← Κύπρος

Βεσέλλα Αντόνοβα Πέτροβα Ορατίου ν. Αριστείδης Ορατίου, Αρ. Υπόθεσης:4221/20, 26/5/2022

Βεσέλλα Αντόνοβα Πέτροβα Ορατίου ν. Αριστείδης Ορατίου, Αρ. Υπόθεσης:4221/20, 26/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B111 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:4221/20 Βεσέλλα Αντόνοβα Πέτροβα Ορατίου Παραπονούμενη ν. Αριστείδης Ορατίου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Παραπονούμενη εμφανίζεται αυτοπροσώπως Για Κατηγορούμενο: κ. Γ. Τρίγγας Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (για εκ πρώτης όψεως υπόθεση) Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση του άρθρου 117 Κεφ. 154, ως τροποποιήθηκε. Στις λεπτομέρειες αδικήματος της πιο πάνω κατηγορίας αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος την 14/11/2016 στην Λευκωσία ορκίστηκε με ψευδή όρκο ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο, δηλαδή του Πρωτοκολλητή του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, υπό τέτοιες περιστάσεις ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, δηλαδή ορκίστηκε αυτολεξεί τα εξής: «δεν έχω καμία πρόθεση να πουλήσω την οικία μου, μάλιστα καταβάλλω ανελλιπώς την μηνιαία δόση του δανείου μου..» και «προέβηκα σε εκτίμηση της κατοικίας όχι για να την πουλήσω αλλά για να καταχωρήσω την αγωγή 794/15..» ενώ τα παραπάνω είναι ψέματα, επειδή στις 10/11/2017 ο Κατηγορούμενος προχώρησε στην πώληση της οικίας. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στην πιο πάνω κατηγορία και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. B. Προσαχθείσα Μαρτυρία Προς απόδειξη της πιο πάνω κατηγορίας, μαρτυρία δόθηκε από την ίδια την Παραπονούμενη, η οποία, κατά την μαρτυρία της, κατέθεσε συνολικά 10 Τεκμήρια. Η μαρτυρία της επεκτάθηκε, ανάμεσα σε άλλα, σε ζητήματα που αφορούν τις δικαστικές διαμάχες που είπε ότι ακολούθησαν μετά την λύση του γάμου τους με τον Κατηγορούμενο, πρώην σύζυγό της, μεταξύ των οποίων ανέφερε ότι είναι και η διαδικασία επίλυσης περιουσιακών διαφορών υπ' αριθμό 126/2015 που εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία έχει εκδικαστεί και στην οποία αναμένουν την έκδοση απόφασης. Σε σχέση με την πιο πάνω δικαστική διαδικασία, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο μίας ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 14/11/2016, για την οποία σημείωσε ότι αναληθώς αναγράφεται στον τίτλο της ο αριθμός 126/2016 αφού ο ορθός της αριθμός είναι 126/2015. Ανέφερε ότι το Τεκμήριο 1 πρόκειται για την ένορκη δήλωση που καταχώρισε ο Κατηγορούμενος στο Οικογενειακό Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας, υποδεικνύοντας σε αυτήν διάφορες δηλώσεις του Κατηγορούμενου που, όπως είπε, έγιναν ψευδώς στο Δικαστήριο, μέσω της ρηθείσας ένορκης δήλωσης, με απώτερο σκοπό ο ίδιος να αποκτήσει πλήρη έλεγχο της οικογενειακής τους κατοικίας για να την πωλήσει, παραγνωρίζοντας τα συμφέροντα που η ίδια ισχυρίζεται ότι έχει σε αυτήν. Μεταξύ των εν λόγω αναφορών, είναι και οι περικοπές που μεταφέρονται αυτούσια στις λεπτομέρειες αδικήματος της πιο πάνω κατηγορίας, τις οποίες χαρακτήρισε ψευδείς εφόσον, όπως υποστήριξε με αναφορά σε μία έρευνα ακίνητης ιδιοκτησίας που κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, ο Κατηγορούμενος προχώρησε στην πώληση της οικίας στις 10/11/2017, παρά το ότι στο πλαίσιο της προαναφερόμενης δικαστικής διαδικασίας διεκδικεί, ανάμεσα σε άλλα, το συμφέρον της στην προαναφερόμενη κατοικία. Γ. Αγορεύσεις Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Παραπονούμενη, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου, στη βάση των προνοιών του άρθρου 74

(1)(β) του Κεφ. 155, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ώστε το Δικαστήριο να τον καλέσει σε απολογία εφόσον, μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας, δεν έχουν αποδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο. Στην αντίπερα όχθη, η Παραπονούμενη υποστήριξε ουσιαστικά ότι μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας έχουν παρουσιαστεί ικανοποιητικά στοιχεία για να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δ. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως είναι πολύ καλά γνωστές και συνοψίζονται στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, In Re Kakos
(1985)1 CL.R. 250 και Azinas and Another v. Police,
(1981)2 CL.R. 9, Denickom Enterprises Ltd v. Savva Nikiforou Trading Co Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 299/2015 ημ. 14/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B227, ως επίσης και στη Δικαστική Πρακτική του 1962. Συνοπτικά, ως προκύπτει από την προαναφερθείσα νομολογία, είναι δυνατή η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορουμένου σε αυτό το στάδιο εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω περιπτώσεις: (α) όταν, από την αντικειμενική θεώρηση της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος∙ ή (β) όταν η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη, σε τέτοιο βαθμό, που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή, για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Δηλαδή, κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Το αποδεικτικό βάρος που φέρει στο στάδιο αυτό η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Σ' αυτό το στάδιο είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία τέτοιας φύσεως η οποία, γενικά και αντικειμενικά θεωρούμενη, δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (σε αντίθεση με το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δικής). Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)Α.Α.Δ. 9). Ο δε κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145 και Alfonso Razon Mariano v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 112/2014 ημ. 20/11/2015, ECLI:CY:AD:2015:B767). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της δόσης ψευδούς όρκου, κατά παράβαση του άρθρου 117 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[1], το οποίο παραπέμπει στο αδίκημα της ψευδορκίας που προβλέπεται στο άρθρο 110 Κεφ. 154. Για την στοιχειοθέτηση του υπό κρίση αδικήματος, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος ορκίστηκε με όρκο ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο, ότι ο όρκος δόθηκε εκτός δικαστικής διαδικασίας ή για τον σκοπό έναρξης της, ότι αυτός έγινε με πρόθεση και ήταν ψευδής, ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι ήταν ψευδής και ότι αυτός ήταν ουσιώδης για το σκοπό που έγινε. Όπως, ενδεικτικά, αναφέρεται στην Φελλά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 8/2021 ημ. 03/06/2021: «Ενώ λοιπόν όταν ο ψευδής όρκος ή διαβεβαίωση, όπως ορίζεται στο άρθρο 110, δίνεται σε δικαστική διαδικασία ή για το σκοπό έναρξης της, τιμωρείται στη βάση του άρθρου 111 με ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια, όταν δίνεται «ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση» τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και πρόστιμο.» Ε. Κατάληξη Tο ζήτημα που εν προκειμένω απασχολεί είναι κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά κρινόμενη, είναι τέτοιας ποιότητας και δύναμης που να δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση ενοχής στην κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Ενώ, όμως, η εν λόγω κατηγορία αφορά το αδίκημα της δόσης ψευδούς όρκου που προβλέπεται στο άρθρο 117 Κεφ. 154 (το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο χρόνια ή και πρόστιμο), η προσαχθείσα μαρτυρία, εξεταζόμενη στον επιτρεπόμενο βαθμό, παραπέμπει στην ισχυριζόμενη διάπραξη ενός διαφορετικού αδικήματος, εκείνου δηλαδή της ψευδορκίας που προβλέπεται στο άρθρο 110 Κεφ. 154, το οποίο μάλιστα τιμωρείται στη βάση του άρθρου 111 με ποινή φυλάκισης μέχρι επτά χρόνια (βλ. την Φελλά ανωτέρω). Τούτο διότι, σύμφωνα πάντα με την μαρτυρία της Παραπονούμενης, ο φερόμενος ψευδής όρκος του Κατηγορούμενου δόθηκε σε δικαστική διαδικασία[2] και όχι έξω από αυτήν, αφού τα φερόμενα ψεύδη του έγιναν προς το Δικαστήριο, μέσω της ένορκης του δήλωση (Τεκμήριο 1) που καταχώρισε στο πλαίσιο δικαστικής διαδικασίας, ήτοι στην προαναφερόμενη διαδικασία επίλυσης περιουσιακών διαφορών που εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αντικειμενικά προσεγγίζοντας, λοιπόν, την από πλευράς Παραπονούμενης προσαχθείσα μαρτυρία, χωρίς τούτη να αξιολογείται σε αυτό το στάδιο με ζητούμενο το αν είναι αξιόπιστη ή όχι, αυτή δεν είναι τέτοια που να μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα του άρθρου 117 του Κεφ.154, ως η κατηγορία που ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, έστω και αν αυτή θα μπορούσε να γίνει αποδεχτή ως αξιόπιστη στο τελικό στάδιο της δίκης. Για ό,τι ενδεχομένως να ήταν σχετική η επί του προκειμένου προσαχθείσα μαρτυρία θα ήταν για την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 110 του Κεφ.154, για το οποίο το παρόν Δικαστήριο στερείται, εν πάση περιπτώσει, δικαιοδοσίας να εκδικάσει[3], δεδομένης της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής αναφορικά με το αδίκημα της ψευδορκίας (βλ. άρθρο 111 Κεφ.154) σε συνδυασμό με το ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου για την ύπαρξη οποιασδήποτε συγκατάθεσης από πλευράς Γενικού Εισαγγελέα ως προς την συνοπτική εκδίκαση του στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, η οποία άλλωστε καταχωρήθηκε αναφορικά με αδίκημα άλλο από εκείνο της ψευδορκίας. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιο μαρτυρικό υλικό ώστε, υπό το φως της προαναφερόμενης νομολογίας, να δικαιολογείται υπό τις δοσμένες περιστάσεις η κλήση του Κατηγορούμενου σε απολογία εφόσον, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, δεν προκύπτει οτιδήποτε σχετικό που να υποδηλώνει ότι, κατά τον κρίσιμο χρόνο που αναφέρθηκε ότι έγινε η πιο πάνω ένορκη δήλωση, ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να πωλήσει την προαναφερόμενη κατοικία. Ό,τι εκ πρώτης όψεως συνάγεται μέσω της προσαχθείσας μαρτυρίας είναι ο χρόνος της αναφερόμενης καταχώρισης της πιο πάνω ενόρκου δηλώσεως, Τεκμήριο 1 (14/11/2016), και ο χρόνος της αναφερόμενης πώλησης της κατοικίας (10/11/2017). Ωστόσο, δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία, ενόψει και της προαναφερόμενης χρονικής διάστασης των ισχυριζόμενων γεγονότων, να καλύπτει με σαφήνεια ουσιώδη εν προκειμένω ζητήματα, όπως ο χρόνος και ο τρόπος αλλά και γενικότερα οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες δρομολογήθηκε η διαδικασία της φερόμενης πώλησης. Η απουσία τέτοιας μαρτυρίας είναι η παράμετρος που δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο σ' αυτό το στάδιο βαθμό, ότι κατά τον επίμαχο χρόνο ο Κατηγορούμενος προέβη στις αποδιδόμενες με την πιο πάνω κατηγορία αναφορές με πρόθεση, γνωρίζοντας ότι αυτές ήταν ψευδείς και ουσιώδεις για το σκοπό που έγιναν. Ως εκ των ανωτέρω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, ο οποίος, συναφώς, αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου και εναντίον της Παραπονούμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 117 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Όποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, είναι ένοχος πλημμελήματος.» [2] Σύμφωνα με τον νομοθετικό ορισμό που αποδίδεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154, «"δικαστική διαδικασία" περιλαμβάνει κάθε διαδικασία που διεξάγεται ή που ασκείται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή ερευνητικής επιτροπής ή προσώπου, που δύνανται να πάρουν ένορκη μαρτυρική κατάθεση, ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι τέτοια ένορκη μαρτυρική κατάθεση.» [3] Η ποινική δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου καθορίζεται από το άρθρο 24
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Σύμφωνα με αυτό, Επαρχιακός Δικαστής, οιασδήποτε βαθμίδας, έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει συνοπτικά ποινικό αδίκημα για το οποίο η προβλεπόμενη ποινή δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, ενώ, με την συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα μπορεί να εκδικάσει οιονδήποτε αδίκημα, εφόσον και ο ίδιος το κρίνει σκόπιμο (βλ. και την Κακαράντζα, Ποινική Αίτηση Αρ. 12/2018, 19/09/2018). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.