Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Καρασιαλή, Αρ. Υπόθεσης:618/2021, 31/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B89 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:618/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- [ ] Καρασιαλή Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 31/1/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Λ. Πιερή Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη στην παρούσα υπόθεση βρίσκεται αντιμέτωπη με 8, συνολικά, κατηγορίες. Ειδικότερα στην 1η, 3η, 5η και 7η κατηγορία κατηγορείται ότι σε διάφορες ημερομηνίες, ως αυτές αναγράφονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, επιτέθηκε εναντίον του τετραπληγικού συζύγου της, [ ] Καρασιαλή (στο εξής «ο παραπονούμενος»). Στη δε 2η, 4η, 6η και 8η κατηγορία κατηγορείται, αντιστοίχως, ότι συνεπεία των πιο πάνω επιθέσεών της προς τον παραπονούμενο του προκάλεσε ψυχική βλάβη. Η κατηγορούμενη δήλωσε τη μη παραδοχή της στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό έδαφος των μερών, ως προκύπτει είτε μέσω της αναντίλεκτης μαρτυρίας είτε μέσω παραδεκτών γεγονότων, ότι η κατηγορούμενη με τον παραπονούμενο είναι σύζυγοι από το
- Διέμεναν και οι δύο, κατά τον επίδικο χρόνο, στη συζυγική οικία η οποία βρίσκεται στην οδό [ ] 8, Διαμέρισμα 1 στη Λευκωσία. Από τον γάμο τους έχουν αποκτήσει ένα παιδί, τον [ ] Καρασιαλή τότε ανήλικο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, και σήμερα ενήλικα. Ο παραπονούμενος παρουσιάζει σπαστική τετραπέραση λόγω κάκωσης του νωτιαίου μυελού την οποία υπέστη σε τροχαίο ατύχημα το
- Έκτοτε βρίσκεται καθηλωμένος σε τροχοκάθισμα, με σοβαρές μυϊκές αδυναμίες των άκρων και ηυξημένο τόνο (Τεκμήριο 7). Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Αποτελεί, συνοπτικά, εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι η κατηγορούμενη την 6/11/17,30/9/2020, 6/1/21 και 19/1/21 επιτέθηκε παράνομα και αναίτια στον παραπονούμενο. Από την άλλη αποτελεί, συνοπτικά, θέση της Υπεράσπισης ότι η κατηγορούμενη ουδέποτε επιτέθηκε και κτύπησε με οποιονδήποτε τρόπο τον παραπονούμενο. Ήταν η περαιτέρω θέση της Υπεράσπισης ότι ο τελευταίος υπέβαλε το εναντίον της κατηγορούμενης παράπονο κακόπιστα και με αλλότριους σκοπούς με μοναδικό σκοπό να εκδιώξει τη κατηγορούμενη από την συζυγική οικία. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσας Αρχής κάλεσε τον ίδιο τον παραπονούμενο (Μ.Κ 1), τον [ ] Καρασιαλή (Μ.Κ 2) και τον Αστυφύλακα [ ] [ ] Κουρνή (Μ.Κ 3). Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τoυ κατηγορούμενου, τον κάλεσε σε απολογία με βάση τις διατάξεις του Άρθρου 74(Ι)(β) της Ποινικής Δικονομίας, Κεφάλαιο
- Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, αυτή επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, κλητεύοντας και δύο μάρτυρες υπεράσπισης τον [ ] Καρασιαλή (Μ.Υ 2) και τον [ ] Στυλιανού (Μ.Υ 3). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Ανέφερε σε αυτήν ότι με την κατηγορούμενη έχουν μεταξύ τους διαφορές εδώ και αρκετά χρόνια. Λόγω του ότι ο ίδιος είναι τετραπληγικός δεν μπορεί να αντιδράσει σε οτιδήποτε του επιβάλει η κατηγορούμενη. Την 06.11.2017, μετά από μία διαφωνία που είχαν μεταξύ τους, ο ίδιος ενώ ξάπλωνε στο κρεβάτι του η κατηγορούμενη τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα να πέσει κάτω στο πάτωμα. Ο ίδιος λόγω της πτώσης ένιωσε μία παραλυσία σε όλο του το κορμί. Δεν κατήγγειλε σε κανέναν το εν λόγω περιστατικό. Στις 30.09.2020 η κατηγορούμενη τον ξαναχτύπησε, λόγω του ότι ήθελε να οδηγήσει το όχημά του και ο ίδιος αρνήθηκε. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί με ακρίβεια όμως πως ακριβώς τον κτύπησε η κατηγορούμενη. Επίσης θυμάται ακόμη ένα άλλο περιστατικό στο οποίο είχε και πάλι διαφωνία με την κατηγορούμενη σε σχέση με τους φροντιστές, οι οποίοι έρχονται καθημερινά στο σπίτι του και τον φροντίζουν. Επειδή της κατηγορούμενης δεν της αρέσει το γεγονός αυτό έρχεται σε αντιπαράθεση μαζί τους. Για τον λόγο αυτό, ο ίδιος συζήτησε έντονα με την κατηγορούμενη και η τελευταία τον χτύπησε, δίδοντάς του 5 με 6 χαστούκια στο πρόσωπο. Το εν λόγω περιστατικό και πάλι δεν το κατήγγειλε, πλην όμως στο σπίτι ήταν και το ανήλικο παιδί τους ενημερώνοντάς τον για το γεγονός αυτό. Στις 19.01.2021, λόγω του ότι οι φροντιστές ψήλωσαν το κρεβάτι του για να είναι σε θέση να τον φροντίζουν καλύτερα, η κατηγορούμενη θύμωσε και τον τράβηξε από τα μαλλιά με το αριστερό της χέρι και με το δεξί της χέρι του έδωσε ένα χαστούκι, στο αριστερό του μάγουλο. Παρών στο επεισόδιο ήταν και το παιδί τους, ο οποίος της φώναξε να σταματήσει. Αμέσως μετά το επεισόδιο, ο παραπονούμενος κάλεσε τον αδελφό του (Μ.Κ 2) να έρθει να τον βοηθήσει. Ο λόγος που δεν προέβηκε προηγουμένως σε καταγγελία στην Αστυνομία, σε σχέση με την πιο πάνω συμπεριφορά της κατηγορούμενης, ήταν γιατί σκεφτόταν το παιδί του και περίμενε όπως αυτό μεγαλώσει, για να είναι σε θέση να ανεξαρτητοποιηθεί. Πρόθεση του είναι να τερματίσει τον γάμο του με την κατηγορούμενη και αυτή να αποχωρήσει από την οικία του. Ο ίδιος ανάφερε ότι δεν επιθυμεί την ποινική της δίωξη και θέλει χρόνο να το σκεφτεί. Ανέφερε, περαιτέρω, προφορικά ότι αρχικά η κατάσταση της υγείας του, όταν δηλαδή γνώρισε την κατηγορούμενη, ήταν πολύ καλύτερη εφόσον ο ίδιος ήταν σε θέση να περπατά με τη βοήθεια τρίποδου μπαστουνιού και δεν χρειαζόταν καροτσάκι για τη μετακίνησή του. Η κατάστασή του έγινε χειρότερη όταν άρχισε να τον χτυπά η κατηγορούμενη. Σήμερα δεν είναι σε θέση ούτε να κρατήσει πιρούνι. Μετά την επίθεση που δέκτηκε από την κατηγορούμενη στις 6.11.17 και την πτώση του στο έδαφος ο ίδιος ένιωσε αμέσως μία παραλυσία και δεν ήταν σε θέση να μετακινήσει τα χέρια του και τα πόδια του. Από το κτύπημα εξέφρασε τη θέση ότι τραυματίσθηκε ο εγκέφαλος του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη αρχικά εργαζόταν κοντά του ως οικιακή βοηθός αλλά και για να τον φροντίζει και μετά από την παρέλευση 2 χρόνων τέλεσαν τον γάμο τους. Εξέφρασε τη θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε αντιμετώπισε την κατηγορούμενη σαν οικιακή βοηθό, αλλά αντίθετα σαν την σύζυγο του. Εδώ και 4 χρόνια οι μεταξύ τους σχέσεις, ενώ αρχικά ήταν καλές, επιδεινώθηκαν και ο ίδιος δεν επιθυμεί πλέον η κατηγορούμενη να διαμένει μαζί του. Για τις επιθέσεις που δέχτηκε από τη σύζυγό του ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος ενημέρωσε και τον ψυχολόγο της οργάνωσης Παραπληγικών Κύπρου, ο οποίος τον επισκεπτόταν αρκετά συχνά. Μετά από την επίθεση της κατηγορούμενης στις 6.11.2017, όταν δηλαδή επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας του ο ίδιος αποδέχθηκε το γεγονός ότι δεν επισκέφτηκε τον ιατρό του με σκοπό να τον ενημερώσει για την κατάστασή του. Εξέφρασε τη θέση ότι ο ανήλικος υιός τους ήταν παρών στα περιστατικά που του επιτέθηκε η κατηγορούμενη, πλην όμως, επειδή δεν ήθελε να πάρει θέση, μετέβαινε στο δωμάτιό του. Δεν γνωρίζει τον λόγο που το ανήλικο παιδί του δεν επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η κατηγορούμενη τον χαστούκισε και τον κτύπησε, αλλά εικάζει επειδή ο τελευταίος θέλει να προστατέψει τη μητέρα του. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι αφενός ο ίδιος πρότεινε στην κατηγορούμενη να αποχωρήσει από την οικία του με αντάλλαγμα να μην προχωρήσει την εναντίον της ποινική δίωξη και ότι αφετέρου ο αποκλειστικός σκοπός που καταχώρησε καταγγελία εναντίον της ήταν για να την αναγκάσει να φύγει από την οικία τους. Τέλος, εξέφρασε τη θέση ότι και στο παρελθόν κατάγγειλε 4 φορές την κατηγορούμενη στην Αστυνομία σε σχέση με την συμπεριφορά της, η οποία αρκείτο μόνο σε εναντίον της παρατηρήσεις. Ο Μ.Κ 2 αδελφός του παραπονούμενου υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με αυτήν, οι σχέσεις της κατηγορούμενης με τον παραπονούμενη επιδεινώθηκαν, λόγω του ότι η κατηγορούμενη, σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο παραπονούμενος, του ζητούσε συνεχώς χρήματα για να τα στέλνει στη χώρα της, πράγμα το οποίο ο ίδιος σε κάποιο διάστημα αρνήθηκε. Τότε η κατηγορούμενη ανέφερε στον παραπονούμενο ότι δεν θα τον φροντίζει. Μετά από αυτά τα γεγονότα ξεκίνησαν να έρχονται φροντιστές στην οικία του παραπονούμενου για να τον φροντίζουν. Η κατηγορούμενη δημιουργούσε συνεχώς προβλήματα στους φροντιστές ως ενημερώθηκε από τον παραπονούμενο. Ο λόγος που ο παραπονούμενος δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία, σε σχέση με την συμπεριφορά της κατηγορούμενης, ήταν λόγω του ότι σκεφτόταν το ανήλικο τότε παιδί τους. Στις 19.01.2021 τον κάλεσε ο παραπονούμενος και του ζήτησε όπως προσέλθει στην οικία του λόγω του ότι τον χτύπησε η κατηγορούμενη. Ο ίδιος μετέβη εκεί και ρώτησε τον ανήλικο αν πράγματι η κατηγορούμενη χτύπησε τον παραπονούμενο. Ο ανήλικος, ενώ αρχικά δεν μιλούσε, κατόπιν ερώτησης του παραπονούμενου προς αυτόν, ο ανήλικος του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη τράβησε από τα μαλλιά τον παραπονούμενο. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε το γεγονός αυτό. Προφορικά ανέφερε ότι στις 25.03.2021, σε ένα άλλο περιστατικό, ότι ενώ ο ίδιος μετέβη στο σπίτι του παραπονούμενου με σκοπό να επισκευάσει το καζανάκι της τουαλέτας, η κατηγορούμενη έπιασε τον παραπονούμενο από τον ώμο και το πηγούνι και ο ίδιος της είπε να τον αφήσει. Επιβεβαίωσε, επίσης, ότι όπως του ανάφερε ο παραπονούμενος η κατηγορούμενη του επιτέθηκε στις 06.11.
- Αντεξεταζόμενος, ενημερώθηκε από τον παραπονούμενο στις 19.01.20 όταν και μετέβη στην οικία του ότι και στο παρελθόν η κατηγορούμενη τον κτύπησε. Είναι ο ίδιος που κάλεσε την Αστυνομία ώστε να ο παραπονούμενος να υποβάλει το παράπονο του. Σε σχέση με περιστατικό της 06.01.2021 διευκρίνισε ότι ενημερώθηκε από τον παραπονούμενο την ίδια ημέρα αναφέροντας του ότι η κατηγορούμενη τον κακοποίησε. Ο ίδιος κράτησε σημειώσεις, ανά διαστήματα, με τα όσα του κατάγγελε ο παραπονούμενος. Γνώμη του ήταν ότι η κατηγορούμενη δεν έδινε την κατάλληλη φροντίδα στον αδελφό του. Ο ίδιος δεν ενημερώθηκε ότι ο παραπονούμενος είχε πρόθεση να υποβάλει αίτηση διαζυγίου με την κατηγορούμενη πλην όμως ενημερώθηκε από τον τελευταίο ότι επιθυμία του ήταν να την εκδιώξει από την συζυγική οικία. Ερωτηθείς σχετικά, ανάφερε ότι όπως τον πληροφόρησε ο παραπονούμενος η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε μετά την επίθεση που δέκτηκε από την κατηγορούμενη στις 6.11.
- Διευκρίνισε ότι η μόνη φορά που ο ίδιος είδε την κατηγορούμενη να επιτίθεται στο παραπονούμενο ήταν στις 25.03.21 αποδεχόμενος το γεγονός ότι δεν κατάγγειλε την κατηγορούμενη στην Αστυνομία. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3). Ήταν το πρόσωπο το οποίο έλαβε γραπτώς το παράπονο του παραπονούμενου καθώς και την κατάθεση του ανήλικου παιδιού του (Τεκμήριο 8). Την 07.02.2021 έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη (Τεκμήριο 4) και την ίδια μέρα, την κατηγόρησε και γραπτώς. Προφορικά ανέφερε ότι όταν επισκέφτηκε την οικία του παραπονούμενου και της κατηγορούμενης, η τελευταία ήταν αρνητική στην παρουσία του ενώ ο παραπονούμενος ήταν φοβισμένος και λυπημένος. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος του δήλωσε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που δέχεται επίθεση από την κατηγορούμενη. Ο ίδιος δεν διαπίστωσε ο παραπονούμενος να έχει οποιοδήποτε εμφανές τραύμα. Προέβαλε τη θέση ότι ο παραπονούμενος πιθανών είχε προβεί και στο παρελθόν σε καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης, πλην όμως αυτός απέσυρε το παράπονό του. Επιβεβαίωσε ότι η κατάθεση του ανήλικου λήφθηκε στην παρουσία του παραπονούμενου χωρίς όμως ο τελευταίος να επέμβει με οποιοδήποτε τρόπο. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από τον ανήλικο ήταν γιατί ο ίδιος δεν επιθυμούσε να εμπλακεί περαιτέρω στα γεγονότα της υπόθεσης. Τέλος, αρνήθηκε ότι ο ίδιος δεν διερεύνησε με τον ενδεδειγμένο τρόπο την παρούσα υπόθεση. Η κατηγορούμενη, κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι ο λόγος που δεν απάντησε σε οποιαδήποτε ερώτηση κατά την λήψη της ανακριτικής κατάθεσής της ήταν κατόπιν συμβουλής που έλαβε από την τότε δικηγόρο της. Ήταν η θέση της ότι ουδέποτε επιτέθηκε εναντίον του παραπονούμενου και ουδέποτε του άσκησε οποιανδήποτε ψυχολογική βία. Ανέφερε ότι ο λόγος που ο παραπονούμενος προέβη σε καταγγελία εναντίον της ήταν επειδή ο ίδιος ήθελε να την εκδιώξει από την συζυγική τους οικία αλλά και επειδή δεν ήθελε να της καταβάλει οποιαδήποτε χρήματα. Εξέφρασε επίσης τη θέση ότι η υγεία του παραπονούμενου κλονίστηκε όχι γιατί η ίδια τον κτύπησε αλλά επειδή ο παραπονούμενος αρνιόταν να υποβληθεί σε θεραπείες. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι γνωρίζει το γεγονός ότι ο ανήλικος στην κατάθεσή του προέβαλε τη θέση ότι η ίδια προκαλούσε εντάσεις. Ισχυρίσθηκε ότι είναι ο παραπονούμενος που την χτύπησε και επανέλαβε τη θέση ότι η ίδια ουδέποτε επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Ο ανήλικος ανάφερε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ότι σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έδωσε κατάθεση, στην οποία κατά την λήψη της ήταν παρόντες ένας αστυνομικός, ο παραπονούμενος και ο ίδιος. Η κατηγορούμενη βρισκόταν σε άλλο δωμάτιο. Ενώ στην κατάθεσή του ανάφερε ότι η κατηγορούμενη τράβηξε τα μαλλιά του παραπονούμενου εξέφρασε τη θέση ότι το γεγονός αυτό δεν ισχύει. Ο ίδιος είδε μια κίνηση της κατηγορουμένης που τον έκανε να νομίζει ότι πράγματι η ίδια τράβηξε τα μαλλιά του παραπονουμένου. Το γεγονός αυτό του το ανάφερε ο παραπονούμενος. Ουδέποτε ο ίδιος ήταν παρών σε οποιοδήποτε περιστατικό που η κατηγορούμενη να κτύπησε τον παραπονούμενο. Δεν συμφωνεί ο ίδιος με τη θέση του παραπονούμενου ότι από την επίθεση της κατηγορούμενης στις 6.11.17 κλονίστηκε η υγεία του. Η πραγματικότητα είναι ότι η κατάσταση του παραπονούμενου χειροτέρευε λόγω του ότι ο ίδιος αρνιόταν να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες για να μην σπαταλήσει τα χρήματά του. Για τον ισχυρισμό του αυτόν ο παραπονούμενος του τον ανέφερε, μετά που κατάγγειλε την κατηγορούμενη ο τελευταίος στην Αστυνομία. Εξέφρασε τη θέση ότι ο παραπονούμενος εδώ και αρκετό καιρό θέλει να εκδιώξει την κατηγορούμενη από την οικία τους. Πρόσφατα τα κατάφερε και πλέον η κατηγορούμενη δεν διαμένει μαζί τους, με αποτέλεσμα ο ίδιος να ταλαιπωρείται. Ισχυρίσθηκε ότι ο παραπονούμενος ασκούσε ψυχολογική βία στην κατηγορούμενη εφόσον την κοροΐδευε για την καταγωγή της και την έβριζε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ενώ κλήθηκε να δώσει κατάθεση στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή, τόσο ο παραπονούμενος δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση ο ίδιος ώστε να μην εμπλακεί αλλά και ο ίδιος δεν ήθελε γιατί ένιωθε αρκετή πίεση λόγω του ότι δεν ανάφερε την αλήθεια στην κατάθεσή του. Εξήγησε ότι ο λόγος που ισχυρίσθηκε στην κατάθεση του ότι η κατηγορούμενη τράβηξε από τα μαλλιά τον παραπονούμενο ήταν επειδή ο ίδιος ένιωθε πίεση λόγω του ότι ο παραπονούμενος ήταν παρών κατά τη λήψη της, ξεκαθαρίζοντας όμως το γεγονός ότι ο παραπονούμενος ουδέποτε του ζητήσε να αναφέρει το εν λόγω γεγονός. Αρνήθηκε ότι η κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία τότε δόθηκε με την ελεύθερη του βούληση και όχι κάτω από την πίεση του ίδιου του παραπονούμενου. Θέση του ήταν, την οποίαν και επανέλαβε, ότι ουδέποτε η κατηγορούμενη χτύπησε τον παραπονούμενο. Ο Μ.Υ. 3 ανέφερε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ότι με την κατηγορούμενη και τον παραπονούμενο είναι οικογενειακοί φίλοι. Τους τελευταίους 4 μήνες ο ίδιος όμως δεν τους επισκέπτεται στην οικία τους. Ουδέποτε είδε ο ίδιος ή ενημερώθηκε από τον παραπονούμενο ότι η κατηγορούμενη τον χτύπησε. Ο ίδιος επισκεπτόταν καθημερινά την οικία του παραπονούμενου λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο τελευταίος. Θέση του ήταν ότι η κατηγορούμενη φρόντιζε τον παραπονούμενο. Γνώμη του ήταν ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν από τη στιγμή που η κατηγορούμενη δεν μπορούσε εξ' ολοκλήρου να φροντίζει τον παραπονούμενο λόγω του ότι ο τελευταίος σταμάτησε να την πληρώνει. Εξέφρασε την άποψη ότι τα προβλήματα υγείας του παραπονούμενου επιδεινώθηκαν λόγω του ότι ο ίδιος αρνιόταν να υποβληθεί σε φυσιοθεραπείες και να πληρώσει το σχετικό αντίτιμό τους. Ο παραπονούμενος προσέβαλλε την κατηγορούμενη για την καταγωγή της. Υιοθέτησε επίσης και το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 5). Σύμφωνα με αυτήν ο ίδιος ήταν παρών στο περιστατικό της 6.1.21 όπου απλά άκουσε την κατηγορούμενη και τον παραπονούμενο να συζητούν μεταξύ τους και ουδέποτε είδε την κατηγορούμενη να κτυπά τον παραπονούμενο. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο λόγος που δεν επισκέπτεται πλέον τον παραπονούμενο είναι γιατί ο ίδιος εξέφρασε τη διαφωνία του μετά την εκδίωξη της κατηγορουμένης από την οικία της. Ευθύνη για τις μεταξύ τους εντάσεις φέρει και η κατηγορούμενη, λόγω του ότι ήταν τελειομανής. Επανέλαβε τη θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε είδε προσωπικά την κατηγορούμενη να κτυπά τον παραπονούμενο και ούτε ο τελευταίος του ανάφερε κάτι τέτοιο. Θέση του ήταν ότι λόγω της στενής του φιλίας που είχε με τον παραπονούμενο κατά τον ουσιώδη χρόνο, εάν επεσυνέβαινε το ο,τιδήποτε ο παραπονούμενος θα τον ενημέρωνε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Παρά την πλήρη συμπάθεια του Δικαστηρίου προς το σοβαρότατο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο παραπονούμενος, που έχει ως αποτέλεσμα αυτός να είναι τετραπληγικός, το Δικαστήριο δεν νιώθει ασφαλές να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα μέσω της μαρτυρίας του. Συνεπακόλουθα αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν έχει λογική συνοχή, στερείται πειστικότητας και σε κάποια σημεία είναι αντιφατική. Εξηγώ ευθύς αμέσως το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι από την επίθεση που δέχθηκε από την κατηγορούμενη στις 6.11.17 η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Ουσιαστικά είναι εξαιτίας της επίθεσης που δέχθηκε από την κατηγορούμενη που ο ίδιος δεν μπορεί να κουνήσει ούτε τα χέρια του αλλά ούτε τα πόδια του. Πέραν του γεγονότος ότι η θέση του αυτή πουθενά δεν υποστηρίζεται από οποιανδήποτε ιατρική μαρτυρία, αρνητική εντύπωση προκαλεί στο Δικαστήριο το γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε επισκέφθηκε γιατρό σε σχέση με το ζήτημα αυτό ούτως ώστε να λάβει ιατρική γνωμάτευση και συμβουλή. Δημιουργούνται επίσης εύλογα ερωτήματα ότι ο ίδιος δεν ανάφερε το γεγονός αυτό στον οποιονδήποτε, αλλά ούτε και κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Η λογική επιτάσσει ότι για μια τόσο σοβαρή επίθεση, που είχε συνέπεια ουσιαστικά την καθήλωσή του σε αναπηρικό καροτσάκι, ο ίδιος είτε θα ζητούσε ιατρική συμβουλή, είτε θα προέβαινε σε καταγγελία. Τίποτα όμως από αυτά δεν έπραξε ο παραπονούμενος. Επιπρόσθετα ο ίδιος για να ενισχύσει τις θέσεις του ανέφερε ότι σε όλα τα περιστατικά επίθεσης που ο ίδιος δέχθηκε από την κατηγορούμενη παρών ήταν και το ανήλικο παιδί τους. Ο ανήλικος μέσω της κατάθεσής του πουθενά δεν επιβεβαιώνει το γεγονός αυτό, πλην μιας μοναδικής φοράς που ανάφερε ότι είδε την κατηγορούμενη να αρπάζει τα μαλλιά του παραπονούμενου. Ενόρκως όμως προέβη σε αλλαγή της θέσης του, εφόσον ως ανάφερε ο ανήλικος ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο η κατηγορούμενη. Συνεπώς, η θέση του παραπονούμενου ότι ο ανήλικος ήταν μάρτυρας σε όλες τις επιθέσεις που δέχθηκε από την κατηγορούμενη, διαψεύδεται παντελώς. Επιπρόσθετα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση του ότι ο ίδιος ο λόγος που δεν κατάγγειλε τις επιθέσεις που δέχθηκε από την κατηγορούμενη και ειδικότερα το σοβαρότερο περιστατικό της 6.11.17, που είχε ως αποτέλεσμα της υγείας του να επιδεινωθεί, ήταν επειδή ήθελε το ανήλικο παιδί του να ανεξαρτητοποιηθεί. Πέραν του γεγονότος ότι το γεγονός αυτό είναι άσχετο και το Δικαστήριο δεν αντιλαμβάνεται πώς παίζει ρόλο με το εάν θα καταγγείλει ο παραπονούμενος την κατηγορούμενη, οι ίδιες οι πράξεις του παραπονούμενου διαψεύδουν τα λεγόμενά του, εφόσον η εναντίον της κατηγορουμένης παρούσα καταγγελία έγινε όταν ακόμα ο ανήλικος ήταν μαθητής της Γ' Λυκείου και ήταν εξαρτώμενος και των δύο, δηλαδή της κατηγορουμένης και του παραπονούμενου. Επίσης ο παραπονούμενος ενώ ανάφερε, σύμφωνα με την κυρίως εξέτασή του, ότι ενημέρωσε τον ψυχολόγο που τον επισκεπτόταν από τον Οργανισμό Παραπληγικών Κύπρου για τις επιθέσεις που δεχόταν από την κατηγορούμενη, τέτοιο γεγονός δεν επιβεβαιώνεται από πουθενά. Πέραν του γεγονότος ότι τέτοιον ισχυρισμό τον προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου σε αντιδιαστολή με την κατάθεσή του, στην οποία δεν προβάλλεται το εν λόγω γεγονός, ουδεμία κατάθεση λήφθηκε από τον ψυχολόγο, ούτε η Κατηγορούσα Αρχή τον κάλεσε ώστε να επιβεβαιώσει τη θέση του αυτή. Και κάτι επιπρόσθετο. Η ανθρώπινη λογική και κοινή εμπειρία επιτάσσει ότι εάν ο ψυχολόγος ενημερωνόταν ότι η κατηγορούμενη κακοποιούσε τον κατηγορούμενο δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι θα κατάγγελλε το γεγονός αυτό είτε στον εργοδότη του, δηλαδή στον Οργανισμό Παραπληγικών Κύπρου, είτε στην Αστυνομία. Τέλος, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε και πάλι ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά ότι και στο παρελθόν κατάγγειλε τέσσερις φορές την κατηγορούμενη. Πέραν του γεγονότος ότι ούτε και πάλι ο ισχυρισμός του αυτός προβάλλεται στην κατάθεσή του αλλά τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, πουθενά και πάλι δεν επιβεβαιώνεται το εν λόγω γεγονός. Ούτε ο ανακριτής της υπόθεσης ήταν βέβαιος κατά πόσο και στο παρελθόν ο παραπονούμενος κατάγγειλε την παραπονούμενη στην Αστυνομία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία του παραπονούμενου η οποία θα μπορέσει να αποτελέσει τη στέρεη βάση για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Συνεπακόλουθα, η μαρτυρία του απορρίπτεται στην ολότητά της, πλην των παραδεκτών και αναντίλεκτων γεγονότων. Με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του παραπονουμένου δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή και η μαρτυρία του Μ.Κ
- Και τουτο γιατί ο εν λόγω μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο, σε σχέση με τις κατηγορίες που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, τα όσα του μετέφερε ο ίδιος ο παραπονούμενος και όχι τα όσα ο ίδιος βίωσε προσωπικά. Ως συνάγεται μέσα από τη μαρτυρία του ο παραπονούμενος δεν ήταν παρών σε κανένα από τα επεισόδια που αναγράφονται στις κατηγορίες. Συνεπώς τα όσα προσπάθησε ο ίδιος να μεταφέρει στο Δικαστήριο δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά εφόσον στηρίζονται αποκλειστικά στα όσα του ανάφερε ο παραπονούμενος. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος ήταν παρών, ως ανάφερε, σε ένα επεισόδιο μεταξύ της κατηγορουμένης και του παραπονουμένου στις 25.3.21, επεισόδιο το οποίο όμως δεν περιλαμβάνεται στο παρόν κατηγορητήριο και επομένως δεν υπέχει οποιασδήποτε ιδιαίτερης σημασίας στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Συνεπακόλουθα η μαρτυρία του Μ.Κ 2 απορρίπτεται στην ολότητα της στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την αποδεκτή και αναντίλεκτη μαρτυρία του Δικαστηρίου. Από την άλλη αποδεκτή γίνεται στην ολότητα της η μαρτυρία του Μ.Κ 3, πλην της διευκρινίσεως στην οποία προβαίνω κατωτέρω. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έχει προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων ως ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Οι εν λόγω ενέργειες του, επί της ουσίας, θα έλεγα ότι ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να οδηγήσει το Δικαστήριο να μην αποδεχθεί τα όσα υποστήριξε ενώπιον του. Σε σχέση όμως με τη θέση του ότι πιθανόν ο κατηγορούμενος να υπέβαλε και στο παρελθόν καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον ο εν λογω μάρτυρας δεν ήταν απόλυτα βέβαιος και σίγουρος ως προς το γεγονός αυτό. Συνεπακόλουθα η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα γίνεται αποδεκτή, πλην της διευκρινίσεως στην οποία έχει γίνει αναφορά αμέσως ανωτέρω. Εν όψει των πιο πάνω δεδομένων, δημιουργούνται κενά και ρήγματα στην εκδοχή που προέβαλε ο παραπονούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να την κάνει αποδεκτή ώστε αυτή να αποτελεί μία στέρεη βάση για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ευρημάτων για το πώς ακριβώς είχαν εκτυλιχθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο τα επίδικα γεγονότα. Συνεπώς η μαρτυρία του απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονούμενου, και κατά δεύτερο λόγο του Μ.Κ 2 αδελφού του, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω και έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71) η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση της κατηγορούμενης από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα όσα ανάφερε η κατηγορούμενη είτε από μόνα τους είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία δεν είναι ικανά και σε βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα περί ενοχής της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη 1η, 3η, 5η και 7η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείται για το ότι επιτέθηκε στον παραπονούμενο. Η νομική βάση των εν λόγω κατηγοριών προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων), Νόμου 119(Ι)/2000 («ο Νόμος») καθώς και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Το άρθρο 3
(1)
(4)του Ν. 119(Ι)/2000 προνοεί ότι: «3. -
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε παράνομη πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.
(2)..
(3).
(4)Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και τις δύο ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα: 1. Ο κατηγορούμενος να ασκήσει βία, 2. Με οποιανδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά, 3. Εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας του και 4. Να προκαλέσει σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη Μέλος της οικογένειας, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000, περιλαμβάνει: «(α) άντρα και γυναίκα που— (
- i)έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (
- ii)συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (δ) κάθε πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα·» Το αδίκημα της κοινής επίθεσης στο οποίο επίσης περιέχεται στην έκθεση αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών έχει ως νομική βάση το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «Κοινή επίθεση 242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί σε άλλο πρόσωπο (β) παράνομα Το εν λόγω αδίκημα του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα δεν θα πρέπει να ιδωθεί και αποδειχθεί απομονωμένα αλλά σε συνάρτηση με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 119
(1)/2000, οι οποίες δημιουργούν ένα νέο αδίκημα. Σχετική επί του προκειμένου είναι η πρόσφατη υπόθεση AG v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, 16/4/2021. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων αντιμετώπιζε το αδίκημα της «Κοινής επίθεσης, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ιβ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212(Ι)/04 και του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154.» το οποίο είναι πανομοιότυπο με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε επί του προκειμένου ότι: «Όταν ο νόμος προνοεί αυστηρότερη ποινή όταν περιγραφόμενο αδίκημα διαπράττεται κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις που θεωρούνται επιβαρυντικές, ουσιαστικά, έστω και αν δεν είναι νομοτελειακά ακριβές, δημιουργείται ένα νέο αδίκημα, που στοιχειοθετείται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του περιγραφόμενου αδικήματος, πλέον των επιβαρυντικών περιστάσεων. Έτσι, το άρθρο 4 του Ν.119(Ι)/2000, διαβάζεται με κάθε άλλο άρθρο που ξεχωριστά αναφέρεται στις παραγράφους (α) μέχρι (ιβ) του εδαφίου
(2)και ο συνδυασμός τους δημιουργεί ανάλογο, «επαυξημένης σοβαρότητας» («aggravated»), αδίκημα. (Charalambous v. The Republic
(1962)C.L.R. 188, 196-7). Για το αδίκημα της κοινής επίθεσης το άρθρο 242 του Κεφ.154 προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο. Μπορεί να επιβληθεί φυλάκιση μέχρι και δύο χρόνια για το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον μέλους της οικογένειας του δράστη, γιατί αυτό προβλέπεται με το άρθρο 4
(1)και
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000. Και σε αυτή την επαυξημένη ποινή υπόκειτο ο Εφεσείων μετά την καταδίκη του, όπως επιβεβαιώνεται από την αναφορά σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος, κατά την επιμέτρηση της ποινής, ότι: «αφορά βία στην οικογένεια και εξού και ο νομοθέτης έχει προνοήσει μεγαλύτερες ποινές». Καταλήγουμε ότι το αδίκημα της κατηγορίας ήταν αυτό που προνοείται στο άρθρο 4
(1)και
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 που ενσωματώνει τις πρόνοιες του άρθρου 242 του Κεφ.154» Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο παραπονούμενος με την κατηγορούμενη είναι σύζυγοι. Επομένως θεωρούνται μέλη της οικογένειας εν τη εννοία του Ν. 119
(1)/2000. Ενόψει όμως και της απόρριψης της μαρτυρίας του παραπονουμένου δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη θετική μαρτυρία ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ότι η κατηγορούμενη επιτέθηκε στις ημερομηνίες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο στο παραπονούμενο. Στη 2η, 4η, 6η και 8η κατηγορία η κατηγορούμενη κατηγορείται για το ότι άσκησε ψυχολογική βία στον παραπονούμενη. Αυτό το οποίο του καταλογίζεται είναι ότι, με τις πράξεις της προκάλεσε ψυχική βλάβη στο παραπονούμενο. Το δε αδίκημα της άσκησης βίας προκαλούσας ψυχική βλάβη, προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3
(1): «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του». Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι:
- Οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά,
- Ενός μέλους της οικογένειας εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας,
- Η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης, περιλαμβανομένης της βίας που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Το τι συνιστά μέλος της οικογένειας έχει αναφερθεί ανωτέρω. Ενόψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε θετική μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη προκάλεσε στον παραπονούμενο οποιαδήποτε ψυχική βλάβη. Ακόμη όμως και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του παραπονούμενου στην ολότητα της και στο απώγειο της και πάλι θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικήμάτων. Και τούτο γιατί ο ίδιος ο Νόμος δεν ορίζει τί σημαίνει ψυχική βλάβη για τους σκοπούς που επιτελεί, δεν αποδίδει συγκεκριμένη έννοια και έτσι θα πρέπει να ερμηνεύεται με βάση τη φυσική και γραμματική έννοια του όρου. Πάντως, στην παρούσα, δεν δόθηκε μαρτυρία ψυχολόγου ή ψυχιάτρου που να εκτίμησε την ψυχική βλάβη, ή και το αν υπέστη τέτοια ψυχική βλάβη, ο παραπονούμενος. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας και στην απουσία τέτοιας ψυχολογικής ή ψυχιατρικής γνωμάτευσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει την κατηγορούμενη για την πρόκληση ψυχικής βλάβης. Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος δεν έτυχε εκτίμησης από ανεξάρτητο μάρτυρα, ψυχολόγο ή ψυχίατρο για να αποτιμηθεί η έκταση που η ψυχολογική κατάστασή της επηρεάστηκε από τις πράξεις της κατηγορουμένης, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλές συμπέρασμα για το αν υπέστη ψυχική βλάβη, η οποία να προκλήθηκε από αυτές. Εν κατακλείδι η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο