Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παχύ, Αρ. Υπόθεσης: 736/2018, 22/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B91 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 736/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- [ ] Παχύ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22/2/
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Μ. Κιτρομιλήδης Κατηγορούμενος παρόν Α Π Ο Φ Α Σ Η O κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κατηγορείτε ότι παράνομα επιτέθηκε στον [ ] Παντελή (παραπονούμενος) (1η κατηγορία) καθώς και ότι εσκεμμένα προκάλεσε κακόβουλη ζημιά στο όχημα της Δέσποινας Κουντουριώτη, αρραβωνιαστικιάς κατά τον ουσιώδη χρόνο του παραπονουμένου (2η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του και στις δύο κατηγορίες, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Aποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι στις 29.11.2017 ο παραπονούμενος οδηγούσε το όχημα υπ' αριθμoύς εγγραφής [ ], ιδιοκτησίας της Δέσποινας Κουντουριώτη, στα φώτα Κοκκινοτριμιθιάς με κατεύθυνση από Παλιομέτοχο προς Κοκκινοτριμιθιά. Το όχημα του παραπονούμενου ήταν πρώτο στο φανάρι και ο παραπονούμενος έστριψε δεξιά προς Λευκωσία. Ο παραπονούμενος κατευθυνόταν στο για σκοπούς εργασίας του σε περίπτερο, ιδιοκτησίας της αρραβωνιαστικιάς του. Πίσω του προπορευόταν ο κατηγορούμενος με το όχημα του υπ' αριθμούς εγγραφής [ ] o οποίος και κόρναρε στον παραπονούμενο. Αφού ο τελευταίος έφτασε στο περίπτερο και κατά τη στιγμή που στάθμευε το όχημά του προσήλθε και ο κατηγορούμενος στο χώρο. Και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα κατέβηκαν από το όχημα τους. Επίσης δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, αφού προηγουμένως εγκρίθηκε ως τέτοιο από το Δικαστήριο, ότι το όχημα της αρραβωνιαστικιάς του παραπονούμενου υπέστη ζημιά, μετά από κτύπημα που δέκτηκε από το όχημα του κατηγορουμένου, το κόστος της οποίας ανέρχεται στο ποσό των €878,21 (Τεκμήριο 4). Είναι τα γεγονότα που επακολούθησαν με την άφιξη του κατηγορούμενου στο εν λόγω περίπτερο που καλείται το Δικαστήριο να εξακριβώσει. Αποτελεί συνοπτικά θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος αφού είχε λογομαχία με τον παραπονούμενο, χωρίς λόγο και αιτία του επιτέθηκε σπρώχνοντας τον και ο παραπονούμενος τον έσπρωξε πίσω αποθώντας τον. Ο κατηγορούμενος φεύγοντας από το περίπτερο και εισερχόμενος στο όχημα του αφού πρώτα το οδήγησε προς τον παραπονούμενο, ο οποίος τον απέφυγε, στη συνέχεια με πρόθεση κτύπησε το όχημα της Μ.Κ 3 προκαλώντας του ζημιά. Από την άλλη είναι η εκδοχή της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος αφού βρισκόταν σταματημένος στα πιο πάνω φώτα τροχαίας, πίσω από το όχημα του παραπονούμενου, και αφού άναψε το πράσινο βέλος ο παραπονούμενος ως όφειλε δεν προχώρησε εφόσον ως διαπίστωσε ο τελευταίος έπαιζε με το κινητό του τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος κόρναρε το όχημα του. Ο παραπονούμενος αντέδρασε και έκανε διάφορες κινήσεις με τα χέρια του και για να τον προκαλέσει οδηγούσε το όχημα του με πολύ αργή ταχύτητα για να τον προκαλέσει. Επίσης του έκανε νόημα με τα χέρια του να σταματήσει το όχημα του και ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε μέχρι το περίπτερο. Αφού κατέβηκαν και οι δύο από τα οχήματα τους και αφού προηγήθηκε μεταξύ τους συζήτηση, ο παραπονούμενος τον άρπαξε από τον γιακά και τον χτύπησε με το κεφάλι του στη μύτη του. Συνεπεία αυτού τραυματίστηκε και ζαλίστηκε και εισήλθε στο όχημα του για να προστατευθεί. Στη βιασύνη του να αποχωρήσει από τη σκηνή χτύπησε με το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματός του πάνω στον αριστερό τροχό του οχήματος της Μ.Κ
- Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τον Αστυφύλακα 641 (Μ.Κ 1) ανακριτή της παρούσας υπόθεσης, τον παραπονούμενο (Μ.Κ 2) και τη [ ] Κουντουριώτη (Μ.Κ 3). Αφού το Δικαστήριο κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ. 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, την 29.11.2017 καταγγέλθηκε από τον κατηγορούμενο ότι την ίδια ημέρα δέκτηκε επίθεση από τον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος έφερε εμφανή τραύμα στο μέτωπο και αιμορραγούσε. Ακολούθως, έλαβε γραπτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο και του δόθηκε ιατρικό έντυπο ώστε εξεταστεί από κυβερνητικό ιατρό (Τεκμήριο 9). Επίσης την ίδια ημέρα έλαβε γραπτή κατάθεση από την Μ.Κ 3 (Τεκμήριο 7). Η ίδια ανέφερε αφενός ότι δεν είδε οτιδήποτε σε σχέση με το όλο περιστατικό που προηγήθηκε, αλλά και ούτε το περίπτερο, στο οποίο το περιστατικό έλαβε χώρα, κατέγραψε οτιδήποτε μέσω του κλειστού κυκλώματός του. Την 13.12.2017 έλαβε από τον παραπονούμενο ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 6) και την ίδια ημέρα λήφθηκαν φωτογραφίες του οχήματος της Μ.Κ
- Την 1.2.2018, κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 3), ο οποίος αρνήθηκε τις εναντίον του κατηγορίες. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν καταχωριστεί 2 ξεχωριστές υποθέσεις στην οποία, πέραν της παρούσας, στην άλλη υπόθεση κατηγορούμενος είναι ο νυν παραπονούμενος και παραπονούμενος είναι ο νυν κατηγορούμενος. Στην εν λόγω υπόθεση ο νυν παραπονούμενος κατηγορείτε ότι προκάλεσε στον νυν κατηγορούμενο βαριά σωματική βλάβη. Ο ίδιος δεν έλεγξε κατά πόσο υπήρχε όντως κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης με κάμερες οι οποίες κατέγραψαν το μεταξύ των πιο πάνω προσώπων επεισόδιο και βασίστηκε στα όσα του είχε αναφέρει η ΜΚ 3 ότι δεν υπήρχαν τέτοιες κάμερες που να κάλυπταν τον εξωτερικό χώρο. Δεν ήταν σε θέση να πληροφορήσει το Δικαστήριο ως προς τον λόγο που ο ίδιος έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο 14 ημέρες μετά την καταγγελία που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος και αποδέχθηκε τη θέση ότι ο παραπονούμενος για πρώτη φορά προέβη σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης. Αφού συμβουλεύτηκε τον ανακριτικό φάκελο διαπίστωσε ότι επικοινώνησε με τον παραπονούμενο στις 4.12.18 όπου και διευθετήθηκε μεταξύ τους συνάντηση για την λήψη από τον παραπονούμενο ανακριτικής κατάθεσης πλην όμως ο παραπονούμενος δεν προσήλθε. Αποδέχθηκε τη θέση ότι στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον παραπονούμενο στις 4.12.18 ο ίδιος ουδέποτε του ανάφερε ότι έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορουμένου. Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, όταν ο ίδιος έστριψε το όχημα του, δεξιά ως η πορεία του, στα φώτα Κοκκινοτριμιθιάς αντιλήφθηκε ότι ο Κατηγορούμενος κόρναρε έντονα το όχημά του. Ο ίδιος δεν έδωσε σημασία και συνέχισε κανονικά την πορεία του. Ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε και στάθμευσε και αυτός στο περίπτερο πίσω από το όχημα του. Μόλις κατέβηκε ο κατηγορούμενος από αυτό άρχισε να φωνάζει και να απειλεί ότι θα τον χτυπήσει και ξεκίνησε να έρχεται προς το μέρος του με απειλητικές διαθέσεις. Ο ίδιος του ανέφερε ότι επειδή σέβεται την ηλικία του δεν θέλει να δώσει οποιαδήποτε συνέχεια. Ο κατηγορούμενος τότε του ανέφερε ότι δεν είναι την ηλικία του που σέβεται αλλά το τομάρι του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε και ο ίδιος έσπρωξε τον κατηγορούμενο για να τον απωθήσει. Αμέσως ο Κατηγορούμενος του ανέφερε «τώρα θα δεις τι θα γίνει» και αφού εισήλθε στο όχημα του αντιλήφθηκε ότι ερχόταν προς το μέρος του. Ο ίδιος τον απέφυγε και τότε ο κατηγορούμενος με το όχημα του χτύπησε με το δεξί μπροστινό μέρος του πάνω στον αριστερό τροχό της Μ.Κ
- Ακολούθως αποχώρησε από το μέρος. Ο ίδιος ενημέρωσε την Μ.Κ 3 για πιο πάνω συμβάν λόγω του ότι ο ίδιος δεν επιθυμούσε την οποιαδήποτε περαιτέρω εμπλοκή του. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι προηγήθηκε μεταξύ του ιδίου και του κατηγορουμένου οποιοδήποτε περιστατικό στα φώτα τροχαίας και ο ίδιος δεν γνωρίζει τον λόγο που ο κατηγορούμενος του κόρναρε με το όχημα του αλλά και ούτε γνωρίζει τον λόγο που ο κατηγορούμενος εξήλθε του οχήματος του και άρχισε να του φωνάζει. Ως προς τον λόγο που ο ίδιος ανάφερε στην κατάθεσή του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ασχολείτο με το κινητό του τηλέφωνο όταν βρισκόταν στα φώτα τροχαίας ήταν γιατί ρωτήθηκε από τον αστυνομικό που του λάμβανε κατάθεση. Θέση του ήταν ότι ο ίδιος δεν κρατούσε κινητό τηλέφωνο και ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει ένα τέτοιο γεγονός. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος εκνευρίστηκε επειδή ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε την κόρνα του οχήματός του. Εξήγησε ότι ο λόγος που ανάφερε στον κατηγορούμενο, όταν και συναντήθηκαν στο περίπτερο, ότι «τελειωσε» το μεταξύ τους συμβάν και ότι ο ίδιος δεν επιθυμεί να δώσει οποιαδήποτε συνέχεια ήταν σε σχέση με το επανειλημμένο κορνάρισμα του οχήματος του κατηγορουμένου. Ανάφερε, επίσης, ότι ο ίδιος ουδέποτε προέβαλε στην κατάθεση του τη θέση ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να τον κτυπήσει με το όχημα του. Ως προς τον λόγο που οι ζημιές του οχήματος της Μ.Κ 3 ήταν στον τροχό και στο φτερό του ενώ το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος βρισκόταν σταματημένο πίσω από το δικό του όχημα, ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο κατηγορούμενος, αφού έβαλεν όπισθεν του οχήματος, έφυγε με το όχημα του «ξερογυριστός», στη συνέχεια το έστρεψε προς το μέρος του, και αφού έκανε επαναστροφή στη συνέχεια κτύπησε το όχημα της Μ.Κ
- Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι είναι ο ίδιος που επιτέθηκε στον κατηγορούμενο, και όχι ο κατηγορούμενος στον ίδιο, τραυματίζοντάς τον και ότι ο κατηγορούμενος από τον φόβο του και στην προσπάθειά του να διαφύγει χτύπησε ελαφριά στο όχημα της Μ.Κ
- Τέλος ήταν η θέση του ότι είναι ο ίδιος που κάλεσε την Αστυνομία την ίδια στιγμή να μεταβεί στο περίπτερο. Η Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 7). Ανάφερε σε αυτή ότι σε σχέση με το περιστατικό που έγινε στις 29.11.2017 η ίδια δεν είδε το ο,τιδήποτε. Αν και υπάρχουν κάμερες παρακολούθησης στο περίπτερο, στο σημείο όπου έγινε το επεισόδιο δεν υπήρχε τέτοια. Το μόνο που η ίδια γνωρίζει είναι ότι ο κατηγορούμενος με το όχημα του χτύπησε πάνω στο αριστερό φτερό και τροχό του οχήματός της προκαλώντας της ζημιά και προς τον σκοπό αυτό θα ενημερώσει σχετικά την ασφάλεια της. Προφορικά ανάφερε ότι μόλις πληροφορήθηκε για το συμβάν από τον παραπονούμενο εξήλθε έξω από το περίπτερο και αμέσως κάλεσε την Αστυνομία, η οποία λίγο αργότερα προσήλθε στο μέρος. Ακολούθως προσήλθε και ο κατηγορούμενος. Εξήγησε ότι ο λόγος που κάλεσε την Αστυνομία ήταν για να προβεί σε καταγγελία για τη ζημιά που υπέστη το όχημά της από τον κατηγορούμενο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι η ίδια δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου λόγω του ότι φοβήθηκε από τις απειλές του. Αποδέχθηκε τη θέση ότι στην κατάθεσή της δεν αναφέρει ότι έχει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του και αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο λόγος που προσήλθε η Αστυνομία στο περίπτερο δεν ήταν κατόπιν του δικού της τηλεφωνήματος αλλά μετά από την καταγγελία που υπέβαλε ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ανέφερε ότι ο παραπονούμενος βρισκόταν μπροστά του με το όχημά του στα φώτα τροχαίας της Κοκκινοτριμυθιάς. Όταν άναψε το πράσινο φως, ως η πορεία τους, ο παραπονούμενος δεν προχωρούσε και τότε ο ίδιος χρησιμοποίησε την κόρνα του οχήματος του. Ο ίδιος παρατήρησε από το πισινό γυαλί του οχήματος του παραπονουμένου καθώς και από το δεξιό καθρεφτάκι του ότι ο παραπονούμενος κρατούσε το κινητό του τηλέφωνο και έπαιζε. Ο παραπονούμενος ξεκίνησε να στρίβει με πολύ χαμηλή ταχύτητα και του έκανε διάφορες χειρονομίες. Χρησιμοποιούσε το φρένο του οχήματος του συνέχεια με σκοπό να τον προκαλέσει. Ο παραπονούμενος του έγνεψε να σταματήσει το όχημα του αριστερά. Ο ίδιος αναγνώρισε τον παραπονούμενο εφόσον τον γνώριζε από προηγουμένως λόγω του ότι το περίπτερο, στο οποίο εργάζεται τόσο ο ίδιος όσο και η Μ.Κ 3, ήταν δικό του και το πώλησε στην τελευταία και στον πρώην συμβίο της. Όταν σταμάτησε στο περίπτερο κατέβηκε κάτω από το όχημά του με χαμόγελο και ρώτησε τον παραπονούμενο γιατί ενοχλήθηκε και ο παραπονούμενος του απάντησε ότι επειδή σέβεται την ηλικία του, του ζήτησε να φύγει από εκεί. Ο ίδιος και πάλι χαμογέλασε και με το που χαμογέλασε ο παραπονούμενος τον άρπαξε από τον γιακκά και τον κουτούλησε. Ο ίδιος ζαλίστηκε και άνοιξε την πόρτα του οχήματός του και κάθισε. Όταν μπήκε μέσα στο όχημα του ο παραπονούμενος κινήθηκε προς το μέρος του. Τότε ο ίδιος με μία απότομη εκκίνηση, για να τον αποφύγει, και επειδή το χωράφι ήταν στρωμένο με τσιακκίλι, το όχημα του παρέκκλινε της πορείας του και χτύπησε πάνω στο αριστερό φτερό της Μ.Κ
- Αμέσως έφυγε από τη σκηνή και μετέβη στον αστυνομικό σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς όπου και προέβη εναντίον του παραπονουμένου σε καταγγελία. Πήγε ακολούθως μαζί με τους αστυνομικούς στο περίπτερο με σκοπό οι τελευταίοι να λάβουν τα δεδομένα από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης του περιπτέρου. Η Μ.Κ 3 αρνήθηκε να τα παραδώσει στην Αστυνομία ισχυριζόμενη ότι και οι δύο εξωτερικές κάμερες δεν δούλευαν. Ουδέποτε ο ίδιος επιτέθηκε στον παραπονούμενο και ουδέποτε κακόβουλα χτύπησε το όχημα της παραπονούμενης. Απλά ήταν ένα ατύχημα εφόσον δεν είχε τέτοια πρόθεση. Τέλος ανάφερε ότι ο ίδιος ουδέποτε αποπειράθηκε να κτυπήσει τον παραπονούμενο με το όχημά του. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο λόγος που ακολoύθησε το όχημα του παραπονούμενου ήταν γιατί είχαν την ίδια πορεία και όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο. παραπονούμενο μετά τα φώτα, ήταν γιατί ο ίδιος ακολούθησε την πορεία του. Ο λόγος που σταμάτησε το όχημα του ήταν για να λυθεί η μεταξύ τους παρεξήγηση εφόσον γνώριζε τον παραπονούμενο από προηγουμένως. Ουδέποτε περίμενε ότι ο παραπονούμενος θα αντιδρούσε με τέτοιο τρόπο. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι ουδέποτε τον χτύπησε ο παραπονούμενος, και ότι αντίθετα είναι ο ίδιος που επιτέθηκε σε αυτόν και ότι ο ίδιος συχνά πλάθει ιστορίες περί τραυματισμών ώστε να λαμβάνει χρηματικές αποζημιώσεις. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος και η συμβία του ουδέποτε προέβηκαν σε καταγγελία στην Αστυνομία και την υπέβαλαν αφότου ο ίδιος υπέβαλε εναντίον του παραπονουμένου σε καταγγελία και αφού εξάντλησαν όλα τα περιθώρια με ανθρώπους του υποκόσμου ώστε να του ασκήσουν πιέσεις με σκοπό να αποσύρει το εναντίον του κατηγορουμένου παράπονο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
- Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Ο παραπονούμενος δεν άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις. Η μαρτυρία του δεν είχε λογική συνοχή και δεν ήταν σταθερή. Στην προσπάθεια του να προωθήσει τη δική του εκδοχή γεγονότων δεν απέφυγε τις αντιφάσεις, ενώ κάποιες δε θέσεις του συγκρούονται με την κοινή λογική. Κρίνω ότι το εναντίον του κατηγορούμενου παράπονο του δεν είναι γνήσιο. Εξηγώ ευθύς αμέσως την πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου. Το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου υποβλήθηκε, ως καταδεικνύεται μέσα από τις ενέργειες του ΜΚ1, κατά τη λήψη από τον ίδιο ανακριτικής κατάθεσης κατόπιν παραπόνου που ο κατηγορούμενος υπέβαλε την ίδια ημέρα όπου έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο. Είναι στις 13.12.17, δεκατέσσερις ημέρες μετά το επίδικο επεισόδιο, που για πρώτη φορά ο παραπονούμενος υπέβαλε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Η ανθρώπινη λογική και εμπειρία επιτάσσει ότι εάν κάποιος έχει παράπονο εναντίον άλλου προσώπου, και μάλιστα σε έντονο βαθμό ως αυτό συμπεραίνεται κατά τη μαρτυρία του παραπονούμενου ενόρκως, θα υπέβαλλε στην Αστυνομία άμεσα το παράπονο του. Πόσο μάλλον που στην προκειμένη περίπτωση ο ίδιος ο παραπονούμενος προέβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος προσπάθησε να τον χτυπήσει με το όχημα του, αλλά και ότι με πρόθεση χτύπησε το όχημα της ΜΚ
- Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, ο παραπονούμενος θα προέβαινε σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, κάτι το οποίο δεν έπραξε άμεσα όπως ο κατηγορούμενος, αλλά μετά που κλήθηκε από αυτήν ώστε να δώσει ανακριτική κατάθεση. Και όχι μόνο ο ίδιος ο παραπονούμενος δεν κάλεσε την Αστυνομία, αλλά σύμφωνα και με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΚ1, ο ίδιος τον κάλεσε στο τηλέφωνο να διευθετήσουν μεταξύ τους συνάντηση με σκοπό την από μέρους της Αστυνομίας λήψη ανακριτικής κατάθεσης και όχι μόνο ο ίδιος δεν ανάφερε κάτι στον εν λόγω αστυνομικό, αλλά και ούτε καν παρευρέθηκε στη μεταξύ τους διευθετηθείσα συνάντηση στις 4.1.
- Εάν το παράπονο του εναντίον του κατηγορούμενου ήταν γνήσιο, τόσο ο ίδιος θα μετέβαινε στο προκαθορισμένο ραντεβού του και να μην επιδείκνυε οποιανδήποτε αδιαφορία, αλλά έστω και τηλεφωνικώς θα υπέβαλλε ή έστω θα ανάφερνε στον ΜΚ1 τη δική του εκδοχή γεγονότων. Τίποτα όμως από τα πιο πάνω δεν έπραξε ο παραπονούμενος. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, καμιά βαρύτητα δεν θα προσδώσει το Δικαστήριο στη θέση του ότι είναι ο ίδιος που κάλεσε την Αστυνομία την ίδια ημέρα, όπου επεσυνέβη το επεισόδιο και η ίδια προσήλθε στο περίπτερο. Πέραν του γεγονότος ότι αφενός η θέση του αυτή συγκρούεται με τα όσα η ίδια η ΜΚ3 ανέφερε, η οποία υποστήριξε ότι είναι η ίδια που κάλεσε την Αστυνομία στο περίπτερο και αφετέρου ο ΜΚ1 επιβεβαίωσε ότι το παράπονο του παραπονούμενου έλαβε χώρα για πρώτη φορά στις 13.12.17, στην κατάθεσή του ανέφερε ότι ο ίδιος, επειδή δεν επιθυμούσε να έχει οποιανδήποτε περαιτέρω εμπλοκή σε σχέση με το επεισόδιο, ενημέρωσε την ΜΚ3 και της ζήτησε να καλέσει την Αστυνομία, ενώ ο ίδιος αποχώρησε από τη σκηνή του επεισοδίου. Για τους λόγους αυτούς επομένως, το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι πιο πάνω αναφορές του παραπονούμενου αποτελούν προϊόν δεύτερων σκέψεων. Περαιτέρω, ενώ ο ίδιος τόσο ενόρκως όσο και στην κατάθεσή του αρνήθηκε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που ο κατηγορούμενος του κόρναρε αρχικά και στη συνέχεια τον ακολούθησε μέχρι το περίπτερο, δεν δίδει οποιανδήποτε ικανή και επαρκή εξήγηση για τον λόγο που ο ίδιος κατέβηκε από το όχημά του αναφέροντας στον κατηγορούμενο "φίλε μου τέλειωνε, άφησμε να πάω στη δουλειά μου". Είναι άξιο απορίας γιατί ο ίδιος να ζητήσει από τον κατηγορούμενο να τελειώσει το όλο θέμα, εάν ο ίδιος δεν γνώριζε τι είχε πράγματι μεσολαβήσει προηγουμένως. Ούτε επίσης η εκδοχή του ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τον λόγο που ο κατηγορούμενος του κόρναρε είναι λογικός. Αποτελεί άξιο απορίας γιατί ο κατηγορούμενος να κόρναρε και να τον ακολουθήσει, εάν δεν είχε προηγηθεί κάτι μεταξύ τους προηγουμένως και το οποίο ο παραπονούμενος ηθελημένα δεν επιθυμούσε να αναφέρει στο Δικαστήριο. Αντιφατική επίσης ήταν η θέση του την οποία προέβαλε ενόρκως, ότι ο ίδιος ουδέποτε υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να τον χτυπήσει με το όχημα του. Η πιο πάνω θέση του όμως διαψεύδεται μέσα από την ανακριτική του κατάθεση, στην οποία ο ίδιος αυτολεξεί αναφέρει τα ακόλουθα: "Αντιλήφθηκα ότι το όχημα του ερχόταν προς το μέρος μου, έκανα να τον αποφύγω και χτύπησε με το δεξί μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου που κρατούσε προκαλώντας του ζημιές". Επίσης το γεγονός ότι για πρώτη φορά υπέβαλε ο παραπονούμενος παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι οι φωτογραφίες της Αστυνομίας που λήφθηκαν σε σχέση με τις ζημιές που υπέστη το όχημα της ΜΚ3, λήφθηκαν για πρώτη φορά την 13.12.
- Εάν όντως είχαν έτσι εξελιχθεί τα γεγονότα, ο πρώτος που θα έπρεπε να υποβάλει παράπονο ήταν ο ίδιος ο παραπονούμενος και όχι ο κατηγορούμενος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του παραπονούμενου δεν γίνεται αποδεκτή στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή μαρτυρία. Η μαρτυρία του έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό, που αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεη βάση για την εξαγωγή από το Δικαστήριο ασφαλών συμπερασμάτων. Ούτε και η μαρτυρία της ΜΚ3 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ήταν επουσιώδες σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα, εφόσον ως συνάγεται δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο επεισόδιο που είχε επισυμβεί μεταξύ του παραπονούμενου και του κατηγορούμενου. Σκοπός της παρουσίας της ήταν για να υποστηρίξει τις θέσεις του παραπονούμενου, αλλά και να πείσει το Δικαστήριο ότι είναι η ίδια που κάλεσε την Αστυνομία στη σκηνή και όχι ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Στην προσπάθεια της αυτή όμως επίσης δεν απέφυγε τις αντιφάσεις. Και εξηγώ. Ήταν η βασική της θέση, μέσω της κυρίως εξέτασής της, ότι μόλις την πληροφόρησε ο παραπονούμενος αμέσως μετά το επίδικο επεισόδιο η ίδια εξήλθε του περιπτέρου και αφού διαπίστωσε ότι το όχημα της ήταν χτυπημένο, κάλεσε την Αστυνομία. Ακολούθως η Αστυνομία ήρθε στο περίπτερο, όπου είδαν τη ζημιά του οχήματος της. Δεν μπορώ να προσδώσω οποιανδήποτε βαρύτητα στις πιο πάνω αναφορές της και τούτο γιατί πέραν του ότι η θέση της ότι είναι η ίδια που κάλεσε την Αστυνομία συγκρούεται με τη θέση που προέβαλε ο παραπονούμενος ότι είναι ο ίδιος που την κάλεσε, ο ΜΚ1, ανακριτής της υπόθεσης, τη διαψεύδει για τους λόγους που έχω προαναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου. Και πώς είναι δυνατό η ίδια να κάλεσε την Αστυνομία στη σκηνή και με βάση την κατάθεση της η ίδια να μην υποβάλλει οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου; Η θέση που προέβαλε ότι φοβήθηκε από τις απειλές του κατηγορούμενου δεν αποτελεί δικαιολογία, εφόσον σε καμιά αναφορά δεν προβαίνει στην κατάθεσή της αλλά και ούτε η ίδια εξηγά γιατί σήμερα έχει παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Επίσης για να υποστηρίξει τη θέση της ότι είναι η ίδια που κάλεσε την Αστυνομία και όχι ο κατηγορούμενος, προσκόμισε στο Δικαστήριο αντίγραφο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης (Τεκμήριο 8) προβάλλοντας τη θέση ότι η Αστυνομία βρισκόταν στο μέρος και ακολούθως αφίχθη ο κατηγορούμενος. Μελετώντας όμως με προσοχή το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, πέραν του γεγονότος ότι σε κάποια στιγμή προσήλθε στο εν λόγω περίπτερο η Αστυνομία, πουθενά όμως δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η θέση της ότι η Αστυνομία προσήλθε στη σκηνή αφότου αφίχθη ο κατηγορούμενος. Σε κάθε όμως περίπτωση, η θέση της είναι ότι η Αστυνομία προσήλθε στη σκηνή με σκοπό η ίδια να υποβάλει παράπονο. Κάτι τέτοιο πουθενά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα. Αντίθετα θα έλεγα, η θέση της αυτή διαψεύδεται. Πέραν του ότι ο ΜΚ1 αναφέρει ότι προσήχθη για πρώτη φορά και υπέβαλε παράπονο ο παραπονούμενος εναντίον του κατηγορούμενου 15 μέρες μετά το επεισόδιο, εάν η ίδια κάλεσε την Αστυνομία την ίδια μέρα για να υποβάλει παράπονο και η ίδια διαπίστωσε τις ζημιές στο όχημα της, είναι άξιο απορίας για ποιο λόγο η Αστυνομία έλαβε φωτογραφίες από το όχημα της κατηγορουμένης δεκαπέντε ημέρες μετά, δηλαδή αμέσως μετά το παράπονο που υπέβαλε ο παραπονούμενος. Επίσης πουθενά δεν προκύπτει μέσα από την κατάθεση της ότι η ίδια είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου ότι εσκεμμένα της προκάλεσε ζημιά. Επίσης, ενώ κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι υπέβαλε παράπονο εναντίον του παραπονούμενου, αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν υπέβαλε παράπονο εναντίον του γιατί φοβήθηκε, ενώ στην αντεξέταση της ανέφερε ότι οι αστυνομικοί ήρθαν στο περίπτερο για να επιθεωρήσουν το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Τέτοια αναφορά δεν γίνεται κατά τη μαρτυρία της στην κυρίως εξέτασή της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ούτε η μαρτυρία της ΜΚ3 μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονούμενου, και κατά δεύτερο λόγο του Μ.Κ 2 αδελφού του, για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω και έχοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71) η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση της κατηγορούμενης από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα όσα ανάφερε η κατηγορούμενη είτε από μόνα τους είτε σε συνάρτηση με τη λοιπή μαρτυρία δεν είναι ικανά και σε βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας συμπέρασμα περί ενοχής της. Η νομική βάση του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αδικείται διέπεται από το άρθρο 242 του Κεφ.154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κοινή επίθεση 242. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί σε άλλο πρόσωπο (β) παράνομα Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου μετά από την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας καθίσταται πρόδηλο ότι η κατηγορούμενη αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Με την απόρριψη της μαρτυρίας, κυρίως, του παραπονούμενου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον του παραπονουμένου. Την ίδια στιγμή ο παραπονούμενος σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ 3 δεν έφερε οποιεσδήποτε κακώσεις ή εκδορές σε κανένα σημείο του σώματος του. Αποτελεί νομολογημένο ότι η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Γεωργίου Aνδρέας ν. Aστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 439). Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο