← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χατζηαποστόλου, Αρ. Υπόθεσης:9086/2017, 8/4/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χατζηαποστόλου, Αρ. Υπόθεσης:9086/2017, 8/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B101 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9086/2017 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- [ ] Χατζηαποστόλου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8.4.

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Α. Γιαλελής Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση τις ακόλουθες 7 κατηγορίες: -Πλαστογραφία Εγγράφου (1η κατηγορία) -Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (2η, 3η και 6η κατηγορία) -Δόλια συναλλαγή ακίνητης περιουσίας που ανήκει σε άλλον (4η κατηγορία) -Εξασφάλιση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (5η κατηγορία) -Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (7η κατηγορία) Ο κατηγορούμενος δήλωσε την μη παραδοχή του σε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε και της άμεσης ανάγκης του για χρήματα ζήτησε από την [ ] Αντρέου (παραπονούμενη)-(Μ.Κ 2) να της πωλήσει, σε τιμή ευκαιρίας, ένα ακίνητο του στην περιοχή Κοκκινοτριμιθιάς, για το ποσό των €90.000, γεγονός για το οποίο η παραπονούμενη συμφώνησε. Λόγω του ότι η ίδια δεν είχε ολόκληρο το ποσό, ζήτησε από έναν φίλο της επ' ονόματι [ ] Χαραλάμπους (Μ.Κ 4) όπως το αγοράσουν από κοινού. Ο Μ.Κ 4 της παρέδωσε το ποσό των €60.000 και το υπόλοιπο θα το κατέβαλε η ίδια. Το ποσό των €90.000 παραδόθηκε στο φαρμακείο που διατηρούσε ο κατηγορούμενος, μέσω του συζύγου της [ ] Ιορδάνους (Μ.Κ 3), έναντι απόδειξης πληρωμής την 1.12.
  2. Την 9.12.14 υπεγράφη μεταξύ της παραπονουμένης και του κατηγορούμενου το εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο. Προηγουμένως ο κατηγορούμενος είχε αποστείλει, μέσω φαξ, στην παρουσία της παραπονούμενης και του Μ.Κ 3 από το φαρμακείο του προς τον δικηγόρο της παραπονούμενης (Μ.Κ 5) τόσο το έγγραφο ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου καθώς και το πιστοποιητικό έρευνας του με σκοπό την ετοιμασία του εν λόγω συμβολαίου. Τα εν λόγω έγγραφα ήταν πλαστά εφόσον παρουσίαζαν τον κατηγορούμενο ως τον μοναδικό ιδιοκτήτη του ακινήτου ενώ στην πραγματικότητα ο κατηγορούμενος ήταν συνιδιοκτήτης του με άλλα ακόμη 50 άτομα. Αρχές του 2015 η παραπονούμενη, συνοδευόμενη από τον Μ.Κ 3, μετέβηκε στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας για την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της. Εκεί ενημερώθηκε από λειτουργούς του Κτηματολογίου για το πιο πάνω γεγονός. Από την άλλη αποτελεί, συνοπτικά, θέση του κατηγορούμενου ότι ουδέποτε η παραπονούμενη είτε ο Μ.Κ 3, του έδωσαν το ποσό των €90.
  3. Είναι η θέση του ότι ο ίδιος δανείστηκε, στο παρελθόν, από τον Μ.Κ 3 ένα ποσό γύρω στις €15.000,00 το οποίο όμως εξόφλησε. Λόγω του ότι ο Μ.Κ 3 ήθελε όπως ο κατηγορούμενος του καταβάλλει πολύ περισσότερα χρήματα εφόσον τον χρέωνε με υπέρογκους τόκους ο ίδιος δεχόταν από αυτόν απειλές ακόμα και για την ίδια του τη ζωή καθώς και του ασκήθηκε βία. Δεν αρνείται το γεγονός ότι ο ίδιος υπόγραψε αφενός συμφωνητικό έγγραφο σε σχέση με την πώληση του επίδικου ακίνητου και αφετέρου ότι υπέγραφε έγγραφο το οποίο βεβαιώνει το γεγονός ότι παρέλαβε από τον Μ.Κ 3 σε μετρητά το πιο πάνω ποσό. Αποδέχεται επίσης ότι τα πλαστογραφημένα έγγραφα τα απέστειλε στον Μ.Κ
  4. Είναι όμως η θέση του ότι αφενός εξαναγκάσθηκε να αποστείλει τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα και αφετέρου να υπογράφει τόσο το συμφωνητικό έγγραφο όσο και την πιο πάνω βεβαίωση κατόπιν εξαναγκασμού και βίας που του ασκήθηκε από τον Μ.Κ
  5. Αποτελεί θέση του ότι ο ίδιος ουδέποτε πλαστογράφησε ή παραποίησε οποιονδήποτε έγγραφο του Κτηματολόγιου και ουδέποτε παρουσίασε τον εαυτό του είτε στην παραπονούμενη είτε στον Μ.Κ 3 ότι ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου. Λαμβανομένου υπόψιν των πιο πάνω εκδοχών αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών τα ακόλουθα γεγονότα: Την 1.12.14 ο κατηγορούμενος υπέγραψε έγγραφο (Τεκμήριο 8) το οποίο τιτλοφορείτε με την λέξη "Τιμολόγιο". Το εν λόγω έγγραφο φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου και επιβεβαιώνει το γεγονός ότι παρέλαβε το ποσό των €90.000 σε μετρητά προς την εξόφληση του επίδικου ακινήτου. Το εν λόγω έγγραφο υπεγράφη στο φαρμακείο του κατηγορουμένου στη Λευκωσία. Την 09.12.14 ο κατηγορούμενος υπέγραψε συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμήριο 5), με το οποίο πωλούσε στην παραπονούμενη το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/[ ] στην περιοχή Κοκκινοτριμυθιά Κοκκινόσπιτο, Τμήμα 0, Φύλλο 20, Σχέδιο 55, Τεμάχιο [ ] («το ακίνητο»). Στο εν λόγω συμφωνητικό έγγραφο δηλώνεται αφενός ότι ο κατηγορούμενος είναι ο μοναδικός δικαιούχος και εγγεγραμμένος κάτοχος του ακινήτου και αφετέρου ότι το τίμημα πώλησης καθορίστηκε στο ποσό των €90.000 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α, το οποίο και δόθηκε στον κατηγορούμενο με την υπογραφή του πιο πάνω συμφωνητικού εγγράφου. Την εν λόγω συμφωνία την υπέγραψε τόσο και η παραπονούμενη, με μάρτυρες κάποιο [ ] Γεωργίου και [ ] Ιορδάνους. Περί τις αρχές Ιανουαρίου η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 3 μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας για την μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της. Εκεί ενημερώθηκαν από λειτουργούς του Κτηματολογίου ότι το εν λόγω ακίνητο δεν ανήκει αποκλειστικά στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος είναι συνιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου με μερίδιο 1/504 ενώ το ακίνητο ανήκει δια υπόλοιπων μεριδίων σε άλλα ακόμη 50 φυσικά πρόσωπα (Τεκμήρια 11 και 12, αντιστοίχως). Τα πιο πάνω αποτελούν μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 3244 [ ] Νικολάου (Μ.Κ 1), την παραπονούμενη (Μ.Κ 2), τον [ ] Ιορδάνους (Μ.Κ 3), τον [ ] Χαραλάμπους (Μ.Κ 4), τον δικηγόρο [ ] Νεοφύτου (Μ.Κ 5), την [ ] Κούκου (Μ.Κ 6) και την [ ] Παπαλοΐζου (Μ.Κ 7). Αφού ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία από το Δικαστήριο αποφάσισε να καταθέσει ενόρκως, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, την γραπτή του κατάθεσή (Τεκμήριο 1). Ήταν το πρόσωπο που έλαβε γραπτή κατάθεση από την παραπονούμενη. Στα πλαίσια της κατάθεσης της η παραπονούμενη του παρέδωσε το πρωτότυπο του συμφωνητικού εγγράφου (Τεκμήριο 5), Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας (Τεκμήριο 6), έγγραφο Ιδιοκτησίας και συμφέρον οικοπέδου (Τεκμήριο 7), καθώς και απόδειξη εξόφλησης (Τεκμήριο 8). Στα πλαίσια ερευνών του έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Μ.Κ 3 και τον Μ.Κ
  6. Την 8.10.16 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2) και ήταν το πρόσωπο που τον κατηγόρησε και γραπτώς (Τεκμήριο 3). Αφού ο ίδιος προέβη σε μελέτη των τραπεζικών λογαριασμών (Τεκμήρια 19) που διατηρούσε ο κατηγορούμενος ετοίμασε σχετική έκθεση (Τεκμήριο 18) στην οποία κατέληξε, μεταξύ άλλων, στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος δεν έλαβε άμεσα το ποσό των €90.000 από οποιονδήποτε πρόσωπο. Ανάφερε, προφορικά, ότι η θέση της παραπονούμενης ήταν ότι το Τεκμήριο 7 της το παρέδωσε προσωπικά ο κατηγορούμενος. Από τις έρευνες του μέσω του Κτηματολογίου διαπίστωσε ότι το εν λόγω Τεκμήριο 7 δεν αποτελεί πρωτότυπο αλλά αντίγραφο και ως εκ τούτου δεν ήταν σε θέση η Αστυνομία να προέβαινε σε δικανικό του έλεγχο. Αντεξεταζόμενος, ο εν λόγω μάρτυρας αποδέχθηκε τη θέση ότι το εν λόγω πρωτότυπο έγγραφο θα έπρεπε λογικά να το είχε στην κατοχή της η παραπονούμενη εφόσον της δόθηκε από τον κατηγορούμενο. Ήταν όμως η θέση της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος της παρέδωσε αυτούσιο το Τεκμήριο 7 και τίποτα άλλο. Ανάφερε, επίσης, ότι ως ανακριτής της παρούσας υπόθεσης τον παραξένεψε το γεγονός ότι η απόδειξη εξόφλησης των €90.000 (Τεκμήριο 8), δεν ήταν στην ουσία τέτοια αλλά ήταν τιμολόγιο. Τέλος, ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ισχυρίσθηκε στην Αστυνομία ότι έπεσε θύμα τοκογλυφίας είτε από την παραπονούμενη είτε από τον Μ.Κ 3, παρά μόνο ότι απειλήθηκε. Η παραπονούμενη υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 25). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής με τον κατηγορούμενο γνωρίζονταν από το 2006 και συνεργάζονταν επαγγελματικά σε καθημερινή βάση, με αποτέλεσμα να αναπτύξουν στενές οικογενειακές σχέσεις. Λόγω οικονομικών προβλημάτων που είχε ο κατηγορούμενος της ζήτησε δανεικά χρήματα τα οποία και της τα επέστρεψε. Ακολούθως, της πρότεινε να της πωλήσει, σε τιμή ευκαιρίας, το επίδικο ακίνητο στην τιμή των €90.000, λόγω άμεσης οικονομικής του ανάγκης. Λόγω του ότι η ίδια δεν είχε ολόκληρο το πιο πάνω ποσό, πρότεινε στον Μ.Κ 4 να αγοράσουν το ακίνητο από κοινού. Ο Μ.Κ 4 συμφώνησε και της παρέδωσε το ποσό των € 60.000 ενώ το υπόλοιπο ποσό θα το κατέβαλε η ίδια. Όταν εξασφάλισε τα χρήματα ζήτησε από τον κατηγορούμενο τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακίνητου (Τεκμήριο 7), όπου και της προσκομίσθηκε στις 26.11.
  7. Την ίδια ημέρα, το εν λόγω έγγραφο ο κατηγορούμενος το απέστειλε, μέσω τηλεομοιότυπου στον Μ.Κ 5, δικηγόρο της. Την 1.12.14 ο Μ.Κ 3 μετέβηκε στο φαρμακείο του κατηγορούμενου και παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €90.000 έναντι απόδειξης (Τεκμήριο 8). Εκείνη την ημέρα δεν υπεγράφη το Τεκμήριο 5 γιατί ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να εντοπίσει οποιοδήποτε πιστοποιών υπάλληλο. Αυτό όμως υπεγράφη στις 9.12.14, όταν ο σύζυγός της μετέβηκε εκ νέου στο φαρμακείο του κατηγορούμενου. Όταν πληροφορήθηκαν από την Μ.Κ 7 ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του ακινήτου ο Μ.Κ 3 κάλεσε τηλεφωνικώς αμέσως τον κατηγορούμενο, ο οποίος τους απολογήθηκε και τους παρακάλεσε να μην προχωρήσουν σε εναντίον του καταγγελία στην Αστυνομία, αφού θα τους επέστρεφε πίσω το ποσό των €90.
  8. Λόγω των άριστων σχέσεων που είχαν μεταξύ τους δεν προχώρησαν τότε σε καταγγελία στην Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι για την αγορά του ακινήτου ενδιαφέρθηκαν περισσότερο ο Μ.Κ 3 και ο Μ.Κ 4 λόγω του ότι είχαν σκοπό να αναγείρουν κατοικίες. Διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι ο Μ.Κ 4, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος κατέβαλε τα περισσότερα χρήματα για την αγορά του ακινήτου, δεν επιθυμούσε να εγγραφεί ως πωλητής στην συμφωνία αλλά θα του μεταβιβαζόταν το μερίδιο που του αναλογούσε μόλις μεταβιβαζόταν το ακίνητο επ' ονόματι της. Ο λόγος που δεν αναγράφηκε ως πωλητής εξ αρχής ήταν όπως εξήγησε επειδή ο Μ.Κ 4 ήταν Αστυνομικός. Ως προς τον λόγο που η ίδια παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €90.000 ενώ η συμφωνία καταρτίσθηκε αργότερα η εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι είχε απόλυτη και πλήρη εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο. Αποδέχθηκε, ερωτηθείσα σχετικά, ότι πριν παραδωθεί το ποσό των €90.000 στον κατηγορούμενο ο τελευταίος διατηρούσε υπόλοιπο έναντι στην εταιρεία της καθώς και ότι είχε στην κατοχή της ακάλυπτες επιταγές του. Αρνήθηκε ότι η ίδια και ο Μ.Κ 3 προέβησαν έναντι του κατηγορουμένου σε πράξεις τοκογλυφίας. Επανέλαβε τη θέση της ότι αφενός ο κατηγορούμενος της παρέδωσε το Τεκμήριο 7 και με σκοπό οι ίδιοι να είναι προστατευμένοι το απέστειλαν από το φαρμακείο του κατηγορουμένου μέσω φαξ στον Μ.Κ
  9. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι το Τεκμήριο 7 είναι η ίδια που το απέστειλε στον δικηγόρο της, ότι όλα τα έγγραφα τα έλαβε κατόπιν απειλών του Μ.Κ 3 προς τον κατηγορούμενο και ότι ο κατηγορούμενος εξαναγκάσθηκε να υπογράψει το συμφωνητικό έγγραφο και πάλι λόγω απειλών του Μ.Κ
  10. Επίσης αρνήθηκε το γεγονός ότι είναι η ίδια μαζί με τον Μ.Κ 3 που παραποίησαν τα έγγραφα του Κτηματολογίου με σκοπό να εκβιάζουν τον κατηγορούμενο ώστε να τους καταβάλλει χρήματα με υπέρογκο τόκο, προσθέτοντας ότι ο κατηγορούμενος έχει προβεί και στο παρελθόν σε πλαστογραφία επιταγής. Αρνήθηκε τέλος ότι ουδέποτε κατέβαλε στον κατηγορούμενο το ποσό των €90.
  11. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 28). Αναφέρει σε αυτήν ότι την 1.12.14 μετέβηκε, μαζί με την παραπονούμενη, στο φαρμακείο του κατηγορούμενου όπου και του παρέδωσε το ποσό των €90.
  12. Δεν υπεγράφη την εν λόγω ημέρα το συμφωνητικό έγγραφο αγοράς εφόσον ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να εντοπίσει πιστοποιών υπάλληλο. Όταν πληροφορήθηκαν από λειτουργούς του Κτηματολογίου ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιδιοκτήτης ολόκληρου του ακινήτου επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και ο τελευταίος τους παρακάλεσε να μην προχωρήσουν σε καταγγελία στην Αστυνομία, αφού τους διαβεβαίωσε ότι θα τους επέστρεφε ολόκληρο το ποσό. Λόγω των άριστων σχέσεων που είχαν δεν προχώρησαν σε καταγγελία του. Προφορικά, ανάφερε, ότι το Τεκμήριο 9 το απέστειλε ο κατηγορούμενος στον Μ.Κ 5 εφόσον είναι ο ίδιος που τον ειδοποίησε να το αποστείλει. Ο ίδιος έλαβε αντίγραφο αυτού την επόμενη ημέρα, όταν και μετέβη στο φαρμακείο του κατηγορουμένου. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι ο λόγος που ο κατηγορούμενος υπέγραψε σε τιμολόγιο ότι έλαβε το ποσό των €90.000 και όχι σε σχετική απόδειξη πληρωμής ήταν λόγω της φιλίας που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο. Ο ίδιος ήθελε να βοηθήσει τον κατηγορούμενο να ξεμπλέξει από τοκογλύφους και για το λόγο αυτό του έδωσαν το πιο πάνω ποσό. Ο λόγος που προχώρησαν με την αγορά του επίδικου ακινήτου ήταν γιατί τόσο οι ίδιοι όσο και ο Μ.Κ 4 είχαν πρόθεση να αναγείρουν εντός αυτού την δική τους κατοικία. Αποδέχθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος, πριν του δώσουν το πιο πάνω ποσό, όφειλε χρήματα στην εταιρεία του που διατηρούσε με την παραπονούμενη. Ως προς τον λόγο που ο ίδιος δεν αφαίρεσε από το ποσό των €90.000 τα οφειλόμενα του κατηγορουμένου ποσά ήταν επειδή δεν είναι με αυτή την πρακτική που λειτουργεί το εμπόριο. Διευκρίνισε επίσης ότι ο λόγος που ο Μ.Κ 4 δεν αναγράφηκε και εκείνος ως ο αγοραστής του ακινήτου στο Τεκμήριο 5 ήταν αφενός γιατί υπήρχε εμπιστοσύνη μεταξύ της παραπονούμενης και του Μ.Κ 4 και αφετέρου υπήρχαν μεταξύ τους συμφωνίες που διασφάλιζαν τα συμφέροντα του τελευταίου. Επίσης ήθελαν να αποφύγουν τις γραφειοκρατίες. Εξήγησε ότι ο λόγος που ο Μ.Κ 4 ενώ έδωσε το ποσό των €60.000 τον Απρίλιο του 2014 για την αγορά του ακινήτου ενώ το Τεκμήριο 5 καταρτίσθηκε τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους ήταν επειδή ο Μ.Κ 4 ήθελε να αποσύρει τα χρήματα του από την τράπεζα φοβούμενος ένα νέο κούρεμα αλλά και επειδή ήθελε να επενδύσει στην όποια επιχειρηματική κίνηση θα προέβαινε ο ίδιος. Αρνήθηκε ότι υπήρχε φόβος προς το πρόσωπό του από τον κατηγορούμενο, ότι ο ίδιος απείλησε και άσκησε σωματική βία με οποιονδήποτε τρόπο εναντίον του. Αποδέχθηκε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος στο παρελθόν τον κατάγγειλε αρκετές φορές στην Αστυνομία για τις υποτιθέμενες απειλές, προσθέτοντας ότι αυτά ήταν προφάσεις του κατηγορουμένου για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του. Αποδέχθηκε επίσης ότι έχει καταδικασθεί στο παρελθόν σε ποινή φυλάκισης για υπόθεση βαιοπραγίας, ξυλοδαρμού και βασανιστηρίων. Αρνήθηκε, τέλος, σχετική θέση ότι ο ίδιος έχει οποιαδήποτε ανάμιξη στην πλαστογραφία και παραποίηση των εγγράφων του Κτηματολογίου. Ο Μ.Κ 4 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 29). Σύμφωνα με αυτήν το 2012 γνώρισε την παραπονούμενη και έκτοτε ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις. Το 2014 η παραπονούμενη του ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος ενδιαφέρεται να πωλήσει ένα ακίνητο σε πολύ χαμηλή τιμή για το ποσό των €90.
  13. Συμφώνησαν να καταβάλει αυτός το ποσό των €60.000 και η παραπονούμενη το υπόλοιπο ποσό των €30.
  14. Το εν λόγω ποσό της το παρέδωσε σε μετρητά την 29.4.
  15. Η παραπονούμενη ανέλαβε, με τη δική του συγκατάθεσή, την εξ' ολοκλήρου μεταβίβαση του αρχικά επ' ονόματός της και ακολούθως θα μεταβίβαζε επ' ονόματι του το μεριδίου που του αναλογούσε. Μετά την πάροδο 7 μηνών ενημερώθηκε από την παραπονούμενη ότι ο κατηγορούμενος τους ξεγέλασε. Στη συνέχεια συμφώνησε με την παραπονούμενη όπως αυτή που καταβάλλει ένα ποσό μηνιαίως. Μέχρι στιγμής του έχει παραδώσει μόνο το ποσό των €13.
  16. Αντεξεταζόμενος, αποδέχθηκε ότι δεν υπήρχε για τον ίδιο οποιοδήποτε νομικό κώλυμα να αναγραφόταν επί του Τεκμηρίου 5 και ο ίδιος ως ένας από τους αγοραστές του ακινήτου. Ο λόγος όμως που δεν αναγράφηκε, ως εξήγησε, ήταν αφενός λόγω της δικής του ανωριμότητας και αφετέρου λόγω εμπιστοσύνης που έδειξε προς το πρόσωπο της παραπονούμενης. Αποδέχθηκε επίσης ότι δεν έλαβε οποιανδήποτε απόδειξη από την παραπονούμενη που να βεβαιώνει το γεγονός ότι της παρέδωσε το ποσό των €60.000 και ότι ο ίδιος ουδέποτε ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί είτε να επιθεωρήσει προσωπικά για την επένδυση του. Ως προς τον λόγο που παρέδωσε σε μετρητά το πιο πάνω ποσό ήταν επειδή αυτή ήταν η απαίτηση της παραπονούμενης. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί το όνομα του δικηγόρου που τον συμβούλευσε σε σχέση με την εν λόγω επένδυση και ούτε γνώριζε ότι με την μεταβίβαση επ' ονόματι του μεριδίου που του αναλογούσε από την παραπονούμενη ο ίδιος θα κατέβαλε μεταβιβαστικά και φόρους. Εξήγησε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να αναγείρει κατοικία στο ακίνητο αλλά ούτε και έτυχε ενημέρωσης από την παραπονούμενη ότι η ίδια είχε τέτοια πρόθεση. Ουδέποτε επίσης έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης από την παραπονούμενη ότι είχε καταβάλει στον κατηγορούμενο το τίμημα πώλησης του ακινήτου και ότι υπεγράφη το Τεκμήριο 5 τον Δεκέμβριο του
  17. Ο Μ.Κ 5 δικηγόρος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεσή (Τεκμήριο 30). Σύμφωνα με αυτήν, τον Νοέμβριο του 2014 τον επισκέφθηκε η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 3 με σκοπό να τους καταρτίσει αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την αγορά του ακινήτου. Πριν ο ίδιος προχωρήσει στην ετοιμασία του, ζήτησε αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του ακινήτου με σκοπό να προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο. Στις 26.11.14 ο κατηγορούμενος του απέστειλε, μέσω φαξ, τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου (Τεκμήριο 7). Ο ίδιος ζήτησε από την παραπονούμενη και τον Μ.Κ 3 να προβεί και πάλι σε έρευνα του ακινήτου στο Κτηματολόγιο. Τα εν λόγω πρόσωπα του ανάφεραν ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόσφατη έρευνα στην κατοχή του και ως εκ τούτου δεν ήταν ανάγκη να προβεί ο ίδιος σε νέα. Ο κατηγορούμενος την επόμενη ημέρα του απέστειλε, και πάλι μέσω φαξ, την εν λόγω έρευνα (Τεκμήριο 9). Παρά τις επιφυλάξεις του ο ίδιος κατάρτισε το Τεκμήριο 5 λόγω του ότι οι πελάτες του εμπιστεύονταν τον κατηγορούμενο. Μετά από λίγες μέρες επικοινώνησε μαζί του ο Μ.Κ 3 και του ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος τους εξαπάτησε. Ο ίδιος τότε συμβούλευε τους πελάτες του να προβούν σε άμεση καταγγελία στην Αστυνομία, όμως οι ίδιοι, όπως του ανάφεραν, δέχονταν πιέσεις από τον κατηγορούμενο να μην τον καταγγείλουν. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι ήταν εις γνώση του το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος όφειλε, πριν την κατάρτιση του Τεκμηρίου 5, χρήματα στην παραπονούμενη και στον Μ.Κ 3 εφόσον είχε εκδώσει προς όφελος τους ακάλυπτες επιταγές. Σε συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο δεν διαπίστωσε ο ίδιος να διακατείχετο από φόβο έναντι του Μ.Κ
  18. Δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί κατά πόσο στις 26.11.14, ημερομηνία κατά την οποία ο κατηγορούμενος του απέστειλε το Τεκμήριο 9, η μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία έγινε μέσω της τηλεφωνικής συσκευής του Μ.Κ 3, επιβεβαίωσε όμως το γεγονός ότι κάποιες φορές μίλησε με τον κατηγορούμενο μέσω του κινητού τηλεφώνου του Μ.Κ
  19. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει για το πρόσωπο που του απέστειλε τα Τεκμήρια 7 και 9 καθώς και αν αυτά απεστάλησαν λόγω απειλών του Μ.Κ 3 αλλά ούτε και είναι σε θέση να γνωρίζει για το πρόσωπο που πλαστογράφησε τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα. Η Μ.Κ 6 υπεύθυνη στον Τομέα Μητρώων Εγγραφής Υποθηκών και Μισθώσεων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας προσκόμισε στο Δικαστήριο το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 31). Εξήγησε ότι το επίδικο ακίνητο έχει 50 συνιδιοκτήτες και ο κατηγορούμενος απέκτησε 504 μερίδια του ακινήτου, δυνάμει κληρονομιάς το
  20. Εκδόθηκε προς τούτο σχετικός τίτλος στις 14.11.
  21. Αντεξεταζόμενη ανάφερε ότι εάν κάποιο πρόσωπο προσέλθει στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση ακινήτου και διαπιστωθεί ότι αυτό έχει στην κατοχή του παραποιημένα έγγραφα, το Κτηματολόγιο ειδοποιεί άμεσα την Αστυνομία. Η Μ.Κ 7 ήταν η λειτουργός του Κτηματολόγιου Λευκωσίας στην οποία αποταθηκε η παραπονούμενη για την μεταβίβαση επ' ονόματι της του ακινήτου. Διαπίστωσε όταν της παραδόθηκε το Τεκμήριο 7 ότι το ακίνητο δεν άνηκε εξ ολοκλήρου στον κατηγορούμενο αλλά ότι είχε και άλλους συνιδιοκτήτες Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν κάλεσε την Αστυνομία ήταν γιατί η οποιαδήποτε παράνομη πράξη δεν έλαβε χώρα ενώπιον της. Εναπόκειτο στην παραπονούμενη κατά πόσο θα προχωρούσε η ίδια σε καταγγελία στην Αστυνομία. Αντεξεταζόμενη, ανάφερε ότι ίσως η ίδια να εισηγήθηκε στην παραπονούμενη να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία, πλην όμως η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 3 δεν επιθυμούσαν εφόσον της ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος είναι φίλος τους και ήθελαν να το διευθετήσουν το όλο ζήτημα μαζί του σε φιλική βάση. Η ίδια δεν διαπίστωσε να είχε στην κατοχή της οποιαδήποτε παραποιημένα έγγραφα και ούτε είναι σε θέση να πει το πρόσωπο που πλαστογράφησε και παραποίησε τα εν λόγω έγγραφα. Ο κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2). Εξήγησε ότι σε σχέση με την απάντηση που έδωσε στην 6η ερώτηση της ανακριτικής του κατάθεσης ο ίδιος ουδέποτε εννοούσε ότι έχει καταρτίσει οποιοδήποτε παραποιημένο έγγραφο προς την παραπονούμενη, απλά όταν έδινε την κατάθεσή του στο μυαλό του είχε το γεγονός ότι ο ίδιος παρέδωσε τον αυθεντικό τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου, στο οποίο αναγράφετο ότι του άνηκε το μερίδιο 1/
  22. Το γεγονός αυτό εξάλλου επιβεβαιώνεται και από τις απαντήσεις που έδωσε στην ανακριτική του κατάθεση στις ερωτήσεις 14 και 15, ότι δηλαδή ουδέποτε προέβη σε οποιανδήποτε παραποίηση εγγράφων του Κτηματολογίου. Ανάφερε επιπρόσθετα ότι ο κατηγορούμενος ερχόταν στο φαρμακείο του όπου μαζί με διάφορα άτομα τον απειλούσα και κάποιες φορές έφερνε και τον επιθετικό του σκύλο με σκοπό να τον εκφοβίσουν. Κάποιες δε φορές άσκησαν και βία εναντίον του και απείλησαν ακόμα και την ίδια του την ζωή. Για παράδειγμα κατά τις επισκέψεις του Μ.Κ 3 που είχαν σκοπό όπως ο ίδιος του καταβάλει χρήματα τον τραβούσαν από τα μαλλιά, του γύριζαν τα χέρια πισθάγκωνα και του τοποθετούσαν το κεφάλι στου πάγκο ώστε ο ίδιος να υπογράψει οποιαδήποτε έγγραφα επιθμούσε ο Μ.Κ 3, χωρίς να του δίδεται η δυνατότητα να τα διαβάσει. Επίσης τον απειλούσαν ότι θα απαγάγουν τη σύζυγο και το παιδί του. Κάποιες φορές τον έβαζαν να κάθεται στην καρέκλα, βάζοντας νερό στο στόμα του μέχρι ο ίδιος να πνιγεί ενώ ταυτόχρονα του έκλειναν την μύτη. Ο ίδιος έχανε τις αισθήσεις του και ακολούθως τον συνέφερναν. Κάποιες φορές άλλες φορές σε διάφορες επισκέψεις τους, του τοποθετούσαν πιπέρι μέσα στα παπούτσια του και τις κάλτσες του και τον ανάγκαζαν να κάνει τροχάδην επί τόπου ώσπου να τον κάψουν τα πόδια του. Μία άλλη φορά του κατέβασαν το παντελόνι του αφήνοντας τον γυμνό και τον απείλησαν ότι θα του χώσουν σκουπόξυλο στο πρωκτό του. Λόγω των πιο πάνω γεγονότων ο ίδιος προέβη σε διάφορες καταγγελίες στην Αστυνομία πλην όμως η ίδια δεν άσκησε οποιαδήποτε δίωξη εναντίον του Μ.Κ 3 γιατί του ανάφεραν ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του. Επίσης με εντολές της Αστυνομίας το κινητό του παρακολουθείτο αλλά λόγω του ότι ο Μ.Κ 3 τον καλούσε μέσω καρτοκινητών τηλεφώνων δεν μπορούσαν να τον εντοπίσουν. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι το μοναδικό έγγραφο που ο ίδιος παρέδωσε στην παραπονούμενη ήταν ένα πιστοποιητικό ιδιοκτησίας του ακινήτου ότι ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης μεριδίου 1/504 και ουδέποτε τους προσκόμισε οποιοδήποτε πιστοποιητικό εγγραφής ότι ο ίδιος είναι ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης του ακινήτου. Εξήγησε ότι ο λόγος που ο Μ.Κ 3 τον απειλούσε ήταν γιατί του δάνεισε χρήματα (περί τις €15.000) τα οποία ο ίδιος του τα επέστρεψε. Πλην όμως ο τελευταίος τον χρέωνε με υπέρογκους τόκους και ήθελε συνεχώς περισσότερα χρήματα. Εξήγησε ότι ο λόγος που προσκόμισε στον Μ.Κ 3 τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου ήταν γιατί ο ίδιος δεν είχε άλλα χρήματα στην κατοχή του και ο Μ.Κ 3 του ανάφερε χαρακτηριστικά "φέρτο και θα το κανονίσω". Ο λόγος που υπέγραψε το Τεκμήριο 5 αλλά και απέστειλε στον Μ.Κ 5 τα πλαστογραφημένα έγγραφα ήταν κατόπιν απειλών του Μ.Κ
  23. Ήταν τόσο έντονος ο φόβος του που κάθε πρωί έλεγχε το όχημα του, πριν εισέλθει σε αυτό η σύζυγος και το παιδί του, κατά πόσο είχε τοποθετηθεί σε αυτό οποιοσδήποτε εκρηκτικός μηχανισμός. Ουδέποτε η παραπονούμενη του έδωσε το ποσό των €90.000 σε μετρητά. Ήταν η θέση του ότι όλα ήταν εικονικά και η παραποίηση των εγγράφων του Κτηματολογίου έγινε από τον Μ.Κ 3 με σκοπό να τον εκβιάζουν και να το παγιδεύσουν γεγονός για το οποίο τον είχε προειδοποίησει ο Μ.Κ 3 προηγουμένως. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν ανάφερε, κατά την λήψη της κατάθεσης του, τα πιο πάνω περιστατικά βίας και απειλών προς το πρόσωπο του ήταν γιατί ο ίδιος ακόμη ένιωθε φόβο και ήταν πανικόβλητος. Διευκρίνισε όμως ότι έκανε αναφορά στην κατάθεση του ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 5 και απέστειλε τα Τεκμήρια 7 και 9 στον Μ.Κ 5 κατόπιν απειλών του Μ.Κ
  24. Θέση του ήταν ότι η παραπονούμενη με τον Μ.Κ 3 διέπρατταν εναντίον του το αδίκημα της τοκογλυφίας. Αρνήθηκε ότι τα όσα ανάφερε ενόρκως στο Δικαστήριο αποτελούν δεύτερες σκέψεις με σκοπό να αποποιηθεί των οποιωνδήποτε ποινικών του ευθυνών. Αρνήθηκε ότι ουδέποτε ο ίδιος απέστειλε δόλια οποιοδήποτε παραποιημένο έγγραφο στον Μ.Κ 5 και επέμενε στη θέση ότι είναι ο Μ.Κ 3 που τον εξανάγκασε να το αποστείλει. Επίσης του ζήτησε την επόμενη ημέρα να καλέσει τον Μ.Κ 5 και να του αναφέρει να μην προβεί σε οποιαδήποτε έρευνα σε σχέση με το επίδικο ακίνητο λόγω του ότι ο ίδιος είχε στη κατοχή του πρόσφατη έρευνα. Τέλος, αρνήθηκε ότι τα όσα αναφέρει περί απειλών και βίας δεν είναι αληθή προσθέτοντας ότι είναι πέρα για πέρα αληθινά. Ο ίδιος ήταν φοβισμένος και δεν ήξερε σε ποιες άλλες ενέργειες μπορούσε να προβεί ώστε να προστατευθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις του κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ., υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του ξεχωριστά, αλλά πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 1 στην ολότητα της. Ο εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος έχει προβεί στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων. Οι ενέργειες του και η μαρτυρια του ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση και ως εκ τούτου αυτή παρέμεινε αναντίλεκτη. Υποστηρίζεται δε πλήρως από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. H παραπονούμενη μου άφησε τις χείριστες εντυπώσεις και δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να αναφέρω ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια. Η μαρτυρία της βρίθει ουσιαστικών αντιφάσεων και ανακριβειών και δεν έχει καθόλου λογική συνοχή. Ως εκ τούτου, θα ήταν ιδιαίτερα ακροσφαλές για το Δικαστήριο να εξάγει οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα και ευρήματα μέσω αυτής. Και εξηγώ ευθύς αμέσως το γιατί. Κατ' αρχάς ενώ η ίδια διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος την ξεγέλασε όταν και μετέβη στο Κτηματολόγιο αρχές του 2015 το παράπονο της υπεβλήθηκε στην Αστυνομία 7 μήνες μετά, δηλαδή στις 28.7.16 ως διαφαίνεται μέσα από την κατάθεσή της. Ούτε και κάλεσε άμεσα την Αστυνομία, κατά την παρουσία της στο Κτηματολόγιο, μόλις διαπίστωσε το πιο πάνω γεγονός παρά την περί αντιθέτου εισήγηση της Μ.Κ
  1. Είμαι της γνώμης ότι εάν το παράπονο της ήταν γνήσιο και ειλικρινές θα προέβαινε σε άμεση καταγγελία στην Αστυνομία εφόσον η ίδια απώλεσε ένα σημαντικό ποσό σε περίοδο μάλιστα που ήταν ορατές οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης που διέρχετο η χώρα μας. Η πράξη της να μην προβεί άμεσα σε καταγγελία εγείρει σοβαρά ερωτηματικά ως προς το γνήσιο της εκδοχής της. Ουδόλως πείθει η θέση της ότι ο λόγος που δεν κλήθηκε άμεσα η Αστυνομία ήταν επειδή είχε εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο και ότι θα διευθετούσαν τις μεταξύ τους διαφορές με φιλικό τρόπο. Και τούτο γιατί όπως η ίδια παραδέκτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και όπως το Τεκμήριο 27 επιμαρτυρεί ήδη ο κατηγορούμενος της χρωστούσε αρκετά χρήματα και της παρέδωσε, πριν την υπογραφή του Τεκμηρίου 5, ακάλυπτες επιταγές αρκετών χιλιάδων Ευρώ. Ούτε και αντέχει τη βάσανο της κοινής λογικής η θέση της ότι κατέβαλε, μέσω του Μ.Κ 3, στον κατηγορούμενο το ποσό των €90.000 σε μετρητά. Και τούτο γιατί όπως ο Μ.Κ 4 ανάφερε της παρέδωσε το ποσό των €60.000 σε μετρητά από τον Απρίλιο του 2014 ενώ αυτά δόθηκαν περί το τέλος Νοεμβρίου του ίδιου έτους. Δεν έδωσε οποιεσδήποτε εξηγήσεις με ποιο τρόπο αλλά και που είχε τα χρήματα φυλαγμένα τόσον μεγάλο χρονικό διάστημα. Πέραν τούτου εύλογα ερωτηματικά εγείρονται από το Δικαστήριο για ποιο λόγο ενώ η ίδια θα προέβαινε σε μία καθόλα νόμιμη πράξη όπως ήταν η αγορά του ακινήτου παρέδωσε το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €90.000 σε μετρητά και όχι σε επιταγή είτε μέσω τραπεζικού εμβάσματος, χωρίς μάλιστα να είχε υπογραφεί, κατά την παράδοση τους, το Τεκμήριο
  2. Πώς είναι δυνατό κάποιος να παραδίδει ένα τόσο μεγάλο ποσό σε μετρητά και να μην υπογράφεται ταυτόχρονα και το αγοραπωλητήριο έγγραφο, όταν ένας από τους όρους αυτού μάλιστα του συμβολαίου ήταν ότι με την υπογραφή της συμφωνίας καταβάλλεται το τίμημα πώλησης του. Και ποιος καταρτίζει ένα τέτοιο αγοραπωλητήριο και καταβάλλει ολόκληρο το τίμημα πώλησης χωρίς την ολοκλήρωση της μεταβίβασης με σκοπό την προστασία του αγοραστή, στην προκειμένη περίπτωση της παραπονούμενης. Τα πιο πάνω ερωτήματα έχουν παραμείνει αναπάντητα. Η εξήγηση που η παραπονούμενη έδωσε στο Δικαστήριο ότι το Τεκμήριο 5 δεν υπεγράφη λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν εντόπισε πιστοποιών υπάλληλο δεν είναι καθόλου πειστική. Και τούτο γιατί η ίδια είχε στην κατοχή της το εν λόγω έγγραφο και η ίδια επειγόταν να υπογραφτεί αυτό με δεδομένο το γεγονός ότι ήδη κατέβαλε το σχετικό αντίτιμο για την αγορά του. Αντιφάσεις προκύπτουν και σε σχέση με την υπογραφή του Τεκμηρίου
  3. Ενώ η ίδια στην κατάθεσή της αναφέρει ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του και ότι το εν λόγω έγγραφο το είχε στην κατοχή του ο Μ.Κ 3 ο οποίος και συνάντησε τον κατηγορούμενο στο φαρμακείο την 1.12.14 όπου και ο τελευταίος το υπέγραψε, παρά το γεγονός ότι η ίδια ήταν η αγοραστής του επίδικου ακινήτου και φέρει την υπογραφή της. Κατά την αντεξέταση της βεβαίως ανασκεύασε τη θέση της αναφέροντας ότι ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του. Αμφιβολίες και ερωτηματικά εγείρονται στο Δικαστήριο, πέραν των πιο πάνω, για την κατ' ισχυρισμό πώληση από τον κατηγορουμένου του ακινήτου και για το γεγονός ότι ενώ ο Μ.Κ 4 κατέβαλε τα 2/3 του τιμήματος πώλησης του αγοραστής του φέρεται να είναι η παραπονούμενη, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε μνεία για αυτόν. Ουδόλως και πάλι κρίνω ότι δεν είναι πειστική η θέση της ότι ο Μ.Κ 4 δεν επιθυμούσε να αναγραφόταν ως αγοραστής στην υποτιθέμενη συναλλαγή. Δεν μπορεί να αντιληφθεί το Δικαστήριο για ποιο λόγο ένα πρόσωπο να μην θέλει να αναγραφεί ως αγοραστής με σκοπό να διασφαλίσει τα συμφέροντα του σε μία καθ' όλα νόμιμη πράξη, ως η παραπονούμενη προβάλλει, και με δεδομένο, ως αναφέρθηκε και από την ίδια και από τον Μ.Κ 3, ο Μ.Κ 4 είχε πρόθεση να αναγείρει εντός του ακινήτου την οικία του. Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της ότι θα του μεταβίβαζε αργότερα το μερίδιο που του αναλογούσε γιατί αυτό θα είχε αυξημένο κόστος για τον Μ.Κ 4 εφόσον θα κατέβαλε μεταβιβαστικά και άλλα σχετικά τέλη που ασφαλώς και θα τον επιβάρυναν οικονομικά. Δημιουργούνται επίσης σκιές και ερωτήματα σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό πώληση του επίδικου ακινήτου και από το γεγονός πώς η ίδια η παραπονούμενη θα επένδυε τα χρήματα της αγοράζοντας ένα ακίνητο το οποίο ούτε είχε ενδιαφέρον να το δεί, ούτε να διαπιστώσει αν ήταν συμφέρουσα επένδυση και όπως χαρακτηριστικά ανάφερε δεν την ενδιέφερε. Αντιφατική σε σχέση με το ζήτημα αυτό ήταν η θέση της που προέβαλε ενόρκως ότι τους μόνους που ενδιέφερε το ακίνητο ήταν τον σύζυγο της και τον Μ.Κ 4 και όχι την ίδια και ότι ο Μ.Κ 4 επένδυσε στο εν λόγω ακίνητο με σκοπό να αναγείρουν κατοικίες με τον Μ.Κ 3 ενώ στην κατάθεση της δεν προβάλλει τέτοια θέση. Αποτελεί επίσης άξιον απορίας, και το οποίο το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει, και η εξής αντίφαση. Ενώ ανάφερε ότι η ίδια δεν είχε κανένα λόγο να μην πιστέψει τον κατηγορούμενο ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7 ήταν αληθές, δηλαδή ο κατηγορούμενος ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου από την άλλη ισχυρίστηκε, κατά την αντεξέταση της, ότι ο κατηγορούμενος της είχε εκδώσει στο παρελθόν πλαστογραφημένες επιταγές προς όφελος της. Η θέση της αυτή αποτελεί, κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, ακόμη έναν επιπρόσθετο λόγο για την ίδια ώστε υπό κανονικές εχόντων των πραγμάτων συνθήκες να ήταν απέναντι στον κατηγορούμενο πιο επιφυλακτική και προσεκτική. Η πιο πάνω αναφορά του Δικαστηρίου δεν γίνεται απομονωμένα αλλά και σε συνάρτηση με τις περαιτέρω ενέργειες της παραπονούμενης και του Μ.Κ
  4. Όπως δήλωσε στη μαρτυρία του ο Μ.Κ 5, την οποία για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω κάνω πλήρως αποδεκτή, ο ίδιος ζήτησε από τα πιο πάνω πρόσωπα, προτού ετοιμάσει το Τεκμήριο 5, να προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο σε σχέση με το καθεστώς του επίδικου ακινήτου, πλην όμως η ίδια η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 3 αρνήθηκαν. Το γεγονός αυτό από μόνο του αφήνει σκιές και εγείρονται ερωτηματικά σε σχέση με το αληθές της εκδοχής τους, έχοντας πάντοτε ως δεδομένο ότι σύμφωνα με τα όσα η παραπονούμενη ισχυρίσθηκε ο κατηγορούμενος τους όφειλε χρήματα, εξέδωσε προς όφελος της ακάλυπτες επιταγές καθώς και ότι πλαστογράφησε και επιταγή. Δεν αντέχει επίσης τη βάσανο της κοινής λογικής το γεγονός ότι ενώ η ίδια αποδέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος χρωστούσε χρήματα στην ίδια, χωρίς να την εξοφλήσει, εκδίδοντας της μάλιστα ακάλυπτες επιταγές η ίδια να του δίδει το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €90.000 σε μετρητά, χωρίς να του αποκόψει από το τίμημα πώλησης τα οφειλόμενα ποσά του. Σε συνάρτηση με το πιο πάνω όπως προκύπτει η παραπονούμενη είχε και στην κατοχή της ακάλυπτες επιταγές (Τεκμήριο 27) του κατηγορουμένου για τις οποίες κίνησε οποία κίνησε και ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Το γεγονός ότι η ίδια δεν σκέφτηκε να αποκόψει τα χρωστούμενα ουδόλως πείθει το Δικαστήριο. Ερωτηματικά εγείρονται και για το λόγο που η ίδια και ο Μ.Κ 3 απαίτησαν από τον κατηγορούμενο να αποστείλει τα Τεκμήρια 6 και 7 στον Μ.Κ 5 αφού της τα έδωσε ο ίδιος ο κατηγορούμενος από προηγουμένως, εφόσον όταν του παρέδωσαν το ποσό των €90.000 το Τεκμήριο 5 ήταν ήδη έτοιμο και το είχε στην κατοχή του ο Μ.Κ
  5. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο για να καταδείξω του λόγω το αληθές, ότι η μαρτυρία της έχει κλονιστεί σε τόσο μεγάλο βαθμό αλλά και στερείτε πειστικότητας που η εκδοχή της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Πολύ κακές εντυπώσεις άφησε στο Δικαστήριο και ο Μ.Κ
  6. Δεν απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν από την υπεράσπιση και ήταν φανερή η προσπάθειά του να υπεκφύγει αυτών. Η εκδοχή του δεν είναι καθόλου αληθοφανής συγκρούεται με την κοινή λογική ενώ υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων. Τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της παραπονούμενης, στο βαθμό που η εκδοχή τους και οι θέσεις τους είναι κοινές, τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής και κατά την αξιολόγηση του εν λόγω μάρτυρα. στο βαθμό που. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι ενώ στην κατάθεσή του ο ίδιος δεν προβαίνει σε οποιανδήποτε αναφορά ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε είτε στον ίδιο είτε στην παραπονούμενη οποιοδήποτε έγγραφο που να παρίστανε ότι είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης του ακινήτου και ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε το εν λόγω έγγραφο στον Μ.Κ 5, κατά την αντεξέταση του ανασκεύασε τη θέση του ισχυριζόμενος τα πιο πάνω γεγονότα. Επίσης, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίστηκε η παραπονούμενη, ο ίδιος προέβαλε τη θέση ότι αφενός το συμφωνητικό έγγραφο το απέστειλε ο κατηγορούμενος στον Μ.Κ 5, κάτι που εν πάση περίπτωσή δεν αναφέρεται στην κατάθεση του, και αφετέρου ισχυρίσθηκε ότι είναι ο ίδιος που απέστειλε τα Τεκμήρια 7 και 9 στον Μ.Κ 5, σε αντίθεση με τα όσα η παραπονούμενη υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, επίσης δεν μπορεί να αγνοηθεί και το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις για το λόγο που ο ίδιος δεν έλαβε από τον κατηγορούμενο οποιαδήποτε εξόφληση πληρωμής με την καταβολή του ποσού των €90.
  7. Ο εν λόγω μάρτυρας επέμενε ότι το Τεκμήριο 8 αποτελεί απόδειξη εξόφλησης κάτι που βεβαίως δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ως καταμαρτυρά και ο τίτλος του Δεν έδωσε, επίσης, πειστικές απαντήσεις αλλά προέβη και σε αντιφάσεις στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ως προς το λόγο που η παραπονούμενη επένδυσε το ποσό των €30.000 για την αγορά του ακινήτου από τον κατηγορούμενο. Θέση του από την μια ήταν ότι το ακίνητο το αγόρασε ο Μ.Κ 4 με σκοπό να αναγείρει εκεί δική του κατοικία ενώ στη συνέχεια ανάφερε ότι θα ανέγειρε και ο ίδιος την δική του με την παραπονούμενη οικία. Ούτε και επίσης έδωσε οποιεσδήποτε πειστικές απαντήσεις γιατί ενώ ο κατηγορούμενος τους όφειλε σημαντικό ποσό χρημάτων οι ίδιοι του κατέβαλαν το ποσό των €90.000 σε μετρητά χωρίς να του αποκόψουν τα οφειλόμενα του. Οι θέσεις του ότι "έτσι λειτουργά το παζάρι" παραπέμποντας και στο παράδειγμα των υπεραγορών Ορφανίδη, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Και τούτο γιατί η υποτιθέμενη αγορά δεν ήταν εμπορικής φύσης αλλά μία αγοραπωλησία με την οποία η παραπονούμενη κατέβαλε στον κατηγορούμενο το τίμημα πώλησης του. Ούτε και ο ίδιος έδωσε σαφή και πειστική απάντηση για το λόγο που η παραπονούμενη αναγράφηκε ως η μοναδική αγοραστής του επίδικου ακινήτου. Η θέση του ότι υπήρχαν άλλες γραπτές συμφωνίες υπογραμμένες μεταξύ της παραπονούμενης και του Μ.Κ 4 πέραν του γεγονότος ότι είναι αόριστες και ατεκμηρίωτες εφόσον κάτι τέτοιο δεν προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο προβάλλονται για πρώτη φορά και έρχονται σε αντίθεση με τα όσα η παραπονούμενη προέβαλε. Μη ξεκάθαρες και πειστικές απαντήσεις έδωσε ο εν λόγω μάρτυρας σε σχέση με το γεγονός ότι ο Μ.Κ 4 έδωσε τα χρήματα στην παραπονούμενη από τον Απρίλιο του
  8. Ως υποστήριξε ο λόγος ήταν γιατί ο Μ.Κ 4 ήθελε να επενδύσει στις οποιεσδήποτε επιχειρηματικές του δραστηριότητες θέση η οποία έρχεται σε ουσιώδη αντίφαση με τα όσα υποστήριξαν στο Δικαστήριο η ίδια η παραπονούμενη και ο Μ.Κ
  9. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Μ.Κ 3 απορρίπτεται στο βαθμό που συγκρούεται με την λοιπή αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Ούτε και ο Μ.Κ 4 άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η εκδοχή του δεν έχει λογική συνοχή, παρουσιάζει κενά και αντιφάσεις. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια. Δεν απάντησε σε ουσιώδεις ερωτήσεις που του τέθηκαν από την υπεράσπιση και με σκοπό να υπεκφύγει απαντούσε πολύ συχνά με τις φράσεις «δεν γνωρίζω» και «δεν θυμάμαι». Ενώ ο ίδιος παρέδωσε, ως ισχυρίζεται, στην παραπονούμενη το ποσό των €60.000 περί τον Απρίλιο του 2014 για την αγορά του ακινήτου δεν έδωσε οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ως προς τον λόγο που το Τεκμήριο 5 καταρτίσθηκε τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Αλγεινή εντύπωση έχει προκαλέσει στο Δικαστήριο η θέση του ότι ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι έδωσε το ποσό των €60.000 στην παραπονούμενη, δεν ενδιαφέρθηκε ώστε να πληροφορηθεί για το τί απέγινε η επένδυση του, δεν ζήτησε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι πράγματι αγοράστηκε από την παραπονούμενη το ακίνητο, παρά το γεγονός ότι έτυχε και νομικής συμβουλής προηγουμένως από δικηγόρο. Ούτε και έπεισε το Δικαστήριο για το λόγο που δεν αναγράφηκε και ο ίδιος ως αγοραστής του ακινήτου παρά το γεγονός ότι κατέβαλε τα 2/3 του τιμήματος πώλησης. Το γεγονός ότι ο ίδιος συμβουλεύθηκε δικηγόρο (τον οποίο ούτε καν το όνομα του δεν μπορούσε να θυμηθεί) και ο οποίος τον συμβούλευσε να εγγραφεί επ' ονόματι της παραπονούμενης το εν λόγω ακίνητο αλλά ούτε και τον ενημέρωσε ότι όταν θα εγγραφόταν αργότερα επ' ονόματι του το οποιοδήποτε μερίδιο του αναλογούσε θα πλήρωνε μεταβιβαστικά και φόρους δεν είναι καθόλου πειστικό αλλά ούτε και λογικό. Ένα τέτοιο γεγονός ασφαλώς ήταν και ενάντια στα συμφέροντα του. Ούτε και η εξήγηση που έδωσε, ότι έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη στην παραπονούμενη είναι πειστική έχοντας ως δεδομένο ότι ο ίδιος την γνώριζε μόνο εδώ και 4 χρόνια. Σκιές αιωρούνται και για το γεγονός ότι ο ίδιος έδωσε υπό μορφή μετρητών το εν λόγω ποσό, χωρίς μάλιστα να λάβει την παραμικρή απόδειξη από την παραπονούμενη. Το γεγονός ότι ο ίδιος ήθελε πάση θυσία να αποσύρει τα χρήματα του σε μετρητά από την τράπεζα ουδόλως πείθει το Δικαστήριο εφόσον μπορούσε να τα αποσύρει και με άλλους τρόπους. Επίσης, εγείρονται ερωτηματικά ότι ο ίδιος δεν γνώριζε πότε η παραπονούμενη θα επένδυε το ποσό χρημάτων που της έδωσε αλλά ούτε και επέδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον. Ούτε και ήταν σε θέση να θυμηθεί εάν του έδωσε η παραπονούμενη οποιεσδήποτε εξηγήσεις για το τί απέγιναν τα χρήματα του. ια τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, η εκδοχή του εν λόγω μάρτυρα παρουσιάζει τόσο κενά και έχει κλονιστεί σε τέτοιο βαθμό που θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να στηριχτεί σε αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με την λοιπή από το Δικαστήριο αποδεκτή μαρτυρία. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ 5 εφόσον άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Ήταν ειλικρινής και σταθερός στις απαντήσεις του. Ήταν αντικειμενικός και ανάφερε στο Δικαστήριο όλα όσα γνωρίζει και βίωσε ο ίδιος προσωπικά μέσα από την επαγγελματική του ενασχόληση σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Δείγμα της ειλικρίνειας του αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος ανάφερε γεγονότα τα οποία ήταν μη ευνοϊκά προς την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Για παράδειγμα δεν θυμόταν κατά πόσο την συγκεκριμένη ημέρα που ο κατηγορούμενος του απέστειλε τα Τεκμήρια 7 και 9 είχε συνομιλήσει μαζί του μέσω του τηλεφώνου του Μ.Κ 3 επιβεβαιώνοντας ότι κάποιες φορές οι μεταξύ τους ιδίου και του κατηγορούμενου επικοινωνίες γίνονταν διαμέσου του του κινητού τηλεφώνου του Μ.Κ
  10. Δεν έχω εντοπίσει το ο,τιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να αλλοιώσει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε γι' αυτόν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αποδεκτή γίνεται στην ολότητα της και η μαρτυρία των Μ.Κ 6 και Μ.Κ
  11. Ανάφεραν στο Δικαστήριο όλα όσα γνώριζαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Η μαρτυρία τους δεν αμφισβητήθηκε εφόσον οι ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν από την υπεράσπιση ήταν διευκρινιστικού παρά αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας της βασικότερης μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή της παραπονούμενης σε πρώτο βαθμό και σε δεύτερο βαθμό των Μ.Κ 3 και Μ.Κ 4 και έχοντας υπόψη το γεγονός ότι το βάρος απόδειξης βρίσκεται επί τους ώμους της κατηγορούσας αρχής στο βαθμό που οι εναντίον του κατηγορούμενου κατηγορίες σχετίζονται με τα αδικήματα της πλαστογραφίας (1η κατηγορία), της δόλιας συναλλαγής ακίνητης περιουσίας που ανήκει σε άλλο (4η κατηγορία) και της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (5η κατηγορία) για τα οποία είναι ξεκάθαρο να αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη ενήργησε στη βάση των πράξεων και παραλείψεων του κατηγορουμένου είναι έκθετες σε απόρριψη γιατί ελλείπει το συστατικό στοιχείο του δόλου και της καταδολίευσης από μέρους του κατηγορουμένου. Στο βαθμό όμως που οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αφορούν την κυκλοφορία πλαστών εγγράφων με βάση την αποδεκτή μαρτυρία η αντικειμενική υπόσταση των αδικημάτων πληρείται, εφόσον είναι αποδεκτό από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου επί τούτου, ότι ο ίδιος κυκλοφόρησε τα Τεκμήρια 7 και 9 τα οποία πρόκειται περί πλαστών εγγράφων εφόσον είναι ο ίδιος που τα απέστειλε, μέσω φαξ, στον Μ.Κ
  12. Ό, τι όμως προβάλει ο κατηγορούμενος είναι ότι αυτός εξαναγκάσθηκε να τα αποστείλει λόγω των απειλών του Μ.Κ
  13. Θα πρέπει, στη βάση αυτού του δεδομένου, το Δικαστήριο να προχωρήσει σε αξιολόγηση και της δικής του μαρτυρίας ώστε μέσω αυτής να εξετάσει κατά πόσο στη προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η πιο πάνω προβαλλόμενη από μέρους του υπεράσπιση. Ο κατηγορούμενος άφησε στο Δικαστήριο εξαιρετικές εντυπώσεις. Ήταν απόλυτα ειλικρινής, απαντούσε με ευθύτητα και αμεσότητα σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν και παρά την αντεξέτασή του η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του. Παρέμεινε απόλυτα σταθερός στις θέσεις του. Καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε απεκόμισα την εικόνα ότι επρόκειτο για ένα πρόσωπο το οποίο ανάφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως ακριβώς ο ίδιος τα βίωσε προσωπικά. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Μάλιστα ο ίδιος δίστασε σε κάποια στιγμή, προφανώς γιατί ντρεπόταν, να αναφέρει ότι σε κάποιο χρονικό σημείο ο Μ.Κ 3 με την συνοδεία αγνώστων προσώπων τον ανάγκασαν στον φαρμακείο του να γυμνωθεί απειλώντας τον ότι θα εισχωρήσουν στον πρωκτό του ένα σκουπόξυλο. Ήταν η βασική θέση του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος ουδέποτε πλαστογράφησε τα Τεκμήρια 7 και 9 έχοντας πρόθεση και σκοπό να ξεγελάσει είτε την παραπονούμενη είτε τον Μ.Κ 3 παριστάνοντας τον εαυτό του ως τον αποκλειστικό ιδιοκτήτη του ακινήτου ενώ στην πραγματικότητα ο ίδιος δεν ήταν. Η θέση του αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι μετά από έρευνα της Αστυνομίας τόσο στην οικία του όσο και στον χώρο εργασίας του δεν εντοπίσθηκε ο,τιδήποτε το επιλήψιμο. Και μάλιστα η έρευνα αυτή της Αστυνομίας έλαβε χώρα κατόπιν δικής του συγκατάθεσης χωρίς την από μέρους εξασφάλιση από την Αστυνομία δικαστικού εντάλματος. Αποτελεί επίσης βασική του θέση ότι ο ίδιος ναι μεν υπέγραψε τόσο το Τεκμήριο 5 όσο και το Τεκμήριο 8, αλλά τα υπέγραψε κατόπιν πίεσης και απειλών ακόμη και για την ίδια του τη ζωή αλλά και βίας που του ασκήθηκε από μέρους του Μ.Κ 3 και των άγνωστων προσώπων που τον συνόδευαν. Παρομοίως λόγω των πιο πάνω εξαναγκάσθηκε στις 26.11.14 από τον Μ.Κ 3 να αποστείλει τα Τεκμήρια 7 και 9 στον Μ.Κ 5 Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία επί τούτου ότι ο κατηγορούμενος ανάφερε πλήρως την αλήθεια εφόσον εξήγησε με απόλυτα παραστατικό και πειστικό τρόπο τις απειλές και τη σωματική βία που του ασκήθηκε. Ούτε και παραγνωρίζω, σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ότι ο ίδιος ο Μ.Κ 3 ως ανάφερε ενόρκως ήταν γνώστης του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε εναντίον του καταγγελίες στην Αστυνομία σε σχέση με τις πιο πάνω παράνομες του συμπεριφορές. Δεν παραγνωρίζω, επίσης, το γεγονός ότι ο ίδιος κατά την ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2) και στις ερωτήσεις 6 και 7 που του υποβλήθηκαν από τον ανακριτή ότι ο ίδιος αποδέχθηκε το γεγονός ότι είχε καταρτίσει έγγραφα με σκοπό την πώληση του ακινήτου και ότι την 26.11.14 παρέδωσε στην παραπονούμενη το πιστοποιητικό ακίνητης ιδιοκτησίας αποστέλλοντας το αργότερα στον Μ.Κ
  14. Όσον δε αφορά στις πιο πάνω ομολογουμένως αντιφατικές θέσεις του που φαίνονται σε μία πρώτη ανάγνωση να περιβάλλουν τις απαντήσεις του σε αντιδιαστολή με τις απαντήσεις του στις ερωτήσεις 14 και 15 ο εν λόγω μάρτυρας με πειστικότατο τρόπο έδωσε εξηγήσεις γιατί συμβαίνει τούτο. Επί τούτου οφείλω να σημειώσω ότι είναι ξεκάθαρο με τον τρόπο που υποβάλλοντο οι ερωτήσεις ότι για να ήταν κατανοητό τί ο Ανακριτής ακριβώς του υπέβαλλε στις ερωτήσεις 6 και 7 μοναδική αναφορά του τελευταίου ήταν η λέξη «κατάρτισε» χωρίς ωστόσο αυτή να συνοδεύεται με την λέξη δόλος. Είναι για το λόγο αυτό όμως που ο κατηγορούμενος έδωσε τις εν λόγω απαντήσεις που έδωσε. Όταν όμως ο κατηγορούμενος τίθεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με τις ξεκάθαρες κατηγορίες της παραποίησης και πλαστογραφίας με την χρήση της λέξης «παραποίησε» στις ερωτήσεις 14 και 15 με κάθε σαφήνεια και με ξεκάθαρο τρόπο τις αρνείται. Είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που αποδέχομαι ότι οι εξηγήσεις που έδωσε είναι πειστικές ότι δηλαδή στις αρχικές ερωτήσεις 6 και 7 ο ίδιος εννοούσε νομιζόμενος ότι ρωτήθηκε από τον ανακριτή κατά πόσο έδωσε στην παραπονούμενη ή στον Μ.Κ 3 το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου στο οποίο αναγράφεται ότι ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης μεριδίου 1/
  15. Ούτε και παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο ίδιος κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης δεν προβαίνει σε λεπτομερή αναφορά περί απειλών και άσκησης σωματικής βίας από μέρους του Μ.Κ
  16. Προβαίνει όμως σε αναφορά ότι ασκήθηκαν εναντίον του απειλές. Δεν μπορεί επίσης να αγνοηθεί το γεγονός ότι καταρχάς δεν πρόκειται για κατάθεση παραπονούμενου προσώπου, του οποίου αναμένεται στα πλαίσια της καταγγελίας του να αναφέρει τα όσα ισχυρίσθηκε, αλλά πρόκειται για πρόσωπο που έδινε την κατάθεση του εκείνη την ώρα ως ύποπτο πρόσωπο για διάπραξη αδικημάτων και όπου απαντά σε ερωτήσεις και όχι υποβολή παραπόνου και κατά δεύτερο ότι αναφέρει εν πάση περίπτωσή ότι δέχτηκε απειλές που εδώ είναι και το ζητούμενο ούτως ώστε το Δικαστήριο να διαπιστώσει κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής η υπεράσπιση του άρθρου 16 δηλαδή του εξαναγκασμού του να προβεί σε παράνομες πράξεις. Η θέση του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος υπό απειλές και βία εξαναγκάσθηκε να αποστείλει τα Τεκμήρια 7 και 9 ενισχύεται και από το γεγονός ότι η ίδια η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 3 για άγνωστους προς το Δικαστήριο λόγους δεν άφησαν τον Μ.Κ 5, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος τους είχε συμβουλεύσει αναλόγως και χωρίς μάλιστα να δώσουν την παραμικρή εξήγηση προς το Δικαστήριο, να προβεί σε έρευνα του επί του ακινήτου. Η θέση του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος ουδέποτε έλαβε το ποσό των €90.000 επιβεβαιώνεται σε μεγάλο βαθμό και μέσω των τραπεζικών του λογαριασμών (Τεκμήριο 19) εφόσον ο ίδιος δεν φέρεται να έλαβε το εν λόγω ποσό από οποιοδήποτε πρόσωπο. Αυτό εξάλλου ήταν και το συμπέρασμα του ανακριτή της υπόθεσης μέσα από την δική του έρευνα (Τεκμήριο 18) που πραγματοποίησε. Ο κατηγορούμενος εξήγησε με πειστικό τρόπο ότι ο Μ.Κ 3 τον απειλούσε με σκοπό να εξασφαλίσει περισσότερα χρήματα, χρεώνοντας τον με υπέρογκους τόκους. Δεν διατηρώ, για τους πιο πάνω λόγους, ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου λόγω ακριβώς των απειλών και της βίας που ασκήθηκε στο πρόσωπο του με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 16 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει ότι: «Εξαναγκασμός
  17. Εξαιρουμένων του φόνου εκ προμελέτης και των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 36 και 37 δεν συνιστά ποινικό αδίκημα η πράξη, την οποία διενεργεί κάποιος που εξαναγκάστηκε για αυτό με απειλές, οι οποίες, κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης, εύλογα προκαλούν το φόβο ότι η μη διενέργεια της πράξης θα έφερνε τον άμεσο θάνατο του νοείται ότι τα πιο πάνω θα ισχύσουν μόνο εφόσον εκείνος που διάπραξε δεν οδήγησε τον εαυτό του, είτε εκούσια είτε από εύλογο φόβο πρόκλησης βλάβης σε αυτόν μικρότερης από τον άμεσο θάνατο, στην κατάσταση με την οποία αυτός υπέστει τέτοιον εξαναγκασμό.» Το εν λόγω άρθρο είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 94 του Indian Penal Code και οι αναφορές στο Σύγγραμμα The Penal Law of India 9η έκδοση, σελίδες 701 είναι σχετικές. Η εν λόγω νομοθετική διάταξη προνοεί μια πιο αυστηρή ερμηνεία από αυτή που εφαρμόζεται στην Αγγλία. Όπως προκύπτει από την ανάλυση που γίνεται στη σελίδα 702 του πιο πάνω συγγράμματος για να επιτύχει η υπεράσπιση του εξαναγκασμού θα πρέπει κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης ο κατηγορούμενος να είχε την πεποίθηση ότι θα επέρχετο ο θάνατος του αν δεν προέβαινε στην εν λόγω διάπραξη. Στην Αγγλική νομοθεσία φόβος για βαριά σωματική βλάβη θα ήταν αρκετός. Στο Σύγγραμμα Crown Court Practice: Trial, έκδοση 1978 Βutterworths, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 277 : «In Hudson and Taylor
(1971)56 Cr App Rep 1, the Court of Appeal held that is was essential to the defence that the threat must be "present" in the sense that it is effective to neutralise the will of the accused at the time. Where there was "no opportunity for delaying tactics, and the person threatened must make up his mind whether he is to commit the criminal act or not, the existence at the moment of threats sufficient to destroy his will ought to provide him with a defence even though the threatened injury may not follow instantly, but an interval"[8]. Περαιτέρω στη σελίδα 278 αναφέρεται το ακόλουθο: «In Director of Public Prosecutions for Northern Ireland v. Lynch [1975] 1 All ER 913, [1975] 2 WLR 641, 61 Cr. App Rep 6, the House of Lords held that where a person under duress in the form of real threats (either expressly made or implied by conduct) to kill him or cause serious physical injury to him, hijacked a car and then drove three terrorists to a place where the three men shot a constable and thereafter drove them away, he could raise duress when charged with murder as a principal in the second degree and that it could excuse guilt and was not just a reason for absolving the defendant from punishment after conviction.» Στην προκειμένη περίπτωση για να έχει πιθανότητα επιτυχίας η υπεράσπιση που προνοείται από το άρθρο 16 του Κεφ. 154 ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να είχε εξαναγκαστεί με απειλές, οι οποίες του προκάλεσαν φόβο ότι σε περίπτωση που δεν υπάκουε σ΄ αυτές και δεν διενεργούσε την πράξη που του ζητείτο, θα επέρχετο ο άμεσος θάνατος του. Με βάση τα όσα έγιναν αποδεκτά από τον κατηγορούμενο ο ίδιος είχε δεκτεί απειλές κατά της ζωής του και του ασκήθηκε τέτοια μορφής βίας (όπως για παράδειγμα εικονικός πνιγμός και απειλών για εισχώρηση σκουπόξυλου στον πρωκτό του) που θα μπορούσαν να ήταν μοιραίες ακόμη και για την ίδια του την ζωή οι οποίες προηγήθηκαν της ημερομηνίας 26.11.14 όπου ο ίδιος κυκλοφόρησε τα πλαστά έγγραφα. Επίσης είναι αποδεκτό ότι την ίδια ημέρα ο Μ.Κ 3 μαζί με άλλα πρόσωπα τον απείλησαν και πάλι πως αν δεν τα αποστείλει θα του προξενήσουν κακό. Κάτω υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί από τον κατηγορούμενο και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος λόγω των απειλών του Μ.Κ 3 σε συνάρτηση και με τις προηγούμενες απειλητικές συμπεριφορές και την από προηγουμένως άσκηση βίας εναντίον του λόγω του προηγούμενου μεταξύ τους ιστορικού προκλήθηκε τέτοιος φόβος και πανικός και δημιουργήθηκε τέτοια ισχυρή εντύπωση στο μυαλό του ότι αν δεν εισακούσει τις εντολές του Μ.Κ 3 ελλοχεύει πραγματικός και ορατός κίνδυνος να επέλθει ακόμη και ο θάνατος του. Στη βάση επομένως των πιο πάνω ο κατηγορούμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να εισακούσει και να εκτελέσει τις κατά τα άλλα παράνομες οδηγίες και εντολές του Μ.Κ 3 να θέσει σε κυκλοφορία τα πλαστά έγγραφα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του κατηγορούμενου γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της καθώς και η υπεράσπιση που προβάλει. NOMIKH ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ H νομική βάση της 1ης κατηγορίας, η οποία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, έχει ως νομική βάση τα άρθρα 331 και 333 (α) του Ποινικού Κώδικα. Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο 331. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό «πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Το πότε καταρτίζεται πλαστό έγγραφο αναλύεται στη διάταξη του άρθρου 333 του Κεφ.154 το οποίο διαλαμβάνει, σε ό,τι εν προκειμένω εδώ ενδιαφέρει, ότι: «333. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) .. (γ) .. (δ). Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Κεφ.154, τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο που καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Η νομολογία δεικνύει ότι η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα-γραφολόγο. Η άμεση μαρτυρία δίδεται από άτομο που επιμαρτύρησε την πράξη της πλαστογράφησης. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα-γραφολόγου είναι επίσης ουσιαστική στα πλαίσια απόδειξης κατηγορίας πλαστογραφίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άντρης Ηρακλέους κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ.1). Αυτό το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι αυτός κατά τον επίδικο χρόνο κατάρτισε τα πλαστά έγγραφα δηλαδή τα Τεκμήρια 7 και 9 στα οποία φαινόταν ως μοναδικός και απόλυτος ιδιοκτήτης του ακινήτου ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι δεν ήταν. Εφαρμόζοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε άμεση και αποδεκτή μαρτυρία αλλά ούτε και περιστατική ενόψει και της απόρριψης της μαρτυρίας της παραπονούμενης και του Μ.Κ 3 και Μ.Κ 4 ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε ή κατάρτισε τα πιο πάνω πλαστά έγγραφα ώστε το Δικαστήριο να καταλήξει σε εύρημα ενοχής του. Τουναντίον έχοντας κάνει αποδεκτή την μαρτυρία του κατηγορουμένου στην ολότητα της έχω πειστεί ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος, ο οποίος τα πλαστογράφησε παραμένοντας βεβαίως άγνωστο προς το Δικαστήριο εάν είναι η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 3 που διέπραξαν το εν λόγω αδίκημα, πλην όμως εν γνώση τους παρέδωσαν στον κατηγορούμενο τα εν λόγω πλαστά έγγραφα με σκοπό να τα αποστείλει στον Μ.Κ 3. Ούτε και ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ειδικού που να συνδέει τον κατηγορούμενο με οποιοδήποτε τρόπο με τα πιο πλαστογραφημένα έγγραφα. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλάσσεται από την 1η κατηγορία. Η νομική βάση της 2ης και 3ης κατηγορίας, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εδράζεται στα άρθρα 339 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί ότι: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Από το περιεχόμενο της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Το πότε ένα έγγραφο θεωρείτε πλαστό έχει εκτεθεί ανωτέρω. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο ο οποίος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και δολίως το θέτει σε κυκλοφορία. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ύπαρξη δόλου, κατά την κυκλοφορία του εγγράφου, συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Προκύπτει, επομένως, ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Χρίστος Χριστοδουλίδης v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2013, ημερομηνίας 16/2/15). Το γεγονός ότι τα Τεκμήρια 7 και 9 είναι πλαστά αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός. Εξάλλου αυτό αποτελεί και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Κ 6 και
  1. Αποδεχόμενος το Δικαστήριο την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και της εικόνας που αυτό αποκόμισε μέσω της μαρτυρίας του, των απειλών και της άσκησης βίας που ασκήθηκε εναντίον του, τον φόβο του ότι απειλείτο η ζωή του λογικό είναι, μολονότι εν γνώση του έθεσε σε κυκλοφορία τα πλαστά έγγραφα, να μην μπορεί να κριθεί ένοχος ότι διέπραξε τα εν λόγω αδικήματα εφόσον τα απέστειλε κατόπιν εξαναγκασμού του λόγω των απειλών που του άσκησε ο Μ.Κ
  2. Σε καμία περίπτωση, ενόψει της αξιολόγησης των μαρτύρων κατηγορίας, δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι ο κατηγορούμενος κυκλοφόρησε τα έγγραφα με δόλιο τρόπο είτε δίδοντας αυτά στην παραπονούμενη (2η κατηγορία) είτε αποστέλλοντας τα στον Μ.Κ 5 (3η κατηγορία). Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η και 3η κατηγορία. Παρομοίως και για τους ίδιους λόγους η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει και την 6η κατηγορία, η οποία αφορά και πάλι το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Αυτό το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος μέσω της παραπονούμενης εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία τα Τεκμήρια 7 και 9 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Είναι πράγματι γεγονός ότι η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 3 μετέβησαν περί τις αρχές Ιανουαρίου το 2015 στο εν λόγω Κτηματολόγιο έχοντας στην κατοχή τους τα πιο πάνω έγγραφα με σκοπό να μεταβιβάσουν επ' ονόματι της παραπονούμενης το ακίνητο. Με βάση και πάλι όμως την αποδεκτή μαρτυρία του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος δεν είναι με δόλο που τους τα παρέδωσε αλλά εξαναγκάσθηκε κατόπιν απειλών του Μ.Κ
  3. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από την 6η κατηγορία. Στην 4η κατηγορία ο κατηγορούμενος κατηγορείτε για το αδίκημα της δόλιας συναλλαγής ακίνητης περιουσίας που ανήκει σε άλλο. Νομική βάση του εν λόγω αδικήματος είναι το άρθρο 303 Α που προνοεί τα ακόλουθα: «Δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο 303 Α.-
(1)Πρόσωπο το οποίο, με σκοπό καταδολίευσης, συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο είναι ένοχο κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση εφτά χρόνων.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πρόσωπο συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία όπου - (α).. (β). (γ) συνάπτει συμφωνία για την πώληση σε άλλο, ή την ενοικίαση σε άλλο, ή την υποθήκευση σε άλλο, ή την επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο προς όφελος άλλου, ή τη χρήση από άλλον ακίνητης περιουσίας, ή (δ).
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ενεργεί με σκοπό καταδολίευσης εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που καθορίζονται στο εδάφιο
(2)ενώ γνωρίζει ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει, ότι δεν έχει τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία παροχής τέτοιας συγκατάθεσης..» Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει και αυτήν την κατηγορία και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να κριθεί ένοχος. Και τούτο γιατί όπως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με την απόρριψη της μαρτυρίας των βασικών μαρτύρων κατηγορίας σε αντιδιαστολή με την αποδοχή της μαρτυρίας του κατηγορούμενου ο τελευταίος δεν είχε πρόθεση να καταδολιεύσει την παραπονούμενη πωλώντας της ένα ακίνητο που δεν του ανήκει στην ολότητα του αλλά το Τεκμήριο 5 το υπέγραψε κατόπιν βίας και απειλών του Μ.Κ
  1. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 4η κατηγορία. Νομική βάση της 5ης κατηγορίας, η οποία αφορά το αδίκημα της εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, αποτελούν τα άρθρα 297 και
  2. Σχετική νομοθετική πρόνοια ως προς την έννοια της ψευδούς παραστάσεως, είναι το άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Το άρθρο 298 διαλαμβάνει ότι: «
  3. Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημελλήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ως συνάγεται ανωτέρω, είναι τα ακόλουθα: (α)με ψευδείς παραστάσεις και (β) με πρόθεση καταδολίευσης (γ) απέκτησε πράγμα το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.861 σε σχέση με το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington ν Fitzmaurice
(1885)29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη». Αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ότι ο κατηγορούμενος απέσπασε από την παραπονούμενη δια ψευδών παραστάσεων το ποσό των €90.000 πωλώντας της ακίνητο εμφανιζόμενος ως ο απόλυτος ιδιοκτήτης του ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν. Στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Και τούτο γιατί ουδέποτε ο κατηγορούμενος έλαβε από την Μ.Κ 2 το ποσό των €90.000 αλλά και ουδέποτε της έχει παραστήσει ότι ήταν ο μοναδικός ιδιοκτήτης του ακινήτου. Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλάσσεται από την 5η κατηγορία. Τέλος, ο κατηγορούμενος στην 7η κατηγορία κατηγορείτε για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, Ν.188(Ι)/2007. Αυτό το οποίο του καταλογίζεται είναι ότι απέκτησε το ποσό των €90.000 ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από την διάπραξη του αδικήματος της δόλιας συναλλαγής ακίνητης περιουσίας που ανήκει σε άλλο (4η κατηγορία) και της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (5η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και απαλλαγεί και από το εν λόγω αδίκημα. Πέραν του γεγονότος, ως έχει αναφερθεί, ότι αποτελεί μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου ότι η παραπονούμενη ουδέποτε έδωσε το ποσό των €90.000 στον κατηγορούμενο από τη στιγμή που ο τελευταίος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από την 4η και 5η κατηγορία δεν μπορεί να κριθεί ένοχος και στην εν λόγω κατηγορία. Συνεπώς, ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι η κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Δίδονται οδηγίες στο Πρωτοκολλητείο όπως αντίγραφο της παρούσας απόφασης αποσταλεί στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα με σκοπό την από μέρους του διερεύνηση για την ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.