο της σπάζοντας διάφορα αντικείμενα και ο ίδιος άκουσε κτυπήματα. Ως προς τον λόγο που ενώ αρχικά απέσυρε το παράπονό του στη συνέχεια, μετά από κάποιους μήνες, επιθυμούσε εν τέλει την ποινική δίωξη της κατηγορούμενης ήταν γιατί η ίδια και η μητέρα της του επιτέθηκαν και προς το σκοπό αυτό προέβη σε παράπονο στην Αστυνομία την ίδια ημέρα. Τέλος, αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε του επιτέθηκε και ότι ο λόγος που επιθυμούσε ο ίδιος να προωθηθεί την παρούσα ποινική υπόθεση είναι γιατί η κατηγορούμενη δεν συμφωνούσε να αποσύρει το εναντίον του παράπονο. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε τα ιατρικά του ευρήματα ως αυτά καταγράφονται στο ιατρικό έντυπο (Τεκμήριο 5) που ο ίδιος συμπλήρωσε κατόπιν εξέτασης του παραπονουμένου. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει πως προκλήθηκαν οι εκδορές στο παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος διαπίστωσε ότι ο παραπονούμενος έφερε μόνο εκδορές. Σε σχέση με το γεγονός ότι ο ίδιος αιτιάτο αυχεναλγία και άλγος δεξιού ώμου δεν διαπίστωσε το ο,τιδήποτε αφού προηγουμένως τον υπέβαλε σε ακτινογραφίες. Δεν απέκλεισε το γεγονός ότι εκδορές μπορεί να προκληθούν από κάποιο πρόσωπο στην προσπάθεια του να αμυνθεί κατόπιν επίθεσης που δέχεται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει την όλη εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Ο Μ.Κ 1 άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και δεν έχω οποιονδήποτε ενδοιασμό να αποδεκτώ τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Εξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες είχε προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων. Ήταν αντικειμενικός και δεν είχε πρόθεση να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά. Η μαρτυρία του ουδόλως έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και επί της ουσίας έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Από την άλλη ο παραπονούμενος άφησε πολύ πτωχή εικόνα στο Δικαστήριο και ως εκ τούτου θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα μέσω αυτής. Η μαρτυρία του δεν είχε λογική συνοχή και δεν ήταν σταθερή. Σε κάποιες δε ερωτήσεις που του υπεβλήθηκαν από την υπεράσπιση απαντούσε με ειρωνεία, δείγμα και της προσπάθειας του να υπεκφύγει ώστε να δώσει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του βρίθει ανακριβειών και ουσιαστικών αντιφάσεων. Κάποιες δε θέσεις του αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Εξηγώ το γιατί. Κατ' αρχάς ενώ στην κυρίως εξέταση του ο ίδιος προέβαλε τη θέση ότι αμέσως μετά το επεισόδιο μετέβη στην Αστυνομία για να καταγγείλει την κατηγορούμενη σε σχέση με την επίθεση που δέκτηκε, αντεξεταζόμενος ανασκεύασε τη θέση του αποδεχόμενος το γεγονός ότι είναι η ίδια η κατηγορούμενη που μετά το μεταξύ τους επεισόδιο κάλεσε την Αστυνομία ώστε να προσέλθει στην οικία τους. Ως προς τον λόγο που άλλαξε την θέση του ο παραπονούμενος επικαλέστηκε το γεγονός ότι είχαν παρέλθει αρκετά χρόνια και δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ακρίβεια τα γεγονότα. Η θέση του αυτή ουδόλως πείθει το Δικαστήριο εφόσον προηγουμένως είχε διαβάσει το περιεχόμενο της κατάθεσης του, στην οποία γίνεται αναφορά ότι είναι η κατηγορούμενη που κάλεσε την Αστυνομία. Προφανώς ο παραπονούμενος ήθελε να γίνει πιο πειστικός στο Δικαστήριο προσπαθώντας να προωθήσει την δική του εκδοχή γεγονότων. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό η ανθρώπινη λογική και εμπειρία επιτάσσει ότι εάν κάποιο πρόσωπο έχει παράπονο εναντίον άλλου προσώπου και μάλιστα σε τόσο έντονο βαθμό, και ως τέτοιο παρουσιάστηκε από τον παραπονούμενο, θα υπέβαλλε στην Αστυνομία το παράπονο του πρώτος και δεν θα ανέμενε να το υποβάλει μετέπειτα, αφότου υπέβαλε το άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο παράπονο, στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη. Πόσο μάλλον που ο ίδιος ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι φοβήθηκε από την επίθεση που δέκτηκε από την κατηγορούμενη αλλά και ότι η ίδια τον κτύπησε δυνατά στο κεφάλι. Δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, όπως δηλαδή τα παρουσίασε ο ίδιος ο παραπονούμενος, θα προέβαινε πρώτος σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, κάτι όμως το οποίο δεν έπραξε άμεσα όπως έπραξε η κατηγορούμενη, αλλά μετά που κλήθηκε από αυτήν σε σχέση με την καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του η τελευταία. Μη αποδεκτή γίνεται και η θέση του ότι η κατηγορούμενη τον κτύπησε πολύ δυνατά στο κεφάλι με το τηγάνι. Και τούτο γιατί ένα τέτοιο κτύπημα δεν επιβεβαιώνεται από μέσα από τα ιατρικά ευρήματα του Μ.Κ 3, του οποίου η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω. Η λογική και μόνο επιτάσσει ότι ο παραπονούμενος μετά από ένα τέτοιο κτύπημα θα του δημιουργείτο τραύμα, έστω και στην ελαφρότερη του μορφή. Αποτελεί νομολογημένο ότι η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Γεωργίου Aνδρέας ν. Aστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 439). Στην προσπάθειά του περαιτέρω να προωθήσει τη δική του εκδοχή γεγονότων, ότι δηλαδή ήταν ο ίδιος που δέκτηκε επίθεση από την κατηγορούμενη προέβαλε τη θέση ότι ένας από τους λόγους που αναγκάστηκε να την σπρώξει με αποτέλεσμα αυτή να χτυπήσει στον πάγκο της κουζίνας ήταν γιατί ο ίδιος φοβήθηκε από την επίθεση της. Είναι άξιον απορίας πώς ο παραπονούμενος, ο οποίος είναι σωματικά πιο δυνατός από την κατηγορούμενη, να φοβήθηκε και να τρόμαξε από την επίθεση που δέχθηκε. Επίσης δημιουργούνται εύλογες απορίες και ερωτηματικά για ποιο λόγο η κατηγορούμενη αμέσως μετά το επεισόδιο, ως ο ίδιος ο παραπονούμενος αποδέχεται, να μεταβεί στο δωμάτιο της και να κλειδωθεί; Τα πιο πάνω ερωτήματα έχουν παραμείνει αναπάντητα από τον ίδιο τον παραπονούμενο με αποτέλεσμα να πλήττουν καίρια την δική του εκδοχή γεγονότων όπως ο ίδιος προσπάθησε να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα και ήταν αυτός που είχε φοβηθεί ο ίδιος θα κλειδωνόταν στο δωμάτιο του και θα καλούσε την Αστυνομία και όχι η κατηγορούμενη. Αναληθείς και μη ειλικρινής ήταν και η θέση του παραπονουμένου, την οποία και βεβαίως το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει, για το πως είχε εκτυλιχθεί το μεταξύ τους επεισόδιο κατά τον επίδικο χρόνο. Θέση του ήταν ότι αφενός τα τραύματα της κατηγορουμένης προκλήθηκαν από το γεγονός ότι η ίδια χτύπησε στον πάγκο της κουζίνας και στο πάτωμα και αφετέρου ότι ο ίδιος δεν προκάλεσε τα τραύματα που η κατηγορούμενη ισχυρίζεται ότι υπέστη, ως αυτά απεικονίζονται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
- Η θέση του αυτή όμως διαψεύδεται πλήρως. Και τούτο γιατί ο Μ.Κ 1 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι όταν προσήλθε στην οικία της κατηγορούμενης, αμέσως μετά το επεισόδιο, αυτή βρισκόταν στην ίδια κατάσταση που οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 6 απεικονίζουν. Καταλήγω επομένως σε εύρημα ότι η κατηγορούμενη, εξαιτίας του επεισοδίου, υπέστη τα τραύματα που ως αυτά εμφαίνονται στις εν λόγω φωτογραφίες. Σε συνάρτηση με το πιο πάνω ζήτημα, το ίδιο το περιεχόμενο των φωτογραφιών και πάλι τον διαψεύδουν. Και τούτο γιατί, ως διαφαίνεται μέσα από αυτές, τα μάτια της κατηγορούμενης είναι πρησμένα και μαυρισμένα/μελανιασμένα. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα μέσα από την κοινή λογική αλλά και ανθρώπινη εμπειρία ότι τα μαυρισμένα και πρησμένα μάτια της δεν μπορούσαν να προκληθούν είτε από την πτώση της στον πάγκο της κουζίνας είτε από την πτώση της στο έδαφος ως ο παραπονούμενος ισχυρίζεται. Προφανώς και προκλήθηκαν από άλλη γενεσιουργό αιτία. Αναληθής επίσης είναι και ο ισχυρισμός του ότι η κατηγορούμενη δεν είχε τα τραύματα που απεικονίζονται στις εν λόγω φωτογραφίες εφόσον ο ίδιος δεν διαπίστωσε ένα τέτοιο γεγονός κατά τον επίδικο χρόνο. Η θέση του αυτή διαψεύδεται ως έχει αναφερθεί από τον Μ.Κ
- Στην προσπάθεια του ο παραπονούμενος να δώσει εξηγήσεις μη έχοντας άλλη επιλογή, λόγω προφανώς της ύπαρξης των φωτογραφιών, προέβαλε έμμεσα την θέση ότι αυτά προκλήθηκαν από την ίδια την κατηγορούμενη, δηλαδή η ίδια αυτοτραυμάτισε τον εαυτό της όταν και κλείστηκε στο δωμάτιο της. Πέραν του γεγονότος ότι ένας τέτοιος ουσιώδης ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην κατάθεσή του, αποτελεί προϊόν φαντασίας η κατηγορούμενη να προκάλεσε μόνη της τα τραύματα στο πρόσωπο της, σε τόσο έντονο βαθμό μάλιστα, έχοντας μοναδικό σκοπό απλά και μόνο να ενοχοποιήσει τον παραπονούμενο αλλά και να απενοχοποιηθεί η ίδια από την κατ' ισχυρισμό επίθεση της προς τον τελευταίο. Η όλη του εκδοχή δεν στέκει στη βάσανο της λογικής. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος δεν έδωσε καθόλου πειστικές απαντήσεις γιατί ενώ στην κατάθεση του ημερομηνίας 16.3.2017, την επόμενη ημέρα του επίδικου επεισοδίου, αποφάσισε να αποσύρει το παράπονο του εναντίον της κατηγορουμένης ενώ με νέα του κατάθεση, ημερομηνίας 11.11.17, επιθυμούσε την ποινική της δίωξη. Η θέση του σε σχέση με το ζήτημα αυτό ότι ήταν λόγω του ότι την πιο πάνω ημέρα δέκτηκε εκ νέου επίθεση τόσο από την κατηγορούμενη όσο και από την μητέρα της στερείτε πειστικότητας. Και τούτο γιατί ένα τέτοιο γεγονός δεν προβάλλεται στην εν λόγω κατάθεση του αλλά και ούτε ο παραπονούμενος προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ότι ο ίδιος προέβη σε νέα καταγγελία εν σχέση με την υποτιθέμενη επίθεση που δέκτηκε. Ούτε ένα τέτοιο γεγονός το επιβεβαίωσε ο Μ.Κ
- Ούτε και ο παραπονούμενος προσκόμισε στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ιατρικό έντυπο που να επιβεβαιώνει έστω και κατ' ελάχιστο τον εν λόγω ισχυρισμό του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ως υποστήριξε ενόρκως επισκέφθηκε και ιατρό για τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Επίσης, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο ίδιος ενώ του υποδείχθηκε από την Αστυνομία να υποβληθεί σε ιατροδικαστική εξέταση σε σχέση με τα τραύματα που υπέστη αναφορικά με την υποτιθέμενη επίθεση που δέκτηκε, ο ίδιος το αρνήθηκε προβάλλοντας τη θέση ότι έχει συμφιλιωθεί με την κατηγορούμενη. Πέραν του γεγονότος ότι η θέση του αυτή δεν επιβεβαίωνεται από πουθενά, ότι δηλαδή υπήρξε μεταξύ τους συμφιλίωση, η λογική και μόνο επιτάσσει ότι εάν κάποιο πρόσωπο έχει παράπονο και μάλιστα έντονο, ως κατέστησε σαφές ο παραπονούμενος δίδοντας μαρτυρία ενόρκως, θα βοηθούσε με κάθε τρόπο και θα έθετε εαυτόν στις αστυνομικές αρχές, μέσω της εμπειρογνωμοσύνης του ιατροδικαστή, ώστε αυτές να εξιχνιάσουν πλήρως αλλά και να τεκμηριώσουν τους ισχυρισμούς του. Η άρνηση του αυτή εγείρει ερωτηματικά και αφήνει σκιές σε σχέση με την υποτιθέμενη επίθεση που ο ίδιος δέκτηκε. Τέλος, δεν μπορεί παρά να μην γίνει και αναφορά στο γεγονός ότι ο παραπονούμενος προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση ότι ο ίδιος διαπίστωσε η κατηγορούμενη να διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση και ήταν αυτός ο λόγος που προκλήθηκε το όλο επεισόδιο. Ένας τέτοιος όμως βασικός ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην κατάθεσή του. Ούτε και γίνεται αποδεκτή η θέση του ότι το ανάφερε στην Αστυνομία πλην όμως αυτή παρέλειψε να το καταγράψει. Και τούτο γιατί ο ίδιος υπέγραψε την κατάθεσή του ως ορθή και αληθή, αφού τη διάβασε προηγουμένως, χωρίς να προσθέσει το εν λόγω γεγονός. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο για να καταδείξω του λόγου το αληθές ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου παρουσιάζει τέτοιου βαθμού ουσιαστικές αντιφάσεις και έχει κλονισθεί σε τόσο βαθμό ώστε το Δικαστήριο να μην έχει άλλη επιλογή από του να μην την κάνει αποδεκτή. Συνεπακόλουθα αυτή απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Αποδεκτή γίνεται στην ολότητα της και η μαρτυρία του Μ.Κ
- Ήταν αντικειμενικός και δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Τα ευρήματα του και τα συμπεράσματα του, σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που ο παραπονούμενος υπέστη, ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, αντίθετα είναι αποδεκτά. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονούμενου, και έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει το έχει η κατηγορούσα αρχή η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση της από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα όσα έχει παραθέσει η κατηγορούμενη, μέσω της ανακριτικής της κατάθεσης, είτε από μόνα τους είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία δεν είναι ικανά και σε τέτοιο βαθμό επαρκή ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα περί ενοχής της. Η νομική βάση της κατηγορίας που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων), Νόμου 119(Ι)/2000 («ο Νόμος»). Το άρθρο 3
(1)
(4)του Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί ότι: «3. -
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)..
(3).
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και τις δύο ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία, 2. Με οποιανδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά, 3. Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του και 4. Να προκαλέσει σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη Μέλος της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων: «(α) άντρα και γυναίκα που— (
- i)έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (
- ii)συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο...·» Πέραν του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη και ο παραπονούμενος ήσαν σύζυγοι κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως εκ τούτου θεωρούνται μέλη της οικογένειας, με βάση την πιο πάνω νομοθετική ερμηνεία που δίδεται από τον πιο πάνω Νόμο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα εφόσον δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον του παραπονουμένου. Πέραν του γεγονότος ότι υπήρξε μεταξύ τους συμπλοκή το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν έχει πειστεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη ήταν το πρόσωπο που επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος αδιαμφισβήτητα έφερε εκδορές σε διάφορα μέρη του σώματος του δεν είναι στοιχείο αρκετό ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εύρημα ενοχής της κατηγορουμένης. Ενόψει και της θέσης που η υπεράσπιση προέβαλε εξ αρχής ότι οι οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες που ο παραπονούμενος υπέστη αυτές προκλήθηκαν στην προσπάθεια της κατηγορουμένης να αμυνθεί, δηλαδή στη βάση αυτοάμυνας στα πλαίσια του άρθρου 17 του Ποινικού Κώδικα, αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί εφόσον η Κατηγορούσα αρχή, η οποία έχει το βάρος, δεν την έχει αποκλείσει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γιάλλουρου ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 320, 325). Το Δικαστήριο εν ολίγοις δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη ήταν στην προκειμένη περίπτωση η επιτιθέμενη και όχι αυτή που δέκτηκε επίθεση και ως εκ τούτου αυτή δεν μπορεί να κριθεί ένοχη. Συνεπώς η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο