ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. ΣΑΒΒΑΣ Α. ΑΨΕΡΟΣ, Αρ. Υπόθεσης:1099/18, 14/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B105 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1099/18 ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Παραπονούμενος ν. ΣΑΒΒΑΣ Α. ΑΨΕΡΟΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Απριλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Ε. Θωμά Για Κατηγορούμενο: κ. Α. Βρυωνίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της διάπραξης του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την πιο πάνω κατηγορία ως ο εκδότης μίας επιταγής της Marfin Laiki Bank υπ' αριθμό [ ], ημερομηνίας 27/01/2015 εκ ποσού €25.000 (στο εξής η Επιταγή), η οποία αναφέρεται ότι εκδόθηκε προς όφελος του Παραπονούμενου κατά την πιο πάνω ημερομηνία και η οποία, αφού παρουσιάστηκε στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ Η ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ», παραμένοντας απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και συστατικά στοιχεία αδικήματος Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/14, ημ. 20/10/2016):
- η έκδοση επιταγής,
- η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε,
- η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα,
- η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι το αντάλλαγμα μίας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154[2], όμως, όπως, ενδεικτικά, αναφέρθηκε στην Δρούγκα ν. Μάριου, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B454: «το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος.» Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας, μαρτυρία δόθηκε για την πλευρά του Παραπονούμενου από συνολικά τρείς μάρτυρες. Ο πρώτος ήταν ο ίδιος ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο οποίος κατά την κυρίως εξέταση του υιοθέτησε γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), δεύτερη μάρτυρας ήταν η Ξένια Μεταξά, τραπεζική υπάλληλος (Μ.Κ.2), η οποία επίσης υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση της γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β) και ως τρίτος και τελευταίος μάρτυρας κατηγορίας παρουσιάστηκε ο Αριστοφάνης Αβραάμ (Μ.Κ.3), κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 - 13, μεταξύ των οποίων και η Επιταγή (Τεκμήριο 4). Με το πέρας της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, υιοθετώντας κατά την κυρίως εξέταση του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ) και καταθέτοντας στο πλαίσιο της μαρτυρίας του τα Τεκμήρια 14 - 16, ενώ δεν κλήθηκε να καταθέσει προς υπεράσπιση του οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την Κατηγορούσα Αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (
- i)κατά το έτος 2015 ο Μ.Κ.3 ήταν συνεταίρος με τον Μ.Κ.1 σε γκαράζ επιδιόρθωσης αυτοκινήτων. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Μ.Κ.3 διατηρούσε επίσης συνεταιρισμό με τον Κατηγορούμενο, τον οποίο δημιούργησαν με σκοπό να ασχοληθούν με την εισαγωγή οχημάτων από την Αγγλία, (
- ii)η Επιταγή υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος την παρέδωσε στον Μ.Κ.1 στις 27/01/2015. Η Επιταγή αφορά το ποσό των €25.000, αναφέρει ως δικαιούχο της τον Μ.Κ.1 και ήταν πληρωτέα στις 27/01/2015, (iii) η Επιταγή προέρχεται από τον τρεχούμενο λογαριασμό που ο Κατηγορούμενος διατηρούσε τότε στην Τράπεζα Κύπρου (και προηγουμένως στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd) με αριθμό [ ], τον οποίο δέσμευε με την υπογραφή του μόνο ο Κατηγορούμενος[4], (
- iv)η Επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για εξαργύρωση στις 27/01/2015, όμως επιστράφηκε απλήρωτη στις 28/01/2015 με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα». Ακολούθως, παρουσιάστηκε ξανά στην Τράπεζα Κύπρου προς εξαργύρωση στις 09/02/2015 όμως και πάλι επιστράφηκε απλήρωτη στις 10/02/2015, αυτή την φορά με την ένδειξη «Αποταθείτε στον εκδότη ή να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα»[5], (
- v)η Επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της πιο πάνω παρουσιάσεως της στην Τράπεζα προς εξαργύρωση και έναντι αυτής ουδέν ποσό καταβλήθηκε μέχρι σήμερα από τον Κατηγορούμενο προς τον Μ.Κ.1. Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Αδιαμφισβήτητο παρέμεινε και το γεγονός ότι η Επιταγή, κατά την παρουσίασή της στην Τράπεζα για πληρωμή, ήταν δεόντως συμπληρωμένη και έφερε όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα μίας «επιταγής», ενώ δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, ότι η Επιταγή αποτελεί «επιταγή» εντός της έννοιας του νόμου[6]. Έχοντας, συναφώς, υπόψη τον ορισμό της «έκδοσης» που καθορίζεται στο άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου (Κεφ. 262)[7] σε συσχετισμό με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καθίσταται, περαιτέρω, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος εξέδωσε την Επιταγή προς τον Μ.Κ.1 στις 27/01/2015 (1ο συστατικό στοιχείο). Αναφορικά, τώρα, με τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η Επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε (2ο συστατικό στοιχείο) τόσο κατά όσο και μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα (3ο συστατικό στοιχείο) όμως, σε αμφότερες περιπτώσεις, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της (Κατηγορούμενου) (4ο συστατικό στοιχείο) και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της (5ο συστατικό στοιχείο). Η στοιχειοθέτηση, άλλωστε, των πιο πάνω συστατικών στοιχείων δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ό,τι αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και κατέστη επίδικο θέμα στην παρούσα υπόθεση ήταν οι συνθήκες και, ειδικότερα, το αντάλλαγμα για το οποίο εκδόθηκε η Επιταγή, ζήτημα για το οποίο η κάθε πλευρά παρουσίασε διαφορετική εκδοχή γεγονότων. Σε αδρές γραμμές, η εκδοχή που παρουσιάστηκε από πλευράς Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 ήταν ότι η Επιταγή εκδόθηκε από τον Κατηγορούμενο για να καλύψει την πληρωμή μίας άλλης επιταγής αντίστοιχου ποσού του Μ.Κ.1, η οποία, εν αγνοία του, συμπληρώθηκε ως προς τα λοιπά, εκτός της υπογραφής, της στοιχεία από τον Μ.Κ.3, ο οποίος την παρέδωσε σε κάποιον Νικόλα Κυριάκου έναντι χρηματικού ποσού που ο τελευταίος είχε καταβάλει ως προκαταβολή στο πλαίσιο συμφωνίας που έκανε με τους Μ.Κ.3 και Κατηγορούμενο για την παραγγελία ενός αυτοκινήτου από την Αγγλία έναντι αμοιβής, την οποία ανέλαβε να διεκπεραιώσει ο Μ.Κ.3 μαζί με τον Κατηγορούμενο, στο πλαίσιο των εργασιών τους. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει τον Κυριάκου και ουδεμία σχέση έχει με την προαναφερόμενη αγοραπωλησία, αναφέροντας επίσης ότι η Επιταγή παραδόθηκε από τον ίδιο στον Μ.Κ.1, στο πλαίσιο της συνεργασίας που είχε τότε με τον Μ.Κ.3 και έπειτα από οδηγίες που ο τελευταίος του έδωσε μέσω τηλεφώνου στις 27/01/2015, σύμφωνα με τις οποίες ο Μ.Κ.1 θα κρατούσε την Επιταγή που θα του εξέδιδε ως εξασφάλιση αντίστοιχου ποσού χρημάτων που είχε προκαταβάλει στον Μ.Κ.3 για την αγορά ενός αυτοκινήτου από την Αγγλία, το οποίο είχε παραγγείλει από τον Μ.Κ.3 αλλά δεν ήρθε στην Κύπρο στο συμφωνημένο χρόνο, στηριζόμενος παράλληλα στα λεγόμενα τότε του Μ.Κ.3 ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν καθ' οδόν προς Κύπρο και ότι σύντομα θα το παραλάμβανε ο Μ.Κ.1, επιστρέφοντας του με την παραλαβή του την επιταγή που θα του εξέδιδε. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ3 τον εξαπάτησαν, παρουσιαζόμενοι στον ίδιο ότι δήθεν είχαν παρεξηγηθεί μεταξύ τους όσον αφορά το ζήτημα της αγοράς του αυτοκινήτου που είχε παραγγείλει ο Μ.Κ.1 από τον Μ.Κ.3, με αποτέλεσμα ο ίδιος, εμπιστευόμενος τον Μ.Κ.3 ενόψει και του ότι η συνεργασία τους ήταν τότε στα αρχικά της στάδια, να παραδώσει την Επιταγή στον Μ.Κ.1, την οποία, ωστόσο, δεν ζήτησε να του επιστραφεί όταν τελικά ο Μ.Κ.1 παρέλαβε μερικούς μήνες μετά το αυτοκίνητο, επειδή θεώρησε ότι το θέμα είχε λήξει. Καταλήγει ο Κατηγορούμενος ότι η εκδοχή που παρουσίασαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 σε σχέση με το αντάλλαγμα της Επιταγής αποτελούν ένα αναληθές σενάριο το οποίο δημιούργησαν για να τον εμπλέξουν ώστε να εξασφαλίσουν χρήματα από τον ίδιο. Τόσο ο Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 δεν έκαναν καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Η ουσία της εκδοχής τους, στην έκταση που αφορά τόσο τις συνθήκες όσο και το αντάλλαγμα της Επιταγής, απορρίπτεται ως αναληθής εφόσον δεν έχει λογική συνοχή, είναι αναληθοφανής και χαρακτηρίζεται από ασάφειες, κενά και ουσιώδεις αντιφάσεις. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η εκδοχή τους αυτή επρόκειτο για επιτηδευμένο και υστεροκατασκευασμένο σενάριο που επινοήθηκε από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, στο οποίο ενέπλεξαν το χρέος τους προς ένα τρίτο πρόσωπο, τον Κυριάκου, ως μέρος του ευρύτερου κακόπιστου σχεδιασμού τους να το συνδέσουν με την Επιταγή, επιχειρώντας έτσι να καταστήσουν υπόλογο τον Κατηγορούμενο για το χρέος τους αυτό. Ενδεικτικά και μόνο της ποιότητας της μαρτυρίας τους είναι τα πιο κάτω παραδείγματα: (α) ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι η συμφωνία του Κυριάκου για την παραγγελία ενός αυτοκινήτου από την Αγγλία έγινε με τους Μ.Κ.3 και Κατηγορούμενο, συμπληρώνοντας κατά την αντεξέταση του ότι έμαθε για την εν λόγω συμφωνία από τον ίδιο τον Κυριάκου. Αν όμως πράγματι ο Κυριάκου γνώριζε για οποιαδήποτε εμπλοκή του Κατηγορούμενου στην πιο πάνω συμφωνία, για ποιο λόγο στην αγωγή 591/15, την οποία καταχώρισε στις 12/02/2015 με σκοπό την είσπραξη του χρέους της επιταγής του Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 1) (στο εξής η Αγωγή), δεν ενέπλεξε και τον Κατηγορούμενο με τον ίδιο τρόπο που ενέπλεξε σε αυτήν τον Μ.Κ.3, παρά το ότι, όπως ισχυρίστηκε σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ο Μ.Κ.3, η πληρωμή της προκαταβολής από τον Κυριάκου έγινε στην παρουσία του Κατηγορούμενου; Και γιατί στο πλαίσιο της υπεράσπισης που καταχώρισαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 στην Αγωγή προέβαλαν ότι η πιο πάνω συμφωνία έγινε μεταξύ του Κυριάκου και του Μ.Κ.3, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά είτε στον Κατηγορούμενο είτε, έστω, στον συνεταιρισμό τους; Εν πάση περιπτώσει, η πιο πάνω θέση του Μ.Κ.1 δεν συνάδει μήτε με την θέση που προέβαλε ο Μ.Κ.3 κατά την αντεξέταση του, στο πλαίσιο της οποίας αποδέχθηκε ότι όλα όσα αφορούσαν την παραγγελία του αυτοκινήτου του Κυριάκου τα έκανε ο ίδιος και ότι ο Κυριάκου γνώριζε τον Μ.Κ.1 λόγω της επιταγής του που κρατούσε καθώς και τον ίδιο επειδή, όπως χαρακτηριστικά είπε: «τον έπιασα τζιαί λαλώ του "Ναι, μπορούμε να σας φέρουμε αυτοκίνητο. Μπορούμε να σας κάμουμε τη δουλειά σας". Εμένα γνώριζε τόσα χρόνια. Τη ζημιά της εταιρείας τζιαί του συνεταιρισμού ουδέποτε την είχε ο κύριος Σάββας, εγώ ήμουν μπροστά, εγώ υπέστησα τη ζημιά.», (β) ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι η επιταγή του που παραδόθηκε «εν αγνοία του» στον Κυριάκου δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα προς εξαργύρωση λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση του, ισχυρίστηκε, αρχικά, ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε πως η επιταγή του δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στις 27/01/2015, δηλαδή την ημέρα που παρέλαβε την επίδικη Επιταγή και την κατέθεσε στην Τράπεζα για εξαργύρωση. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης στην Αγωγή, η επιταγή του Μ.Κ.1 ήταν ημερομηνίας 28/01/2015, δηλαδή ήταν πληρωτέα την επομένη της ημέρας που η επίδικη Επιταγή κατατέθηκε για πληρωμή και, έτσι, δεν θα μπορούσε ο Μ.Κ.1 να γνωρίζει από τότε (27/01/2015), όπως αναληθώς ισχυρίστηκε, ότι η επιταγή του κατατέθηκε από τον Κυριάκου αλλά δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Περαιτέρω, πώς είναι δυνατόν ο Μ.Κ.1 να αντιλήφθηκε ότι η επιταγή του δεν τιμήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στο λογαριασμό του όταν ο ίδιος, όπως στη συνέχεια ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του (και όπως άλλωστε προκύπτει από την έκθεση απαίτησης και την υπεράσπιση στην Αγωγή), είχε δώσει οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής της. Στην προσπάθεια του να εξηγήσει την διάσταση αυτή στις θέσεις του, έδωσε κατά την αντεξέταση του απαντήσεις συγκεχυμένες και διόλου σαφείς ή πειστικές, αντιμετωπίζοντας το ζήτημα ως ακολούθως: «E. Επίσης σου υποβάλλω ότι λέεις ψέματα ότι δεν είχες λεφτά μέσα. Την επιταγή επειδή έκαμες την μαζί με τον Αριστοφάνη, πήγες τζιαί σταμάτησες την. Έδωσες οδηγίες τζιαί σταμάτησες την επιταγή. Η επιταγή δεν επιστράφηκε επειδή δεν είχε λεφτά, όπως είπες στο Δικαστήριο, πήγες εσύ και σταμάτησες την. A. Μπορεί να αποδειχθεί φέρνοντας τραπεζική κατάσταση. E. Άρα εσύ λαλείς ότι δεν την σταμάτησες; A. Όχι, σταμάτησα την επιταγή. E. Ποιος την σταμάτησε; A. Εγώ την σταμάτησα. E. Για ποιο λόγο την σταμάτησες; A. Γιατί θα είχε ανεπαρκή υπόλοιπα, γι' αυτό σας ενημέρωσα ότι‑‑ E. Στην τράπεζα που πήγες κύριε, νάμπου δήλωσες γραπτώς; Τι δήλωσες τζιαί σταμάτησες την επιταγή; A. Ήταν λάθος, η απάντηση που με ρώτησε ο ταμίας, είπα του σε απλή γλώσσα αν δεν εξαργυρωθεί η επιταγή να μου την καλύψουσιν, θα πάμε Δικαστήριο και λογικά τούτο γράφει στην επιταγή. E. Ξανά πες μου; A. Αν δεν εξαργυρωθεί η επιταγή για να καλυφθεί, θα πάμε Δικαστήριο. Δεν ξέρω πώς το σύνταξε ο ταμίας. E. Λέεις ψέματα. A. Μάλιστα. E. Η οδηγία που έδωκες στην τράπεζα τζιαί σταμάτησε η επιταγή είναι ότι δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα ο Νικόλας Κυριάκου; A. Όχι.» (γ) ενώ ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε αρχικά κατά την αντεξέταση του ότι ενημερώθηκε για την επιταγή του την ίδια ημέρα που αυτή εκδόθηκε, προβάλλοντας επίσης ότι πήγε το ίδιο απόγευμα μαζί με τον Μ.Κ.3 στο γραφείο του Κατηγορούμενου οπότε και του εξέδωσε ο τελευταίος την Επιταγή, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει αν η επιταγή του ήταν μεταχρονολογημένη επειδή δεν ήταν ο ίδιος που την εξέδωσε. Αν όμως πράγματι είχε ενημερωθεί αυθημερόν, όπως ισχυρίστηκε, για την έκδοση της επιταγής του, πώς είναι δυνατόν να αγνοούσε την ίδια στιγμή αν αυτή ήταν μεταχρονολογημένη; Και πώς μπορούσε να ήταν σε θέση να ισχυριστεί αυτό που είχε αναφέρει προηγουμένως, ότι δηλαδή η επιταγή του δόθηκε από τον Μ.Κ.3 στον Κυριάκου «για να κερδίσουν χρόνο», αν όντως αγνοούσε ότι αυτή εκδόθηκε με μεταγενέστερη ημερομηνία πληρωμής; (δ) η εκδοχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 που παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας σε σχέση με τις περιστάσεις και το αντάλλαγμα για την έκδοση της Επιταγής ουδέποτε προβλήθηκε στο πλαίσιο της Αγωγής (η οποία, ως προαναφέρθηκε, αφορούσε το χρέος της επιταγής του Μ.Κ.1), στην οποία μάλιστα εκδόθηκε στις 19/02/2016 εκ συμφώνου απόφαση (βλ. Τεκμήριο 2) υπέρ του Κυριάκου και εναντίον των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, αλληλεγγύως ή/και κεχωρισμένως, για το ποσό των €25.000 πλέον τόκους και έξοδα (στο εξής η Απόφαση). Αν πράγματι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 πίστευαν ότι η Επιταγή συνδέεται με την πιο πάνω οφειλή προς τον Κυριάκου και ότι ο Κατηγορούμενος ήταν με κάποιο τρόπο υπόλογος για αυτήν, γιατί οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 να αποδεχθούν την έκδοση της Απόφασης στην Αγωγή, χωρίς παράλληλα να αναζητήσουν εξ αρχής την απόδοση ευθυνών στον Κατηγορούμενο, στηριζόμενοι στην Επιταγή του; Και γιατί το έπραξαν αυτό 2 ½ σχεδόν χρόνια μετά, με την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ενώ εν τω μεταξύ κινήθηκαν εναντίον τους διαδικασίες εκτέλεσης της Απόφασης, στο πλαίσιο των οποίων διατάχθηκαν (ο μεν Μ.Κ.1 στις 02/07/2018, ο δε Μ.Κ.3 στις 05/10/2017) να αποπληρώνουν μηνιαίως το εξ αποφάσεως χρέος στην Αγωγή (βλ., αντιστοίχως, τα Τεκμήρια 3 και 6), σε χρόνο δηλαδή όχι χρονικά ασύνδετο με εκείνον κατά τον οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα ποινική δίωξη (06/07/2018) αλλά εντελώς απομακρυσμένο από εκείνον κατά τον οποίο η Επιταγή δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή; Στην προσπάθεια τους να εξηγήσουν τα πιο πάνω, οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 έδωσαν απαντήσεις αναληθοφανείς μέχρι και παράλογες, καταδεικνύοντας παράλληλα την υστεροβουλία που διακατέχει την όλη εκδοχή τους όσον αφορά τις συνθήκες έκδοσης και το αντάλλαγμα της Επιταγής αλλά και τα αλλότρια κίνητρα που, πρόδηλα, ώθησαν τον Μ.Κ.1 να διώξει τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι όσον αφορά τον χειρισμό της Αγωγής είχε «προς το τέλος ενημέρωση» όταν δέχθηκαν να εκδοθεί η Απόφαση εναντίον τους για να μην κατηγορηθεί ο Μ.Κ.3. Επιχείρησε, δηλαδή, να πείσει ότι, παρόλο που ήταν, κατά τα λεγόμενα του, λόγω της συμπεριφοράς του Μ.Κ.3 που βρέθηκε αναμεμειγμένος στην οφειλή προς τον Κυριάκου, όχι μόνο δεν υπέβαλε εναντίον του οποιαδήποτε καταγγελία στην Αστυνομία, αλλά «δέχθηκ[ε] απλά» την έκδοση της Απόφασης ώστε να μην κατηγορηθεί ο Μ.Κ.3. Από την άλλη, ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε ότι η Απόφαση εκδόθηκε εν αγνοία του, θέση εντελώς αντίθετη με τα όσα επί του προκειμένου ισχυρίστηκε προηγουμένως ο Μ.Κ.1 αλλά και μη συνάδουσα με τη θέση που προβλήθηκε κατά την μαρτυρία τους ότι οι μηνιαίες δόσεις καταβάλλονται έναντι του χρέους της Απόφασης από χρήματα που προέρχονται από τον Μ.Κ.3. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 δεν εξήγησε τον λόγο που δεν στράφηκε νωρίτερα εναντίον του Κατηγορούμενου, καταχωρώντας την παρούσα ποινική δίωξη, παρά το ότι η Επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη ήδη από τις 28/01/2015 και, ακολούθως, στις 10/02/2015 και παρόλο που μεσολάβησε η καταχώριση της Αγωγής (12/02/2015) και η έκδοση της Απόφασης (19/02/2016). Το έπραξε, ωστόσο, δύο χρόνια μετά από τότε που ισχυρίστηκε ότι εγγράφηκε το πιο πάνω αυτοκίνητο επ' ονόματι του και τρεις ημέρες μετά την ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε εναντίον του το διάταγμα καταβολής μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €75 (βλ. Τεκμήριο 3), το οποίο, όπως είπε, καταβάλλεται με χρήματα που λαμβάνει από τον Μ.Κ.3, ισχυριζόμενος, αφενός, ότι την Επιταγή «Είχα την για αρκετό καιρό στο γραφείο μου και μετά την παράδωσα στην κυρία Άντρη Δημητρίου, για να προχωρήσει στην είσπραξη της.», και αποδεχόμενος, μάλιστα, ότι: «Δεν έπαθ[ε] οικονομική ζημιά». Όταν στην συνέχεια ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του τί είναι τελικά εκείνο που ζητά προωθώντας την παρούσα υπόθεση, εξέφρασε αντιφατικές θέσεις, απαντώντας ως ακολούθως: «Ε. Σήμερα εδώ στο Δικαστήριο θέλεις να τιμωρηθεί τούτος ο άνθρωπος γιατί έφαεν σου μια επιταγή €25.000; A. Μάλιστα. E. Αυτό ζητάς; A. Δεν θέλω να τιμωρηθεί ο Σάββας Αψερός, όπως δεν ήθελα να τιμωρηθεί ούτε ο Αριστοφάνης Αβραάμ. Απλά εγώ το μόνο που ζήτησα και από τους δικηγόρος μου ήταν να ξεμπλέξω που μια ιστορία, όλοι γνωρίζουν ότι έπεσα θύμα στην ουσία, είτε λόγω καλοσύνης. Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Δεν έχετε παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου; A. Το μόνο μου παράπονο είναι να ξεκαθαρίσω τις €25.000 που με εμπλέξασιν στην υπόθεση για να αποδεσμευθεί η περιουσία μου.» Και πιο κάτω: «Ε. Τι να τον φωνάξω; Τι θέλεις σήμερα που τούντον άνθρωπο; (δείχνει τον κατηγορούμενο) A. Εμένα η μόνη μου απαίτηση είναι να απαλλαγώ από την ποινική που δεχθήκαμε απόφαση τις €25.000. E. Τι φταίει τούτος ο άνθρωπος; (δείχνει τον κατηγορούμενο). A. Εγώ τι φταίω;» (ε) ενώ ο Μ.Κ.1 σε κανένα σημείο της κυρίως εξέτασης του δεν ανέφερε τί είχε γίνει με το αυτοκίνητο για το οποίο ισχυρίστηκε ότι δόθηκε η επιταγή του στον Κυριάκου και ενώ αρχικά αρνήθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ο Μ.Κ.3 του έφερε αυτοκίνητο, αμέσως μετά ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο μάρκας AUDI TT που από τις 09/08/2016 είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του δεν το έφερε ο Μ.Κ.3 για τον ίδιο προσωπικά αλλά ήταν εκείνο που είχαν φέρει για τον Κυριάκου, το οποίο, επειδή ο τελευταίος τελικά δεν ήθελε, το αγόρασε ο ίδιος καταβάλλοντας στον Μ.Κ.3 το ποσό των €15.000 πλέον Φ.Π.Α., πέραν των εξόδων εκτελωνισμού που ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε για το εν λόγω αυτοκίνητο. Ό,τι δηλαδή, υστερόβουλα μέχρι και παράλογα, ισχυρίστηκε ήταν ότι, ενώ είχε εναντίον του εκδοθεί η Απόφαση για το χρέος της επιταγής του και ενώ γνώριζε, αφενός, ότι αυτή είχε δοθεί στον Κυριάκου έναντι της αξίας αγοράς του αυτοκινήτου που ο τελευταίος είχε προκαταβάλει στον Μ.Κ.3, και ότι, αφετέρου, η Επιταγή του Κατηγορούμενου είχε επιστραφεί απλήρωτη λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, κατέβαλε άλλες €15.000 πλέον Φ.Π.Α. στον Μ.Κ.3, πέραν τον εξόδων εκτελωνισμού, για το ίδιο αυτοκίνητο που επί της ουσίας είχε παραδοθεί η επιταγή του στον Κυριάκου και για την οποία είχε εν τω μεταξύ αποδεχθεί την έκδοση της Απόφασης, (στ) ο Μ.Κ.3 έδωσε περαιτέρω την εικόνα προσώπου ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να μαρτυρήσει με τρόπο που θεωρούσε ότι θα μπορούσε να βοηθήσει την εκδοχή του Μ.Κ.1, θέλοντας να προσδώσει πειστικότητα σε αυτήν και να καλύψει τις ασάφειες και τα κενά που άφησε η μαρτυρία του τελευταίου σε σχέση με τις συνθήκες και το αντάλλαγμα έκδοσης της Επιταγής. Παρόλο που δεν βρισκόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου ενόσω έδιδε μαρτυρία ο Μ.Κ.1, έκανε από μόνος του αναφορές σε διάφορα ζητήματα που είχαν εγερθεί κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, επεκτείνοντας μάλιστα την μαρτυρία του αρκετές φορές και σε ζητήματα άσχετα με εκείνα που αφορούσαν οι ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, δημιουργώντας έτσι έντονο το αίσθημα στο Δικαστήριο ότι μεσολάβησε προπονητική προετοιμασία ή διαβούλευση του με την πλευρά του Μ.Κ.1 για το τί θα πει και πώς θα καταθέσει σχετικά με τα αμφισβητούμενα ή εγειρόμενα κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ζητήματα, πράγμα ανεπίτρεπτο και αθέμιτο. Ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.3 όσον αφορά το έγγραφο που κατέθεσε ως Τεκμήριο 13, στο οποίο, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί από το Δικαστήριο προς το σκοπό διαπίστωσης των αμφισβητούμενων ζητημάτων που αφορούν τις συνθήκες και το αντάλλαγμα για το οποίο εκδόθηκε η Επιταγή, εφόσον, το εν λόγω Τεκμήριο δεν αποτελεί παρά μία απόδειξη κατάθεσης μετρητών ύψους €2.500 από τον Κατηγορούμενο σε κάποιον τραπεζικό λογαριασμό του Κυριάκου, η οποία προκύπτει από αυτό ότι έγινε στις 21/09/2015, σε χρόνο δηλαδή κατά πολύ μεταγενέστερο εκείνου κατά τον οποίο εκδόθηκε η Επιταγή (27/01/2015) ή εκείνου που ισχυρίστηκαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 ότι παραδόθηκε η επιταγή του πρώτου στον Κυριάκου, χωρίς, παράλληλα, να αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο του και ούτε εξηγήθηκε από τον Μ.Κ.3 ποιος ήταν ο σκοπός για τον οποίο έγινε η αναφερόμενη πληρωμή και αν αυτή συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο είτε με την επιταγή του Μ.Κ.1 είτε με την επίδικη Επιταγή καθώς και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αυτή εκδόθηκε, (ζ) ενώ ο Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του ότι την επιταγή του Μ.Κ.1 την παρέδωσε στον Κυριάκου στις 28/01/2015, στη συνέχεια διαφοροποίησε την θέση του αυτή, ισχυριζόμενος ότι την εν λόγω επιταγή την είχε παραδώσει στον Κυριάκου προηγουμένως, με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής την 28/01/2015, μέχρι να έφθανε από το εξωτερικό σε εύλογο χρόνο (εντός δύο μηνών) το αυτοκίνητο που είχε παραγγείλει ο Κυριάκου, παρόλο που από την έκθεση απαίτησης και την υπεράσπιση που καταχωρήθηκε στην Αγωγή προκύπτει ότι η εν λόγω αναφερόμενη επιταγή παραδόθηκε από τον Μ.Κ.3 στον Κυριάκου στις 28/01/2015. Περαιτέρω, παρόλο που ισχυρίστηκε αρχικά ότι, εξ όσων θυμόταν, ο Κυριάκου κατέβαλε στον ίδιο, στην παρουσία του Κατηγορούμενου, το ποσό των €20.000 ως προκαταβολή για την παραγγελία του αυτοκινήτου που συμφώνησε να αγοράσει, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ποσό της προκαταβολής το έλαβε ο Κατηγορούμενος ο οποίος δεν συμπλήρωσε το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του αυτοκινήτου (€25.000) για να μπορούσε να γίνει η παραγγελία, την οποία είπε ότι έκανε ο ίδιος μετά από 2 - 3 μήνες, συμπληρώνοντας τα χρήματα από το γκαράζ αυτοκινήτων που είχε με τον Μ.Κ.1. Ο ισχυρισμός του αυτός δεν έχει λογική συνοχή με τη θέση του ότι στην επιταγή που παρέδωσε στον Κυριάκου συμπλήρωσε ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου, ούτε βρίσκει έρεισμα στο περιεχόμενο της υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από πλευράς τους στην Αγωγή, στην οποία αναφέρεται ότι ο Κυριάκου κατέβαλε στον Μ.Κ.3 ολόκληρη την αξία αγοράς του αυτοκινήτου. Εξάλλου, αν πράγματι ο Κυριάκου κατέβαλε λιγότερο του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του αυτοκινήτου, για ποιο λόγο οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 να αποδεχθούν (όπως είπε ο Μ.Κ.1) Απόφαση στην Αγωγή για ολόκληρο το ποσό; Συνακόλουθα της πιο πάνω αξιολόγησης, η εκδοχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 όσον αφορά το αντάλλαγμα και τις συνθήκες έκδοσης της Επιταγής, κρίνεται αναξιόπιστη και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεχτή. Ούτε ο Κατηγορούμενος άφησε στο Δικαστήριο καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Σε αρκετά σημεία της αντεξέτασης του απαντούσε με δισταγμό ή επιφυλακτικότητα στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και άλλες φορές είτε απέφευγε επί της ουσίας να απαντήσει, επικαλούμενος γενικότερα άγνοια σε διάφορα ζητήματα σχετικά με την διεκπεραίωση των εργασιών που γίνονταν στο πλαίσιο της συνεργασίας του με τον Μ.Κ.3, είτε έδιδε απαντήσεις γενικές και αόριστες, ισχυριζόμενος απλώς ότι ενεργούσε με τον τρόπο που του έλεγε κάθε φορά ο Μ.Κ.3 μέχρι που αντιλήφθηκε σε κάποιο στάδιο μετά ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 τον εξαπάτησαν για να του αποσπάσουν την Επιταγή. Περαιτέρω, η εκδοχή της μαρτυρίας του, στην έκταση που αφορά το αντάλλαγμα και τις συνθήκες έκδοσης της Επιταγής είναι αναληθοφανής και χαρακτηρίζεται από γενικότητες, ασάφειες, υπερβολές, εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα αλλά και αντιφάσεις στις θέσεις και τοποθετήσεις του, ενώ το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να πείσει ότι είχε πλήρη άγνοια για όλα εκείνα τα θέματα που αφορούσαν την εκτέλεση των εργασιών του συνεταιρισμού που είχε με τον Μ.Κ.3, θέλοντας έτσι να παρουσιάσει τα γεγονότα που αφορούν τα πιο πάνω ζητήματα με τρόπο που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να απαλλαγεί της κατηγορίας που του έχει προσαφθεί. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι εξέδωσε την Επιταγή βασιζόμενος τότε στα λεγόμενα και στις οδηγίες του Μ.Κ.3 επειδή τον εμπιστευόταν δεν έχει λογική συνάφεια με προηγούμενους ισχυρισμούς του και στερείται κάθε πειστικότητας. Υπό τις περιστάσεις που ο ίδιος παρουσίασε, δεν εξήγησε ούτε έπεισε γενικότερα για το πώς μπορεί να μην είχε θορυβηθεί από την όλη συμπεριφορά του Μ.Κ.3 και εξακολουθούσε, όπως είπε, κατά τον ουσιώδη χρόνο να τον εμπιστεύεται, προχωρώντας έτσι βάσει των φερόμενων οδηγιών του στην έκδοση της Επιταγής προς ένα τρίτο (τον Μ.Κ.1) για ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό, θέτοντας παράλληλα ως ημερομηνία πληρωμής της την ίδια ημέρα, παρά το ότι, κατά τα λεγόμενα του, ο Μ.Κ.3 δεν τον ενημέρωνε για τις πράξεις που έκανε στο πλαίσιο της συνεργασίας τους και όταν μάλιστα, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 16 που κατέθεσε, είχε και ο ίδιος μήνες προηγουμένως παραγγείλει από τον Μ.Κ.3 ένα αυτοκίνητο από την Αγγλία, καταβάλλοντας του μέχρι τις 27/06/2014 το συνολικό ποσό των €29.500, το οποίο, εντούτοις, δεν είχε ακόμα έρθει στην Κύπρο κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε ότι του είπε να εκδώσει την Επιταγή. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν εξήγησε με σαφήνεια και κατά τρόπο λογικό και πειστικό πώς και κάτω από ποιες περιστάσεις αντιλήφθηκε αργότερα, όπως είπε, τα περί υποτιθέμενης παρεξήγησης μεταξύ των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, προβάλλοντας γενικά και ατεκμηρίωτα τον ισχυρισμό ότι αυτό έγινε με σκοπό να τον εξαπατήσουν. Όπως δεν εξήγησε γιατί ένοιωσε ή πώς αντιλήφθηκε ότι τον εξαπάτησαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3, ούτε προκύπτει λογικά από τα λεγόμενα του για ποιο λόγο οι τελευταίοι να «έστησαν» αυτή «την δήθεν παρεξήγηση» μεταξύ τους όταν, με βάση τα λεγόμενα του, προκύπτει ότι ήταν αρκετό για εκείνον να είχε απλώς τις οδηγίες του Μ.Κ.3 ώστε να προχωρούσε τότε στην έκδοση της Επιταγής αφού, σύμφωνα με την εκδοχή του, την συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο ίδιος προέβαινε σε καθημερινές καταβολές αρκετών χρημάτων προς τρίτους, ακολουθώντας «πιστά» κάθε φορά τις υποδείξεις του Μ.Κ.3 χωρίς να ζητά ή να λαμβάνει, όπως είπε, οποιαδήποτε ενημέρωση και δίχως να γνωρίζει ή να ασχολούνταν με τις διαδικασίες και τις πράξεις που έκανε ο Μ.Κ.3 στο πλαίσιο της συνεργασίας τους. Περαιτέρω, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι πείστηκε από τον Μ.Κ.3 να εκδώσει την Επιταγή ως εξασφάλιση αντίστοιχου ποσού χρημάτων που είχε προκαταβάλει ο Μ.Κ.1 στον Μ.Κ.3 μέχρι την παραλαβή του αυτοκινήτου που ο πρώτος είχε παραγγείλει από τον δεύτερο. Αν πράγματι ο λόγος που ο Κατηγορούμενος εξέδωσε την Επιταγή ήταν για να εξασφαλίσει τον Μ.Κ.1 με την προϋπόθεση ότι αυτή θα του επιστρεφόταν από τον Μ.Κ.1 κατά την παραλαβή του αυτοκινήτου που είχε παραγγείλει, γιατί τότε δεν έθεσε σε αυτήν μεταγενέστερη ημερομηνία πληρωμής της (στο χρόνο δηλαδή που ισχυρίστηκε ότι του είπε ο Μ.Κ.3 ότι θα ερχόταν στην Κύπρο το πιο πάνω αυτοκίνητο); Εν πάση περιπτώσει, στερείται κάθε πειστικότητας η γενικόλογη θέση του Κατηγορούμενου ότι πείστηκε να εκδώσει μία επιταγή από τον προσωπικό του λογαριασμό προς ένα τρίτο (τον Μ.Κ.1), στηριζόμενος απλώς και μόνο στα λεγόμενα του Μ.Κ.3 ότι έλαβε από τον Μ.Κ.1 ένα τέτοιο σημαντικό ποσό χρημάτων για μία παραγγελία αυτοκινήτου, ενώ αγνοούσε, όπως ισχυρίστηκε, ο,τιδήποτε σχετικό ως προς τα ζητήματα αυτά. Ούτε εξηγήθηκε από τον Κατηγορούμενο, κατά τρόπο λογικό και πειστικό, για ποιο λόγο δεν ζήτησε την επιστροφή της Επιταγής όταν τελικά παραλήφθηκε το αυτοκίνητο από τον Μ.Κ.1. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ο Κατηγορούμενος περιορίστηκε απλώς να ισχυριστεί γενικά ότι με την παραλαβή του αυτοκινήτου από τον Μ.Κ.1 «το θέμα θεωρήθηκε λήξαν» και ότι θεώρησε πως «είχε κλείσει». Γιατί θεώρησε όμως κάτι τέτοιο δεν εξήγησε και ούτε βρίσκει έρεισμα στη λογική ο ισχυρισμός του αυτός τη στιγμή μάλιστα που, κατά τα λεγόμενα του, παρά το ότι είχε τότε παραδώσει την Επιταγή στον Μ.Κ.1 προς εξασφάλιση του μέχρι την παραλαβή του αυτοκινήτου που είχε παραγγείλει και με την συνεννόηση ότι αυτή θα του επιστρεφόταν μόλις αυτό συνέβαινε, διαπίστωσε λίγες ημέρες μετά πως ο Μ.Κ.1 την είχε καταθέσει για εξαργύρωση. Συνακόλουθα, η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου όσον αφορά τις συνθήκες και το αντάλλαγμα για την έκδοση της Επιταγής κρίνεται και αυτή αναξιόπιστη, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί σε αυτήν για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων επί των αμφισβητούμενων ζητημάτων. Δ. Τελικά Συμπεράσματα Δικαστηρίου Εν προκειμένω, η πλευρά του Παραπονούμενου επέλεξε να προσφέρει μαρτυρία, παρουσιάζοντας στοιχεία για το αντάλλαγμα της Επιταγής, ισχυριζόμενη ότι αυτή εκδόθηκε και παραδόθηκε στον Μ.Κ.1 με σκοπό να καλύψει την πληρωμή μίας άλλης, δικής του, επιταγής αντίστοιχου ποσού προς ένα τρίτο πρόσωπο (τον Κυριάκου). Η επιλογή της αυτή επέφερε την μη ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου που παρέχεται από το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 (το οποίο, δυνάμει του άρθρου 73 του Κεφ.262, εφαρμόζεται και στις επιταγές) και, ως εκ τούτου, όφειλε να αποδείξει στο Δικαστήριο, με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής για την έκδοση της Επιταγής (βλ. Φουρνίδου (ανωτέρω), Τριφταρίδη (ανωτέρω), Ηλία (ανωτέρω), Δρούγκα (ανωτέρω) και Γαβριηλίδης (ανωτέρω)). Ωστόσο, μετά και την απόρριψη ως αναξιόπιστης όλης της επί του προκειμένου μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε συνάρτηση με το πιο πάνω ζήτημα, τέτοια μαρτυρία σχετική με το αντάλλαγμα της Επιταγής δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να έχουν δημιουργηθεί σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες και κυρίως ως προς την αντιπαροχή για την οποία αυτή δόθηκε. Συναφώς, καταλήγω ότι η πλευρά του Παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής για την έκδοση της Επιταγής, ως όφειλε, υπό τις περιστάσεις, να πράξει και, έτσι, απέτυχε να αποδείξει ότι ο Μ.Κ.1 ήταν κάτοχος αυτής για αξία, εν τη εννοία του Κεφ.262, γεγονός το οποίο καθιστά, από μόνο του, μοιραία και την τύχη της παρούσας υπόθεσης. Ε. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, ο Παραπονούμενος απέτυχε να αποδείξει, ως όφειλε υπό τις περιστάσεις, το αντάλλαγμα για την έκδοση της Επιταγής, κατάληξη η οποία οδηγεί αναπόδραστα σε απόρριψη της παρούσας υπόθεσης. Έτσι, η υπόθεση απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος του Κατηγορούμενου και εναντίον του Παραπονούμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Σε ό,τι αφορά το αντάλλαγμα μίας επιταγής σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παναγιώτου ν. Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, Τριφταρίδης ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφεση 340/2015 ημ. 18/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B407, Κυριάκου ν. Ηλία, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B468 και Γαβριηλίδης ν. Αρμινιώτης, Ποιν. Έφεση 16/2019 ημ. 24/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:B108. [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Τα δεδομένα αυτά προκύπτουν από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Κ.2 καθώς από τα έγγραφα που η ίδια κατέθεσε ως Τεκμήρια (βλ. Τεκμήρια 7 - 11), το περιεχόμενο των οποίων επίσης δεν αμφισβητήθηκε. [5] Τα δεδομένα αυτά επιμαρτυρούνται από τις σφραγίδες του Τεκμηρίου 4, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους και επιβεβαιώνονται από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Κ.2. [6] Βλ. άρθρο 4 του Κεφ.154 και άρθρα 73 και 74 Γ
(6)του Κεφ.
- [7] Βλ. και την Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής, Ποιν. Έφεση 253/18 ημ. 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:B
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο