P.Y. ELEVATOR LTD ν. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ I. SOTERIOU CONSTRUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1071/19, 16/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B107 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1071/19 P.Y. ELEVATOR LTD Παραπονούμενη v.
- ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ I. SOTERIOU CONSTRUCTIONS LTD
- ΣΩΤΗΡΟΥΛΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 16 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα. Κυπριανίδου μαζί με κα. Αρσένοβιτς Για Κατηγορούμενη 1: Καμία Εμφάνιση Για Κατηγορούμενη 2: κα. Χριστοδούλου Κατηγορούμενη 2 παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά επτά κατηγορίες. Οι πρώτες πέντε αφορούν το αδίκημα της έκδοσης ισάριθμων επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) και οι υπόλοιπες δύο αφορούν το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης αντίστοιχων επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(2)και 20 του Κεφ. 154. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, όλες οι πιο πάνω επιταγές εκδόθηκαν επί της Ελληνικής Τράπεζας από τους Κατηγορούμενους προς την Παραπονούμενη, με την κάθε μία από αυτές να αφορά το ποσό των €2.898, εκτός εκείνης που αναφέρεται στην 6η κατηγορία η οποία αφορά το ποσό των €1.449 (στο εξής, συνολικά αναφερόμενες ως, οι Επιταγές). Η πρώτη αναφερόμενη επιταγή φέρει αριθμό [ ] και είναι ημερομηνίας 13/05/2013 (1η κατηγορία), η δεύτερη φέρει αριθμό [ ] και είναι ημερομηνίας 20/05/2013 (2η κατηγορία), η τρίτη φέρει αριθμό [ ] και είναι ημερομηνίας 17/06/2013 (3η κατηγορία), η τέταρτη φέρει αριθμό [ ] και είναι ημερομηνίας 24/06/2013 (4η κατηγορία) και η πέμπτη φέρει αριθμό [ ] και είναι ημερομηνίας 01/07/2013 (5η κατηγορία), ενώ παράλληλα αναφέρεται, αντιστοίχως, για την κάθε μία από τις ρηθείσες επιταγές ότι, αφού εμφανίστηκε στην Τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων των εκδοτών της και επιστράφηκε παραμένοντας απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως. Περαιτέρω, η έκτη αναφερόμενη επιταγή φέρει αριθμό [ ] και είναι ημερομηνίας 06/12/2013 (6η κατηγορία) και η έβδομη αναφερόμενη επιταγή φέρει αριθμό [ ] και είναι ημερομηνίας 08/07/2013 (7η κατηγορία), ενώ και για τις δύο αυτές επιταγές αναφέρεται αντιστοίχως ότι οι Κατηγορούμενοι, άνευ ευλόγου αιτίας, προκάλεσαν την μη εξόφληση τους με επιστολή τους προς την Ελληνική Τράπεζα. Η Κατηγορούμενη 2 εμφανίστηκε δηλώνοντας μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει και έτσι η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, η οποία διεξήχθη στην απουσία της εταιρείας I. SOTERIOU CONSTRUCTIONS LTD (στο εξής η Κατηγορούμενη εταιρεία), για την οποία η υπόθεση είχε οριστεί για Απόδειξη εφόσον ο Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της, επέλεξε να μην εμφανιστεί αν και δεόντως του επεδόθη το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν κατηγορίες τόσο για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154 (κατηγορίες 1 - 5) όσο και κατηγορίες για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 (κατηγορίες 6 και 7). Τα δύο αυτά αδικήματα είναι διαφορετικά, όπως διαφορετικά είναι και τα συστατικά τους στοιχεία (βλ. ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021). Στην πρώτη περίπτωση, η οποία αφορά το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(1)[1], θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία (βλ. και την Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.2016):
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Περαιτέρω, θεμέλιο στήριξης κατηγορίας για το πιο πάνω αδίκημα αναφορικά με επιταγή εκδότριας εταιρείας συνιστά η απόδειξη του χρόνου υπογραφής της, στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με την κατάδειξη της απαραίτητης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του εν λόγω αδικήματος (βλ. Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOULOY LTD v. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια των Εκκαθαριστών της, κ.α. Ποιν. Έφεση 291/2015 ημ. 03/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:B238, ΛΑΡΤΙΔΗ ανωτέρω και Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 20/07/2021). Στη δεύτερη περίπτωση, η οποία αφορά το αδίκημα του άρθρου 305 Α
(2)[2], θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία (βλ. και τις Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:B201):
- Η έκδοση της επιταγής, και
- Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα συστατικά στοιχεία του δεύτερου πιο πάνω αδικήματος αποδειχθούν, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ. N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018 και ΛΑΡΤΙΔΗ, ανωτέρω) στηριζόμενος σε λόγο που είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτημένος με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης (TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφεση 300/2018 ημ. 17/04/2019 και Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 07/09/2020). Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Κατά την ακροαματική διαδικασία, μαρτυρία δόθηκε από συνολικά τρία πρόσωπα. Για την πλευρά της Παραπονούμενης κατέθεσαν δύο μάρτυρες, η Μαρία Γιαννακού (Μ.Κ.1), γραμματέας της Παραπονούμενης, η οποία υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή της γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), και η Ζωή Γεωργιάδη (Μ.Κ.2), υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα, κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 - 23, μεταξύ των οποίων και οι Επιταγές (Τεκμήρια 10 - 16). Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, η Κατηγορούμενη 2 επέλεξε να μαρτυρήσει ενόρκως, υιοθετώντας κατά την κυρίως εξέταση της γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β) και καταθέτοντας τα Τεκμήρια 24 - 28, ενώ δεν κλήθηκε να καταθέσει προς υπεράσπιση της οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, δηλώθηκε εκ συμφώνου ότι τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 25 - 27 κατατέθηκαν στο πλαίσιο της υπόθεσης 34259/13 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Η Μ.Κ.1 έδωσε μαρτυρία για το λόγο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκαν οι Επιταγές, αναφέροντας παράλληλα το λόγο που η κάθε μία από αυτές δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή και ότι αυτές εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι απλήρωτες. Ανέφερε ότι η Παραπονούμενη πρόκειται για μία οικογενειακή εταιρεία που ασχολείται με εισαγωγές, εγκαταστάσεις και συντηρήσεις ανελκυστήρων, στην οποία ο σύζυγος της, Πάτροκλος Γιαννακού, είναι διευθυντής και στην οποία η ίδια είναι γραμματέας (Τεκμήριο 1) και ασχολείται με τα οικονομικά της θέματα, έχοντας υπό την ευθύνη της την είσπραξη και κατάθεση επιταγών μαζί με διάφορα άλλα καθήκοντα οικονομικού συμβούλου για τα οποία είναι υπεύθυνη. Όπως είπε, η Παραπονούμενη κατέληξε σε συμφωνία με την Κατηγορούμενη εταιρεία στις 03/05/2012 (Τεκμήριο 3) για την προμήθεια και εγκατάσταση ενός ανελκυστήρα σε ένα Δημοτικό Σχολείο έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής, του οποίου η εγκατάσταση αποπερατώθηκε στις 20/08/2012 (Τεκμήριο 4) και του οποίου η τελική παράδοση και επιθεώρηση έγινε στις 04/06/2013, ως το πιστοποιητικό τελικού ελέγχου ημερομηνίας 24/01/2014 που παρουσίασε ως Τεκμήριο
- Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας και ενόψει της διεκπεραιωθείσας από την Παραπονούμενη εργασίας, εκδόθηκε προς την Κατηγορούμενη εταιρεία το τιμολόγιο ημερομηνίας 28/08/2012 συνολικού ύψους €28.080 (Τεκμήριο 5), για την εξόφληση του οποίου η Μ.Κ.1 είπε ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία εξέδωσε και τους παρέδωσε συνολικά έντεκα επιταγές, ανάμεσα στις οποίες και τις επίδικες, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 10 - 16, αναφέροντας κατά την αντεξέταση της ότι αυτές παραλήφθηκαν από τον σύζυγό της, δίχως να γνωρίζει όμως ποιος του τις παρέδωσε. Από τις εν λόγω έντεκα επιταγές, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι εξοφλήθηκε μόνο μία, ύψους €1.998, σημειώνοντας ότι για τις υπόλοιπες καταχωρήθηκε στο παρελθόν αριθμός ποινικών υποθέσεων εναντίον της Κατηγορούμενης εταιρείας και του Γιαννάκη Σωτηρίου ως διευθυντή της, εκ των οποίων στην μεν πρώτη υπόθεση (υπ' αριθμό 34259/13 - η οποία αφορούσε τρείς επιταγές διαφορετικές από τις επίδικες) ο Γιαννάκης Σωτηρίου αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, στις υπόλοιπες δε υποθέσεις (υπ' αριθμό 34260/13, 34287/13, 8018/14 και 2330/14 - οι οποίες, συνολικά αναφερόμενες, αφορούσαν τις επίδικες Επιταγές) ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε αναστολή της ποινικής τους δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήριο 9). Ανέφερε επίσης ότι οι Επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10 - 14 (με αριθμούς [ ], [ ], [ ], [ ] και [ ], αντίστοιχα) δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν ακάλυπτες ενώ οι Επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 και 16 (με αριθμούς [ ] και [ ], αντίστοιχα) δεν πληρώθηκαν διότι οι Κατηγορούμενοι προκάλεσαν την μη εξόφλησή τους. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση, ως η ειδοποίηση που κατέθεσε ως Τεκμήριο 17, βάσει της οποίας ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε εκκαθαριστής της δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 16/03/
- Τέλος, ανέφερε ότι αν και η Κατηγορούμενη εταιρεία πληρώθηκε από τη Δημοκρατία ως εργολάβος για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα (ως η βεβαίωση που εξασφάλισε η Παραπονούμενη, ημερομηνίας 05/02/2019 - Τεκμήριο 8), εντούτοις δεν πλήρωσε την Παραπονούμενη, ως η συμφωνηθείσα αμοιβή της. Κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι ουδέποτε συναντήθηκε ή μίλησε με την Κατηγορούμενη 2, αναφέροντας ότι συναντήθηκε μία φορά μαζί της και μαζί με την αδερφή της και τον πατέρα τους, όταν είχαν πάει στο γραφείο τους και τους είδαν για τις Επιταγές. Ανέφερε επίσης ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της συμφωνίας που έγινε για την εγκατάσταση του ανελκυστήρα (Τεκμήριο 3) και ισχυρίστηκε ότι αυτή υπογράφεται από τον σύζυγο της εκ μέρους της Παραπονούμενης (ως προμηθευτή) και από την Κατηγορούμενη 2 εκ μέρους της Κατηγορούμενης εταιρείας (ως αγοραστή), διαφωνώντας με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι η Κατηγορούμενη 2 ουδεμία σχέση έχει με την εν λόγω συμφωνία ή την εκτέλεση της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι οι Επιταγές καθώς και οι οδηγίες ανάκλησης της πληρωμής κάποιων από αυτές (Τεκμήρια 15 και 16) υπογράφονται από την Κατηγορούμενη 2, κάτι που, όπως είπε, διεφάνη μέσω της μαρτυρίας του υπαλλήλου της Τράπεζας η οποία δόθηκε στο πλαίσιο προηγούμενων υποθέσεων, ενώ διαφώνησε με την θέση που της υποβλήθηκε ότι οι Επιταγές δεν υπογράφονται από την Κατηγορούμενη
- Η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στις Επιταγές και στο λογαριασμό από τον οποίο προέρχονται καθώς και στο λόγο που αυτές δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή, ως η πληροφόρηση και έγγραφα που είπε ότι έλαβε μετά από έρευνα της στο αρχείο της εργοδότριας της. Είπε ότι οι Επιταγές προέρχονται από τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης εταιρείας με αριθμό [ ] (στο εξής ο Λογαριασμός), ο οποίος καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ από τις 30/09/2013 (Τεκμήριο 21) και ο οποίος έκλεισε στις 22/06/
- Ανέφερε, επίσης, ότι σύμφωνα με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Εταιρείας ημερομηνίας 23/01/2013 (μέρος του Τεκμηρίου 20), εξουσιοδοτημένοι υπογράφοντες του Λογαριασμού καθορίστηκαν κατά την ημερομηνία ανοίγματός του δύο πρόσωπα, ο Ιωάννης Σωτηρίου και η Κατηγορούμενη 2 και, στη συνέχεια, με βάση μεταγενέστερη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορούμενης εταιρείας ημερομηνίας 04/10/2013 (μέρος του Τεκμηρίου 20), εξουσιοδοτημένος υπογράφων του Λογαριασμού καθορίστηκε να είναι μόνο η Κατηγορούμενη
- Με αναφορά στο δείγμα της υπογραφής που φαίνεται στις αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Κατηγορούμενης εταιρείας και στηριζόμενη στον τεχνικό έλεγχο που, ως θέμα πρακτικής, είπε ότι προβαίνει η Τράπεζα κατά την παρουσίαση κάθε επιταγής για πληρωμή (στον οποίο είπε ότι περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της υπογραφής κάθε επιταγής και κατά πόσο αυτή συνάδει με το δείγμα υπογραφής που υπάρχει στο σύστημα της Τράπεζας σε σχέση με το εξουσιοδοτημένο προς υπογραφή πρόσωπο), υποστήριξε ότι οι Επιταγές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη 2, εφόσον η υπογραφή τους συνάδει με το δείγμα της υπογραφής που έδωσε στην Τράπεζα. Περαιτέρω, στηριζόμενη στο περιεχόμενο της αναλυτικής κατάστασης του Λογαριασμού που είπε ότι εκτύπωσε και είχε στην κατοχή της αλλά και στις σφραγίδες που εμφαίνονται στις Επιταγές, αναφέρθηκε κατά την μαρτυρία της στο λόγο που η κάθε επίδικη Επιταγή δεν τιμήθηκε όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή, λέγοντας, ειδικότερα, ότι: (α) οι πρώτες δύο Επιταγές (Τεκμήρια 10 και 11) εμφανίστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή στις 21/05/2013 και επιστράφηκαν την ίδια ημέρα λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, (β) η τρίτη, τέταρτη και πέμπτη Επιταγή (Τεκμήρια 12, 13 και 14, αντίστοιχα) εμφανίστηκαν εκπρόθεσμα στην Τράπεζα για πληρωμή στις 04/02/2014, αφού δηλαδή παρήλθαν 6 μήνες από τότε που ήταν πληρωτέες, χρονική περίοδος κατά την οποία, όπως είπε, ο δικαιούχος τους δικαιούται να τις εξαργυρώσει, και δεν τιμήθηκαν για το λόγο αυτό (stale) αλλά και επειδή ο Λογαριασμός είχε ήδη παγοποιηθεί (ΚΑΠ), (γ) η έκτη Επιταγή (Τεκμήριο 15) εμφανίστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή στις 11/12/2013 και δεν τιμήθηκε διότι ο Λογαριασμός είχε ήδη παγοποιηθεί και επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της σύμφωνα με το έντυπο ημερομηνίας 11/12/2013 (Τεκμήριο 22), το οποίο, όπως είπε, υπογράφεται από την Κατηγορούμενη 2 και με το οποίο δηλώθηκε ως λόγος ανάκλησης της εν λόγω Επιταγής ότι: «έχει διευθετηθεί με εξουσιοδότηση από το Υπουργείο» και (δ) η έβδομη Επιταγή (Τεκμήριο 16) εμφανίστηκε στην Τράπεζα για πληρωμή όταν ο Λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και δεν τιμήθηκε για το λόγο αυτό αλλά και επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από τον εκδότη της σύμφωνα με το έντυπο ημερομηνίας 08/01/2014 (Τεκμήριο 23), το οποίο, όπως είπε, υπογράφεται από την Κατηγορούμενη 2 και με το οποίο δηλώθηκε ως λόγος ανάκλησης ότι: «η επιταγή διευθετήθηκε με εξουσιοδότηση πληρωμής από κυβερνητικό τμήμα». Αντεξεταζόμενη, η Μ.Κ.2 ανέφερε επίσης ότι δεν είχε η ίδια οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή είτε στο άνοιγμα ή στο χειρισμό του Λογαριασμού είτε στη διαδικασία που είπε ότι ακολουθήθηκε από την Τράπεζα κατά την παρουσίαση των Επιταγών για πληρωμή, σημειώνοντας ότι η μαρτυρία της για τα εν λόγω ζητήματα στηρίζεται στην πρακτική που σε κάθε περίπτωση ακολουθεί η Τράπεζα σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των Επιταγών αλλά και των εγγράφων που εντόπισε ανατρέχοντας στο αρχείο της Τράπεζας, τα οποία κατέθεσε ως Τεκμήρια. Ξεκαθάρισε ότι δεν είδε την Κατηγορούμενη 2 να υπογράφει ενώπιον της οποιοδήποτε έγγραφο και δεν είπε, όταν ερωτήθηκε, ότι διαθέτει οποιαδήποτε εξειδίκευση στον έλεγχο της γνησιότητας υπογραφών, αναφέροντας πως η θέση που προέβαλε όσον αφορά το πρόσωπο που είπε ότι υπογράφει τις Επιταγές εδράζεται στην πρακτική που εξήγησε ότι ακολουθεί η Τράπεζα κατά τον έλεγχο των επιταγών που παρουσιάζονται για πληρωμή, ενώ πρόσθεσε στη συνέχεια ότι συγκρίνοντας και η ίδια τις υπογραφές των Επιταγών με εκείνη του δείγματος υπογραφής βλέπει ότι είναι οι ίδιες, καταλήγοντας ότι αυτές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη
- Η Κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι κατά το έτος 2013 εργαζόταν ως υπάλληλος στην Κατηγορούμενη εταιρεία, εκτελώντας καθήκοντα επιμετρητή ποσοτήτων, και η εργασία της ήταν να επιβλέπει την εκτέλεση εργασιών κατά την ανέγερση οικοδομών, μέχρι που η εταιρεία έκλεισε λόγω εκκαθάρισης. Δεν είχε, όπως είπε, καμία επαφή με πελάτες ούτε συμμετείχε σε συμφωνίες για την ανάθεση εργασιών ή τον τρόπο πληρωμής τους. Χωρίς να αμφισβητήσει τις υπογραφές της επί του Τεκμηρίου 20, κατέθεσε ως Τεκμήριο 24 τα πρακτικά συνεδρίασης της Κατηγορούμενης εταιρείας ημερομηνίας 10/12/2012, αναφέροντας ότι η εν λόγω εταιρεία την είχε πράγματι εξουσιοδοτήσει ως δεύτερο άτομο για να μπορεί να υπογράφει επιταγές της, αν τυχόν προέκυπτε απόλυτη ανάγκη και μόνο μετά από γραπτή της εξουσιοδότηση και για συγκεκριμένους σκοπούς που αφορούν μόνο τις πληρωμές μισθών υπαλλήλων και για πληρωμές στο Δημόσιο. Ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε συνάντησε την Μ.Κ.1 ή κάποιον από πλευράς Παραπονούμενης και ουδέποτε συζήτησε οτιδήποτε μαζί τους, λέγοντας επίσης ότι τόσο τις Επιταγές όσο και τη συμφωνία πρώτη φορά τα είδε στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Εκείνο που είπε ότι γνώριζε μέσα από συζητήσεις που γίνονταν στην Κατηγορούμενη εταιρεία σε σχέση με την εγκατάσταση του ανελκυστήρα είναι ότι υπήρχε κάποια συνεργασία και υπήρχαν προβλήματα λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης και ελαττωμάτων, σε σχέση με τα οποία εντόπισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 25 μία επιστολή ημερομηνίας 18/11/2013 του επιβλέποντα μηχανικού του έργου. Αναφέρθηκε επίσης στην μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς Μ.Κ.1 και του συζύγου της κατά την εκδίκαση προηγούμενης ποινικής διαδικασίας (της 34259/13), στην οποία είπε ότι αυτοί είχαν ισχυριστεί τότε πως άλλο πρόσωπο εξέδωσε και τους παρέδωσε τις Επιταγές, καταθέτοντας ως Τεκμήρια 26 και 27 (αντίστοιχα) αντίγραφα των δηλώσεων που έκαναν ενόρκως τα εν λόγω πρόσωπα στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υπόγραψε ή συμπλήρωσε τις επίδικες Επιταγές και ουδεμία σχέση ή ανάμειξη έχει με τη συμφωνία ή το χρέος για το οποίο η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκαν. Η μόνη ανάμειξη που είπε ότι είχε όσον αφορά την παρούσα υπόθεση ήταν η ανάκληση της πληρωμής των Επιταγών που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15 και 16, στην οποία ισχυρίστηκε ότι προέβη κατόπιν εντολής του τότε διευθυντή της Κατηγορούμενης εταιρείας λόγω κακής εκτέλεσης εργασιών και μη λειτουργίας του ανελκυστήρα. Αντεξεταζόμενη, είπε επίσης ότι κάθε φορά που υπέγραφε επιταγές για την Κατηγορούμενη εταιρεία έβλεπε πάντα τους δικαιούχους και επέμεινε στη θέση ότι δεν είναι η ίδια που υπόγραψε τις Επιταγές, αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει ποιος τις υπογράφει. Περαιτέρω, ανέφερε ότι προέβη σε ανάκληση των δύο επίδικων Επιταγών (Τεκμήρια 15 και 16), κατόπιν σχετικών οδηγιών που της δόθηκαν μαζί με τους αριθμούς των εν λόγω Επιταγών, δίχως να γνωρίζει κάτι για αυτές και ότι αφορούσαν την Παραπονούμενη εταιρεία. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την κατηγορούσα αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων που περιβάλλουν και αφορούν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (α) η Παραπονούμενη είναι εταιρεία που ασχολείται με εισαγωγές, εγκαταστάσεις και συντηρήσεις ανελκυστήρων, της οποίας διευθυντής είναι ο Πάτροκλος Γιαννακού και γραμματέας η σύζυγος του, Μ.Κ.1, η οποία ασχολείται και με το χειρισμό θεμάτων οικονομικής φύσεως της Παραπονούμενης, (β) η Κατηγορούμενη εταιρεία, I. SOTERIOU CONSTRUCTIONS LTD, αποτελούσε εταιρεία που ασχολούνταν με εργοληπτικές και κατασκευαστικές εργασίες, η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση δυνάμει σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 16/03/2018, σύμφωνα με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε εκκαθαριστής της, (γ) δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 03/05/2012, η Παραπονούμενη συμφώνησε με την Κατηγορούμενη εταιρεία την προμήθεια και εγκατάσταση ενός ανελκυστήρα έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής (€24.000 πλέον Φ.Π.Α.). Στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας η Παραπονούμενη εξέδωσε προς την Κατηγορούμενη εταιρεία το τιμολόγιο ημερομηνίας 28/08/2012 συνολικού ύψους €28.080 (Τεκμήριο 5), για την εξόφληση του οποίου παρέλαβε συνολικά έντεκα επιταγές της Κατηγορούμενης εταιρείας, ανάμεσα στις οποίες και τις επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 10 - 16). Από τις εν λόγω έντεκα επιταγές εξοφλήθηκε μόνο μία, ύψους €1.998, ενώ για τις υπόλοιπες καταχωρήθηκε στο παρελθόν αριθμός ποινικών υποθέσεων εναντίον της Κατηγορούμενης εταιρείας και του Γιαννάκη Σωτηρίου ως διευθυντή της, εκ των οποίων στην πρώτη (υπόθεση υπ' αριθμό 34259/13 - η οποία αφορούσε τρείς επιταγές διαφορετικές από τις επίδικες) ο Γιαννάκης Σωτηρίου αθωώθηκε από το εκ πρώτης όψεως στάδιο και στις υπόλοιπες (υποθέσεις υπ' αριθμό 34260/13, 34287/13, 8018/14 και 2330/14) εξασφαλίστηκε αναστολή της ποινικής τους δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα (Τεκμήριο 9), (δ) όλες οι επίδικες Επιταγές προέρχονται από τον Λογαριασμό της Κατηγορούμενης εταιρείας στην Ελληνική Τράπεζα, του οποίου εξουσιοδοτημένα για την Τράπεζα πρόσωπα να υπογράφουν σε σχέση με τον Λογαριασμό της ήταν, αρχικά (από 23/01/2013), ο Ιωάννης Σωτηρίου και η Κατηγορούμενη 2 και, ακολούθως, (από 04/10/2013) μόνο η Κατηγορούμενη 2[4]. Ο εν λόγω Λογαριασμός παγοποιήθηκε (ΚΑΠ) από τις 30/09/2013 και έκλεισε στις 22/06/2020, (ε) όλες οι Επιταγές αναφέρουν ως δικαιούχο τους την Παραπονούμενη και, εκτός της Επιταγής υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 15), η οποία αφορά το ποσό των €1.449, η κάθε μία από τις υπόλοιπες Επιταγές αφορά το ποσό των €2.898. Περαιτέρω, η πρώτη Επιταγή υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 10) αναφέρει ως ημερομηνία πληρωμής την 13/05/2013, η δεύτερη Επιταγή υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 11) αναφέρει ως ημερομηνία πληρωμής την 20/05/2013, η τρίτη Επιταγή υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 12) αναφέρει ως ημερομηνία πληρωμής την 17/06/2013, η τέταρτη Επιταγή υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 13) αναφέρει ως ημερομηνία πληρωμής την 24/06/2013, η πέμπτη Επιταγή υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 14) αναφέρει ως ημερομηνία πληρωμής την 01/07/2013, η έκτη Επιταγή υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 15) αναφέρει ως ημερομηνία πληρωμής την 06/12/2013 και η έβδομη Επιταγή υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 16) αναφέρει ως ημερομηνία πληρωμής την 08/07/2013, (στ) η πρώτη και η δεύτερη Επιταγή (Τεκμήρια 10 και 11, αντίστοιχα) εμφανίστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή στις 21/05/2013 και επιστράφηκαν την ίδια ημέρα απλήρωτες λόγω ανεπαρκών υπολοίπων στο Λογαριασμό. Η τρίτη, η τέταρτη και η πέμπτη Επιταγή (Τεκμήρια 12, 13 και 14, αντίστοιχα) εμφανίστηκαν στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή στις 04/02/2014 και επιστράφηκαν απλήρωτες για τους εξής δύο λόγους: (
- i)επειδή είχαν παρέλθει 6 μήνες από την ημερομηνία που η κάθε μία από αυτές ήταν πληρωτέα και (
- ii)επειδή ο Λογαριασμός ήταν παγοποιημένος (ΚΑΠ). Η έκτη Επιταγή (Τεκμήριο 15) εμφανίστηκε στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή στις 11/12/2013 και επιστράφηκε απλήρωτη για τους εξής δύο λόγους: (
- i)επειδή ο Λογαριασμός ήταν παγοποιημένος (ΚΑΠ) και (
- ii)επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από την Κατηγορούμενη εταιρεία σύμφωνα με έντυπο ημερομηνίας 11/12/2013 (Τεκμήριο 22) βάσει του οποίου δηλώθηκε μέσω της Κατηγορούμενης 2 ως λόγος ανάκλησης της εν λόγω Επιταγής ότι: «έχει διευθετηθεί με εξουσιοδότηση από το Υπουργείο». Η έβδομη Επιταγή (Τεκμήριο 16) εμφανίστηκε στην Ελληνική Τράπεζα για πληρωμή και επιστράφηκε απλήρωτη στις 08/01/2014 για τους εξής δύο λόγους: (
- i)επειδή ο Λογαριασμός ήταν παγοποιημένος (ΚΑΠ) και (
- ii)επειδή η πληρωμή της είχε ανακληθεί από την Κατηγορούμενη εταιρεία σύμφωνα με έντυπο ημερομηνίας 08/01/2014 (Τεκμήριο 23) βάσει του οποίου δηλώθηκε μέσω της Κατηγορούμενης 2 ως λόγος ανάκλησης ότι: «η επιταγή διευθετήθηκε με εξουσιοδότηση πληρωμής από κυβερνητικό τμήμα»[5], (ζ) οι Επιταγές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Ό,τι, συνεπώς, είναι σχετικό με την παρούσα υπόθεση και παρέμεινε επίδικο σε επίπεδο απόδειξης συστατικών στοιχείων για τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων είναι εκείνο της έκδοσης των Επιταγών, ζήτημα στο οποίο επικεντρώθηκε η αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της Κατηγορούμενης 2 αμφισβητώντας τη θέση που προβλήθηκε από πλευράς Παραπονούμενης ότι οι Επιταγές υπογράφηκαν από αυτήν. Η εκδοχή της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, στην έκταση που καλύπτει το πιο πάνω επίδικο ζήτημα, χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες. Κατά την κυρίως εξέταση της ισχυρίστηκε γενικά ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία εξέδωσε και τους παρέδωσε τις Επιταγές, αποφεύγοντας να εμπλέξει με οποιοδήποτε τρόπο την Κατηγορούμενη 2 στο ζήτημα της έκδοσης των Επιταγών. Ωστόσο, κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι οι Επιταγές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη 2, στηρίζοντας την εκδοχή της αυτή στο περιεχόμενο της μαρτυρίας που είπε ότι δόθηκε από την Τράπεζα στο πλαίσιο προηγούμενης ποινικής υπόθεσης για διαφορετικές επιταγές, οι οποίες, μαζί με τις επίδικες, είπε ότι αφορούσαν την εξόφληση του ίδιου τιμολογίου (Τεκμήριο 5). Στην προηγούμενη όμως ποινική υπόθεση (34259/2013), η οποία καταχωρήθηκε από την ίδια Παραπονούμενη εταιρεία εναντίον της ίδιας μεν Κατηγορούμενης εταιρείας (ως εκεί Κατηγορούμενης 1) αλλά εναντίον διαφορετικού φυσικού προσώπου (του Γιαννάκη Σωτηρίου) ως εκεί κατηγορούμενου 2, η Μ.Κ.1 δήλωσε τότε ενόρκως (βλ. Τεκμήριο 26) ότι: «Ο κατηγορούμενος 2 με σκοπό την εξόφληση του τιμολογίου υπέγραψε σε όφελος της παραπονούμενης εταιρείας επιταγές ισόποσης αξίας χωρίς όμως να πληρωθούν από την Τράπεζα του παρά μόνο μία επιταγή των €1.998.» και ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία «εξέδωσε και υπέγραψε ενώπιον μας ο διευθυντής αυτής κατηγορούμενος 2» τις εκεί επίδικες επιταγές, αναφέροντας μάλιστα ότι ήταν εκείνος που συμπλήρωσε την ημερομηνία τους και έγραψε ολογράφως και αριθμητικώς το ποσό της κάθε επιταγής, τις οποίες, αφού υπέγραψε, τους τις παρέδωσε. Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε τότε και η μαρτυρία του συζύγου της, Πάτροκλου Γιαννακού, ο οποίος, κατά την δική του μαρτυρία (Τεκμήριο 27), είχε δηλώσει ενόρκως ότι: «Για την εξόφληση του πιο πάνω τιμολογίου η κατηγορούμενη εταιρεία εξέδωσε και μου παρέδωσε επιταγές για το σύνολο του ποσού ύψους €28.080, - Προς το σκοπό αυτό κλήθηκα στα γραφεία της κατηγορούμενης εταιρείας όπου ενώπιον μου ο κ. Γιαννάκης Σωτηρίου υπόγραψε και μου παρέδωσε 11 επιταγές προκειμένου να πληρωθεί το ποσό των €28.080 που η εταιρεία του όφειλε στην δική μου εταιρεία. Ανάμεσα σε αυτές τις επιταγές συγκαταλέγονται και οι 3 επιταγές της παρούσας υπόθεσης, οι οποίες έγιναν με κατάθεση στο λογαριασμό μας αλλά είχαν επιστραφεί πίσω απλήρωτες αφού όλες είχαν ανακληθεί από τον εκδότη τους.» Στην προσπάθεια της η Μ.Κ.1 να ξεφύγει από προηγούμενες τοποθετήσεις της υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις, προβάλλοντας γενικότερα μια προσέγγιση αναληθοφανή. Ενώ στην προηγούμενη ποινική υπόθεση (34259/2013) ανέφερε ευθέως ότι οι επιταγές της Κατηγορούμενης εταιρείας υπογράφονται από τον Γιαννάκη Σωτηρίου, ισχυριζόμενη μάλιστα μαζί με τον σύζυγο της ότι αυτές υπογράφηκαν «ενώπιον» τους, εν προκειμένω ισχυρίστηκε αρχικά ότι αυτές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη 2, επικαλούμενη, αυτή τη φορά, την μαρτυρία που ισχυρίστηκε ότι δόθηκε από την Τράπεζα στην προηγούμενη ποινική υπόθεση. Όταν δε της υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση της η διάσταση αυτή στις θέσεις που εξέφρασε στις δύο δικαστικές διαδικασίες, η ίδια δεν έδωσε κάποια πειστική και λογική εξήγηση, απαντώντας απλώς ότι: «Δεν βλέπω να είπα κάποιο ψέμα». Και όταν στη συνέχεια της υποδείχθηκε η πιο πάνω μαρτυρία του συζύγου της, η ίδια απέφυγε να απαντήσει, ισχυριζόμενη ότι δεν ήταν παρούσα όταν ο σύζυγος της έδιδε τη μαρτυρία του στο πλαίσιο της προηγούμενης υπόθεσης χωρίς, από την άλλη, να αμφισβητήσει το περιεχόμενο των όσων της υποβλήθηκαν ότι μαρτύρησε σε αυτήν, προβάλλοντας παράλληλα θέσεις που πόρρω απέχουν από τα όσα η ίδια και ο σύζυγος της ισχυρίστηκαν τότε όσον αφορά το ζήτημα της έκδοσης των Επιταγών. Περιορίστηκε γενικά και αόριστα να απορρίψει τον ισχυρισμό που της υποβλήθηκε ότι η Κατηγορούμενη 2 ουδέποτε συνέταξε και υπέγραψε τις Επιταγές και, με τον ίδιο τρόπο, διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι τούτο επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της μαρτυρίας που έδωσε η ίδια και ο σύζυγος της στο πλαίσιο της προηγούμενης ποινικής υπόθεσης, για να αναφέρει εν τέλει ότι τις Επιταγές τις παρέλαβε ο σύζυγος της και ότι η ίδια δεν γνωρίζει ποιος τις συμπλήρωσε και τις υπέγραψε ούτε γνωρίζει αν ο σύζυγος της ήταν παρών κατά την σύνταξη και υπογραφή τους. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η Μ.Κ.1 δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα και με σκοπό να μαρτυρήσει την αλήθεια όσον αφορά το ζήτημα της έκδοσης των Επιταγών αλλά θέλοντας να παρουσιάσει τα γεγονότα που σχετίζονται με το ζήτημα αυτό με τρόπο που θεωρούσε ότι θα βοηθούσε την Παραπονούμενη να αποδείξει την υπόθεση της, χωρίς να διστάσει να διαφοροποιήσει προηγούμενες θέσεις και τοποθετήσεις αναφορικά με ισχυρισμούς γεγονότων για τα οποία τότε (όπως και τώρα) ισχυρίστηκε ότι «γνωρίζει προσωπικά» (βλ. παράγραφο 1 Τεκμηρίου 26 και παράγραφο 1 Εγγράφου Α), προβάλλοντας στο πλαίσιο αυτό σαν δικαιολογία την μαρτυρία που ισχυρίστηκε ότι δόθηκε από πλευράς Τράπεζας σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία. Συνακόλουθα, η εκδοχή της μαρτυρίας της Μ.Κ.1 αναφορικά με το ζήτημα της έκδοσης των Επιταγών κρίνεται αναξιόπιστη και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεχτή. Η Μ.Κ.2 προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, παραμένοντας σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της στις θέσεις και τοποθετήσεις της, χωρίς να έχω διαπιστώσει ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να βοηθήσει με την μαρτυρία της οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Ωστόσο, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στην εκδοχή της μαρτυρίας της ότι οι Επιταγές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη 2 εφόσον, η επί του προκειμένου μαρτυρία της, στερείται του αναγκαίου υποβάθρου και δεν είναι της ποιότητας εκείνης που θα μπορούσε να οδηγήσει με ασφάλεια και έξω από κάθε λογική αμφιβολία σε διαπίστωση ότι οι υπογραφές στις Επιταγές είναι της Κατηγορούμενης 2. Ως έχει νομολογηθεί, στην απουσία άμεσης μαρτυρίας για αναγνώριση υπογραφής, αν αυτή δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε είτε από πρόσωπο που ήταν παρών και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, η απόδειξη της υπογραφής μπορεί να προέλθει είτε από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή του υπογράψαντος ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα γραφολόγου[6]. Εν προκειμένω, ενώ η πατρότητα της υπογραφής των Επιταγών αμφισβητήθηκε ευθέως, η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι αυτές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη 2 στηριζόμενη, αφενός, στον τεχνικό έλεγχο που, ως θέμα πρακτικής, ανέφερε ότι ακολουθεί η Τράπεζα κατά την παρουσίαση μίας επιταγής και, αφετέρου, μετά από σύγκριση που η ίδια έκανε μεταξύ του δείγματος υπογραφής με τις υπογραφές των Επιταγών. Εντούτοις, ουδείς εκ των όσων ισχυρίστηκε η Μ.Κ.2 εμπίπτει, υπό τις περιστάσεις, σε κάποιον από τους πιο πάνω νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης της πατρότητας μίας υπογραφής. Αφενός, η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή των Επιταγών και ούτε ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα της Κατηγορούμενης 2 αφού ουδέποτε την είδε να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο. Αφετέρου, παρόλο που της υποβλήθηκαν σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση της, δεν ήταν η θέση της ότι έχει την απαραίτητη εμπειρία, μελέτη ή εκπαίδευση για να μπορούσε να καταθέσει ως πραγματογνώμονας γραφολόγος ώστε να μπορούσε να εκφέρει την γνώμη της, μετά από σύγκριση υπογραφών, καταλήγοντας σε συμπεράσματα αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφής των Επιταγών. Περαιτέρω, ουδεμία εμπλοκή ανέφερε ότι είχε στη διαδικασία που είπε ότι κάθε φορά ακολουθείται από την Τράπεζα κατά τον τεχνικό έλεγχο των επιταγών που παρουσιάζονται για πληρωμή, εκλαμβάνοντας έτσι ως δεδομένο ότι αυτός έγινε και στην προκείμενη περίπτωση, στηριζόμενη απλώς στην ακολουθητέα αυτή πρακτική της Τράπεζας. Όμως, το τεκμήριο της κανονικότητας, επί του οποίου ουσιαστικά βασίστηκε η μαρτυρία της Μ.Κ.2 για να υποστηρίξει ότι έγινε και εδώ ο αναφερόμενος τεχνικός έλεγχος, δεν μπορεί να εφαρμοστεί για να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος (βλ. Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β΄ Έκδοση σελ. 244 και Omilos Laikou Distributors Ltd v. Καζαμία, Ποιν. Έφεση 179/2021 ημ. 15/02/2022, ECLI:CY:AD:2022:B63), όπως εν προκειμένω αυτό της υπογραφής των Επιταγών, το οποίο περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις εκείνες που θα πρέπει να τεκμηριωθούν για να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης τους (βλ. άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, και Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής, Ποιν. Έφεση 253/2018 ημ. 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:B173). Από την άλλη, δεν προσφέρθηκαν επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία σε σχέση με την ποιότητα και αξιοπιστία του ελέγχου αυτού, αν πράγματι είχε γίνει έλεγχος, αφού η μαρτυρία της Μ.Κ.2 περιορίστηκε ουσιαστικά σε αναφορά της συνήθους διαδικασίας που γενικά (ως θέμα πρακτικής) ακολουθείται από την Τράπεζα όταν παρουσιάζεται μία επιταγή για πληρωμή, χωρίς να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στη δίκη το πρόσωπο που προέβηκε στον όποιο «τεχνικό έλεγχο» των Επιταγών, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε πληροφόρηση για αυτόν καθώς και για το αν αυτός έχει οποιαδήποτε κατάρτιση στον έλεγχο της γνησιότητας υπογραφών και ουδεμία πληροφόρηση δόθηκε ως προς τη διαδικασία και το επίπεδο ελέγχου των υπογραφών, παρά μόνο ότι αυτές ελέγχονται από υπάλληλο της Τράπεζας με τη μέθοδο της σύγκρισης με το δείγμα που διατηρείται στο αρχείο της. Τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, στην έκταση που ενδιαφέρουν από άποψη μαρτυρίας για την απόδειξη του ζητήματος της έκδοσης των Επιταγών, προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα στην Καζαμία (ανωτέρω), στην οποία, παρόμοιας ποιότητας μαρτυρία κρίθηκε ότι δεν ήταν ικανοποιητική για να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των εκεί επίδικων επιταγών. Συναφώς, δεν αποδέχομαι τη θέση της Μ.Κ.2 ότι οι Επιταγές υπογράφονται από την Κατηγορούμενη 2. Η εντύπωση που σχημάτισα για την Κατηγορούμενη 2 ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ήταν θετική. Η ίδια απαντούσε με ηρεμία και ευθέως στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, παραμένοντας καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της σταθερή και συνεπής στη θέση της ότι δεν ήταν εκείνη που υπέγραψε τις Επιταγές ούτε είχε οποιαδήποτε σχέση ή επαφή με την πλευρά της Παραπονούμενης αλλά ούτε και οποιαδήποτε εμπλοκή στη συμφωνία ή στο χρέος για το οποίο οι Επιταγές κατ' ισχυρισμό εκδόθηκαν. Η μαρτυρία της αυτή συνάδει άλλωστε με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 26 και 27, βάσει των οποίων η πλευρά της Παραπονούμενης ισχυρίστηκε προηγουμένως, στο πλαίσιο διαφορετικής δικαστικής διαδικασίας (την 34259/2013), ότι διαφορετικό πρόσωπο (και όχι η Κατηγορούμενη 2) ήταν εκείνο που είχε εμπλοκή από πλευράς Κατηγορούμενης εταιρείας τόσο στη μεταξύ τους συμφωνία όσο και στην ισχυριζόμενη έκδοση των Επιταγών που παραλήφθηκαν από πλευράς Παραπονούμενης στο πλαίσιο αυτής. Περαιτέρω, ενδεικτικό της ειλικρίνειας της Κατηγορούμενης 2 ως προς την εκδοχή γεγονότων που παρουσίασε όσον αφορά τα επίδικα στην παρούσα υπόθεση ζητήματα είναι ότι η ίδια δεν δίστασε να προβάλει και ισχυρισμούς που δεν ήταν απόλυτα βοηθητικοί για την υπεράσπιση της, αναφέροντας την ανάμειξη που είχε τόσο στο άνοιγμα και στην λειτουργία του Λογαριασμού όσο και στην ανάκληση των δύο από τις επτά Επιταγές (Τεκμήρια 15 και 16), αφού, σε αντίθεση με την υπογραφή στις Επιταγές, δεν αμφισβήτησε τις υπογραφές της στο Τεκμήριο 20 και ισχυρίστηκε ότι ήταν εκείνη που έδωσε εκ μέρους της Κατηγορούμενης εταιρείας τις οδηγίες ανάκλησης στην Τράπεζα, ως τα έντυπα Τεκμήρια 22 και 23, εξηγώντας παράλληλα τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προχώρησε σε αυτήν. Από την άλλη, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας ποιότητας που να αντικρούει την εκδοχή της Κατηγορούμενης 2 ότι δεν ήταν η ίδια που υπόγραψε τις Επιταγές. Συναφώς, αποδέχομαι την επί του προκειμένου μαρτυρία της Κατηγορούμενης 2, καταλήγοντας έτσι σε ανάλογο εύρημα ότι η ίδια δεν ήταν το πρόσωπο που υπόγραψε τις Επιταγές. Ωστόσο, δεν αποδέχομαι το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της που αφορά τους λόγους για τους οποίους ανακλήθηκε η πληρωμή των προαναφερόμενων δύο Επιταγών (Τεκμήρια 15 και 16), εφόσον τα όσα η Κατηγορούμενη 2 προέβαλε στο πλαίσιο αυτό δεν συναρτώνται άμεσα και αποκλειστικά με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης (TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Χατζηαργυρού ανωτέρω και Louis Travel Ltd ανωτέρω). Δ. Κατάληξη Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, για την στοιχειοθέτηση του κάθε επίδικου αδικήματος, η Παραπονούμενη έχει και το βάρος να αποδείξει σωρευτικά όλα τα συστατικά του στοιχεία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Λοΐζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Εν προκειμένω, μετά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των Επιταγών. Με βάση το πιο πάνω εύρημα του Δικαστηρίου, οι Επιταγές δεν υπογράφηκαν από την Κατηγορούμενη 2, ως η περί του αντιθέτου μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη από πλευράς Παραπονούμενης, η εκδοχή της οποίας δεν έγινε αποδεχτή. Με δεδομένο αυτό και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τον κρίσιμο χρόνο της ισχυριζόμενης έκδοσης των Επιταγών (ο οποίος παρέμεινε απροσδιόριστος), σε συνδυασμό επίσης με το γεγονός ότι ως εξουσιοδοτημένα για την Κατηγορούμενη εταιρεία πρόσωπα να υπογράφουν επιταγές από τον Λογαριασμό της ήταν, για κάποιο χρονικό διάστημα (από 23/01/2013 - 03/10/2013), εκτός της Κατηγορούμενης 2 και ένα τρίτο πρόσωπο (ο Ιωάννης Σωτηρίου), για το οποίο ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσιάστηκε που να συνηγορεί στο ότι οι Επιταγές υπογράφηκαν από αυτό, κατά το χρόνο που είχε τέτοια εξουσιοδότηση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια ότι υφίσταται, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, έγκυρη και κανονική έκδοση των Επιταγών, παράμετρος η οποία συνιστά μία από τις προϋποθέσεις διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων, για την στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται, μεταξύ άλλων, η υπογραφή των Επιταγών από τον εκδότη τους (βλ. βλ. άρθρο 3 Κεφ. 262 και Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96). Εφόσον, λοιπόν, ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσιάστηκε που να αποδεικνύει ότι οι Επιταγές υπογράφηκαν από πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να ενεργεί κατά ανάλογο τρόπο σε σχέση με τον Λογαριασμό της Κατηγορούμενης εταιρείας, καταλήγω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί υπό τις περιστάσεις ότι η Κατηγορούμενη εταιρεία εξέδωσε τις Επιταγές (βλ. Foden Trucks Ltd v. J & S Petrol Station Ltd, Ποιν. Έφεση 75/2020 ημ. 20/04/2021). Περαιτέρω, αναφορικά με την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το χρόνο υπογραφής των Επιταγών που οι κατηγορίες 1 - 5 αφορούν καθώς και σε σχέση με την κατάσταση που είχε ο Λογαριασμός κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο ή κατά το χρόνο που οι ρηθείσες Επιταγές ήταν πληρωτέες. Έτσι, εκτός του ότι δεν αποδείχθηκε, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, το ζήτημα της έκδοσης των Επιταγών που οι κατηγορίες 1 - 5 αφορούν, ελλείπει το αναγκαίο θεμέλιο στήριξης των προαναφερόμενων κατηγοριών με αναφορά στην κατάδειξη της απαραίτητης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)Κεφ. 154. Ως εκ των ανωτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Δεδομένης της κατάληξης αυτής, τα έξοδα της διαδικασίας, στο βαθμό που αφορούν την Κατηγορούμενη 2, επιδικάζονται προς όφελος της και εναντίον της Παραπονούμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ωστόσο, δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή εξόδων μεταξύ Παραπονούμενης και Κατηγορούμενης 1, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στην παρούσα υπόθεση. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [4] Βλ. Τεκμήριο 20. [5] Σημειώνεται ότι οι ημερομηνίες παρουσίασης των Επιταγών και οι λόγοι για τους οποίους η κάθε μία από αυτές δεν πληρώθηκε προκύπτουν από την, επί του προκειμένου, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία συνάδει με το περιεχόμενο των σφραγίδων που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 10 - 16, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [6] Βλ. Χ''Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, Αναστασίου v. Τιμοθέου, Ποινική Έφεση Aρ. 5/2014, ημερ. 24.3.2017,VBH (CYPRUS) LTD v. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 204/2014, ημ. 28/11/2017, Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β΄ Έκδοση σελ. 365 - 369, 573, 575 και 600. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο