Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 12811/2018, 9/3/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B92 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12811/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- [ ] Χριστοδούλου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9/3/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Κ. Μάμαντος Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στη παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει μίαν και μόνο κατηγορία αυτή της κλοπής. Αυτό το οποίο του καταλογίζεται, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι έκλεψε διάφορα εξαρτήματα από το όχημα, υπ' αριθμούς εγγραφής [ ] (στο εξής «το όχημα»), συνολικής αξίας €800, περιουσία του [ ] Θεοφίλου (στο εξής «ο παραπονούμενος»). Ο κατηγορούμενος δήλωσε την μη παραδοχή του, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, είτε υπό μορφή παραδεκτών γεγονότων είτε μέσω της αναντίλεκτης μαρτυρίας, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ιδιοκτήτης του εν λόγω οχήματος, μάρκας SAAB ήταν η [ ] Πελεκάνου (Μ.Κ 3), με την οποία ο παραπονούμενος βρισκόταν σε διάσταση. Την κατοχή του εν λόγω οχήματος την είχε o παραπονούμενος. Ο κατηγορούμενος είναι μηχανικός, με ειδίκευση στην επιδιόρθωση οχημάτων μάρκας SAAB. Κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε μηχανουργείο στη Βιομηχανική περιοχή Καϊμακλίου. Λόγω του ότι το πιο πάνω όχημα παρουσίαζε μηχανικά προβλήματα ο παραπονούμενος το μετέφερε, μέσω ρυμουλκού, στο μηχανουργείο του κατηγορούμενου για επιδιόρθωση. Το όχημα βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Παρεμβάλλω εδώ να αναφέρω ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών για τον χρόνο που το εν λόγω όχημα μεταφέρθη στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, επί τούτου, ότι ο παραπονούμενος μετέφερε το εν λόγω όχημα, περίπου, τον Σεπτέμβριο του 2013 ενώ από την άλλη αποτελεί θέση του κατηγορουμένου ότι αυτό μεταφέρθηκε τον Σεπτέμβριο του
- Ανεξαρτήτως του πιο πάνω επίδικου ζητήματος, αποτελεί κοινό τόπο ότι το εν λόγω όχημα παρέμεινε στο μηχανουργείο του κατηγορούμενου μέχρι και τις 17.9.14, όταν και ο παραπονούμενος πήγε να το παραλάβει. Το εν λόγω όχημα, κατά τον πιο πάνω χρόνο, βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και παρουσίαζε εικόνα διαλύσεως. Στις 19.09.2014 ο παραπονούμενος υπέβαλε εναντίον του κατηγορουμένου παράπονο προς την Αστυνομία ότι απουσίαζαν από αυτό διάφορα εξαρτήματα για τα οποία προβαίνει σε λεπτομερή περιγραφή στην κατάθεση του. Ενόψει της καταγγελίας του αυτής η Αστυνομία ξεκίνησε την διερέυνηση της παρούσας υπόθεσης. Στις 09.10.2014 η Αστυνομία έλαβε αριθμό φωτογραφίων (Τεκμήριο 2) του εν λόγω οχήματος, το οποίο βρισκόταν ακόμη στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου. Την ίδια ημέρα το εν λόγω όχημα παραλήφθηκε από ρυμουλκό με σκοπό αυτό να μεταφερθεί στον χώρο φύλαξης τεκμηρίων της Αστυνομίας. Στις 21.10.14 λήφθηκε επίσης από την Αστυνομία, μέσω του Α/Αστυφύλακα 1848, (η κατάθεση του οποίου κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της Τεκμήριο 7), αριθμός φωτογραφιών (Τεκμήριο 6) του εν λόγω οχήματος από τον πιο πάνω περιφραγμένο χώρο. Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Είναι, συνοπτικά, η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο παραπονούμενος κατά το χρονικό διάστημα που μετέφερε το πιο πάνω όχημα για επιδιόρθωση στον κατηγορούμενο τον ενημέρωσε ότι είχαν ξεκινήσει οι διαδικασίες διαχωρισμού της περιουσίας του με την Μ.Κ 4, η οποία και έθεσε θέμα διεκδίκησης του εν λόγω οχήματος. Για το λόγο αυτό, μέχρι δηλαδή να επιλυθεί το όλο ζήτημα, ζήτησε από τον κατηγορούμενο, πράγμα το οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε, όπως το εν λόγω όχημα παραμείνει υπό τη φύλαξή του. Μόλις ολοκληρώθηκε η επίλυση των περιουσιακών διαφορών με τη Μ.Κ 4, ο παραπονούμενος πήγε να παραλάβει το όχημά του από το μηχανουργείο του κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι αυτό βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και ότι απουσίαζαν από αυτό διάφορα εξαρτήματα, τα οποία κλάπηκαν από τον κατηγορούμενο. Από την άλλη, αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι από τον Σεπτέμβριο του 2012 όπου είχε επιδιορθωθεί το μηχανικό πρόβλημα του εν λόγω οχήματος από τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με τον παραπονούμενο χωρίς όμως την οποιαδήποτε ανταπόκριση του. Το όχημα παρέμεινε στον εξωτερικό χώρο του μηχανουργείου του μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014, όπου και ο παραπονούμενος αποφάσισε να έρθει να το παραλάβει. Λόγω της έκθεσης του στον ήλιο αλλά και λόγω του ότι αυτό ήταν ακινητοποιημένο για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αυτό υπέστη μεγάλες φυσικές φθορές. Επίσης τρωκτικά κατέστρεψαν την ηλεκτρική του εγκατάσταση καθώς και την μηχανή του. Ο κατηγορούμενος αναγκάστηκε να αφαιρέσει κάποια εξαρτήματα λόγω του ότι υπήρχε κίνδυνος ανάφλεξης του οχήματος καθώς επίσης υπήρξε και έντονη δυσοσμία λόγω του ότι ορισμένα τρωκτικά πέθαναν εντός της μηχανής του. Είναι η θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε έκλεψε οποιοδήποτε εξάρτημα από το εν λόγω όχημα. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 6 μάρτυρες, τη Γ/Α 303 (Μ.Κ 1), τον παραπονούμενο (Μ.Κ 2), τον Αστυφύλακα 119 (Μ.Κ 3), την πρώην σύζυγο του παραπονούμενου (Μ.Κ 4), τον Μιχάλη Αργυρού, τεχνικό του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών (Μ.Κ 5) και τον Αστυφύλακα 1168 (Μ.Κ 6). Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, ο ίδιος αποφάσισε να καταθέσει ενόρκως, κλητεύοντας και δύο μάρτυρες υπεράσπισης, τον Λένα Σάββα (Μ.Υ 2), ιδιοκτήτη εταιρείας που ειδικεύεται στην καταπολέμηση τρωκτικών και τον Τάσο Κασάπη (Μ.Υ 3), βαφέα αυτοκινήτων. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ. Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Ήταν το πρόσωπο το οποίο φωτογράφησε εκ μέρους της Αστυνομίας το όχημα (Τεκμηρίο 2) όταν αυτό βρισκόταν στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι αποτελούσε διαπίστωση της ότι το εν λόγω όχημα ήταν σαν εγκαταλειμμένο και βρισκόταν στον εξωτερικό χώρο του μηχανουργείου του κατηγορουμένου. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με αυτήν, πριν από περίπου ένα χρόνο (από τη λήψη της κατάθεσης τοτ ημερομηνίας 19.9.14) μετέφερε το όχημά στο μηχανουργείο του κατηγορούμενου τόσο για συντήρηση όσο και για ένα μηχανικό πρόβλημα που παρουσίαζε. Ο κατηγορούμενος επιδιόρθωσε το όχημά του και ο ίδιος τον εξόφλησε. Άφησε όμως το εν λόγω όχημα εκεί λόγω του ότι παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα με τον συναγερμό του αλλά και επειδή ζήτησε από τον κατηγορούμενο όπως του ετοιμάσει νέο κλειδί, λόγω του ότι αυτό που είχε παρουσίαζε πρόβλημα. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ξεκίνησαν οι διαδικασίες διαχωρισμού της περιουσίας του με την Μ.Κ 4, η οποία έθεσε και θέμα διεκδίκησης του εν λόγω οχήματος. Με τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορούμενου το όχημα το άφησε υπό τη φύλαξή του, μέχρι την επίλυση του πιο πάνω ζητήματος. Η επιδιόρθωση του συναγερμού όσο και η έκδοση του νέου κλειδιού κόστισε περίπου €
- Το εν λόγω ποσό δεν το κατέβαλε στον κατηγορούμενο διότι ο τελευταίος του ανέφερε ότι επιθυμούσε να πληρωθεί με το που ο ίδιος θα παραλάβει το όχημα του. Πριν 8 μήνες πέρασε έξω από το μηχανουργείο του κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι το όχημά του βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Στο μεσοδιάστημα είχε και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον κατηγορούμενο, όπου του ανέφερε ότι σύντομα οι διαφορές του με την Μ.Κ 4 θα επιλύοντο. Στις 09.09.2014, αφού η Μ.Κ 4 συμφώνησε να του μεταβιβάσει επ' ονόματι του το εν λόγω όχημα, μίλησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο ενημερώνοντας τον ότι θα έρθει να το παραλάβει. Του ζήτησε επίσης να ελέγξει και την μπαταρία του, λόγω του ότι το όχημα βρισκόταν ακινητοποιημένο αρκετό καιρό. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε χρόνο λόγω φόρτου εργασίας. Στη συνέχεια προσπάθησε να τον καλέσει τηλεφωνικώς, πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν. Στις 17.09.14 μετέβη στο μηχανουργείο του κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι το όχημά του βρισκόταν σε άθλια κατάσταση. Διαπίστωσε ότι έλειπε όλο το μπροστινό μέρος του οχήματος, δηλαδή ο προφυλαχτήρας, η μάσκα και οι προβολείς του. Έλειπαν επίσης οι εσωτερικές δερμάτινες επενδύσεις των πορτών, μαζί με τους μηχανισμούς των ηλεκτρικών παραθύρων. Έλειπε επίσης το radio-cd του οχήματος, καθώς και διάφορα κουμπιά από το ταμπλό του. Από το τιμόνι έλειπε το μέρος, με το οποίο ελέγχεις άλλες λειτουργίες του οχήματος, στις πίσω μαξιλάρες υπήρχαν φορτωμένα διάφορα παλιοπράγματα, από τις ζάντες (rims) του οχήματος έλειπαν τα σήματα του και υπήρχαν σε αυτό τοποθετημένα ελαστικά άλλης μάρκας. Ήταν επίσης η θέση του ότι αντικαταστάθηκε και το καπό του οχήματός. Η κατάσταση της μηχανής ήταν αθλιότατη με κρεμασμένα σύρματα από παντού και έλειπαν αρκετά μέρη από αυτήν. Αποτάθηκε τότε στον κατηγορούμενο ζητώντας του εξηγήσεις και ο τελευταίος του ανάφερε ότι τους μηχανισμούς των ηλεκτρικών παραθύρων τους αφαίρεσε, λόγω του ότι του χρωστούσε ο ίδιος χρήματα. Σε σχέση με τα υπόλοιπα εξαρτήματα που απουσίαζαν, ο ίδιος του ανέφερε ότι θα τα επανατοποθετήσει. Σε σχέση με τη μηχανή του οχήματος, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι τα εξαρτήματα που λείπουν τα κατέστρεψαν τα τρωκτικά. Εξήγησε προφορικά ότι ο λόγος που δεν παράλαβε το όχημα του από το μηχανουργείο του κατηγορουμένου και το άφησε υπό την φύλαξη του ήταν επειδή έλαβε τηλεφώνημα από συγγενικό πρόσωπο της Μ.Κ 4, ο οποίος του ανέφερε ότι θα ερχόταν να παραλάβει το όχημα από την οικία του. Για το λόγο αυτό επείδή φοβήθηκε ο ίδιος αποφάσισε να το αφήσει υπό τη φύλαξη του κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι η συμφωνία (Τεκμηρίο 4) που κατάρτισε με την Μ.Κ 4 δεν επίλυε τις μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές αλλά συμφωνήθηκε για τις ενέργειες στις οποίες θα έπρεπε να προβεί ο ίδιος ώστε να καταστεί εφικτή η μεταβίβαση του οχήματος επ' ονόματι του. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο λόγος που δεν πήγε να παραλάβει το όχημά του από το μηχανουργείο του κατηγορουμένου ήταν επειδή ο ίδιος δέχτηκε τηλεφώνημα από συγγενικό πρόσωπο της Μ.Κ
- Το εν λόγω πρόσωπο κατείχε κλειδί του οχήματος. Ως προς τον λόγο που δεν ανάφερε τον εν λόγω ισχυρισμό ούτε στην Αστυνομία αλλά ούτε και στην κατάθεση του ήταν επειδή ο ίδιος δεν θεώρησε το πιο πάνω γεγονός ως απειλή αλλά περισσότερο ως προειδοποίηση, κάτι το οποίο δεν συνιστά ποινικό αδίκημα. Επίσης δεν το έκρινε σημαντικό να το αναφέρει. Αφού του υποδείχθηκε αριθμός φωτογραφιών του οχήματος (Τεκμήρια 2 και 6) ο ίδιος αποδέχθηκε το γεγονός ότι από αυτό δεν έλειπαν οι ταπετσαρίες του, ούτε οι δερμάτινες επενδύσεις στα πλευρά, ούτε από το τιμόνι έλειπαν τα κουμπιά που ελέγχουν άλλες λειτουργίες του οχήματος, υπήρχαν ελαστικά καθώς και τα σήματα στις ζάντες (rims) των τροχών. Αρνήθηκε αφενός σχετική υποβολή ότι εξαιτίας των τρωκτικών καταστράφηκε η ηλεκτρική εγκατάσταση του οχήματος καθώς και ο προφυλαχτήρας και ότι αφετέρου τα πλαϊνά καθρεφτάκια ξεκόλλησαν λόγω του ότι το εν λόγω όχημα ήταν εκτεθειμένο στον ήλιο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αρνήθηκε ότι το όχημά το μετέφερε στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου το 2012 και ότι αυτό παρέμεινε εκεί μέχρι και το
- Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν γι΄αυτό, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τον κατηγορούμενο ώστε να έρθει να το παραλάβει, προσθέτοντας ότι ο ίδιος μετέβηκε πολλές φορές στο μηχανουργείο του, αλλά δεν μπορούσε να εντοπίσει τον κατηγορούμενο λόγω του ότι αυτό ήταν κλειστό. Το γεγονός αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν διάφορα πρόσωπα που εργάζονταν δίπλα από την επιχείρηση του κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 9). Ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 10). Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ήταν ο αρχικός ανακριτής της υπόθεσης απλώς ανέλαβε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης με σκοπό την ολοκλήρωση της. Ο λόγος που τον ώθησε να κατηγορήσει και γραπτώς τον κατηγορούμενο ήταν γιατί υπήρχε μαρτυρία από τον παραπονούμενο ότι έλειπαν διάφορα εξαρτήματα από το όχημά του. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ως προς το λόγο που υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης, εικάζει όμως ότι ο λόγος ήταν επειδή ο προηγούμενος ανακριτής αποχώρησε από τις τάξεις της Αστυνομίας. Αφού του υποδείχθηκαν οι σχετικές φωτογραφίες που λήφθηκαν από το όχημα αποδέχθηκε ότι πολλά από τα εξαρτήματα, για τα οποία ο παραπονούμενος υπέβαλε παράπονο ότι κλάπηκαν, υπήρχαν τοποθετημένα στο όχημα. Η Μ.Κ 4 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 12). Ανέφερε ότι η ίδια δεν είχε οποιανδήποτε εμπλοκή με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Επιβεβαίωσε ότι με τον παραπονούμενο κατάρτισαν μεταξύ τους συμφωνία (Τεκμήριο 4), η οποία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι αν ο παραπονούμενος εξοφλούσε το υπόλοιπο χρέος του οχήματος στην Τράπεζα η ίδια θα το μεταβίβαζε επ' ονόματι του. Αντεξεταζόμενη, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι ούτε η ίδια αλλά ούτε και οποιοδήποτε συγγενικό της πρόσωπο απείλησε ποτέ τον παραπονούμενο ότι θα παραλάβει το εν λόγω όχημα από την οικία του. Εξάλλου, η ίδια δεν είχε στην κατοχή της κλειδί του εν λόγω οχήματος. Ο Μ.Κ 5 ήταν το πρόσωπο που επιθεώρησε εκ μέρους του Τμήματος Ηλεκτρομηχανολογικών Υπηρεσιών το εν λόγω όχημα και προς το σκοπό αυτό ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 14), το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Σύμφωνα με αυτήν, ο ίδιος διαπίστωσε ότι από το εν λόγω όχημα απουσίαζε ο μπροστινός προφυλακτήρας και η γρίλια του, η μπαταρία, 4 coils μηχανής καθώς και ένα cooler. Λόγω του ότι διαπίστωσε πως το μπροστινό καπό του οχήματος ήταν ξεθωριασμένο θέση του ήταν ότι αυτό πιθανόν να αντικαταστάθηκε. Γενικά η διαπίστωση του ήταν ότι το όχημα παρουσίαζε εικόνα διαλύσεως και δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είναι βέβαιος κατά πόσο το μπροστινό καπό όντως είχε αντικατασταθεί. Αφού του υποδείχθηκε αριθμός φωτογραφιών που λήφθηκαν από την Αστυνομία (μέσω των Τεκμηρίων 2 και 6) αποδέχθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι ναι μεν τα 4 coils βρίσκονται όντως στη μηχανή του, πλην όμως αυτά είναι αφαιρεμένα. Σε σχέση με το cooler είπε ότι ο ίδιος δεν μπορεί να διαπιστώσει μέσα από τις φωτογραφίες αν όντως αυτό βρίσκεται εντός της μηχανής αλλά διαπίστωση του είναι ότι λείπουν κάποια λάστιχα από αυτό. Σε σχετική υποβολή ότι τόσο ο μπροστινός προφυλακτήρας όσο και η γρίλια αφαιρέθηκαν από τον κατηγορούμενο καθότι αυτά καταστράφηκαν από τρωκτικά και αρουραίους ο ίδιος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό. Ανάφερε περαιτέρω ότι μέσω της εμπειρίας του αυτό είναι ένα γεγονός το οποίο μπορεί να επισυμβεί. Ήταν η θέση του και συμφώνησε επί τούτου με την υπεράσπιση ότι στο επίδικο όχημα είχαν πράγματι εισβάλει τρωκτικά. Σε σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος αναγκάσθηκε να αφαιρέσει την μπαταρία από το εν λόγω όχημα λόγω του ότι υπήρχε ορατός κίνδυνος ανάφλεξης του ο εν λόγω μάρτυρας και πάλι δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό, αναφέροντας μάλιστα ότι υπό αυτές τις περιστάσεις η ενέργεια του κατηγορουμένου ήταν η ενδεδειγμένη. Ο Μ.Κ 6 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυριώς εξέτασης του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 15). Ανέφερε σε αυτήν τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί. Ήταν το πρόσωπο που στις 19.9.14 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον παραπονούμενο και στις 25.9.14 έλαβε γραπτή κατάθεση από τη Μ.Κ
- Στη παρουσία του επίσης λήφθηκε αριθμός φωτογραφιών. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί σε ποιες ενέργειες είχε προβεί ο ίδιος προς αναζήτηση των κλαπέντων εξαρτημάτων, ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο κατά πόσο αυτά είχαν πράγματι εντοπισθεί αλλά και ούτε ήταν σε θέση να κατονομάσει ποιά ήταν όντως τα εξαρτήματα που είχαν κλαπεί από τον κατηγορουμένο. Επίσης δεν γνωρίζει τον λόγο που ενώ το παράπονο του παραπονούμενου υποβλήθηκε το 2014 η παρούσα υπόθεση εν τέλει καταχωρίστηκε το
- Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 10). Αναφέρει σε αυτήν ότι τον Σεπτέμβριο του 2012 ο παραπονούμενος μετέφερε, μέσω ρυμουλκού, το όχημα του στο μηχανουργείο του λόγω μηχανικού προβλήματος που αυτό παρουσίασε. Ο παραπονούμενος του έδωσε οδηγίες να το επιδιορθώσει καθώς και να προχωρήσει και στην συντήρηση (service) του. Αφού ο ίδιος ολοκλήρωσε τις εργασίες του, το κόστος των οποίων ανήλθε στο ποσό των €700, προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με τον παραπονούμενο ώστε να το παραλάβει χωρίς όμως επιτυχία. Ο παραπονούμενος προσήλθε να το παραλάβει μόλις τον Οκτώβριο του
- Εξήγησε ότι ο λόγος που το εν λόγω όχημα βρισκόταν σε άθλια κατάσταση ήταν αφενός λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που βρισκόταν ακινητοποιημένο αλλά και αφετέρου λόγω του ότι εισχώρησαν σε αυτό τρωκτικά με αποτέλεσμα να καταστρέψουν την ηλεκτρολογική του εγκατάσταση καθώς και τη μηχανή του. Σε κάποια στιγμή αφαίρεσε από το εν λόγω όχημα τον προφυλαχτήρα του λόγω του ότι είχαν πεθάνει νυφίτσες μέσα σε αυτό και υπήρχε έντονη δυσοσμία. Τον προφυλαχτήρα τον πέταξε, λόγω του ότι υπήρχε κίνδυνος μόλυνσης αλλά και επειδή ήταν κατεστραμμένος. Επίσης αφαίρεσε την μπαταρία του οχήματος αφού αυτή έλιωσε και υπήρχε κίνδυνος βραχυκύκλωσης του. Ήταν η θέση του ότι ουδέποτε ο παραπονούμενος του ζήτησε την άδειά του να αφήσει το εν λόγω όχημα στο μηχανουργείο του. Αρνείται ότι έκλεψε οποιαδήποτε εξαρτήματα από το όχημα του παραπονουμένου και το γεγονός αυτό μπορούν να το επιβεβαιώσουν και οι Αστυνομικοί που το παρέλαβαν. Κατέθεσε, επίσης, ημερολόγιο του 2012 (Τεκμήριο 16) στο οποίο καταγράφει τα στοιχεία και τις εργασίες που συντελέστηκαν σε κάθε όχημα. Σύμφωνα με αυτό, ο παραπονούμενος έφερε στο μηχανουργείο του το εν λόγω όχημα στις 04.09.
- Παράπεμψε δε το Δικαστήριο μέσω διαφόρων φωτογραφιών που λήφθηκαν από την Αστυνομία πως όλα τα εξαρτήματα για τα οποία κατηγορείται ότι έκλεψε ότι ήταν τοποθετημένα στο εν λόγω όχημα. Ανέφερε επίσης ότι το καπό της μηχανής του εν λόγω οχήματος δεν αντικαταστάθηκε απλά, λόγω της μεγάλης έκθεσης του στον ήλιο για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλοιώθηκε η μπογιά του. Αντεξεταζόμενος, εξήγησε ότι το εν λόγω όχημα βρισκόταν καθ' όλο το χρόνο σταθμευμένο στην αυλή του μηχανουργείου του. Ως προς τον λόγο που φαίνονται, μέσω των φωτογραφιών, κάποιες βίδες αφαιρεμένες ήταν επειδή ο ίδιος καθάριζε τη μηχανή στο βαθμό που μπορούσε, εφόσον είχαν πεθάνει νυφίτσες εντός αυτής ώστε να μην καταστραφεί ολοκληρωτικά. Επανέλαβε τη θέση ότι προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με τον παραπονούμενο στα διάφορα τηλέφωνα που του είχε δώσει ο τελευταίος, ως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο 16, πλην όμως ο παραπονούμενος δεν ανταποκρινόταν στις διάφορες κλήσεις του. Ουδέποτε ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι θα αφήσει το όχημα του εκεί μέχρι να επιλύσει τις διαφορές του με την Μ.Κ
- Ήταν η θέση του ότι όλες οι ζημιές που το εν λόγω όχημα υπέστη ήταν αφενός λόγω του χρόνου που αυτό ήταν ακινητοποιημένο και της μεγάλης έκθεσης του στον ήλιο και αφετέρου λόγω των τρωκτικών που εισχώρησαν σε αυτό. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος αφαίρεσε οποιαδήποτε εξαρτήματα και τα χρησιμοποίησε σε άλλο όχημα λόγω του ότι δεν είχε πληρωθεί από τον παραπονούμενο για τις εργασίες που εκτέλεσε. Ο Μ.Υ 2 ανάφερε ότι ειδικεύεται από το έτος 1998 στην καταπολέμηση τρωκτικών. Προς το σκοπό αυτό έχει παρακολουθήσει διάφορα σεμινάρια και έχει λάβει, μετά από εξετάσεις, σχετική άδεια από το Υπουργείο Γεωργίας (Τεκμήρια 18 και 19) για την εξάσκηση του εν λόγω επαγγέλματος. Εξήγησε στο Δικαστήριο, μέσω των γνώσεων και της πείρας του, ότι οι νυφίτσες μπορούν να προκαλέσουν φθορές σε ένα ακινητοποιημένο όχημα και ότι αρέσκονται στο να τρώνε σύρματα και χαλκό. Επίσης μπορούν να προκαλέσουν φθορά στην ηλεκτρική εγκατάσταση ενός οχήματος καθώς επίσης είναι και σε θέση να καταστρέψουν και τα πλαστικά του. Επίσης οι νυφίτσες έχουν τη δυνατότητα να εισέλθουν μέσα στα λάστιχα της μηχανής του αυτοκινήτου και να τα καταστρέψουν. Αφού του υπεδείχθη αριθμός φωτογραφιών, επιβεβαίωσε ότι στο εν λόγω όχημα κάποια πλαστικά και λάστιχα του έχουν φαγωθεί από νυφίτσες και ότι εντός του οχήματος διαπίστωσε να υπάρχουν και κοπριά τους. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε τις πιο πάνω θέσεις του και πρόσθετε ότι ως προς τον λόγο που βρέθηκε τροφή και κόκκαλα σκύλου εντός του οχήματος είναι γιατί αυτά μεταφέρθηκαν από τα τρωκτικά. Γνώμη του ότι είναι το συγκεκριμένο όχημα υπέστη ζημιά από τις νυφίτσες. Ο Μ.Υ 3, βαφέας αυτοκινήτων σε ιδιωτική εταιρεία ανέφερε ότι αποτελεί διαπίστωση του, μέσω φωτογραφίας που του υποδείχθηκε, ότι το καπό του επίδικου οχήματος δεν είχε αντικατασταθεί αλλά είχε ξεθωριαστεί από τον ήλιο. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε την πιο πάνω θέση του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις του κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ., υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδεκτή γίνεται η μαρτυρία της Μ.Κ
- Η μαρτυρία της έχει παραμείνει αναντίλεκτη εφόσον δεν έχει αμφισβητηθεί. Εξάλλου μέρος των φωτογραφιών που έλαβε χρησιμοποιήθηκαν από την υπεράσπιση με σκοπό η τελευταία να προωθήσει και να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς της. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία του Μ.Κ 3, ο οποίος εξήγησε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος είχε προβεί στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων. Ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός και δεν είχε σκοπό να βοηθήσει οποιαδήποτε πλευρά. Δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί το γεγονός ότι ο ίδιος δεν δίστασε να συμφωνήσει με βασικές θέσεις της Υπεράσπισης ότι ως διαφαίνεται, μέσω των φωτογραφιών, πολλά από τα εξαρτήματα για τα οποία ο κατηγορούμενος κατηγορείτε ότι έκλεψε υπήρχαν τοποθετημένα στο επίδικο όχημα. Αποδεκτή επίσης για τους ίδιους λόγους γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 6 ο οποίος ήταν ο αρχικός ανακριτής της υπόθεσης. Επίσης οι ενέργειες του αυτές δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Θετικές εντυπώσεις αποκόμισε το Δικαστήριο από την Μ.Κ 4, αν και η μαρτυρία της ήταν επουσιώδης σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα. Η εν λόγω μάρτυρας απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν χωρίς κανένα δισταγμό. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε το Δικαστήριο να μην κάνει αποδεκτή την μαρτυρία της. Αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Κ 5, ο οποίος άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις με την ειλικρίνεια του και την αντικειμενικότητα του. Δείγμα της ειλικρίνειας του είναι ότι δεν δίστασε να αναφέρει και μη ευνοϊκά γεγονότα σε σχέση με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Ο εν λόγω μάρτυρας επιθεώρησε εκ μέρους της Ηλεκτρομηχανολογικής Υπηρεσίας το επίδικο όχημα. Αποτελεί διαπίστωση του, πράγμα το οποίο ουδόλως αμφισβητεί η Υπεράσπιση, ότι από το εν λόγω όχημα απουσίαζε τόσο ο μπροστινός προφυλακτήρας και η γρίλια του αλλά και ότι αφαιρέθηκε η μπαταρία του. Δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν δίστασε, κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, να αποδεχθεί, αφού του υποδείχθηκε σχετική φωτογραφία του επίδικου οχήματος που λήφθηκε από την Αστυνομία, ότι δεν απουσίαζαν τα 4 coils της μηχανής σε αντιδιαστολή με τα όσα κατέγραψε ο ίδιος στην έκθεση του, πλην όμως διευκρίνισε ότι αυτά ήταν αφαιρεμένα. Επίσης ακόμη ένα δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν απόλυτα βέβαιως κατά πόσο το καπό είχε όντως αντικατασταθεί ή αν αυτό είχε ξεθωριάσει από τον ήλιο. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με ευθύ και άμεσο τρόπο. Για τους πιο πάνω λόγος δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεχθώ τη μαρτυρία του. Από την άλλη όμως παραπονούμενος δεν άφησε στο Δικαστήριο καθόλου θετικές εντυπώσεις. Κρίνω ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ανάφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει κατά τον επίδικο χρόνο. Στην προσπάθεια του να προωθήσει τη δική του εκδοχή γεγονότων δεν απέφυγε τις ουσιαστικές αντιφάσεις ενώ υπάρχει σαφής διάσταση μεταξύ των όσων κατέθεσε ενόρκως και της γραπτής του κατάθεσης. Επίσης κάποιες θέσεις του αντιστρατεύονται στην κοινή λογική. Και εξηγώ. Αποτελεί ισχυρισμό του παραπονουμένου ότι το επίδικο όχημα το μετέφερε στο μηχανουργείο του κατηγορούμενου το 2013 και ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ξεκίνησαν οι διαδικασίες επίλυσης των περιουσιακών του διαφορών που είχε με την Μ.Κ 4, η οποία έθεσε, μεταξύ άλλων, και θέμα διεκδίκησης της κυριότητας του εν λόγω όχηματος. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός διαψεύδεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Και τούτο γιατί, όπως το εν λόγω Τεκμήριο καταγράφει, την 19.12.2012 ο ίδιος συμφώνησε με την Μ.Κ 4 πως ο ίδιος αφενός θα κατείχε το εν λόγω όχημα και ότι αφετέρου η Μ.Κ 4 θα το μεταβίβαζε επ' ονόματι του με την εξόφληση του χρέους του στην τράπεζα. Άρα καθίσταται ξεκάθαρο, μέσα από την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας, ότι είχε διευθετηθεί η μεταξύ τους διαφορά ως προς το ποιος θα αποκτούσε το εν λόγω όχημα και απλά παρέμεινε η υλοποίηση της συμφωνίας. Επίσης, μέσα από την ύπαρξη της συμφωνίας διαψεύδεται η θέση του ότι μετέφερε το όχημα το 2013 εφόσον αυτή καταρτίσθηκε το
- Επομένως από τη στιγμή που αποτελεί θέση του ότι το όχημα μεταφέρθηκε όταν και ξεκίνησαν οι διαφορές του με την Μ.Κ 4 αποτελεί συμπέρασμα και εύρημα του Δικαστηρίου ότι αυτές δεν ξεκίνησαν το 2013 αλλά προηγουμένως και επομένως συνάγεται ότι δεν είναι κατά το πιο πάνω έτος που το μετέφερε στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου. Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα των πιο πάνω σε σχέση με το ζήτημα αυτό αποδέχομαι πλήρως τη θέση του κατηγορούμενου, ως θα εξηγήσω κατωτέρω, εφόσον ο τελευταίος τεκμηρίωσε με απόλυτο πειστικό τρόπο για το πότε αυτό ακριβώς μετεφέρθη στο μηχανουργείο του. Περαιτέρω, στερείται πειστικότητας η θέση του ότι αφού ο κατηγορούμενος επιδιόρθωσε το όχημα του αναγκάσθηκε να το αφήσει στο μηχανουργείο του λόγω του ότι παρουσιάστηκε πρόβλημα στον συναγερμό του αλλά και γιατί το κλειδί του εν λόγω οχήματος παρουσίασε πρόβλημα. Αποτελεί άξιον απορίας πώς ο ίδιος κατέληξε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή το όχημα παρουσίασε πρόβλημα στον συναγερμό πριν ο ίδιος το παραλάβει αλλά και με ποιο τρόπο διαπίστωσε κάτι τέτοιο εφόσον το εν λόγω όχημα βρισκόταν ήδη στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου. Ούτε εξάλλου αποτελεί θέση του παραπονουμένου, που εν πάση περιπτώσει δεν καταγράφεται στην κατάθεση του, ότι ενημερώθηκε γι' αυτό το γεγονός από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, η θέση του που προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο λόγος που μετέφερε το όχημα στο μηχανουργείο του κατηγορούμενου ήταν γιατί είχε καταρτίσει με τη Μ.Κ. 4 συμφωνία ότι θα αποκτήσει την κυριότητα του και ως εκ τούτου επιθυμούσε να το διορθώσει, έρχεται σε αντίφαση και σύγκρουση με την προηγούμενη θέση του ότι συγγενικό πρόσωπο της Μ.Κ 4 τον κάλεσε και τον απείλησε ότι θα του το πάρει. Δίνει επομένως δύο διαφορετικές εκδοχές για το λόγο που μετέφερε το όχημα του στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου. Σε σχέση τώρα με τη θέση του ότι το κλειδί του είχε παρουσιάσει πρόβλημα παρουσιάζεται η εξής αντίφαση. Ενώ στη καταθεση του προβάλει τον ισχυρισμό ότι ήθελε να του φτιάξει ο κατηγορούμενος καινούργιο κλειδί επειδή χάλασε, στην αντεξέταση του προεβαλε τη θέση ότι ο λόγος που ζήτησε νέο κλειδί από τον κατηγορούμενο δεν ήταν γιατί αυτό χάλασε αλλά επειδή δέχθηκε τηλεφώνημα από συγγενικό πρόσωπο της Μ.Κ. 4, ο οποίος κατείχε κλειδί του αυτοκινήτου και τον προειδοποίησε ότι θα του πάρει το εν λόγω όχημα από την οικία του. Επιπρόσθετα, η θέση του αυτή διαψεύδεται από την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ 4, η οποία δήλωσε έκπληκτη για το γεγονός αυτό και ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε στην κατοχή της κλειδί καθώς επιβεβαίωσε και το γεγονός ότι ουδέποτε οποιοσδηποτε συγγενής της απείλησε τον παραπονούμενο ότι θα του παραλάβει το εν λόγω όχημα. Περαιτέρω ο εν λόγω ισχυρισμός του παραπονουμένου, ότι δηλαδή δέκτηκε τηλέφωνημα από συγγενή της Μ.Κ 4, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός από το Δικαστήριο και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ένα τέτοιο γεγονός δεν αναφέρεται στη κατάθεση του αλλά προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο ένας συγγενής της Μ.Κ 4 να έρθει να του πάρει το όχημα από τη στιγμή που με βάση τη συμφωνία του Τεκμηρίου 4 είχε ήδη αποφασισθεί ότι ο ίδιος θα το κατείχε νόμιμα έστω και αν δεν ήταν ο εγγεγραμμένος του ιδιοκτήτης με τη συγκατάθεση της Μ.Κ
- Το ερώτημα αυτό έχει παραμείνει αναπάντητο. Καθόλου πειστική προς το Δικαστήριο ήταν και η εξήγηση που έδωσε ο παραπονούμενος στο Δικαστήριο σε σχέση με το ζήτημα αυτό ότι ο λόγος που δεν κατάγγειλε το εν λόγω γεγονός στην Αστυνομία ήταν γιατί δεν θεώρησε το εν λόγω τηλεφώνημα ως απειλητικό αλλά αντίθετα το θεώρησε ως προειδοποίηση. Δεν χρειάζεται κάποιος να έχει ιδιαίτερες γνώσεις, πόσο μάλλον που ο παραπονούμενος είναι Αστυνομικός, ότι τα όσα κατ' ισχυρισμό του ανάφερε ο συγγενής της Μ.Κ 4 συνιστούν απειλή. Ούτε και έχω πεισθεί ότι ο ίδιος δυνατόν να φοβήθηκε, ως ισχυρίσθηκε, από το εν λόγω τηλεφώνημα από την στιγμή που ο ίδιος, υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, γνώριζε τι ακριβώς έπρεπε να πράξει για την προστασία του. Ουσιώδης αντίφαση αποτελεί και το εξής γεγονός. Βασική του θέση, ως αυτή καταγράφεται στη κατάθεση του, ήταν ότι όταν μετέβη στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου ο ίδιος διαπίστωσε να απουσιάζουν διάφορα εξαρτήματα από το εν λόγω όχημα κατανομάζοντας αυτά, όπως για παράδειγμα οι εσωτερικές δερμάτινες επενδύσεις των πορτών μαζί με τους μηχανισμούς των ηλεκτρικών παραθύρων, το radio-cd του οχήματος, διάφορα κουμπιά από το ταμπλό του, από το τιμόνι έλειπε το μέρος με το οποίο ελέγχεις άλλες λειτουργίες του οχήματος, από τις ζάντες (rims) έλειπαν τα σήματα καθώς επίσης υπήρχαν τοποθετημένα ελαστικά άλλης μάρκας. Όταν όμως του υποδείχθηκαν οι σχετικές φωτογραφίες, κατά την αντεξέταση του, ο ίδιος αποδέχθηκε ότι τα πιο πάνω εξαρτήματα βρισκόντουσαν τοποθετημένα στο εν λόγω όχημα. Με τη θέση αυτή εξάλλου συμφώνησαν τόσο οι Μ.Κ 3 και Μ.Κ 6 όσο και ο Μ.Κ.
- Επίσης δεν μπορώ να παραγνωρίσω και το γεγονός ότι ενώ ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή κατηγορεί ουσιαστικά τον κατηγορούμενο ότι του έκλεψε την μπαταρία του οχήματος του, αντεξεταζομενος προέβαλε τη θέση ότι ο ίδιος δεν κατηγορεί τον κατηγορούμενο ότι είναι αυτός που την έκλεψε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και να αποτελέσει βάση για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ευρημάτων από το Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος, από την άλλη, άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετικές εντυπώσεις. Η δική του εκδοχή γεγονότων έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και απόλυτα σταθερή. Υποστηρίζεται δε πλήρως τόσο από την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία καθώς επίσης και σε κάποια ουσιώδη ζητήματα από τους ίδιους τους μάρτυρες κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος κατέθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα και πειστικότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα. Η μαρτυρία του παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέτασή του και απάντησε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να αλλοιώσει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε για αυτόν. Ξεδιπλώνω ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Αποτελεί θέση του ότι το εν λόγω όχημα μεταφέρθηκε στο μηχανουργείο του το Σεπτέμβριο του 2012 και όχι το 2013, ως διατείνει ο παραπονούμενος. Η θέση του αυτή δεν είναι αόριστη και γενική αλλά αντίθετα επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του ημερολογίου του 2012 (Τεκμήριο 16), το οποίο και κατατέθηκε αυτούσιο. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του αναγράφεται σε αυτό, σε διάφορες ημερομηνίες, οι εργασίες που επιτέλεσε σε κάθε έκαστο όχημα καθώς και το κόστος αυτών, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου οχήματος. Όπως διαπιστώνεται, μέσω αυτού, στις 4.9.12 ο κατηγορούμενος φέρεται να παρέλαβε το όχημα του παραπονουμένου αναγράφοντας τα στοιχεία του τελευταίου (όνομα και τηλέφωνα παραπονουμένου και του πατέρα του) καθώς και αναλυτικά τις εργασίες τις οποίες εκτέλεσε καθώς και το κόστος αυτών. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι αληθής και ότι το εν λόγω ημερολόγιο είναι αυθεντικό. Και τούτο γιατί δεν κατατέθηκε απομονωμένα η επίμαχη σελίδα του με την επίδικη ημερομηνία αλλά ολόκληρο, στο οποίο περιλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε σελίδα του οι εργασίες που ο ίδιος εκτέλεσε. Συνάγεται επομένως και αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω όχημα παραλήφθηκε από τον κατηγορούμενο στις 4.9.12 και παρέμεινε μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2014, χρονικό σημείο κατά το οποίο το αναζήτησε ο παραπονούμενος. Αποδεκτή γίνεται και η θέση του και τούτο αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τη στιγμή που το εν λόγω όχημα παραλήφθηκε από την Αστυνομία, ως αποτυπώνεται ξεκάθαρα μέσα από τις φωτογραφίες (Τεκμήριο 2 και 6), δεν απουσίαζαν, ως ήταν το παράπονο του παραπονουμένου, ούτε οι εσωτερικές επενδύσεις των πορτών μαζί με τους μηχανισμούς των ηλεκτρικών παραθύρων, ούτε το ραδιο-cd καθώς και διάφορα κουμπιά από το ταμπλό, ούτε από το τιμόνι έλειπε το μέρος με το οποίο ελέγχεις άλλες λειτουργίες του οχήματος, ούτε από τις ζάντες (rims) του οχήματος έλειπαν τα σήματα και ότι τέλος υπήρχαν σε αυτό τοποθετημένα λάστιχα. Η θέση του αυτή, πέραν των πιο πάνω, επιβεβαιώνεται και αποτελεί κοινό τόπο των Μ.Κ 3, του Μ.Κ 5 αλλά και του ίδιου του παραπονούμενου. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του κατηγορουμένου ότι ο παραπονούμενος δεν αναζήτησε το όχημα του από το 2012 μέχρι και το
- Αυτό εξάλλου είναι αποδεκτό από τον ίδιο τον παραπονούμενο ότι ο ίδιος το άφησε εκεί μέχρι και το 2014, με τη μόνη διαφορά ότι το μετέφερε το 2013, θέση η οποία έχει απορριφθεί. Σε σχέση με τη θέση του ότι από το όχημα, την στιγμή που αυτό παραλήφθηκε από την Αστυνομία, απουσίαζε ο μπροστινός του προφυλακτήρας με τη γρίλια και ότι η μπαταρία του είχε αφαιρεθεί σημειώνω τα εξής. Ο κατηγορούμενος εξ αρχής προέβαλε τη θέση, κατά τη λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης, ότι τον προφυλακτήρα και την γρίλια αναγκάσθηκε να τα αφαιρέσει λόγω του ότι αυτός καταστράφηκε από τις νυφίτσες, κάποιες εκ των οποίων είχαν πεθάνει μέσα σε αυτό με αποτέλεσμα να υπάρχει έντονη δυσοσμία. Η θέση του αυτή επιβεβαιώνεται αφενός από τον Μ.Κ 5, ο οποίος ξεκάθαρα προέβαλε τη θέση ότι στο εν λόγω όχημα είχαν εισβάλλει νυφίτσες αλλά και από τον Μ.Υ 2, εμπειρογνώμονα επί του θέματος αυτού, του οποίου την μαρτυρία κάνω αποδεκτή αμέσως κατωτέρω, ο οποίος επιβεβαίωσε το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα είχε υποστεί ζημιές από νυφίτσες. Η πιο πάνω θέση του κατηγορουμένου δεν πρέπει να ιδωθεί απομονωμένα και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το εν λόγω όχημα βρισκόταν σε εξωτερικό ακάλυπτο χωράφι έξω από το μηχανουργείο του κατηγορουμένου, χώρος ο οποίος μπορούσε να προσελκύσει νυφίτσες και δεν χρειάζεται κανείς να έχει ιδιαίτερες γνώσεις επί του θέματος αυτού για να μπορεί να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Επομένως ο ισχυρισμός του αυτός γίνεται αποδεκτός και αποτελεί περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου. Επίσης αποδεκτή γίνεται και η θέση του ότι η μπαταρία αφαιρέθηκε αφού αυτή έλιωσε λόγω της ακινητοποίησης του οχήματος και υπήρχε κίνδυνος βραχυκύκλωσης του. Το γεγονός αυτό δεν αποκλείστηκε από τον Μ.Κ 5 ενόψει και του γεγονότος ότι το εν λόγω όχημα ως αναφέρθη ήταν ακινητοποιημένο για περίοδο δύο χρόνων και εκτεθειμένο στον ήλιο. Τέλος αποδεκτή γίνεται και η θέση του ότι το καπό του οχήματος δεν είχε αντικατασταθεί. Ο ίδιος ο Μ.Κ 5 δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο υπήρχε αντικατάσταση του αλλά δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρξε αλλοίωση της μπογιάς του λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και με δεδομένο ότι το εν λόγω όχημα βρισκόταν εκτεθειμένο στον ήλιο για δύο περίπου χρόνια. Σε κάθε όμως περίπτωση το βάρος βρίσκεται επί τους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι το εν λόγω καπό του οχήματος είχε αντικατασταθεί. Ένα τέτοιο γεγονός όμως απέτυχε να το αποδείξει η εφόσον η μόνη μαρτυρία που προσκόμισε επί του ζητήματος αυτού ήταν η μαρτυρία του παραπονουμένου, η οποία απορρίφθηκε, και του Μ.Κ 5, ο οποίος δεν ήταν βέβαιος ως αναφέρθη ανωτέρω. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του κατηγορούμενου γίνεται αποδεκτή. Στρεφόμενος στην μαρτυρία του Μ.Υ 2 σημειώνω εξ αρχής ότι εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με το τί αρέσκονται να τρέφονται οι νυφίτσες τρωκτικά αλλά και τί ζημιές αυτές μπορούν να προκαλέσουν. Προτού αξιολογήσω επί της ουσίας την μαρτυρία του αναφέρω, καταρχάς, ότι έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R.41) αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Υ 2 είναι εμπειρογνώμονας, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά την διάρκεια που δίδετο η δια ζώσης μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, καμία πλευρά δεν αμφισβήτησε τα ακαδημαϊκά προσόντα του αλλά και την πείρα του στον τομέα του. Όπως έχει νομολογηθεί η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Με βάση τα προσόντα του και την πείρα του δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Υ 2 ήταν σε θέση να πληροφορήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Αποδέχομαι πλήρως τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε επί της ουσίας. Έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις στο Δικαστήριο ώστε αυτό να είναι σε θέση να καταλήξει σε ανεξάρτητα ευρήματα. Η θέση του ότι στο επίδικο όχημα είχαν εισέλθει νυφίτσες και ότι είχαν καταστρέψει μέρος αυτού επιβεβαιώνεται εξάλλου και από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ 5 αλλά και του ίδιου του κατηγορούμενου. Τέλος το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στα όσα ο Μ.Υ 3 υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί ο ίδιος εξέφρασε μετά βεβαιότητας τη θέση, αφού είδε σχετικές φωτογραφίες που του υποδείχθηκαν, ότι το μπροστινό καπό του αυτοκινήτου δεν είχε αντικατασταθεί αλλά είχε ξεθωριαστεί από την ήλιο. Ο ίδιος όμως δεν επιθεώρησε προσωπικά το όχημα και επομένως θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να υιοθετήσει τον ισχυρισμό του στην απουσία του πιο πάνω δεδομένου. Σε κάθε όμως περίπτωση το ζήτημα αυτό έχει ξεκαθαριστεί ανωτέρω εφόσον αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί, ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το γεγονός ότι το καπό του οχήματος είχε αντικατασταθεί. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και αφού έχω λάβει υπόψιν τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω ευρήματα: Ο παραπονούμενος στις 4.9.12 μετέφερε το όχημα του, μέσω ρυμουλκού, στο μηχανουργείο του κατηγορουμένου λόγω μηχανικού προβλήματος που παρουσίαζε ζητώντας από τον τελευταίο να το επιδιορθωθεί. Του ζήτησε επίσης όπως προβεί και σε συντήρηση του (service). Αφού ο ίδιος ολοκλήρωσε τις εργασίες, το κόστος των οποίων ανήλθε στο ποσό των €700, προσπάθησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με τον παραπονούμενο χωρίς όμως επιτυχία. To όχημα παρέμεινε ακινητοποιημένο στον εξωτερικό χώρο του μηχανουργείου σε χωράφι, για περίοδο δύο χρόνων και έκθετο στον ήλιο. Λόγω του γεγονότος αυτού αλλά και λόγω του ότι εισήλθαν σε αυτό νυφίτσες το όχημα ήταν σε άθλια κατάσταση. Εντός του οχήματος εισχώρησαν νυφίτσες όπου κατέστρεψαν τις ηλεκτρικές του εγκαταστάσεις καθώς και έφαγαν διάφορα σύρματα και κατέστρεψαν τον μπροστινό προφυλακτήρα και την γρίλια του. Ο κατηγορούμενος αναγκάσθηκε να αφαιρέσει από το εν λόγω όχημα τον προφυλαχτήρα του και την γρίλια του λόγω του ότι είχαν πεθάνει νυφίτσες μέσα σε αυτό και υπήρχε έντονη δυσοσμία. Τον προφυλαχτήρα τον πέταξε, λόγω κινδύνου μόλυνσης και επειδή ήταν κατεστραμμένος. Επίσης αφαίρεσε την μπαταρία του οχήματος αφού αυτή έλιωσε και υπήρχε κίνδυνος βραχυκύκλωσης του. Το μπροστινό καπό του οχήματος είχε ξεθωριάσει από την μεγάλη έκθεση του στον ήλιο. Στις 19.12.12 καταρτίσθηκε γραπτή συμφωνία μεταξύ του παραπονουμένου και της Μ.Κ 4 η οποία προνοούσε ότι αν εξοφλείτο το χρέος του οχήματος στην Τράπεζα από τον παραπονούμενο θα το μεταβίβαζε επ' ονόματι του κατηγορουμένου. Συμφωνήθηκε επίσης ότι την κατοχή του εν λόγω οχήματος θα την είχε ο παραπονούμενος. Από τον έλεγχο της Ηλεκτρομηχανολογικης Υπηρεσίας διαπιστώθηκε ότι από το εν λόγω όχημα είχε αφαιρεθεί ο μπροστινός προφυλακτήρας και η γρίλια του και η μπαταρία. Γενικά το όχημα παρουσίαζε εικόνα διαλύσεως και απουσίαζαν και άλλα πολλά εξαρτήματα μικρής αξίας τα οποία ήταν αδύνατο να εντοπιστούν λόγω του ότι το όχημα δεν μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία. Επίσης στο εν λόγω όχημα ήταν τοποθετημένες οι εσωτερικές επενδύσεις των πορτών μαζί με τους μηχανισμούς των ηλεκτρικών παραθύρων, το ραδιο-cd καθώς και διάφορα κουμπιά από το ταμπλό, από το τιμόνι δεν έλειπε το μέρος με το οποίο ελέγχεις άλλες λειτουργίες του οχήματος, υπήρχαν τα σήματα από τις ζάντες (rims) του οχήματος καθώς και υπήρχαν και τα ελαστικά του. Ο παραπονούμενος προσήλθε τον Οκτώβριο του 2014 στο μηχανουργείο του με σκοπό να παραλάβει το όχημα όπου και διαπίστωσε ότι αυτό ήταν σε άθλια κατάσταση. Παραβίαση άρθρου 30
(2)του Συντάγματος Προτού αναφερθώ στο κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος θα εξετάσω, κατά προτεραιότητα, την εισήγηση που υπέβαλε η υπεράσπιση ότι στη παρούσα υπόθεση έχει παραβιαστεί το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορουμένου να διαγνωστεί η ποινική του ευθύνη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, κατά παράβαση του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, μέσω της γραπτής του αγόρευσης του, ότι ενώ το παράπονο του παραπονουμένου στην Αστυνομία έλαβε χώρα στις 19.9.2014 η εναντίον του κατηγορουμένου ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε στις 23.10.18, δηλαδή μετά την παρέλευση 4 χρονών χωρίς μάλιστα η Κατηγορούσα Αρχή να δώσει οποιαδήποτε ικανοποιητική δικαιολογία. Παρέπεμψε δε και το Δικαστήριο σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα ενός προσώπου το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2
(2)του Συντάγματος και το άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία κύρωσε με το Νόμο 39/62. Ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα αυτό η Κυπριακή Νομολογία ταυτίζεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 A.A.Δ. 405). Το άρθρο 30.2 οριοθετεί τις προϋποθέσεις για την έγκυρη διαπίστωση των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη καθώς και της ποινικής του ευθύνης. Επιπλέον, σκοπός της συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από τις υπερβολικές καθυστερήσεις. Δεν είναι δυνατό ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Η διάγνωσή τους έξω από τα πλαίσια αυτά αποτελεί εκτροπή από τα συνταγματικά θέσμια και καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητα της ως μέσο διαπίστωσης των αστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου (Λιασίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 434, Ευσταθίου v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 294 και Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Η νομολογία δεν καθορίζει χρονική περίοδο καθυστέρησης, υπέρβαση της οποίας θα θεωρείται ότι θα έβγαινε έξω από τα όρια του εύλογου χρόνου (Γενικός Εισαγγελέας v. Καψού
(2004)2 Α.Α.Δ. 127). Ωστόσο στον καθορισμό του μέτρου κρίσης για το εύλογο του χρόνου έχουν τεθεί ορισμένα κριτήρια που εξετάζονται, τα οποία είναι:
(1)οι συνθήκες και τα περιστατικά της υπόθεσης,
(2)η σοβαρότητα και πολυπλοκότητα της υπόθεσης,
(3)η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών,
(4)η συμπεριφορά του κατηγορουμένου,
(5)η στάση του δικαστικού οργάνου. Στην υπόθεση Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Στην προκειμένη περίπτωση είναι πράγματι γεγονός και αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι το παράπονο του παραπονουμένου έλαβε χώρα στις 19.9.14 ενώ η ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορουμένο λήφθηκε στις 23.1.2018. Ακολούθως στις 23.10.18 καταχωρίστηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Στην υπόθεση Γ. Π. Β. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, ημερομηνίας 30/7/2021, η οποία είναι απόλυτα κατατοπιστική σε σχέση με το εγειρόμενο επίδικο ζήτημα, ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε επτά κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Η υπεράσπιση, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εισηγήθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ο εφεσείων δεν μπορούσε να τύχει δίκαιης δίκης. Αυτό λόγω του μεγάλου χρόνου, 29 περίπου ετών, από τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου, το οποίο καταχωρήθηκε στις 25.9.2015, καθότι μάρτυρες απεβίωσαν, ο εφεσείων στερείτο της δυνατότητας να συγκεντρώσει μαρτυρικό υλικό και, στο μεταξύ, εξασθένησε και η μνήμη του αναφορικά με «κρίσιμα και ουσιαστικά θέματα» για τα οποία απαιτείτο να δώσει σαφείς οδηγίες στο συνήγορό του. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτησή του κρίνοντας, κυρίως, ότι «το καταλληλότερο στάδιο» για να εγερθεί θέμα παραβίασης δικαιώματος δίκαιης δίκης είναι μετά την προσκόμιση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Το θέμα του χρόνου που έγινε το παράπονο επαναφέρθηκε με την τελική αγόρευση του συνηγόρου του εφεσείοντα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την εισήγηση ότι είχε παραβιαστεί το δικαίωμα του εφεσείοντα να τύχει δίκαιης δίκης για τους ίδιους λόγους, ουσιαστικά που είχαν προβληθεί πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο και πάλι το απέρριψε. Η ορθότητα της απορριπτικής απόφασης του προβλήθηκε με τον 1ο λόγο έφεσης στην εν λόγω υπόθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφασησε σχέση με το εν λόγω ζήτημα αναφέροντας τα ακόλουθα: «Παρατηρούμε καταρχάς ότι το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, επί των οποίων βασίζεται το παράπονο του εφεσείοντα, δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Όπως επισημαίνεται στην πρόσφατη υπόθεση ΧΧΧ Μηνά ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/2018, ημερομηνίας 16.3.2020, όπου ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι συνεπεία του μεγάλου διαρρεύσαντα χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του, παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του για δίκαιη δίκη, τα οποία κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ: «Το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, επί του οποίου ο εφεσείων βασίζει το παράπονο του ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης, δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Παραπέμπουμε συναφώς στη Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330, όπου τονίστηκε ότι στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορουμένου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης. Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)» Στη προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε στις 23.1.2018 ενώ στις 23.10.18 καταχωρίστηκε η παρούσα ποινική υπόθεση. Στη βάση αυτών των δεδομένων δεν θεωρώ ότι ο χρόνος που έχει διαρρεύσει για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης θεωρείται υπερβολικός χρόνος. Συνεπώς η εισήγηση αυτή της υπεράσπισης απορρίπτεται στο βαθμό που αυτή αφορά το γεγονός ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος. Στο βαθμό όμως που η εισήγηση της υπεράσπισης αφορά το γεγονός ότι υπήρχε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης παραπέμπω στα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γ. Π. Β. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ (ανωτέρω): «.Η προσέγγιση αυτή συνεπικουρείται από την αγγλική νομολογία στην οποία παρατηρείται ότι η μεγάλη καθυστέρηση μετά τα επίδικα γεγονότα μέχρι την ποινική δίωξη (historic allegation), με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, Όπως τέθηκε το ζήτημα στην υπόθεση R v F (TB) [2011] 2 Cr. App.R. 13: «The Crown Court has always had the inherent power to stay criminal proceedings on the grounds of abuse of process. One instance of abuse of process is the bringing of a prosecution so long after the events in issue that a fair trial has become impossible. » Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη. Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης. Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα.Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS v. F [2011] EWCA Crim 1844). Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων..» Στη προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος είτε μέσω της μαρτυρίας του δεν προέβαλε τη θέση αλλά ούτε και μέσω της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του προβλήθηκε τέτοια προέβαλε την θέση πώς και με ποιον τρόπο έχει επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση του. Για να αποδειχθεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας θα πρέπει η υπεράσπιση να αποδείξει τον δυσμενή επηρεασμό της με βάση τα γεγονότα που επικαλείται. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας επί του προκειμένου. Αντίθετα με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η υπεράσπιση δεν απώλεσε οποιαδήποτε μαρτυρία εφόσον όλο το σχετικό μαρτυρικό υλικό έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο από την Κατηγορούσα Αρχή όσο και από την Υπεράσπιση, το οποίο και η τελευταία αξιοποίησε με σκοπό να αποδείξει την δική της εκδοχή γεγονότων. Συνεπακόλουθα η εισήγηση αυτή της Υπεράσπισης απορρίπτεται. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση του αδικήματος της κλοπής, την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, εδράζεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «255.-
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει ο,τιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα (
- ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.» Ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. Ο δε όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο του, ο όρος 'περιουσία' καλύπτει κάθε έμψυχο ή άψυχο που μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Αντικείμενο δε κλοπής μπορεί να αποτελέσει οτιδήποτε έχει αξία και ανήκει σε κάποιο πρόσωπο (άρθρο 255
(3)Κεφ.154). Νοείται ότι το αντικείμενο της κλοπής, θα πρέπει να έχει αξία (εδάφιο 3 του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα). Στην υπόθεση Ανδρονίκου Ιωάννης και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486 έγινε εκτενής ανάλυση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κλοπής. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοιά της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas a.o. v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act. Όπως αναφέρεται στον Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Στη μεταγενέστερη έκδοση του Archbold του 2007, γίνεται πλήρης ανάλυση στις σελ. 1754-1756, παρ. 17-34 με 17-39.» Στην υπόθεση Κόκκινος v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 628 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ένοχη γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας καθώς και από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και τα γεγονότα της υπόθεσης που συνήθως έχουν τον χαρακτήρα περιστατικής μαρτυρίας. Υπαγάγοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης γίνεται αντιληπτό ότι τα διάφορα εξαρτήματα για τα οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος ότι κλάπηκαν, έστω και αν αυτά δεν προσδιοριζονται επακριβώς στις λεπτομέρειες του αδικήματος, εμπίπτουν στη σημασία του όρου 'περιουσία' που αποδίδεται από το άρθρο 4 του Κεφ.
- Χωρίς αμφιβολία τα εν λόγω εξαρτήματα αποτελούν περιουσία εν τη εννοία της κείμενης νομοθεσίας. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο τα εξαρτήματα μπορούν να αποτελέσουν προϊόν κλοπής. Χωρίς δεύτερη σκέψη η απάντηση είναι καταφατική. Τα εν λόγω εξαρτήματα κοστολογούνται, όπως εξάλλου αναγράφεται στο κατηγορητήριο, και επομένως καταδεικνύουν στοιχείο αξίας. Το γεγονός αυτό αποτελεί στοιχείο που καθιστά την πιο πάνω περιουσία τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Το επόμενο θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο παραπονούμενος είναι ο ιδιοκτήτης της επίμαχης περιουσίας. Αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι ο παραπονούμενος ήταν ο κάτοχος του εν λόγω οχήματος και των εξαρτημάτων που ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι έχει κλέψει. Σύμφωνα με το εδάφιο 2(γ) του Άρθρου 255 ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και «αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής». Επομένως και αυτό το συστατικό πληρείται. Το επόμενο ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι κατά ποσο υπήρξε απόκτηση κατοχής της επίμαχης περιουσίας απο τον κατηγορούμενο, δηλαδή των εξαρτημάτων χωρίς την άδεια του παραπονούμενου. Είναι η θέση της κατηγορούσας αρχής (χωρις αυτό να εξειδικεύεται στις λεπτομέρειες αδικήματος πέραν μίας γενικής αναφοράς περί κλοπής εξαρτημάτων) ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε τα ακολουθα εξαρτήματα:
- τον μπροστινό προφυλαχτήρα και τη γρίλια του οχήματος.
- τις εσωτερικές δερμάτινες επενδύσεις των πορτών, μαζί με τους μηχανισμούς των ηλεκτρικών παραθύρων.
- Το radio-cd, καθώς και διάφορα κουμπιά από το ταμπλό του οχήματος.
- Διάφορα κουμπιά από το τιμόνι με το οποίο ελέγχονται άλλες λειτουργίες του οχήματος.
- Τα σήματα από τις ζάντες (rims) του οχήματος
- Τα πλαϊνά καθρεφτάκια.
- την μπαταρία του οχήματος.
- Τέσσερα coils από τη μηχανή
- Το cooler της μηχανής.
- το μπροστινο καπο. Σε σχέση με το σημεία 2, 3, 4, 5, 6, 7 και 8 ανωτέρω, όπως αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου, αυτά βρισκόντουσαν στο όχημα όταν και αυτό παραλήφθηκε από την Αστυνομία. Περαιτέρω το γεγονός αυτό, οτι δηλαδή υπήρχαν τα πιο πάνω εξαρτήματα στο οχημα, συνάγεται και μέσα από την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήριο 2 και 6). Ειδικότερα, οι εσωτερικές δερμάτινες επενδύσεις των πορτών, μαζί με τους μηχανισμούς των ηλεκτρικών παραθύρων διαπίστώνεται οτι ήταν τοποθετημένα στο εν λογω οχημα οπως φαινεται μέσα από τη φωτογραφία 13 του Τεκμηρίου 2 αλλά και απο τις φωτογραφίες 28 και 29 του Τεκμηρίου
- Σε σχέση με τα κουμπιά στο τιμόνι, με τα οποία ελέγχονται άλλες λειτουργίες του οχήματος, διαπιστώνεται και πάλι μέσω της φωτογραφίας 13 του Τεκμηρίου 2 αλλά και της φωτογραφίας 30 του Τεκμηρίου 6 ότι βρισκόντουσαν τοποθετημένα στη θέση τους. Επίσης από τις φωτογραφίες 30 και 32 του Τεκμηρίου 6 φαίνεται και πάλι ξεκάθαρα πως το radio-cd καθώς και διάφορα κουμπιά από το ταμπλό του οχήματος ήταν τοποθετημένα στη θέση τους. Παρομοίως τα σήματα από τις ζάντες του οχήματος βρίσκονται σε αυτό όπως διαπιστώνεται από τις φωτογραφίες 3, 6, 12 και 16 του Τεκμηρίου
- Όσον αφορά τα καθρεφτάκια, με βάση τη φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου 2 και τη φωτογραφία 33 του Τεκμηρίου 6, και αυτά βρίσκονται εκεί. Το γεγονός ότι αυτά έχουν ξεκολλήσει από τη θέση τους επ' ουδενι δεν στοιχειοθετείτε το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής, ότι δηλαδή υπήρξε απόκτηση κατοχής της περιουσίας του παραπονούμενου από τον κατηγορούμενο. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός ότι πιθανόν τα γυαλιά να έχουν ξεκολλήσει από την έκθεση του οχήματος στον ήλιο κάτι το οποιο και δεν απέκλεισε ο Μ.Κ
- Σε σχέση με τα 4 coils της μηχανής όπως διαπιστώνεται από τη φωτογραφία 10 του Τεκμηρίου 2, αυτά βρίσκονται στην εν λόγω μηχανή, πλην όμως είναι αφαιρεμένα. Παρομοίως το γεγονός ότι είναι και αυτά αφαιρέμενα δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί και πάλι το αδίκημα της κλοπής. Στην ίδια πιο πάνω φωτογραφία διαπιστώνεται και το coοler της μηχανής. Σε σχέση με το καπο του οχήματος αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, οτι αυτο δεν είχε αντικατασταθεί, επομένως βρισκόταν και αυτό στη θέση του. Συνεπώς από τη στιγμή που τα πιο πάνω εξαρτήματα βρισκόντουσαν κατά τον επίδικο χρόνο στη μηχανή του οχήματος, αλλά και στο εσωτερικό του και εξωτερικό του, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί το συστατικό στοιχείο του αδικήματος ότι ο Κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή και αποκόμισε περιουσία του παραπονούμενου. Σε σχέση με τα σημεία 1 και 7 ανωτέρω, δηλαδή τον προφυλακτήρα και την μπαταρια, αυτά με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου πράγματι απουσίαζαν. Θα πρέπει επομένως το Δικαστήριο να εξετάσει κατά ποσο ο κατηγορούμενος αποστέρησε τα πιο πάνω εξαρτήματα μόνιμα από τον παραπονούμενο καθώς και αν είχε οποιανδήποτε σκοπιμότητα ή πρόθεση να τον βλάψει, τα οποία είναι απαραίτητα συστατικά στοιχεία για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος της κλοπής. Κάνοντας αποδεκτή τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ 5, ο Μ.Κ 3 και ο Μ.Υ 3 ότι δηλαδή στο όχημα εισήλθαν νυφίτσες οι οποίες κατέστρεψαν τόσο τον μπροστινό προφυλαχτήρα, την ηλεκτρική εγκατάσταση με αποτέλεσμα να προκληθεί έντονη δυσοσμία που είχε ως αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αναγκαστεί να τα αφαιρέσει, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ούτε τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία στοιχειοθετούνται. Επίσης αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μπαταρία, λόγω της ακινησίας του οχήματος των αρουραίων και της μεγάλης έκθεσής του στον ήλιο είχε λιώσει, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αναγκαστεί να την αφαιρέσει, λόγω του ότι υπήρχε κίνδυνος βραχυκυκλώματος, ενέργεια με την οποία συμφώνησε και ο Μ.Κ
- Επομένως ενόψει των αποδεκτών ευρημάτων του Δικαστηρίου σε καμία περίπτωση, παρά το γεγονός ότι αυτά απουσίαζαν από το εν λόγω όχημα, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, ώστε να αποκομίσει περιουσία από τον παραπονούμενο και ότι είχε πρόθεση κατά την απόκτηση αυτής να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη της μόνιμα και να προχωρήσει αργότερα στο δόλιο σφετερισμό της. Από τα πιο πάνω γεγονότα συνάγεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει το στοιχείο του δόλου στη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. (Κουλέρμου v. Αστυνομίας Ποιν.Έφεση 179/15, ημερομηνίας 20.
- 2018). Από τα πιο πάνω δεν διαπιστώνεται σωρευτική ικανοποίηση όλων των απαιτουμένων συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κλοπής. Συνεπακόλουθα αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο