ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Υπόθεση υπ' αρ.: 9354/2021, 4/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B95 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση υπ' αρ.: 9354/
- Κατηγορητήριο που καταχωρήθηκε από: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Κατήγορο -εναντίον - [ ] ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένου ---------- Ημερομηνία: 04/04/
- Εμφανίσεις: Για τον Κατήγορο: κα Μ. Μιχαήλ-Αβραμίδου. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................] Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σαββίδης. [Κατά την ανακοίνωση της απόφασης: .....................] Κατηγορούμενος, Απών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ
- Ο Κατήγορος διώκει τον Κατηγορούμενο για το ποινικό αδίκημα της παράβασης διατάγματος που έχει εκδοθεί με βάση τον περί Λοιμοκάθαρσης Νόμο, Κεφ. 260 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 260») σχετικά με την χρήση προστατευτικής μάσκας προσώπου κατά την μετακίνηση με ιδιωτικό όχημα προσώπων από διαφορετικά νοικοκυριά.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του κατά την ακρόαση της, ο Κατήγορος παρουσίασε στο Δικαστήριο την μαρτυρία των: Αστυφύλακα 3196, [ ] Χριστοδούλου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ1»), Αρχιαστυφύλακα 1548, [ ] Χαριλάου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ2»), Δρ. [ ] Τσιούτη (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ3») και Αντώνη Αντωνίου, Ανώτερου Διοικητικού Λειτουργού του Υπουργείου Υγείας (στο εξής καλούμενος «ο ΜΚ4»).
- Ο Κατηγορούμενος, μετά από την κλήση του από το Δικαστήριο σε απολογία, παρέμεινε σιωπηλός και για την υπόθεση του προς υπεράσπιση του δεν κάλεσε ή και παρουσίασε κατά την ακρόαση της υπόθεσης οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.
- Το Δικαστήριο είχε την δυνατότητα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακρόασης της υπόθεσης, να αποκομίσει τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από πλευράς Κατήγορου και Κατηγορουμένου, έχοντας παρακολουθήσει με προσοχή τα όσα οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεσαν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεσαν και τη λογική που με βάση την ανθρώπινη εμπειρία η μαρτυρία τους ανέδυε, σε συνάρτηση με τα δεδομένα της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, για τις διαπιστώσεις του τις οποίες παραθέτει στην συνέχεια, έχει αξιολογήσει την μαρτυρία, ως και προαναφέρθηκε, στο σύνολο της και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά.
- Το Δικαστήριο έχει εξετάσει την μαρτυρία που έχει παρουσιάσει ο Κατήγορος κατά την ακρόαση μέσω των μαρτύρων κατηγορίας και εκτιμά ότι αυτή είναι ειλικρινής και ακριβής και αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Το παρουσιαστικό των μαρτύρων κατηγορίας στο ειδώλιο του μάρτυρα κατά την ακρόαση της μαρτυρίας τους (η διάθεση τους, ο τόνος της φωνής τους, ο τρόπος ομιλίας τους, ο αυθορμητισμός τους όταν έδιναν τις απαντήσεις τους και η αίσθησης ότι έδιναν αυτές, όχι για να ικανοποιήσουν τον εξεταστή τους, αλλά για να δώσουν ειλικρινή και αληθή απαντήσεις) έπεισε το Δικαστήριο για την ειλικρίνεια τους. Ότι, δηλαδή, διάθεση τους ήταν, προσερχόμενοι στο Δικαστήριο, να καταθέσουν και τελικά κατέθεσαν στο Δικαστήριο με ακρίβεια την αλήθεια.
- Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, σε σχέση με τα επίδικα περιστατικά, ήταν άμεση. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 περιέγραψαν καθαρά και με αυτοπεποίθηση τα περιστατικά που αφορούν στα επίδικα γεγονότα και ζητήματα, δηλαδή, το τι βίωσαν, είδαν και άκουσαν και με την απαιτούμενη λεπτομέρεια. Δείχνοντας με τον τρόπο αυτό, πρόσθετα, ότι τα θυμόνταν καλά. Δεν αμφισβητείται, άλλωστε, ότι είχαν ευκαιρίες για γνώση τους. Δεν εντοπίζονται στην μαρτυρία τους, οποιεσδήποτε αυτοαναιρέσεις ή και μεταξύ των ισχυρισμών τους αντιφάσεις (σημειώνεται ότι η μαρτυρία του ενός, υποστηρίζει την μαρτυρία του άλλου, σχετικά με τα επίδικα γεγονότα), κενά, ασάφεια ή υπερβολές, ώστε να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο να μην δώσει πίστη στην μαρτυρία τους.
- Η μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4, επίσης εντυπωσίασε θετικά το Δικαστήριο. Ο ΜΚ3, είναι κλινικός ιατρός παθολογίας και ακαδημαϊκός, μέλος της Συμβουλευτικής Επιστημονικής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού Covid-19 του Υπουργείου Υγείας και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει ως πραγματογνώμονας στην πρόληψη και έλεγχο των λοιμοδών νοσημάτων. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει τα προσόντα, γνώσεις και εμπειρία του ΜΚ3, στον προαναφερόμενο τομέα και τον αποδέχεται, για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων του για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα, ως πραγματογνώμονα μάρτυρα. Η σχετική μαρτυρία του, επίσης γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο ΜΚ3, σχετικά με την γνώμη του για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα ήταν σαφής, επεξηγηματικός στο βαθμό που αυτό ήταν απαραίτητο υπό τις περιστάσεις και τεκμηρίωσε τις διάφορες θέσεις του, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αντικειμενικά, αμερόληπτα και ικανοποιητικά ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί σε αυτή για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Η μαρτυρία του άλλωστε, ουσιαστικά, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του Κατηγορουμένου. Το ίδιο παρατηρήθηκε και σε ότι αφορά τον ΜΚ4, η μαρτυρία του οποίου για τα επίδικα γεγονότα, επίσης δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από πλευράς του Κατηγορουμένου. Ο ΜΚ4, ήταν επίσης σαφής και ακριβής στις τοποθετήσεις του και αρκετά επεξηγηματικός. Στην μαρτυρία του, δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει αβεβαιότητα στο Δικαστήριο για την αξιοπιστία του. Ο ΜΚ4, παρουσιάστηκε ως μάρτυρας γεγονότων και συνεπώς, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα και όχι την γνώμη του, εκεί που εκφράστηκε, σχετικά με αυτά, κριτής των οποίων είναι το Δικαστήριο.
- Η εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας για τα γεγονότα, -έχοντας το Δικαστήριο υπόψη του το σύνολο της μαρτυρίας, την οποία το Δικαστήριο κρίνει μακροσκοπικά και σε καμία περίπτωση αποσπασματικά, αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο που καθορίζεται από τα μη αμφισβητούμενα και αδιαμφισβήτητα αντικειμενικά γεγονότα (από τα οποία δεν αντικρούεται)-, είναι περαιτέρω σε αρμονία με την υπεροχή των πιθανοτήτων που ένα πρακτικό και ενημερωμένο άτομο θα αναγνώριζε εύκολα ως το λογικό υπό τις περιστάσεις. Ως εκ τούτων, η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα.
- Το Άρθρο 7 του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ. 260 (στο εξής καλούμενος «το Κεφ. 260») προνοεί ότι, πρόσωπο το οποίο παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει του Κεφ. 260, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται μετά από καταδίκη του από το Δικαστήριο, στην ποινή που με αυτό ορίζεται.
- Το Άρθρο 6 του Κεφ. 260, προνοεί ότι, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται «με Διάταγμα να εκδίδει Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας» για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους σκοπούς που καθορίζονται στις παραγράφους από (α) έως και (ζ)· μεταξύ άλλων, και για την παρεμπόδιση εξάπλωσης ή και μετάδοσης οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας, όπως ο Κορωνοϊός COVID-19 [i]:
- Στις 08/01/2021, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας το Περί Λοιμοκαθάρσεως (Καθορισμός Μέτρων για Παρεμπόδιση της Εξάπλωσης του Κορωνοϊού COVID-19) Διάταγμα (Αρ. 2) του 2021, Κ.Δ.Π. 06/2021 (στο εξής καλούμενο «το Διάταγμα»). Αυτό, σύμφωνα με το Άρθρο 2.2 θα είχε ισχύ από τις 05:00 της 10ης/01/2021 μέχρι και τις 23:59 της 31ης/01/
- Η παραβίασης με βάση το Άρθρο 7 του Κεφ. 260, που καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο, αφορά στις 20/01/
- Με το Άρθρο 2.2.α. του Διατάγματος, απαγορεύονταν οι μετακινήσεις προσώπων, εξαιρουμένων κάποιων συγκεκριμένων περιπτώσεων. Με βάση το Άρθρο 2.2.β. του Διατάγματος, οι εν λόγω επιτρεπόμενες κατ' εξαίρεση μετακινήσεις, υπόκειντο, μεταξύ άλλων, βάσει της υπο-παράγραφου (iv), σε ότι αφορούσε τις περιπτώσεις που η μετακίνηση θα γινόταν με ιδιωτικό όχημα προσώπων από διαφορετικά νοικοκυριά, στον όρο ότι στο ίδιο όχημα δεν θα επέβαιναν πέραν των τριών ατόμων, συμπεριλαμβανομένου και του οδηγού, και ότι απαραίτητα τα πρόσωπα αυτά θα χρησιμοποιούσαν προστατευτική μάσκα προσώπου. Σύμφωνα με την μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 μελών της Αστυνομίας, στις 20/01/2021 στην Λεωφόρο Στροβόλου, ανέκοψαν για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], που οδηγείτο από τον [ ] Χρίστου, με συνοδηγό τον Κατηγορούμενο και διαπίστωσαν ότι, αμφότεροι, -αν και όπως τους ανέφεραν όταν ερωτήθηκαν, δεν είχαν κάποια συγγένεια μεταξύ τους, ήταν συνάδελφοι και διέμεναν σε ξεχωριστά σπίτια-, κατά την εν λόγω μετακίνηση τους, δεν χρησιμοποιούσαν προστατευτική μάσκα προσώπου. Λόγω τούτων, ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το ποινικό αδίκημα που διέπραττε και ακολούθως του προσέφερε την ειδοποίηση, Τεκμήριο 2 για την εξώδικη ρύθμιση του με την καταβολή €300 εντός ταχθείσας προθεσμίας, την οποία ο Κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε, με αποτέλεσμα την ποινική αυτή δίωξη του. Ο ΜΚ2, ενήργησε κατά τον αντίστοιχο τρόπο, σχετικά με τον [ ] Χρίστου. Σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ2, οι Κατηγορούμενος και [ ] Χρίστου, σε καμία περίπτωση δεν προέβαλαν ισχυρισμό περί συγκατοίκησης τους και έδωσαν, κατά την διαδικασία λήψης των στοιχείων τους από τους ΜΚ1 και ΜΚ2 αντίστοιχα, διαφορετικές διευθύνσεις κατοικίας, οι οποίες και καταγράφηκαν.
- Όπως στο Διάταγμα εισαγωγικά αναφέρεται, αφενός αυτό αποτελεί διάταγμα και αφετέρου αυτό εκδόθηκε από τον Υπουργό Υγείας κατά την άσκηση των εξουσιών που του παρέχονται από το προαναφερόμενο Άρθρο 6[(α), (β), (γ), (δ), (ε) και (ζ)] του Κεφ. 260 που του εκχωρήθηκαν με την Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 03/09/
- Για το προκείμενο, σχετική μαρτυρία κατά την ακρόαση, δόθηκε και από τον ΜΚ4, ο οποίος παρουσίασε στο Δικαστήριο και την σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 90.
- Αυτή, φαίνεται να ελήφθη στην βάση του Άρθρου 3
(1)του Περί Εκχωρήσεως της ενασκήσεως των Εξουσιών των Απορρεουσών εκ τινός Νόμου, Νόμος του 1962, Νόμος 23/1962 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 23/1952») το οποίο προνοεί ότι: «Οσάκις δυvάμει Νόμoυ ή διoικητικής πράξεως γεvoμέvης κατ' εξoυσιoδότησιv Νόμoυ τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov κέκτηται εξoυσίαv εvασκήσεως oιωvδήπoτε εξoυσιώv απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμoυ, τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov, εκτός εάv διά Νόμoυ ρητώς απαγoρεύεται τoύτo, δύvαται διά της επί τoύτω απoφάσεως vα εξoυσιoδoτήση τov αρμόδιov Υπoυργόv ή τov αρμόδιov Αvεξάρτητov Αξιωματoύχov της Δημoκρατίας ή ετέραv αρμoδίαv αρχήv εv τη Δημoκρατία, όπως εvασκή τας τoιαύτας εξoυσίας εκ μέρoυς τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ, υπό τoιoύτoυς όρoυς, εξαιρέσεις και επιφυλάξεις, ως τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov ήθελεv εv τη τoιαύτη απoφάσει καθoρίσει.». Σημειώνεται ότι, με το Άρθρο 2 του Νόμου 23/1952 δίδεται η ερμηνεία της φράσης «εξoυσίαι απoρρέoυσαι εκ τιvoς Νόμoυ»: «"εξoυσίαι απoρρέoυσαι εκ τιvoς Νόμoυ" σημαίvει τας εκτελεστικής ή διoικητικής φύσεως εξoυσίας ή καθήκovτα δι' ωv περιβέβληται τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov, ή Υπoυργός τις, ή Αvεξάρτητoς Αξιωματoύχoς ή ετέρα αρχή εv τη Δημoκρατία, δυvάμει oιoυδήπoτε Νόμoυ ή διoικητικής πράξεως γεvoμέvης κατ' εξoυσιoδότησιv Νόμoυ.».
- Για να καθίσταται δυνατή η εκτέλεση και εφαρμογή ενός Νόμου, είναι δυνατόν να παρέχεται από την νομοθετική εξουσία στην εκτελεστική εξουσία, εξουσία θέσπισης συμπληρωματικών κανόνων δικαίου, που κρίνονται αναγκαίοι για τον σκοπό. [ii]. Η Βουλή των Αντιπροσώπων μπορεί να εξουσιοδοτεί την έκδοση κανονιστικών και εκτελεστικών διαταγμάτων για την εφαρμογή Νόμου που η ίδια ψηφίζει, σε οποιοδήποτε όργανο της Δημοκρατίας το οποίο ασκεί εκτελεστική εξουσία [iii]. Πρόκειται για νομοθετική εξουσιοδότηση χωρίς αυτονομία, αλλά συνδεόμενη με Νόμο στην εκτέλεση και εφαρμογή του οποίου αποβλέπει, η οποία θα πρέπει πάντοτε να ασκείται μέσα στα πλαίσια της εκφρασθείσας θέλησης της Βουλής των Αντιπροσώπων [iv]. Δεν αποβλέπει στην συμπλήρωση των διατάξεων του Νόμου ώστε να διευρύνεται ο σκοπός και η εφαρμογή του, αλλά σκοπεύει στο να τίθενται κανόνες δικαίου, καθαρά δευτερεύοντες, που είναι αναγκαίοι, ως και προελέχθη, στην εκτέλεση και εφαρμογή των υφιστάμενων διατάξεων του. Η διοίκηση, έχει την ευχέρεια άσκησης της κανονιστικής αυτής εξουσίας που της παρέχεται από την νομοθετική εξουσία (και όχι υποχρέωση), κυρίως με την έκδοση Κανονισμών και Διαταγμάτων ή Γνωστοποιήσεων με νομοθετικό περιεχόμενο. Εκδίδει όμως και Διατάγματα που δεν είναι νομοθετικού περιεχομένου, αλλά καθαρά διοικητικής φύσης. [v].
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Βουλή των Αντιπροσώπων, με το προαναφερόμενο Άρθρο 6 του Κεφ. 260, εξουσιοδότησε το Υπουργικό Συμβούλιο με Διάταγμα να εκδίδει Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους σκοπούς που όρισε με αυτό, προς τον σκοπό εφαρμογής και εκτέλεσης του Κεφ.
- Όπως και προαναφέρθηκε, η διοίκηση, έχει την ευχέρεια άσκησης της κανονιστικής εξουσίας που της παρέχεται από την νομοθετική εξουσία, κυρίως με την έκδοση Κανονισμών και Διαταγμάτων ή Γνωστοποιήσεων με νομοθετικό περιεχόμενο. Σε αυτή την περίπτωση, η Βουλή των Αντιπροσώπων, ως προαναφέρθηκε, καθόρισε στην εξουσιοδότηση της με το Άρθρο 6 του Κεφ. 260, τον τρόπο άσκησης της κανονιστικής εξουσίας της διοίκησης, ήτοι, με την έκδοση Κανονισμών με «Διάταγμα». Είναι, ως εκ τούτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου προφανές, ότι, η εξουσία εκδόσεως Κανονισμών, που συνιστά, ως και προελέχθη, νομοθετικής φύσης εξουσία, σε αυτή την περίπτωση, δόθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στο Υπουργικό Συμβούλιο, χωρίς την επιφύλαξη του δικαιώματος της Βουλής των Αντιπροσώπων να τους εγκρίνει, να τους απορρίψει ή να τους τροποποιήσει, με βάση τις πρόνοιες του Περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου Νόμος του 1989, Νόμος 99/1989 (στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 99/1989»), εφόσον παραχωρήθηκε η εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο στην έκδοση τους, Διατακτικά (δηλαδή, χωρίς έγκριση, δραστικά και άμεσα) και την δημοσίευση τους, χωρίς άλλο, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Εξ ου και η έκδοσης τους από τον Υπουργό Υγείας με Διάταγμα. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 99/1989: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, όταν δυνάμει Νόμου ή με εξουσιοδότηση Νόμου το Υπουργικό Συμβούλιο ή οποιοδήποτε Μέλος αυτού έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς, οι Κανονισμοί αυτοί κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.» (η έμφαση και η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Συνεπώς, το Άρθρο 3
(1)του Νόμου 99/1989, εφαρμόζεται μόνο όταν η εξουσιοδότηση που δίδει η Βουλή των Αντιπροσώπων προς την διοίκηση, αφορά σε Κανονισμούς και όχι Κανονισμούς με Διάταγμα. Και περαιτέρω, ότι, σύμφωνα και με το Άρθρο 2 του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, υπάρχει σαφής διαφοροποίησης μεταξύ: «"διαταγμάτων", "κανονισμών", "κανόνων" και "διατάξεων" . που εκδίδονται σύμφωνα με εξουσίες που παρέχονται από Νόμο.». Για το προκείμενο, βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (πλειοψηφίας) στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ. α. ν Βουλή των Αντιπροσώπων, Υπόθεση Αρ. 1695/2015, 28/03/2016, ECLI:CY:AD:2016:C174 [vi], στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Κατ' εφαρμογή, συνεπώς, της εν λόγω απόφασης προκύπτει ότι η οποιαδήποτε σύγκρουση ή αμφισβήτηση, από τη Νομοθετική Εξουσία, της εξουσίας ή της αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας να ρυθμίζει τα ζητήματα των ωραρίων των καταστημάτων, των τουριστικών περιοχών, των τουριστικών περιόδων και των αργιών, προέκυψε με το Ν. 36(Ι)/2015, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 27.3.2015 και τέθηκε σε ισχύ, τελικά, την 14.5.
- Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, ο Νόμος εκείνος αφαίρεσε από την Εκτελεστική Εξουσία την αποκλειστικήν αρμοδιότητα ρύθμισης των προαναφερομένων ζητημάτων, δια της εκδόσεως διαταγμάτων του αρμοδίου Υπουργού (δυνάμει του άρθρου 27 του Ν. 155(Ι)/2006), (διαταγμάτων που ακριβώς ήσαν, εγγενώς, επέκταση ως εκ της φύσεως τους, της ίδιας της διοικητικής λειτουργίας) και έδωσε την εξουσία αυτή στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο, όμως, θα πρέπει να ασκεί την εξουσία του με Κανονισμούς, οι οποίοι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου (Ν. 99/1989, όπως τροποποιήθηκε) κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, προς έγκριση. . Άλλωστε, ο σκοπός της Κα' ης η αίτηση όταν θέσπισε το Ν. 36(Ι)/2015 ήταν πασιφανής και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση, όπου αναγράφεται ότι, με την τροποποίηση, η Βουλή αποκτά εξουσία έγκρισης, τροποποίησης ή απόρριψης των Κανονισμών. Ήταν επομένως απόλυτα σαφής η πρόθεση της Καθ' ης η αίτηση να υποβάλει την εξουσία που, μέχρι τότε είχε η Εκτελεστική Εξουσία, στη δική της σφαίρα αρμοδιότητας.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
- Ότι το Υπουργικό Συμβούλιο, στην βάση του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 23/1962, αποφάσισε να εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό Υγείας, στην αρμοδιότητα του Υπουργείου του οποίου προΐσταται, αναντίλεκτα εμπίπτουν οι διατάξεις του Κεφ. 260, να ασκήσει εκ μέρους του και για καθορισμένη περίοδο (προσωρινά) (από την ημερομηνία λήψης της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, σύμφωνα με το Άρθρο 3
(3)του Νόμου 23/1962), την κανονιστική εξουσία που η Βουλή των Αντιπροσώπων με το Άρθρο 6 του Κεφ. 260 του παραχώρησε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ήταν νόμιμο, ειδικότερα εφόσον η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν έθετε σε ότι αφορά αυτό, οποιοδήποτε περιορισμό στο εν λόγω Άρθρο 6 του Κεφ. 260 και ο Υπουργός Υγείας έχει, με βάση το Άρθρο 58.2 του Συντάγματος, την εξουσία έκδοσης τέτοιων Κανονισμών με Διάταγμα. [vii]. 16. Το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του δόγματος delegatus non potest delegare, καθότι, το Υπουργικό Συμβούλιο, κάνοντας χρήση του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 23/1952 και εξουσιοδοτώντας τον Υπουργό Υγείας ως προαναφέρθηκε, επενεργούντος του Άρθρου 4 του Νόμου 23/1952, δεν απεκδύθηκε των εξουσιών ή έχασε τις εξουσίες που η Βουλή των Αντιπροσώπων του παραχώρησε με το προαναφερόμενο Άρθρο 6 του Κεφ. 260 [viii]. Είναι άλλωστε ξεκάθαρες οι πρόνοιες του Άρθρου 3
(1)του Νόμου 23/1952, ως προς το ότι, η εξουσιοδότηση με βάση αυτό, του Υπουργικό Συμβουλίου, όταν δίδεται, είναι για την άσκηση των εξουσιών του «εκ μέρους» του, όπως φαίνεται να αποφασίστηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο και στην προκείμενη περίπτωση σε σχέση με τον Υπουργό Υγείας για το συγκεκριμένο ζήτημα. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 4 του Νόμου 23/1952 προνοεί: «Οσάκις η εvάσκησις oιωvδήπoτε εξoυσιώv απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμoυ εκχωρείται υπό τoυ Υπoυργικoύ Συμβoυλίoυ ή Υπoυργoύ τιvoς, ή υπό Αvεξαρτήτoυ Αξιωματoύχoυ ή ετέρας Αρχής δυvάμει τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, η τoιαύτη εκχώρησις δεv απoκλείει τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov, ή τov Υπoυργόv, ή τov Αvεξάρτητov Αξιωματoύχov ή ετέραv Αρχήv, αvαλόγως της περιπτώσεως, vα εvασκή αυτoπρoσώπως καθ' oιovδήπoτε χρόvov oιασδήπoτε τωv oύτω εκχωρηθεισώv εξoυσιώv τωv απoρρεoυσώv εκ τιvoς Νόμoυ, εκτός εάv συvάγεται αvτίθετoς πρόθεσις.». (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) 17. Σε ότι αφορά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Partastampo Shipping and Fishing Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας κ. α.
(2011)3 Α.Α.Δ. 370, στην οποία το Δικαστήριο παραπέμφθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του Κατηγορουμένου προς υποστήριξη των θέσεων του, ανατρέχοντας και στην πρωτόδικη απόφαση του μ. Τ. Ηλιάδη, π. Δ. Α. Δ. Partastampo Shipping and Fishing Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας κ. α.
(2008)4 Α.Α.Δ. 265, είναι ξεκάθαρο ότι διακρίνεται από αυτή την περίπτωση, καθότι, σε εκείνη την περίπτωση, η Βουλή των Αντιπροσώπων στην εξουσιοδότηση της με το Άρθρο 6
(1)του περί Αλιείας Νόμου, Κεφ. 135, καθόρισε τον τρόπο άσκησης της κανονιστικής εξουσίας της διοίκησης, ήτοι, με την έκδοση «Κανονισμών», με ρητή μάλιστα πρόνοια με το Άρθρο 6
(4)του περί Αλιείας Νόμου, Κεφ. 135 για κατάθεση τους στην Βουλή των Αντιπροσώπων προς έγκριση, απόρριψη ή τροποποίηση -με λεκτικό, αξίζει να σημειωθεί, ως είναι αυτό και του Άρθρου 3
(2)του Νόμου 99/1989-.
- Σύμφωνα με την νομολογία, η αρμοδιότητα για τον κατασταλτικό [ix] έλεγχο της αντισυνταγματικότητας [x] προς τον σκοπό εκδίκασης μιας υπόθεσης (και όχι προς τον σκοπό εξέτασης της συνταγματικότητας μιας νομοθεσίας ή μέρους της γενικά), ανήκει και ασκείται αποκλειστικά από το Δικαστήριο [xi]. Η νομολογία επιτάσσει ότι, η εξέταση της συνταγματικότητας των Νόμων, δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ούτε ελέγχεται από το Δικαστήριο περιστασιακά ή συμπωματικά [xii]. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα της συνταγματικότητας Νόμου, πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς, να εξειδικεύεται με επάρκεια (με σαφήνεια και λεπτομέρεια [xiii]) και να εξετάζεται (κατά την ακρόαση, εφόσον δεν είναι νόμιμη η έγερσης του ζητήματος κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων [xiv]) στην βάση υπαρκτών δεδομένων που συνθέτουν την «διαφορά» (είναι απαραίτητη η ύπαρξης «σταθερού και βέβαιου υπόβαθρου γεγονότων») και στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν και μόνον όταν αυτό είναι ζήτημα αναγκαίο για την επίλυση ενός επίδικου θέματος ή εάν θα επιδράσει στο αποτέλεσμα της υπόθεσης. Ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης («η οποία συναρτάται με την αξιολόγηση του Νόμου, αν είναι δηλαδή καλός ή κακός και όχι στη συνταγματικότητα του» [xv]) εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου [xvi]. Το τεκμήριο συνταγματικότητας του Νόμου (ή κάποιας διάταξης αυτού, ανατρέπεται μόνο όταν αυτό καταδειχθεί στο Δικαστήριο και το σχετικό νομικό βάρος απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το φέρει ο ισχυριζόμενος την αντισυνταγματικότητα [xvii]. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος, παρά τις κάποιες, για το προκείμενο, αόριστες ή και ασαφή τοποθετήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του κατά την ακρόαση της υπόθεσης (ειδικότερα κατά την αντεξέταση του ΜΚ4), δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία και ως εκ τούτου, το τεκμήριο συνταγματικότητας του Κεφ. 260 και του Διατάγματος δεν έχει ανατραπεί.
- Σε κάθε περίπτωση, τα όσα, για το ζήτημα αυτό, αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένου, από τον συνήγορο υπεράσπισης του στην τελική του αγόρευση, δεν υιοθετούνται από το Δικαστήριο ως ορθά, έχοντας για το προκείμενο το Δικαστήριο υπόψη και την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ
- Σύμφωνα με αυτήν, -γινόταν, άλλωστε, στα σχετικά γεγονότα, αναφορά και στο Άρθρο 2.2 του Διατάγματος-, λόγω αδήριτης ανάγκης, που πρόκυπτε από τα επιδημιολογικά δεδομένα για την προστασία της δημόσιας υγείας, για αντιμετώπιση της εξάπλωσης του κορωνοϊού Covid-19 και λαμβάνοντας υπόψη ότι, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί προηγουμένως από τις 29/12/2020 μέχρι και τις 06/01/2021, είχαν καταγραφεί 5.373 κρούσματα του κορωνοϊού Covid-19, ενώ ο μέσος όρος των νοσηλευόμενων με νόσο λόγω κορωνοϊού Covid-19, καθημερινά είχε αυξηθεί και κυμαινόταν μεταξύ 170 έως 190 ασθενών κάθε ημέρα, και δεδομένου ότι κατά την προαναφερόμενη περίοδο είχαν καταγραφεί 25 θάνατοι ασθενών με τελική αιτία θανάτου την ασθένεια λόγω κορωνοϊού Covid-19 και δεδομένου ότι περίπου 9 στα 10 περιστατικά που καταγράφονταν ήταν εγχώριες λοιμώξεις, αλλά και του ότι το ποσοστό θετικότητας των εργαστηριακών εξετάσεων κινείτο κοντά μεταξύ 5% και 5,5%, βρισκόταν δηλαδή σε επίπεδα πάνω από το όριο ασφαλείας του 4% που είχε καθορίσει το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), από την 10η/01/2021 και ώρα 05:00 μέχρι και την 31η/01/2021 και ώρα 23:59, λήφθηκαν τα μέτρα του Διατάγματος. Σκοπός του Διατάγματος, συνεπώς, ήταν η προστασία της δημόσιας υγείας.
- Ο Κατηγορούμενος, μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του, υποστήριξε ότι, το προαναφερόμενο Άρθρο 2.2.β. του Διατάγματος, σύμφωνα και με το Άρθρο 33.1 του Συντάγματος, παραβίαζε σε βάρος του τα Άρθρα 13, 15 και 21 του Συντάγματος, τα οποία κατοχυρώνουν τα δικαιώματα της «ελευθερίας μετακινήσεως, σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και του συνέρχεσθαι ειρηνικώς». Τα Άρθρα αυτά, αντιστοιχούν στα Άρθρα 2 (Τέταρτο Πρωτόκολλο), 8 και 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλούμενη «η Ε.Σ.Δ.Α.»), οι πρόνοιες της οποίας και το πρόσθετο σε αυτή Πρωτόκολλο, σε ότι αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, ενσωματώνονται ουσιαστικά και χρησιμοποιούνται ως πρότυπο, στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, που αναφέρεται σε αυτά, ως αποτέλεσμα του Άρθρου 5 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας. Σχετικές, είναι και οι πρόνοιες του περί της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων ∆ικαιωµάτων (Τέταρτο Πρωτόκολλο) (Κυρωτικός) Νόµου του 1989, Νόμος 52/1989, δια του οποίου κυρώθηκε το Τέταρτο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α. (ανωτέρω), το οποίο έγινε στο Στρασβούργο στις 16/09/
- Συνεπώς, οι προαναφερόμενες πρόνοιες της Ε.Σ.Δ.Α. έχουν συνταγματική ισχύ.
- Όταν έχει αποδειχθεί ότι η Ε.Σ.Δ.Α. εφαρμόζεται, -όπως και στην προκείμενη περίπτωση-, το επόμενο βήμα είναι να καθοριστεί, κατά πόσο το «μέτρο» ή η «πράξη» υπό εξέταση, είναι ασυμβίβαστο/η με κάποιο δικαίωμα της Ε.Σ.Δ.Α. -στην προκείμενη περίπτωση, αυτά τα οποία επικαλείται ο Κατηγορούμενος-. Πολύ λίγα δικαιώματα της Ε.Σ.Δ.Α. είναι απόλυτα δικαιώματα. Κάποια δικαιώματα, τα οποία από το λεκτικό τους φαίνεται να είναι απόλυτα, επίσης υπόκεινται σε εξαιρέσεις. Στην προκείμενη περίπτωση, όλα τα προαναφερόμενα δικαιώματα, υπόκεινται στους περιορισμούς που επιβάλλονται δια Νόμου και κρίνονται αναγκαίοι για το συμφέρων της δημόσιας υγείας· όπως και στην προκείμενη περίπτωση έγινε, κατά την θέση του Κατήγορου, με βάση το Κεφ.
- Διαφορετικοί παράγοντες συνδέονται με την ερμηνεία του κάθε δικαιώματος της Ε.Σ.Δ.Α., όμως, ορισμένες αρχές είναι ίδιες σε ότι αφορά όλα, που είναι και οι βασικές για τον προσδιορισμό της ασυμβατότητας κάποιου μέτρου με την Ε.Σ.Δ.Α. Οι αρχές αυτές είναι τρείς: Πρώτη, είναι η αρχή της «υπαγόρευσης από νόμο» («prescribed by law»)· δεύτερη, είναι η αρχή της «αναγκαιότητας» («necessity»), που περιλαμβάνει την αρχή της «αναλογικότητας» («proportionality»)· και τρίτη, ως μέρος της αρχής της αναλογικότητας, είναι η αρχή της «πρακτικής του δικαστικού σεβασμού προς τον κύριο υπεύθυνο για την λήψη της απόφασης» («the practice of judicial difference to the primary decision-maker») για το συγκεκριμένο μέτρο.
- Η αρχή της υπαγόρευσης από Νόμο, αφορά ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του κράτους δικαίου. Αυτό της νομιμότητας. Αυτό πρέπει να είναι το πρώτο ζήτημα εξέτασης από το Δικαστήριο, όταν καλείται να αποφασίσει επί θέματος ασυμβατότητας ορισμένου μέτρου με κάποιο δικαίωμα της Ε.Σ.Δ.Α. [xviii]. Η άσκηση εξουσίας από δημόσιους λειτουργούς, εφόσον επηρεάζει το δημόσιο και βασικά ατομικά δικαιώματα της Ε.Σ.Δ.Α., πρέπει να διέπεται από σαφείς και προσβάσιμους από το δημόσιο κανόνες δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να πηγάζει και να εξουσιοδοτείται από Νόμο, ο οποίος Νόμος πρέπει να είναι προσβάσιμος στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο και προβλέψιμος ως προς τις επιπτώσεις του. [xix]. Στην προκείμενη περίπτωση, το μέτρο της χρήσης προστατευτικής μάσκας προσώπου κατά την μετακίνηση με ιδιωτικό όχημα προσώπων από διαφορετικά νοικοκυριά, βασιζόταν στο προαναφερόμενο Άρθρο 2.2.β. του Διατάγματος και εξουσιοδοτείτο και πήγαζε από το Κεφ. 260 και το Άρθρο 6 αυτού. Τόσο το Κεφ. 260, όσο και το Διάταγμα ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προσβάσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο -στην προκείμενη περίπτωση στον Κατηγορούμενο- εφόσον πρόκειται για Νόμο σε ισχύ και δημόσιο έγγραφο. Το Διάταγμα επισημαίνεται, ως προαναφέρθηκε, τέθηκε άμεσα σε ισχύ, με την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στις 08/01/
- Το δε Κεφ. 260, δια του Άρθρου 7, ως προελέχθη, πρόβλεπε/προβλέπει ρητά ότι, πρόσωπο το οποίο παραβαίνει οποιοδήποτε από τους Κανονισμούς και/ή τα Διατάγματα που εκδίδονται βάσει του Κεφ. 260, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται μετά από καταδίκη του από το Δικαστήριο, στην ποινή που με αυτό ορίζεται. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος, μπορούσε να προβλέψει τις επιπτώσεις της μη συμμόρφωσης του με το προαναφερόμενο μέτρο του Άρθρου 2.2.β. του Διατάγματος.
- Το δεύτερο βήμα για το Δικαστήριο, κατά την προαναφερόμενη εξέταση του, είναι να καθορίσει αν, ή όχι, η παρέμβαση επί δικαιώματος της Ε.Σ.Δ.Α. από ορισμένο μέτρο, είναι δικαιολογημένη. Κατά πόσο, δηλαδή, η παρέμβαση από το μέτρο αυτό, είναι αναγκαία σε μία δημοκρατική κοινωνία, προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένου ενδιαφέροντος. Για να είναι η παρέμβαση αναγκαία: σχετικοί και επαρκείς λόγοι πρέπει να δίνονται για την δικαιολόγηση του περιορισμού· ο περιορισμός πρέπει να αντιστοιχεί σε μία επείγουσα κοινωνική ανάγκη· και περαιτέρω, ο περιορισμός πρέπει να είναι ανάλογος προς τον επιδιωκόμενο νόμιμο στόχο. [xx]. Για τα περισσότερα δικαιώματα της Ε.Σ.Δ.Α., επισημαίνεται, τα συμφέροντα που δύναται να δικαιολογήσουν παρέμβαση σε αυτά, καθορίζονται στο λεκτικό του ιδίου του δικαιώματος στην Ε.Σ.Δ.Α. Ενώ, εξίσου σημαντικό για να σημειωθεί, είναι και το ότι, οι παρεμβάσεις πρέπει να συνδέονται δυνατά, με ένα τουλάχιστον από αυτά τα συμφέροντα. Όσο πιο αδύνατη είναι η σύνδεσης μεταξύ του επιδιωκόμενου από την παρέμβαση επί του δικαιώματος της Ε.Δ.Δ.Α. στόχου και της επίτευξης ενός από τους νόμιμους σκοπούς που καθορίζονται σε αυτό από το σχετικό Άρθρο της Ε.Σ.Δ.Α., τόσο πιο δύσκολη είναι και η δικαιολόγησης μίας σημαντικής σε αυτό παρέμβασης.
- Ως και προαναφέρθηκε, για να καθοριστεί κατά πόσο η παρέμβαση σε δικαίωμα της Ε.Σ.Δ.Α. είναι αναγκαία, βασικό στοιχείο είναι το κατά πόσο η παρέμβαση είναι ανάλογη του επιδιωκόμενου νόμιμου στόχου. Η παρέμβαση σε δικαίωμα της Ε.Σ.Δ.Α. είναι αναγκαία, όταν διαπιστώνονται τα εξής που αφορούν στην αρχή της αναλογικότητας [xxi]: (i) Ο νομοθετικός στόχος, είναι αρκετά σημαντικός για να δικαιολογήσει περιορισμό δικαιώματος της Ε.Σ.Δ.Α. (ii) Τα μέτρα που έχουν σχεδιαστεί για την επίτευξη αυτού του νομοθετικού στόχου, συνδέονται λογικά με αυτόν. Δηλαδή, έχει καταδειχθεί ότι η νόμιμη και σημαντική στόχευση της νομοθεσίας, προωθείται λογικά με τα μέτρα που το κράτος μέσω της εκτελεστικής εξουσίας επέλεξε να υιοθετήσει. Διαπιστώνεται, δηλαδή, θα μπορούσε να λεχθεί διαφορετικά, αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των δύο, από την άποψη ότι, η εφαρμογή των συγκεκριμένων μέτρων, θα μπορούσε λογικά να συνεισφέρει στην επίτευξη αυτού του νομοθετικού στόχου. Για το προκείμενο, με γνώμονα ότι, ένας Νόμος, μπορεί να βασίζεται στο αποτέλεσμα εκτίμησης διαφόρων γεγονότων και παραγόντων που μπορεί να αμφισβητούνται και πιθανόν να είναι αμφιλεγόμενα, τα Δικαστήρια πρέπει να αφήνουν, όταν αυτό όπως στην συνέχεια αναφέρεται είναι επιτρεπτό από τις περιστάσεις, περιθώριο για την άσκηση κρίσης από τα αρμόδια τμήματα της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας που φέρουν και την δημοκρατική ευθύνη και εξουσία για αυτού του είδους τις αποφάσεις και μέτρα. (iii) Δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λιγότερο επεμβατικά μέτρα, χωρίς να συμβιβάζουν απαράδεκτα την επίτευξη του νομοθετικού στόχου. Συναφώς, τα μέτρα αυτά δεν είναι πέραν του τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω νομοθετικού στόχου. (iv) Θέτοντας στο ισοζύγιο, την σοβαρότητα της επίπτωσης των μέτρων στα δικαιώματα των προσώπων στα οποία εφαρμόζονται, έναντι της σημαντικότητας του σκοπού τους, στο βαθμό που τα μέτρα θα συνεισφέρουν στην επίτευξη του, το δεύτερο δεδομένο υπερισχύει του πρώτου. Δηλαδή, τα μέτρα αυτά, επιτυγχάνουν, όταν δεν επιτυγχάνεται ισοζύγιο (που είναι και ο στόχος), να κλίνουν την πλάστιγγά του ισοζυγίου δίκαια, μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και των συμφερόντων της κοινωνίας.
- Στο τέλος της προαναφερόμενης εξέτασης του, το Δικαστήριο εξετάζει, ως και προαναφέρθηκε, ως μέρος της αρχής της αναλογικότητας, αν μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή της πρακτικής του δικαστικού σεβασμού προς τον κύριο υπεύθυνο για την λήψη της απόφασης για το συγκεκριμένο μέτρο. Αρχή, σημειώνεται, που έχει αναπτυχθεί από νομολογία του Ε.Δ.Α.Δ. Το να δίδεται βαρύτητα στην απόφαση του κύριου υπεύθυνου για την λήψη της απόφασης για το συγκεκριμένο μέτρο, δεν είναι απλά ζήτημα σεβασμού ή μη διαφοροποίησης από πλευράς του Δικαστηρίου, αλλά αποτελεί μέρος της τακτικής διεργασίας από το Δικαστήριο κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του, της στάθμισης όλων των ανταγωνιστικών θεωρήσεων της κάθε πλευράς και πρόσδοσης της κατάλληλης βαρύτητας στην κρίση ενός προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία και είναι υπεύθυνο για ένα συγκεκριμένο θέμα και με πρόσβαση σε ειδικές πηγές γνώσης, πραγματογνωμοσύνης και συμβουλής. [xxii]. Το Δικαστήριο, πράττοντας κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, επισημαίνεται, δεν απαλλάσσεται του καθήκοντος του να αποφασίσει το ζήτημα κατά πόσο η παρέμβαση επί δικαιώματος της Ε.Σ.Δ.Α. από ορισμένο μέτρο είναι ανάλογη του επιδιωκόμενου νόμιμου στόχου. Προκειμένου, σε αυτή την διαδικασία, να ληφθεί από το Δικαστήριο υπόψη η απόφαση του κύριου υπεύθυνου για την λήψη της για το συγκεκριμένο μέτρο, πρέπει, βεβαίως, αυτός πράγματι να έχει νόμιμη εξουσία και ευθύνη για το συγκεκριμένο θέμα, πρόσβαση σε ειδικές πηγές γνώσης, πραγματογνωμοσύνης και συμβουλής και περαιτέρω, αν και όχι απαραιτήτως, αυτός να έχει λάβει (ρητά ή σιωπηλά) αποτελεσματικά υπόψη, κατά πόσο η παρέμβαση επί δικαιώματος της Ε.Σ.Δ.Α. από ορισμένο μέτρο, είναι ανάλογη του επιδιωκόμενου νόμιμου στόχου. [xxiii]. H αρχή της πρακτικής του δικαστικού σεβασμού προς τον κύριο υπεύθυνο για την λήψη της απόφασης για το συγκεκριμένο μέτρο, επισημαίνεται επίσης, έχει τις ρίζες της στην θεσμική εξουσία και αρμοδιότητα, επάρκεια και ικανότητα, παρά στα δημοκρατικά διαπιστευτήρια του προσώπου αυτού [xxiv].
- Το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη του τις προαναφερόμενες αρχές δικαίου, με βάση και την μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ4, κρίνει ότι, το μέτρο της χρήσης προστατευτικής μάσκας προσώπου κατά την μετακίνηση με ιδιωτικό όχημα προσώπων από διαφορετικά νοικοκυριά του προαναφερόμενου Άρθρο 2.2.β. του Διατάγματος, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν τόσο αναγκαίο, όσο και ανάλογο των περιστάσεων που διαμορφώθηκαν λόγω της εξάπλωσης του κορωνοϊού Covid-19 και των επιπτώσεων της, για το συμφέρων της δημόσιας υγείας.
- Το Δικαστήριο, έδωσε κάθε δυνατή ευκαιρία στον Κατηγορούμενο για την υπεράσπιση του σε αυτή την υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις τοποθετήσεις των δικηγόρων που τον εκπροσωπούσαν για την υπεράσπιση του, γνώριζε για τις πρόνοιες του Κεφ. 260 και των Κανονισμών με Διάταγμα του Υπουργού Υγείας που εκδόθηκαν με βάση του Κεφ. 260 και σχετίζονταν με την εκδίκαση αυτής της υπόθεσης, αναφορικά με την παρουσία του εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου και ενώπιον του Δικαστηρίου για την ακρόαση της και συνειδητά φαίνεται, επέλεξε, σε γνώση και των δικηγόρων του, στους οποίους έδωσε και σχετικές οδηγίες, ως μεταφέρθηκε από τους τελευταίους στο Δικαστήριο, να μην προβεί σε όλα εκείνα τα διαβήματα για να είναι σε συμμόρφωση με τον Νόμο, ώστε, να μην μπορεί τώρα να επικαλείται τις δικές του πράξεις, παραλείψεις και αποφάσεις που επηρέασαν, εξ υπαιτιότητας του αποκλειστικά και μόνο, τα όποια δικαιώματα του και να υποστηρίζει ότι, η εκδίκαση της υπόθεσης αυτής από το Δικαστήριο ήταν άδικη. Τα ίδια, κατ' αναλογία, ισχύουν και σε ότι αφορά τον δικηγόρο του, κ. Σ. Σαββίδη, σε ότι αφορά την άσκηση από αυτόν του λειτουργήματος του σύμφωνα με τον Νόμο, τόσο έναντι του Δικαστηρίου ως συλλειτουργός της δικαιοσύνης, όσο και έναντι του εντολέα του Κατηγορουμένο. Ο οποίος Κατηγορούμενος, επισημαίνεται, σε κάθε περίπτωση, καταληκτικά, συνειδητά και με δική του απόφαση, εκπροσωπήθηκε από δικηγόρους, οι οποίοι εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο για τον κ. Σ. Σαββίδη και είχαν τις οδηγίες του για την εκπροσώπηση και υπεράσπιση του. Όπως αναφέρθηκε από τον έντιμο π. Π. Α. Δ., ως ήταν τότε, Γ. Μ. Πική στην υπόθεση Re Μαγκάκη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068, η ανεμπόδιστη ροή της δικαιοσύνης, δεν είναι λιγότερο σημαντικός συνταγματικός στόχος από τη διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου.
- Κατ' ακολουθία των προαναφερόμενων, το Δικαστήριο βρίσκει ότι ο Κατήγορος έχει αποδείξει την υπόθεση του εναντίον του Κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται από το Δικαστήριο ένοχος για το ποινικό αδίκημα στο κατηγορητήριο του και καταδικάζεται. (Υπ.) _________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] Το Άρθρο 6 του Κεφ. 260 προνοεί ότι: «Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Διάταγμα να εκδίδει Κανονισμούς που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για όλους ή για οποιουσδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς: (α) τον καθορισμό των μέτρων που λαμβάνονται εντός της Δημοκρατίας σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή, είτε εντός είτε εκτός της Δημοκρατίας, που κηρύχτηκε ως μολυσμένη τοπική περιοχή (β) την παρεμπόδιση της εισαγωγής οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας εντός της Δημοκρατίας ή οποιουδήποτε μέρους αυτής από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δημοκρατίας, είτε η τοπική αυτή περιοχή είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι (γ) την παρεμπόδιση της εξάπλωσης οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, είτε είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε άλλη τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας (δ) την παρεμπόδιση της μετάδοσης οποιασδήποτε επικίνδυνης μολυσματικής ασθένειας από τη Δημοκρατία ή από οποιαδήποτε τοπική περιοχή εντός της Δημοκρατίας, είτε είναι μολυσμένη τοπική περιοχή είτε όχι, σε οποιαδήποτε τοπική περιοχή εκτός της Δημοκρατίας (ε) το καθορισμό των εξουσιών και καθηκόντων τέτοιων λειτουργών που δυνατό να τους ανατεθεί η εφαρμογή των Κανονισμών αυτών (στ) τον καθορισμό των τελών και δικαιωμάτων που πρέπει να καταβάλλονται για οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα που γίνεται βάσει των Κανονισμών αυτών, και το καθορισμό του προσώπου από το οποίο θα καταβάλλονται τα τέλη και δικαιώματα αυτά, και τα πρόσωπα τα οποία θα επιβαρύνονται με τα έξοδα εφαρμογής οποιωνδήποτε τέτοιων Κανονισμών, και το πρόσωπο από το οποίο δύνανται να ανακτηθούν οποιαδήποτε τέτοια έξοδα που προκλήθηκαν από τη Κυβέρνηση της Δημοκρατίας, και (ζ) γενικά για την εφαρμογή των σκοπών και διατάξεων του Νόμου αυτού και οποιασδήποτε υγειονομικής σύμβασης στην οποία η Δημοκρατία προσχώρησε ή δυνατό μελλοντικά να προσχωρήσει (η) τη δημιουργία δικτύου Επιδημιολογικής Επιτήρησης και Ελέγχου Λοιμωδών Νοσημάτων με στόχο την παρακολούθηση, καταγραφή, ανάλυση δεδομένων που αφορούν λοιμώδη νοσήματα και την παροχή πληροφοριών σε αρμόδιες αρχές άλλων χωρών.». [ii] Βλ. στο σύγγραμμα του Ν. Χρ. Χαραλάμπους, Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης, έκδοση 1995, στις σελίδες 107 και
- [iii] Βλ. Θεοδωρίδης ν Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
(1989)3 Α.Α.Δ. 1457, Partastampo Shipping and Fishing Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας κ. α.
(2011)3 Α.Α.Δ. 370 και Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)3 Α.Α.Δ. 1175. [iv] Ιωάννου κ. α. ν. Δημοκρατίας
(1993)3 Α.Α.Δ.
- [v] Βλ. Φαρμακεία Παναγιώτη Γ. Λοΐζου Λτδ. κ. α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 568/2015, 11/09/2015, ECLI:CY:AD:2015:D
- [vi] Βλ. επίσης, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλή των Αντιπροσώπων, Αναφορά Αρ. 1/2015, 03/12/
- [vii] Βλ. Διευθυντής Τμήματος Δασών του Υπουργείου Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ν Γαβριηλίδου, Ποινική Έφεση Αρ. 29/2015, 19/10/
- [viii] Βλ. Blackpool Corpn v Locker [1948] 1 KB 349, [1948] 1 All ER
- [ix] Σύμφωνα με το Σύνταγμα, υπάρχει και η ευχέρεια πρόληψης αντισυνταγματικότητας μέσω νομοθετήματος. Ο προληπτικός αυτός έλεγχος, επιδιώκει να αποτρέψει την έκδοση του Νόμου, στην πρώτη του μορφή, ενώ ο κατασταλτικός έλεγχος, σκοπό έχει την, μετά την έκδοση και θέση του σε ισχύ, μη εφαρμογή του στην εκδικαζόμενη υπόθεση (βλ. Νικολάου ν Νικολάου
(1992)1 Α.Α.Δ.1338). [x][x] Δηλαδή, προς ποια διάταξη του Συντάγματος ο νόμος, -που με την δημοσίευση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας τεκμαίρεται ότι είναι συνταγματικός-, είναι αντίθετος ή ασύμφωνος, βλ. The Mayor etc. Nicosia v Loizides 1 R.S.C.C. 59 και District Officer v Naim 2 R.S.C.C. 24. [xi] Από όλα τα Δικαστήρια, - βλ. περί Απovoμής της Δικαιoσύvης (Πoικίλες Διατάξεις) Νόμoι τoυ 1964 έως 1991, Νόμος 33/1964), The Republic ν Ν. P. Loftis 1 R.S.C.C. 30, Attorney General v Ibrahim & Others 1964 C.L.R. 195, Re Νικολάου κ. α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1045, Νικολάου ν Νικολάου
(1992)1 Α.Α.Δ.1338, Ζένιου ν Ζένιου (Αρ.1)
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 445 και Μιχαλιάς ν Μιχαλιά
(2007)1 Α.Α.Δ. 675. [xii] Ως θέμα, δεν συγκαταλέγεται στα ζητήματα δημόσιας τάξης, που επιβάλλεται η αυτεπάγγελτη εξέτασης τους από το Δικαστήριο. [xiii] Βλ. Δημοκρατία ν Σπύρου
(2007)3 Α.Α.Δ. 533. [xiv] Βλ. Χατζηχάννας ν Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2009)3 Α.Α.Δ. 655 και Δημοκρατία ν Σπύρου
(2007)3 Α.Α.Δ. 533. [xv] Βλ. Κυπριανού κ. α. ν Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8. [xvi] Βλ. Κούρτης κ. α. ν Δημοκρατίας κ. α.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910, Δημοκρατία ν Χατζηγεωργίου κ. α.
(2002)3 Α.Α.Δ. 861, Κυπριανού κ. α. ν Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8, Τσολάκη ν Στυλιανού κ. α.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρικίου ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Δημοκρατία ν Σπύρου
(2007)3 Α.Α.Δ. 533, Χατζηχάννας ν Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2009)3 Α.Α.Δ. 655 και Αχιλλέως κ. α. ν Πιττάρα κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1590. [xvii] Αχιλλέως κ. α. ν Πιττάρα κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1590, Κυπριανού κ. α. ν Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8 και Ρ.Ι.Κ. ν Καραγιώργη
(1991)3 Α.Α.Δ.
- [xviii] Βλ. McCann v State Hospitals Board for Scotland [2017] UKSC
- [xix] «The measure must not only have some basis on domestic law . but also be accessible to the person concerned and foreseeable as to its effects. These qualitive requirements of accessibility and foreseeability have two elements. First, a rule must be formulated with sufficient precession to enable any individual -if need be with appropriate advice- to regulate his or her conduct . Secondly, it must be sufficiently precise to give legal protection against arbitrariness.» (βλ. Christian Institute v Lord Advocate [2016] UKSC 51). «The foundation of the principle of legality is the rule law itself -that people are to be governed by laws not men-. They must not be subjected to the arbitrary -that is, the unprincipled, whimsical or inconsistent- decisions of those in power. This means, first, that the law must be adequately accessible and ascertainable, so that people can know what it is; and second, that it must be sufficiently precise to enable a person -with legal advice if necessary- to regulate his conduct accordingly. The law will not be sufficiently predictable if it is too broad, too imprecise or confers an unfettered discretion on those in power. This is a separate question from whether the law in question constitutes a disproportionate interference with a Convention right -but the law in question must contain safeguards which enable the proportionality of the interference to be adequately examined. This does not mean that the law in question has to contain a mechanism for the review of decisions in every individual case: it means only that it has to be possible to examine both the law itself and the decisions made under it, to see whether they pass the test of being necessary in a democratic society.». (βλ. In the matter from an application by Gallagher [2019] UKSC 3). [xx] Βλ. R v Shayler [2002] UKHL
- [xxi] Βλ. Bank Mellat v HM Treasury [2013] UKSC
- R (Razgar) v Secretary of State for the Home Department [2004] UKHL 27 και R v Oakes [1986] 1 SCR
- [xxii] «. difficult choices may have to be made by the executive or the legislature between the rights of the individual and the needs of society. In some circumstances it will be appropriate for the courts to recognise that there is an area of judgement within which the judiciary will differ, on democratic grounds, to the considered opinion of the elected body or the person whose act or decision is said to be incompatible with the Convention.» (βλ. R v DPP, Ex parte Kebilene a. o. [1999] 3 WLR 972). [xxiii] Βλ. Belfast City Council v Miss Behavin Ltd [2007] 1 WLR
- [xxiv] «When it comes to the domestic superintendence by one institution (the judiciary) of another institution's (the executive's or the legislature's) decision in the field of human rights, there is no place for reticence on the basis of a margin of appreciation. There may be a case for the courts to defer to the decision of one of the other organs of the state either because of what sometimes described as "institutional competence" or, relatedly, because it is considered that the decision-maker is more fully equipped to take a decision than is the court. But that is not, in the strict sense, a question of the domestic courts according a margin of appreciation to those institutions.» (Re Northern Ireland Human Rights Commission's application for judicial review (reference by the Court of Appeal (Northern Ireland)) [2019] 1 All ER 173). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο