← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μασούρα, Αρ. Υπόθεσης:12364/2018, 20/1/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μασούρα, Αρ. Υπόθεσης:12364/2018, 20/1/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B88 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:12364/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- [ ] Μασούρα Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20/1/2022. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο: Η κα. Μ. Μακλάσκυ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση κατηγορείται ότι, την 29.12.17, επιτέθηκε επιτέθηκε στον [ ] Κλεάνθους (στο εξής «ο παραπονούμενος»). Ο κατηγορούμενος δήλωσε τη μη παραδοχή του, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι ο παραπονούμενος εργαζόταν στην εταιρεία [ ], της οποίας ο κατηγορούμενος είναι Διευθυντής της. Ο παραπονούμενος επέστρεψε στην εργασία του την 22.12.17 μετά από την τρίμηνη άδεια ασθενείας του που έλαβε στις 6.10.17 λόγω του ότι υπέστη ατύχημα. Την Στις 27.12.17 όταν και μετέβη για εργασία ενημερώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι οι υπηρεσίες του έχουν τερματιστεί. Ακολούθως ο παραπονούμενος ζήτησε όπως πληρωθεί τα δεδουλευμένα του καθώς την άδεια προειδοποίησής του. Στις 29.12.17, όταν ο παραπονούμενος μετέβη στην πρώην εργασία του με σκοπό να απαιτήσει τα δεδουλευμένα του ενημερώθηκε ότι οι πρώην συνάδελφοι του καθώς και ο κατηγορούμενος γευμάτιζαν σε εστιατόριο στον Στρόβολο ενόψει των εορτών. Ο παραπονούμενος μετέβη ακολούθως στο εν λόγω εστιατόριο. Είναι τα γεγονότα που επακολούθησαν της άφιξης του παραπονούμενου στο εν λόγω εστιατόριο που το Δικαστήριο καλείται να εξακριβώσει. Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος χωρίς λόγο και αιτία επιτέθηκε στον παραπονούμενο προκαλώντας του σωματικές βλάβες. Από την άλλη αποτελεί θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε επιτέθηκε και χτύπησε τον παραπονούμενο και ότι η εναντίον του κατηγορούμενου καταγγελία από τον παραπονούμενο είναι εκδικητική και κακόπιστη. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε ο ίδιος ο παραπονούμενος (Μ.Κ 1), ο Αρχιλοχίας [ ] [ ] Ανδρονίκου (Μ.Κ 2) και η Δρα. [ ] Καραϊσκάκη (Μ.Κ 3). Αφού το Δικαστήριο κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, αυτός επέλεξε, ως ήταν άλλωστε δικαίωμά του, να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, χωρίς να κλητεύσει οποιονδήποτε μάρτυρα υπεράσπισης. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο παραπονούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1). Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής ο ίδιος αφού εισήλθε στο εστιατόριο διαπίστωσε ότι όλο το προσωπικό, συμπεριλαμβανομένου του κατηγορούμενου, γευμάτιζαν. Ζήτησε ακολούθως τότε τον λόγο από τον κατηγορούμενο για τον οποίο ο ίδιος δεν πληρώθηκε, σε αντιδιαστολή με τους υπόλοιπους πρώην συνάδελφους του, με δεδομένο ότι ήταν και περίοδος εορτών. Σε κάποια στιγμή ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας του ζήτησε να εξέλθει έξω γιατί όπως του ανάφερε επηρέαζε τη δουλειά του. Ο ίδιος εξήλθε έξω και μαζί του εξήλθε ο κατηγορούμενος, ο γιος του και κάποιος υπάλληλος επ' ονόματι [ ]. Καθώς συζητούσαν ο κατηγορούμενος τον πήρε από τα χέρια και τον έσπρωξε με αποτέλεσμα ο ίδιος να κτυπήσει στην άσφαλτο το κεφάλι του στην πίσω πλευρά. Ο [ ] ήταν πολύ επιθετικός απέναντι του, όμως δεν τον χτύπησε. Ο ίδιος δεν χτύπησε κανέναν αλλά ούτε και έβρισε. Στο μέρος προσήλθε ασθενοφόρο, όπου τον μετέφερε στις Πρώτες Βοήθειες του Νοσοκομείου Λευκωσίας. Αφού τον περιέθαλψαν ακολούθως μετέβη σπίτι του. Προφορικά εξήγησε τον τρόπο που ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από τα χέρια και τον έσπρωξε. Ανάφερε ότι ο ίδιος επειδή πονούσε ακόμα το πόδι του (το οποίο αιμορραγούσε και έβγαζε πύο) λόγω του ατυχήματος που υπέστη δεν είχε αφενός τη δύναμη να αντισταθεί στον κατηγορούμενο και αφετέρου δεν μπορούσε να κρατά καλά την ισορροπία του. Λόγω της πτώσης του υπήρξε σχίσιμο στη κεφαλή του και ζαλιζόταν. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι με το που τραυματίσθηκε ο κατηγορούμενος απέστειλε κάποιο υπάλληλο ώστε να τον πληρώσει σε σχέση με τα δεδουλευμένα του αλλά ο ίδιος αρνήθηκε να τα παραλάβει. Αντεξεταζόμενος εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ενημερώθηκε προηγουμένως από τον κατηγορούμενο ότι προτίθεται να απολυθεί έτσι ώστε να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για να εξεύρει νέα εργασία. Επίσης εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του για το γεγονός ότι ενώ ήταν περίοδος Χριστουγέννων και παρά τις υποσχέσεις του κατηγορούμενου ότι θα πληρωθεί ο ίδιος δεν πληρώθηκε. Αντ' αυτού όλοι οι πρώην συνάδελφοί του πληρώθηκαν και μάλιστα διασκέδαζαν ενόψει των εορτών. Εξήγησε ότι ο ίδιος θεώρησε απόλυτα λογικό να μεταβεί στην ταβέρνα και να ζητήσει τα δεδουλευμένα του από τη στιγμή που όλοι οι υπάλληλοι της εταιρείας είχαν πληρωθεί ενώ αυτός όχι. Αρνήθηκε σχετική θέση ότι μετέβη στην ταβέρνα με σκοπό να προκαλέσει επεισόδιο και αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας του ζήτησε να εξέλθει έξω από αυτήν. Θέση του ήταν ότι ο ίδιος δεν δημιούργησε οποιανδήποτε φασαρία όταν μετέβη εκεί. Εξήγησε ότι ο λόγος που ο ιδιοκτήτης του ζήτησε να εξέλθει έξω ήταν γιατί ο κατηγορούμενος και άλλα πρόσωπα προσπάθησαν να τον χτυπήσουν. Ήταν επίσης η θέση του ότι ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε έξω από την ταβέρνα με απειλητικές διαθέσεις. Αρνήθηκε το γεγονός ότι έξω από την ταβέρνα ήταν κάποιος υπάλληλος επ' ονόματι [ ], προσθέτοντας ότι έξω από την ταβέρνα ήταν μόνο ο κατηγορούμενος με τον γιο του καθώς και άλλα τρίτα πρόσωπα τα οποία ο ίδιος δεν γνώριζε. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος είχε διαπληκτισμό με τον Μακάριο, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι είναι ο κατηγορούμενος που τον έπιασε από τα χέρια και τον έσπρωξε. Αποδέχθηκε τη θέση ότι το ασθενοφόρο το κάλεσε η Αστυνομία μετά που ο ίδιος την κάλεσε. Ως προς τον λόγο που οι ιατρικές του εξετάσεις δεν έδειξαν ότι ο ίδιος υπέστη οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες ανάφερε ότι ήταν επειδή το αποτέλεσμα των ιατρικών του εξετάσεων αλλοιώθηκε λόγω του ότι η Αστυνομία καθυστέρησε να τις παραλάβει από το νοσοκομείο. Ο ίδιος από την πτώση του σχίστηκε η κεφαλή του με αποτέλεσμα να χάνει αίμα καθώς και του δημιουργήθηκε μεγάλος καρούμπαλος. Ως προς τον λόγο που δεν πήγε να δώσει άμεσα κατάθεση στην Αστυνομία αλλά μετά την παρέλευση δύο ημερών από το επεισόδιο ήταν επειδή ο ίδιος ζαλιζόταν. Ο Μ.Κ 2 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 2). Εξήγησε σε αυτή τις ενέργειες τις οποίες προέβη. Ειδικότερα ανάφερε ότι την 31.12.17 έλαβε το παράπονο του παραπονούμενου (Τεκμήριο 1), τη 2.1.18 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) και την 27.3.18 τον κατηγόρησε και γραπτώς (Τεκμήριο 3). Επίσης στα πλαίσια των ενεργειών του έλαβε αντίγραφο του ιατρικού φακέλου του παραπονούμενου (Τεκμήρια 5 και 6, αντιστοίχως) καθώς και έλαβε και κατάθεση από την επί καθήκοντι ιατρό που τον εξέτασε (Τεκμήριο 7). Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε τη θέση ότι από την έρευνα του δεν εντόπισε οποιανδήποτε ανεξάρτητη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει την εκδοχή του παραπονούμενου. Τέλος αναγνώρισε το ημερολόγιο ενεργείας που ο ίδιος έχει συντάξει (Τεκμήριο 8). Η Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση. Σύμφωνα με αυτή ήταν η ιατρός που εξέτασε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος παραπονέθηκε για αναφερόμενη κάκωση κεφαλής. Ανέφερε επίσης ότι έχει πονοκέφαλο και τάση για εμετό. Κατά την εξέταση δεν διαπιστώθηκαν οποιαδήποτε εξωτερικά τραύματα ή κακώσεις, καθώς και οποιαδήποτε παθολογικά ευρήματα. Η νευρολογική εξέταση του ήταν φυσιολογική. Υπεβλήθη σε διάφορες αξονικές τομογραφίες, όπου επίσης τα αποτελέσματα τους ήταν απόλυτα φυσιολογικά. Ο παραπονούμενος έλαβε ενδοφλέβια φαρμακευτική αγωγή για τον πονοκέφαλο και την τάση για εμετό και ακολούθως απελύθη. Του χορηγήθηκε άδεια ασθενείας για περίοδο 2 ημερών. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους. Η αξιολόγησή τους θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους

(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ, Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ.
  1. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του. Αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ
  2. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο την εμπλοκή του στη παρούσα υπόθεση και τις ενέργειες στις οποίες προέβη υπό την ιδιότητα του ως ο ανακριτής της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε αντίθετα αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Επομένως αυτή έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Αποδεκτή γίνεται στην ολότητα της και η μαρτυρία της Μ.Κ
  3. Η εν λόγω μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο τα ευρήματα της από την ιατρική εξέταση του παραπονουμένου. Η μαρτυρίας της έχει παραμείνει αναντίλεκτη εφόσον δεν αντεξετάσθηκε και ως εκ τούτου αυτή γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη όμως ο παραπονούμενος δεν άφησε καθόλου θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα η μαρτυρία του και η δική του εκδοχή γεγονότων να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συνεπακόλουθα αυτή απορρίπτεται στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την αναντίλεκτη και αποδεκτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν φανερή η προσπάθειά του να πείσει το Δικαστήριο ως προς τη δική του εκδοχή γεγονότων παρά να το διαφωτίσει ως προς τα αληθή γεγονότα που είχαν διαδραματισθεί. Η μαρτυρία του περιέχει αντιφάσεις, δεν έχει λογική συνοχή, δεν είναι αληθοφανής ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε, περαιτέρω, να υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των όσων ανάφερε ενόρκως στο Δικαστήριο σε αντιδιαστολή με το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης. Κατ' αρχάς ήταν φανερή η έντονη πικρία, η αντιπάθεια και προσωπική έχθρα που ο ίδιος ένιωθε για τον κατηγορούμενο, εφόσον τον θεωρούσε υπαίτιο για την απόλυσή του αλλά και για το γεγονός ότι ο ίδιος δεν έλαβε τα δεδουλευμένα του. Η εμπάθεια του προς τον κατηγορούμενο επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ο ίδιος αποφάσισε να μεταβεί στην ταβέρνα όπου οι πρώην συνάδελφοι του και ο κατηγορούμενος γευμάτιζαν εν όψει των εορτών των Χριστουγέννων με σκοπό να πληρωθεί. Αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο ο ίδιος να μεταβεί σε μια ταβέρνα και να απαιτήσει την καταβολή των χρημάτων του ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να περιμένει όταν και εφόσον ο κατηγορούμενος θα επέστρεφε στην εργασία του. Και πως εξάλλου ο παραπονούμενος ήταν σίγουρος ότι ο κατηγορούμενος θα είχε στη κατοχή του τον ουσιώδη χρόνο τα δεδουλευμένα του. Είναι προφανώς ότι ο ίδιος μετέβη στην εν λόγω ταβέρνα με προφανή σκοπό να ζητήσει το λόγο που δεν πληρώθηκε. Εκφέυγει της λογικής η θέση του παραπονουμένου ότι ο ίδιος ανάμενε ότι θα πληρωθεί τα δεδουλευμένα του σε μια ταβέρνα. Επίσης, ενώ ο ίδιος προέβαλε τη θέση ότι δεν προκάλεσε οποιανδήποτε φασαρία στην ταβέρνα και ότι ουσιαστικά ζήτησε από τον κατηγορουμένο με ευγενικό τρόπο την πληρωμή των δεδουλευμένων του η θέση του αυτή όμως διαψεύδεται από το ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 8) που συνέταξε ο Μ.Κ
  4. Σε αυτό αναφέρεται ότι ο Μ.Κ 2 σε συνομιλία που είχε με τον ιδιοκτήτη της ταβέρνας, ο παραπονούμενος, με το που εισήλθε στο μαγαζί, άρχισε να φωνάζει και ο ίδιος του ζήτησε να εξέλθει έξω. Η στάση αυτή δείχνει ότι ο κατηγορούμενος ήταν θυμωμένος και είχε σκοπό να δημιουργήσει ένταση, παρά τα λεγόμενά του αλλά και καταρρίπτει τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος ήταν ευγενικός. Επιπρόσθετα, ενώ στην κυρίως εξέτασή του προέβαλε τη θέση ότι ο [ ] ήταν πολύ επιθετικός έναντι του έξω από την ταβέρνα, κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν έξω αυτήν τον ουσιώδη χρόνο. Επίσης, για πρώτη φορά στο Δικαστήριο προέβαλε τη θέση ότι μετά την επίθεση που δέκτηκε από τον κατηγορούμενο ο τελευταίος επιχείρηση να τον πληρώσει θέλοντας προφανώς να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου στο ότι ο τελευταίος ένιωθε ενοχές προσπαθώντας τον να τον «εξαγοράσει». Τέτοιος όμως βασικός ισχυρισμός δεν προβάλλεται στην αρχική του κατάθεση. Αρνητική εντύπωση προκαλεί στο Δικαστήριο ο ισχυρισμός του ότι από την επίθεση που δέκτηκε από τον κατηγορούμενο η κεφαλή του σχίστηκε με αποτέλεσμα να απωλέσει πολλή αίμα και ότι έβγαλέ καρούμπαλο. Κάτι τέτοιο ουδόλως όμως επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα της Μ.Κ 3, τα οποία έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, ότι ο παραπονούμενος δεν έφερε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις. Για να δικαιολογήσει το γεγονός αυτό, όταν και του υποδείχθηκε αυτό από την υπεράσπιση, ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο αλλοίωσε τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων. Πέραν του γεγονότος ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αόριστος και ατεκμηρίωτος θα πρόσθετα ότι αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας εφόσον αυτά κατατέθηκαν από την ίδια την κατηγορούσα αρχή και πουθενά δεν επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του αυτό. Ενώπιον του Δικαστηρίου φυσικά παρήλασε και η Μ.Κ 3 η οποία επιβεβαίωσε στο Δικαστήριο όλα όσα καταγράφονται σε αυτά. Επίσης προέβαλε τη θέση ότι ο λόγος που έπεσε ήταν επειδή το πόδι του ακόμα αιμορραγούσε και είχε πύο και δεν είχε δύναμη, γεγονός που και πάλι δεν επιβεβαιώνεται από τα ιατρικά ευρήματα της ΜΚ
  5. Δημιουργούνται επίσης εύλογες απορίες πώς είναι δυνατό το πόδι του ακόμη να ήταν τραυματισμένο και ο ίδιος να ήταν σε θέση να επιστρέψει στην άδεια εργασίας του. Τέλος, δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος δεν υπέβαλε άμεσα παράπονο στην Αστυνομία αλλά δύο μέρες αργότερα, χωρίς να δώσει οποιανδήποτε ικανοποιητική εξήγηση για τον λόγο αυτό. Εν όψει των πιο πάνω δεδομένων, δημιουργούνται κενά και ρήγματα στην εκδοχή που προέβαλε ο παραπονούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να την κάνει αποδεκτή ώστε αυτή να αποτελεί μία στέρεη βάση για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ευρημάτων για το πώς ακριβώς είχαν εκτυλιχθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο τα επίδικα γεγονότα. Συνεπώς η μαρτυρία του απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με την αποδεκτή μαρτυρία. Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής, δηλαδή του παραπονούμενου η τύχη της παρούσας ποινικής υπόθεσης έχει σφραγιστεί και που δεν είναι άλλη από την απαλλαγή και αθώωση του εν λόγω κατηγορουμένου. Δεν κρίνω σκόπιμο να αξιολογήσω τη μαρτυρία του τελευταίου εφόσον αυτό δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό και θα είχε μόνο ακαδημαικής σημασίας. Η νομική βάση του αδικήματος που ο κατηγορούμενος αδικείται διέπεται από το άρθρο 242 του Κεφ.154, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κοινή επίθεση
  6. Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί σε άλλο πρόσωπο (β) παράνομα Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της κοινής επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμη και με ένα απλό άγγιγμα. Επομένως, το πεδίο εμβέλειας της επίθεσης καλύπτει τις αγγλικές νομικές έννοιες 'assault', που είναι η σκόπιμη ή απερίσκεπτη ή αδιάφορη πρόκληση αντίληψης στο θύμα για άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον του και 'battery', που είναι η φυσική επαφή. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου μετά από την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας καθίσταται πρόδηλο ότι η κατηγορούμενη αρχή απέτυχε να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Με την απόρριψη της μαρτυρίας, κυρίως, του παραπονούμενου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον του παραπονουμένου. Την ίδια στιγμή ο παραπονούμενος σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ 3 δεν έφερε οποιεσδήποτε κακώσεις ή εκδορές σε κανένα σημείο του σώματος του. Αποτελεί νομολογημένο ότι η ιατρική μαρτυρία αποτελεί και πραγματική μαρτυρία η οποία συνιστά αξιόπιστο βοήθημα για την κρίση της αξιοπιστίας των μαρτύρων σε δίκη αναφορικά με τη διάπραξη αδικημάτων επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης (Γεωργίου Aνδρέας ν. Aστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 439). Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης, σωρευτικά, όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, δηλαδή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.