← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. DIVEMED CENTRE LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2571/18, 20/5/2022

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. DIVEMED CENTRE LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2571/18, 20/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2571/18 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. DIVEMED CENTRE LIMITED
  2. ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  3. ΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Λοΐζου Για Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Χ. Νεοφύτου Για Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Σπύρου Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν 13 κατηγορίες για παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί, (στο εξής ο Νόμος) και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών (στο εξής οι Κανονισμοί). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μια κατηγορία που αφορά την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής οφειλόμενου φόρου που βεβαιώθηκε (1η κατηγορία), έξι κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής ποσού ΦΠΑ που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για καθορισμένες φορολογικές περιόδους (2η - 7η κατηγορία), επιπλέον έξι κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου και τόκου που επιβλήθηκαν λόγω παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του ποσού φόρου που βεβαιώθηκε (8η κατηγορία) και δηλώθηκε σε φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για καθορισμένη φορολογική περίοδο (9η - 12η κατηγορία) καθώς και μια κατηγορία που αφορά την παράλειψη καταβολής χρηματικής επιβάρυνσης που επιβλήθηκε λόγω μη έγκαιρης διαγραφής από το Μητρώο Φ.Π.Α (13η κατηγορία). Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Προσαχθείσα μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία, μαρτυρία δόθηκε από συνολικά πέντε πρόσωπα και κατατέθηκαν συνολικά 42 Τεκμήρια. Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν τρείς μάρτυρες, ο Μιχάλης Μιχαήλ (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), ο Πεππίνος Μούσα (Μ.Κ.2) και ο Ανδρέας Ευγενίου (Μ.Κ.3), όλοι τους λειτουργοί της υπηρεσίας Φ.Π.Α., κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 -
  4. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74

(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 επέλεξαν να μαρτυρήσουν ενόρκως, υιοθετώντας κατά την κυρίως εξέταση τους γραπτή τους δήλωση (Έγγραφα Β και Γ, αντίστοιχα) και καταθέτοντας κατά την μαρτυρία τους τα υπόλοιπα Τεκμήρια, ενώ δεν κλήθηκε να καταθέσει προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ο Μ.Κ.1 έδωσε μαρτυρία με βάση το περιεχόμενο του προσωπικού φακέλου της Κατηγορούμενης 1 που τηρείται στην υπηρεσία Φ.Π.Α, τον οποίο είχε στην κατοχή του, καταθέτοντας από αυτόν διάφορα έγγραφα ως Τεκμήρια σχετικά με την ακύρωση της εγγραφής της Κατηγορούμενης 1 από το μητρώο Φ.Π.Α. (Τεκμήρια 2 και 12), την επίδοση της βεβαίωσης φόρου που ακολούθησε μαζί με τις ενστάσεις που υποβλήθηκαν σε αυτήν από πλευράς Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήρια 3 - 7 και 13), τις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με τις επίδικες φορολογικές περιόδους τις οποίες επεξήγησε (Τεκμήριο 8), καθώς και την προσφυγή που καταχωρήθηκε από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 3 (Τεκμήριο 11). Έδωσε επίσης μαρτυρία για την σύσταση και εταιρική δομή της Κατηγορούμενης 1 βάσει πληροφόρησης που είπε ότι έλαβε από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών με βάση τα πιστοποιητικά που κατέθεσε ως Τεκμήριο 10. Περαιτέρω, η μαρτυρία του επεκτάθηκε σε ζητήματα που αφορούν την ύπαρξη των αναφερόμενων επίδικων οφειλών, τον τρόπο με τον οποίο αυτές προέκυψαν και τον τρόπο υπολογισμού τους, με αναφορά και στην γενικότερη λειτουργία και τη σημερινή κατάσταση του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 στην υπηρεσία Φ.Π.Α., την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 15, καταθέτοντας επίσης ως Τεκμήριο 1 το Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 43 και της Παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου, το οποίο ανέφερε ότι ετοίμασε στο πλαίσιο των καθηκόντων του και της πρόσβασης που ανέφερε ότι έχει στα ηλεκτρονικά συστήματα του Τμήματος Φορολογίας, περιλαμβανομένου του μηχανογραφικού συστήματος του Φ.Π.Α. Δεν είχε, όπως είπε, οποιαδήποτε εμπλοκή στον φορολογικό έλεγχο ή σε οτιδήποτε σχετικό με το περιεχόμενο και τη διαδικασία της βεβαίωσης φόρου που ακολούθησε, γι' αυτό και δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στα ζητήματα αυτά ούτε γνώριζε αν έγινε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία με τον Κατηγορούμενο 2 σε σχέση με αυτήν αναφέροντας ότι κάτι τέτοιο δεν προκύπτει να έγινε από τα στοιχεία που είδε. Όπως δεν γνώριζε οτιδήποτε για οποιεσδήποτε προηγούμενες ποινικές διώξεις όσον αφορά τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης αφού αυτά, όπως είπε, δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο των καθηκόντων του ούτε είχε πρόσβαση σε νομικούς φακέλους της υπηρεσίας του. Ήταν όμως, όπως είπε, σε θέση να τοποθετηθεί για την ύπαρξη των επίδικων οφειλών, ως αυτές προκύπτουν από την επίδικη βεβαίωση φόρου και τις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις και εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού της στην υπηρεσία Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 15), εμμένοντας κατά την αντεξέταση του στη θέση του ότι οι επίδικες οφειλές είναι ορθές και ότι εξακολουθούν μέχρι σήμερα να οφείλονται εφόσον ουδεμία πληρωμή έγινε έναντι αυτών. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 επεκτάθηκε επί των ίδιων ουσιαστικά ζητημάτων που καταπιάστηκε η μαρτυρία του Μ.Κ.1. Αναφέρθηκε στην ημερομηνία εγγραφής και ακύρωσης της εγγραφής της Κατηγορούμενης 1 από το μητρώο Φ.Π.Α., η οποία είπε ότι έγινε κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούμενης 1 στις 19/06/2013 με ισχύ την 31/12/2011, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 17 το Πιστοποιητικό που ετοίμασε δυνάμει του άρθρου 43 και της Παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου καθώς και την αίτηση ακύρωσης της εγγραφής της ημερομηνίας 26/03/2013 (Τεκμήριο 22), η πρώτη σελίδα της οποίας αντιστοιχεί σε περιεχόμενο με το Τεκμήριο 2 που κατέθεσε ο Μ.Κ.1. Αναφέρθηκε επίσης στα οφειλόμενα από την Κατηγορούμενη 1 ποσά που σχετίζονται με τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης και κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 το Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 43 και της Παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου που ανέφερε ότι ο ίδιος ετοίμασε μετά από μελέτη του φακέλου και του μηχανογραφημένου συστήματος της υπηρεσίας του, το οποίο, εκτός της αναφερόμενης σε αυτό ημερομηνίας, αντιστοιχεί κατά τα λοιπά σε περιεχόμενο με το Τεκμήριο 1 που κατέθεσε ο Μ.Κ.1, επαναλαμβάνοντας και ο ίδιος ότι η Κατηγορούμενη 1 εξακολουθεί να οφείλει τα ποσά που αναφέρονται στις κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου εφόσον, όπως είπε, δεν έγιναν οποιεσδήποτε πληρωμές έναντι αυτών, εξηγώντας παράλληλα με αναφορά στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 ότι ορισμένα πιστωτικά υπόλοιπα που προέκυψαν μετά την υποβολή φορολογικών δηλώσεων για φορολογικές περιόδους διαφορετικές από τις επίδικες καθώς και κάποιες άλλες πληρωμές που έγιναν, χρησιμοποιήθηκαν έναντι παλαιότερων οφειλών προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., διαφορετικών από τις επίδικες, ως η διαδικασία που ακολουθεί η υπηρεσία Φ.Π.Α., την οποία και εξήγησε. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 19, τα Πιστοποιητικά που είπε ότι εξασφάλισε από το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1, τα οποία, εκτός από την αναφερόμενη σε αυτά ημερομηνία (09/12/2021), δεν διαφέρουν σε περιεχόμενο από εκείνα που κατέθεσε ο Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 10). Περαιτέρω, εξήγησε ότι, κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούμενης 1, το οποίο υπογράφεται από τον διευθυντή της, Κατηγορούμενο 3 (Τεκμήριο 20), υπήρξε αλλαγή στην εγγεγραμμένη διεύθυνση αλληλογραφίας της Κατηγορούμενης 1 στο μητρώο Φ.Π.Α., ως η επιστολή της υπηρεσίας Φ.Π.Α. προς την Κατηγορούμενη 1, ημερομηνίας 17/11/2011, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  1. Αναφέρθηκε επίσης κατά την αντεξέταση του στο Τεκμήριο 16, αναφέροντας ότι πρόκειται για περιοδική κατάσταση λογαριασμού από εκείνες που αποστέλλονται σε κάθε φορολογούμενο, και εξήγησε ότι τα ποσά που αναφέρονται σε αυτήν δεν εντοπίζονται στην αναλυτική κατάσταση (Τεκμήριο 15) λόγω του ότι η περιοδική κατάσταση (Τεκμήριο 16) εκτυπώθηκε στις 27/10/2005 και αποτυπώνει την εικόνα του λογαριασμού που ίσχυε μέχρι τότε, ενώ η αναλυτική κατάσταση (Τεκμήριο 15) εκτυπώθηκε μεταγενέστερα, αποτυπώνοντας την κατάσταση που ίσχυε στις 07/12/2021, με ενσωματωμένες όλες τις εγγραφές που ακολούθησαν μέχρι τότε, περιλαμβανομένων οφειλών μετά από δύο βεβαιώσεις φόρου, πληρωμών και μεταφορών πιστωτικών υπολοίπων που μεσολάβησαν. Δεν είχε υπόψη του να έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ της υπηρεσίας του και με κάποιον από τους Κατηγορούμενους για την αποπληρωμή των επίδικων οφειλών με δόσεις ούτε γνώριζε οτιδήποτε για οποιεσδήποτε προηγούμενες ποινικές διώξεις όσον αφορά τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης αφού αυτά, όπως είπε, δεν εμπίπτουν στα καθήκοντα του ούτε έχει πρόσβαση σε νομικούς φακέλους της υπηρεσίας του. Η μαρτυρία του Μ.Κ.3 περιστράφηκε κυρίως γύρω από ζητήματα που αφορούν την επίδικη βεβαίωση φόρου εφόσον, όπως είπε, η εμπλοκή του στην παρούσα υπόθεση περιορίζεται σε σχέση με αυτήν. Είπε ότι ήταν ο λειτουργός του Φ.Π.Α. ο οποίος, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, πραγματοποίησε επίσκεψη ελέγχου στην Κατηγορούμενη 1 και ετοίμασε την επίδικη βεβαίωση φόρου, την οποία επέδωσε προσωπικά σε ένα εκ των διευθυντών της (τον Χρίστο Πατσαλίδη) (Τεκμήρια 3 και 4) και την οποία ταχυδρόμησε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο στον άλλο διευθυντή της (τον Νίκο Νικολάου) (Τεκμήριο 5). Είπε, επίσης, ότι μετά την επίδοση της βεβαίωσης φόρου, υποβλήθηκε ένσταση από πλευράς Κατηγορούμενης 1, σε σχέση με την οποία εξέφρασε τις απόψεις του και ο τότε Έφορος Φ.Π.Α. αποφάσισε να απορρίψει την ένσταση, αποστέλλοντας με συστημένο ταχυδρομείο την απάντηση του στην ένσταση (Τεκμήριο 7) στην τελευταία δηλωθείσα από πλευράς Κατηγορούμενης 1 διεύθυνση (Τεκμήριο 21). Διευκρίνισε ότι όταν αποσταλεί κάτι από την υπηρεσία του μέσω ταχυδρομείου και δεν παραληφθεί από τον παραλήπτη του τότε επιστρέφεται από το ταχυδρομείου με σχετική καταχώριση στο φάκελο που την αφορά. Εν προκειμένω, όπως είπε, δεν υπάρχει στο φάκελο επιστροφή της επιστολής, Τεκμήριο 7, μετά την αποστολή της οποίας ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι υπέβαλαν νέα ένσταση στην βεβαίωση φόρου προς τον Υπουργό Οικονομικών (Τεκμήριο 13), σε απάντηση της οποίας αποστάληκε η επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών, ημερομηνίας 30/12/2014, αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 23, διευκρινίζοντας ότι το πρωτότυπο της έχει σταλεί στους φορολογούμενους και δεν έχει επιστραφεί, άρα θεωρείται ότι παραλήφθηκε. Σύμφωνα δε με αυτήν, η ένσταση της προς τον Υπουργό Οικονομικών δεν μπορούσε να εξεταστεί επειδή δεν πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις του Νόμου. Αναφέρθηκε επίσης στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, απαντώντας σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του, και εξήγησε την μεθοδολογία που χρησιμοποίησε για την ετοιμασία του, λαμβάνοντας υπόψη και στοιχεία από τον προηγούμενο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στην Κατηγορούμενη 1 σε σχέση με διαφορετικές φορολογικές περιόδους (01/12/1997 - 30/11/2004), αφού, όπως είπε, η Κατηγορούμενη 1 δεν τηρούσε κατά τον δικό του έλεγχο αρχεία και βιβλία σε σχέση με την εξεταζόμενη από τον ίδιο περίοδο (01/06/2006 - 31/05/2012) ώστε να τεκμηριώνονταν εκείνα που δηλώθηκαν τότε με τις υποβληθείσες για την εν λόγω περίοδο φορολογικές δηλώσεις, ενώ οι δύο διευθυντές της ήταν «τσακωμένοι» μεταξύ τους, προέβηκαν σε αλληλοσυγκρουόμενες προφορικές δηλώσεις όσον αφορά το τελικό απόθεμα και δεν του προσκόμισαν κανένα στοιχείο, όπως προκύπτει και από την έκθεση ελέγχου ημερομηνίας 25/06/2012 που ανέφερε ότι είχε ετοιμάσει τότε, στα πλαίσια του ελέγχου που διενήργησε, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Περαιτέρω, διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου στηρίζεται σε λανθασμένους υπολογισμούς και ότι αυτή αφορά οφειλές προηγούμενης περιόδου, διαφορετικής από εκείνην για την οποία έγινε ο έλεγχος. Ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε στην επιχειρηματική συνεργασία που περί τα τέλη Μαΐου 2006 συμφώνησε να έχει με τον Κατηγορούμενο 3 στο πλαίσιο της Κατηγορούμενης 1, οπότε και διορίστηκε διευθυντής της, καθώς και στη ρήξη που στη συνέχεια (περί τον Αύγουστο του 2008) είπε ότι επήλθε σε αυτήν, ως αποτέλεσμα της οποίας ισχυρίστηκε ότι αποχώρησε από την Κατηγορούμενη 1, χωρίς έκτοτε να είχε οποιαδήποτε σχέση με αυτήν. Διαπίστωσε, όπως είπε, ότι συνέχιζε να ήταν διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 μετά που του παραδόθηκε από τον Μ.Κ.3 η επίδικη βεβαίωση φόρου στις 29/06/2012, την οποία ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε επειδή του ζητήθηκε από τον Μ.Κ.3, δίχως να σκεφθεί ότι θα τον δέσμευε. Αναφέρθηκε στις ανεπιτυχείς προσπάθειες που είπε ότι έκανε στη συνέχεια για να διαγραφεί από διευθυντής της από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται οποιοδήποτε δικονομικό διάβημα, στο οποίο είπε ότι δεν προέβη λόγω των προσωπικών και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε τότε. Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν υπόψη του η ένσταση που υποβλήθηκε μέσω του Κατηγορούμενου 3 στην βεβαίωση φόρου (Τεκμήριο 6) αλλά ούτε και η απάντηση σε αυτήν (Τεκμήριο 7), αναφέροντας ότι η διεύθυνση που αναφέρεται σε αυτήν (Ερεχθείου 35, Μέγαρο Νικολάου, αρ. διαμερίσματος 101, 2121 Αγλαντζιά) ανήκει στον Κατηγορούμενο
  3. Είπε, επίσης, πως εξαπατήθηκε από τον τελευταίο να υπογράψει το Τεκμήριο 13, αναφέροντας ότι το έπραξε χωρίς να αντιληφθεί τι πραγματικά σήμαινε και δίχως να θεωρούσε ότι αυτό θα σήμαινε ότι εξακολουθούσε να ήταν διευθυντής, στηριζόμενος απλώς στα λεγόμενα του Κατηγορούμενου 3 ότι θα έπρεπε να το υπογράψει για να μπορούσε να τερματιστεί η ιστορία με το Φ.Π.Α. και για να μπορούσε μετά να τον διαγράψει από διευθυντή της εταιρείας εφόσον κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει προηγουμένως λόγω της εμπλοκής του Φ.Π.Α. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις προηγούμενες ποινικές υποθέσεις που είπε ότι καταχωρήθηκαν εναντίον τους στο παρελθόν από την υπηρεσία Φ.Π.Α., τα κατηγορητήρια των οποίων κατέθεσε ως Τεκμήρια 25 (αρ. υπόθεσης 1180/12), 26 (αρ. υπόθεσης 3691/13) και 27 (αρ. υπόθεσης 9286/14), αναφέροντας τους λόγους που η κάθε μία από αυτές αποσύρθηκε ενώ αρνήθηκε ότι έκανε οποιαδήποτε μεταγενέστερη συμφωνία με την υπηρεσία Φ.Π.Α. για την πληρωμή των επίδικων οφειλών, αναφέροντας ότι η ποινική δίωξη στην υπόθεση 9286/14 αναστάληκε από τον τότε Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, κατόπιν αιτήματος που έστειλε σε μία προσπάθεια του να βρει κάποιο τρόπο να δικαιωθεί, εξηγώντας τα προβλήματα που τότε αντιμετώπιζε. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι γνώριζε για τις μη καταβληθείσες οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. καθ' όλη την περίοδο που ανέφερε ότι βρισκόταν σε αυτήν (μέχρι τον Αύγουστο του 2008), ως η φορολογική περίοδος που αναφέρεται σε κάθε μία από τις κατηγορίες 2 - 7 και 9 -
  4. Ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι είναι γι' αυτό που εξασφάλισε το έγγραφο του λογιστή της εταιρείας (Συνημμένο 1, Τεκμηρίου 28), το οποίο είπε ότι του δόθηκε προς επιβεβαίωση του ότι για όση περίοδο βρισκόταν στην Κατηγορούμενη 1 ήταν όλα πληρωμένα βάσει των πωλήσεων που έκανε, ως το πλαίσιο συνεργασίας που συμφωνήθηκε αρχικά με τον Κατηγορούμενο
  5. Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει προβεί στην πληρωμή οποιουδήποτε ποσού διότι ο ίδιος δεν χρωστούσε ούτε πλήρωσε οτιδήποτε από την ημερομηνία που εκκρεμεί η παρούσα ποινική δίωξη. Ο Κατηγορούμενος 3 αναφέρθηκε στην γνωριμία του με τον Κατηγορούμενο 2 καθώς και σε ζητήματα που αφορούν την πορεία της συνεργασίας που είπε ότι είχαν μεταξύ τους, την έναρξη της οποίας τοποθετεί χρονικά περί το έτος
  6. Υποστήριξε ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε από την αρχή της συνεργασίας τους για την οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1 και είχε εμπλοκή στην καθημερινή διαχείριση των λογιστικών και φορολογικών της θεμάτων μαζί με τον λογιστή της Κατηγορούμενης 1, ενώ παράλληλα λάμβανε συμβουλές και βοήθεια από έναν φίλο του λογιστή. Ο ίδιος, όπως είπε, έλειπε πολύ από το κατάστημα της Κατηγορούμενης 1 λόγω της εργασίας του σε μία άλλη του εταιρεία, η οποία δεν του επέτρεπε να αφιερώνει πολύ χρόνο στο κατάστημα της Κατηγορούμενης 1, στο οποίο η μόνη του εμπλοκή ήταν όταν τον καλούσε ο Κατηγορούμενος 2 για να επιληφθεί κάποιου θέματος όταν η εμπλοκή του ήταν απαραίτητη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν ο Κατηγορούμενος 2 αποχώρησε από το κατάστημα της Κατηγορούμενης 1, το έκανε απροειδοποίητα (χωρίς να τον ενημερώσει ή να συνεννοηθεί προηγουμένως μαζί του) και δίχως να υποβάλει προς την εταιρεία οποιοδήποτε αίτημα παραίτησης από την θέση του ως διευθυντής, παραλαμβάνοντας χωρίς την άδεια του από το κατάστημα της εν λόγω εταιρείας τον ηλεκτρονικό υπολογιστή με το λογιστικό της πρόγραμμα, το οποίο περιείχε όλα τα αρχεία και στοιχεία πωλήσεων και αποδείξεων που ζητούσε το Φ.Π.Α., καθώς και μεγάλο μέρος των αποθεμάτων (stock) και του εξοπλισμού της. Απέδωσε την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα στις ενέργειες και στην κακοδιαχείριση της Κατηγορούμενης 1 από τον Κατηγορούμενο 2, ενώ ισχυρίστηκε επίσης ότι οι υπολογισμοί που έγιναν από την υπηρεσία Φ.Π.Α. και οδήγησαν στην επίδικη βεβαίωση φόρου είναι εσφαλμένοι. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ορθώς επεδόθη από τον Μ.Κ.3 στον Κατηγορούμενο 2 η επίδικη βεβαίωση φόρου, διότι αυτός ήταν και ανέκαθεν γνώριζε ότι εξακολουθεί να είναι αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1, έχοντας, όπως είπε, στην κατοχή του ακόμα το λογιστικό πρόγραμμα της εταιρείας. Παρουσίασε διαφορετικά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 13, αναφέροντας ότι αυτό έγινε από τον πατριό του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος είχε εμπλακεί τότε για να τον βοηθήσει, και όχι επειδή ο ίδιος εξαπάτησε τον Κατηγορούμενο 2, σημειώνοντας ότι αυτό υπογράφηκε και από τους δύο στην παρουσία του πατριού του. Χαρακτήρισε αντικανονική, αντινομική και παράνομη την έγερση της παρούσας υπόθεσης, ισχυριζόμενος ότι πριν την καταχώριση της θα έπρεπε να επιδοθεί νέα, ξεχωριστή, ειδοποίηση βεβαίωσης φόρου στην εταιρεία μετά την απόσυρση του κατηγορητηρίου στην προηγούμενη ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 27), κάτι που δεν έγινε, στερώντας του έτσι το δικαίωμα να υποβάλει ένσταση σε αυτήν, γι' αυτό και καταχώρισε την προσφυγή (Τεκμήριο 11) που αφορά την ένσταση στην καταχώριση του υπό κρίση κατηγορητηρίου, καθώς και νέα, εκπρόθεσμη, ένσταση προς τον Έφορο Φορολογίας κατά του ύψους της επίδικης βεβαίωσης (Τεκμήριο 36), διεκδικώντας τα δικαιώματα του. Ισχυρίστηκε ότι, ενόσω εκκρεμούσε η υπόθεση 9284/14 και πριν η δίωξη αυτής ανασταλεί, έκανε κάποιες πληρωμές, όμως δεν προχώρησε σε περαιτέρω πληρωμές λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν προέβη σε οποιεσδήποτε πληρωμές παρά τα όσα συμφώνησαν. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε επίσης ότι η πρώτη ποινική διαδικασία στην οποία εμφανίστηκε διακόπηκε επειδή είχαν πει ότι θα πλήρωναν το ΦΠΑ, κάτι που δεν έκαναν με αποτέλεσμα να τους επιδοθεί το επόμενο κατηγορητήριο λόγω του ότι δεν ήταν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους και ισχυρίστηκε επίσης ότι ενημερώθηκε για τις εκκρεμότητες της εταιρείας προς το ΦΠΑ το 2013, κατά το χρόνο σύνταξης του Τεκμηρίου
  7. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι μετά την φυγή του Κατηγορούμενου 2 από το κατάστημα της Κατηγορούμενης 1 (την οποία τοποθετεί χρονικά μεταξύ Αυγούστου 2008 και αρχές 2009), η εταιρεία παρέμεινε αδρανής, δίχως να έχει κάνει οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή από τότε. Ανέφερε επίσης ότι στην οδό Ερεχθείου 35 βρίσκεται εδώ και 25 χρόνια το σπίτι του, όμως η βεβαίωση φόρου δεν στάληκε εκεί, ισχυριζόμενος ότι έμαθε για την βεβαίωση φόρου και τις οφειλές προς το Φ.Π.Α. όταν ήρθε το πρώτο κατηγορητήριο. Αναγνώρισε τις υπογραφές του επί ορισμένων φορολογικών δηλώσεων για κάποιες από τις επίδικες περιόδους, αποδεχόμενος ότι υπήρχαν οφειλόμενα υπόλοιπα από την εταιρεία, ως οι εν λόγω φορολογικές δηλώσεις. Γ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[1] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την κατηγορούσα αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σημαντικό μέρος των επίμαχων γεγονότων που συνθέτουν και αφορούν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (α) η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από τις 31/12/1991, έχοντας το εγγεγραμμένο της γραφείο στην διεύθυνση Λήδρας 121 1011 Λευκωσία. Με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήρια 10 και 19), γραμματέας της Κατηγορούμενης 1 είναι από τη σύσταση της (31/12/1991) ο Κατηγορούμενος 3 και διευθυντές της είναι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, με τον Κατηγορούμενο 2 να διορίστηκε διευθυντής της από τις 24/05/2006 και τον Κατηγορούμενο 3 να διορίστηκε διευθυντής της από την ημερομηνία σύστασης της Κατηγορούμενης 1, (β) η Κατηγορούμενη 1 εγγράφηκε στο μητρώο Φ.Π.Α. την 01/07/1992 με αριθμό 10046818Κ (Τεκμήριο 17) και παρέμεινε αδιάλειπτα εγγεγραμμένη σε αυτό μέχρι την 31/12/2011, οπότε και ακυρώθηκε η εγγραφή της από το εν λόγω μητρώο, ως η επιστολή της υπηρεσίας Φ.Π.Α. ημερομηνίας 19/06/2013 που στάληκε στην Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 12), προς ικανοποίηση σχετικού αιτήματός της ημερομηνίας 26/03/2013 (Τεκμήρια 2 και 22). Στο μεταξύ, με επιστολή της Κατηγορούμενης 1 προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., η οποία παραλήφθηκε στις 03/11/2011 (Τεκμήριο 20), η Κατηγορούμενη 1 ενημέρωσε την υπηρεσία Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 21) για την αλλαγή στη διεύθυνση αλληλογραφίας της, δηλώνοντας μέσω του Κατηγορούμενου 3 ως νέα διεύθυνση αλληλογραφίας της την Ερεχθείου 35, Μέγαρο Νίκου Νικολάου, Διαμέρισμα 101, 2121 Αγλαντζιά, (γ) κατόπιν διενέργειας ελέγχου από τον Μ.Κ.3, εκδόθηκε βεβαίωση φόρου προς την Κατηγορούμενη 1 για το ποσό των €13.219,43, η οποία αφορούσε φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/06/2006 - 31/05/
  1. Η εν λόγω βεβαίωση παραδόθηκε δια χειρός από τον Μ.Κ.3 στον Κατηγορούμενο 2 στις 29/06/2012, ο οποίος την παρέλαβε θέτοντας την υπογραφή του σε αντίγραφο αυτής (Τεκμήριο 4) και αποστάληκε επίσης με συστημένο ταχυδρομείο προς την Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 5), (δ) η Κατηγορούμενη 1 υπέβαλε γραπτώς ένσταση στην βεβαίωση φόρου, με επιστολή της προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. ημερομηνίας 30/08/2012, η οποία υπογράφεται από τον Κατηγορούμενο 3 ως διευθυντή της. Η ρηθείσα ένσταση απορρίφθηκε από τον τότε Έφορο Φ.Π.Α., ως η επιστολή του προς την Κατηγορούμενη 1 ημερομηνίας 14/01/2013 (Τεκμήριο 7), η οποία αποστάληκε ταχυδρομικώς ως συστημένη στην πιο πάνω δηλωθείσα νέα διεύθυνση αλληλογραφίας της Κατηγορούμενης
  2. Με την εν λόγω επιστολή, ο τότε Έφορος Φ.Π.Α. καλούσε την Κατηγορούμενη 1 να καταβάλει εντός τριάντα ημερών από τις 14/01/2013 το ποσό της βεβαιωθείσας φορολογίας (€13.219,43). Ακολούθησε νέα επιστολή της Κατηγορούμενης 1, ημερομηνίας 22/07/2013, για την αμφισβήτηση της βεβαιωθείσας φορολογίας, η οποία απευθύνθηκε προς τον Υπουργό Οικονομικών, υπογραμμένη από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 ως διευθυντές της (Τεκμήριο 13). Σε απάντηση της εν λόγω επιστολής αποστάληκε η επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών, ημερομηνίας 30/12/2014 (Τεκμήριο 23), προς ενημέρωση της Κατηγορούμενης 1 ότι η ένσταση της δεν μπορούσε να εξεταστεί επειδή δεν πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις του Νόμου, (ε) η Κατηγορούμενη 1 υπέβαλε στην υπηρεσία Φ.Π.Α. τις φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους που αναφέρονται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 2 - 7 (Τεκμήριο 8), δηλώνοντας τον Φ.Π.Α. που έπρεπε να καταβληθεί για κάθε τέτοια φορολογική περίοδο. Οι εν λόγω φορολογικές δηλώσεις υποβλήθηκαν, αντιστοίχως, στις 10/10/2006, 10/01/2007, 10/10/2007, 10/04/2008, 10/07/2008 και 10/10/2008 (βλ. Τεκμήριο 8) και το ύψος του ποσού που προκύπτει ως οφειλόμενος Φ.Π.Α. με την κάθε μία από αυτές αντιστοιχεί στο ποσό που αναφέρεται αντίστοιχα για κάθε φορολογική περίοδο στις κατηγορίες 2 - 7, (στ) στις 30/05/2018 οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 (εκεί Αιτητές 1 και 2) καταχώρισαν εναντίον του Εφόρου Φορολογίας (εκεί Καθ' ου η αίτηση) την προσφυγή υπ' αριθμό 744/2018 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Κύπρου (Τεκμήριο 11), επιζητώντας «Διακήρυξη, ή/και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διοικητική πράξη, ή/και απόφαση του Καθ' ου η αίτηση ημερ. 14/01/2013, ή/και άλλης ημερομηνίας ή/και συνολικού ύψους περί τις €27,771.95 (Είκοσι Επτά Χιλιάδες Επτακόσια Εβδομήντα Ένα Ευρώ και Ενενήντα Πέντε Σεντς) η οποία γνωστοποιήθηκε στους Αιτητές 1 & 2 δια του ποινικού κατηγορητηρίου με αριθμό 2571/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 12/03/2018 και επιδόθηκε στους Αιτητές 1 & 2 στις 16/03/2018, είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.». Το Δικαστήριο έχοντας ακούσει το σύνολο της μαρτυρίας καταλήγει, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν απόλυτα ειλικρινείς και είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Όλοι τους έκαμαν θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, δίδοντας ο καθένας τους την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα και ότι προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια την δική του γνώση και εμπλοκή στην υπόθεση, με αναφορά και στα έγγραφα που είχε στην κατοχή του σε σχέση με αυτήν. Με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στην γνώση τους, διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, το βαθμό εμπλοκής και γνώσης τους στα ζητήματα που απασχολούν στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις τους. Έδωσαν μαρτυρία για θέματα της υπηρεσίας τους αλλά και με βάση τον βαθμό εμπλοκής που είχαν στην παρούσα υπόθεση ως λειτουργοί της υπηρεσίας Φ.Π.Α., χωρίς να προσπαθήσουν να επιβαρύνουν καθ' οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος της υπηρεσίας τους. Η μαρτυρία τους παρουσιάζει λογική συνάφεια και συνάδει επίσης με το περιεχόμενο των εγγράφων της εποχής που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα, το οποίο ουσιαστικά δεν έχει αμφισβητηθεί. Επί παραδείγματι, οι αναφορές του Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέταση του σε διενέργεια φορολογικού ελέγχου ο οποίος κατέληξε σε βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 02/07/2012 και ότι αυτή δόθηκε στον Κατηγορούμενο 2 στις 29/06/2012 δεν αποτελούσε παρά απλή μεταφορά των δεδομένων βάσει των σχετικών εγγράφων (Τεκμήρια 4 και 5) που είχε στο φάκελο της υπηρεσίας του, στον οποίο είχε πρόσβαση και ο οποίος ήταν στην κατοχή του, για την ετοιμασία των οποίων εξήγησε από την αρχή ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή. Ουσιαστική εμπλοκή για τα περί της διαδικασίας του φορολογικού ελέγχου στην Κατηγορούμενη 1 είχε ο Μ.Κ.3, η μαρτυρία του οποίου εξηγεί ότι προηγήθηκε από τον ίδιο η παράδοση της ειδοποίησης βεβαίωσης φόρου στον Κατηγορούμενο 2 στις 29/06/2012 (Τεκμήρια 3 και 4) και ακολούθησε η ταχυδρόμηση της στην διεύθυνση της Κατηγορούμενη 1 στις 03/07/2012[2], πρόδηλα αφού τέθηκε ως ημερομηνία επί του εγγράφου που ταχυδρομήθηκε η προηγούμενη της ημερομηνίας ταχυδρόμησης της (02/07/2012), ως το Τεκμήριο 5, το οποίο κατά λοιπά ταυτίζεται σε περιεχόμενο με το Τεκμήριο 4 και στο οποίο, εξάλλου, γίνεται αναφορά στην ένσταση που ακολούθησε από πλευράς Κατηγορούμενης 1 (ως το Τεκμήριο 6). Περαιτέρω, δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία οποιουδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας, η οποία, στο βαθμό τουλάχιστον που αφορά τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης, παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση της, έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής. Αποδέχομαι, συναφώς, την μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ως πλήρως αξιόπιστη, επί της οποίας μπορώ να βασιστώ για σκοπούς εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων. Ο Κατηγορούμενος 2 έκαμε στο Δικαστήριο πολύ φτωχή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας, δίδοντας την εικόνα προσώπου ο οποίος παρουσιάστηκε επιτηδευμένα, με σκοπό να μαρτυρήσει κατά τρόπο που θεωρούσε ότι θα επέφερε την απαλλαγή του από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στο πλαίσιο αυτό, υπέπεσε κατά την μαρτυρία του σε ουσιώδεις αντιφάσεις, παρουσιάζοντας γενικότερα μία εκδοχή που δεν έχει λογική συνοχή, είναι αναληθοφανής και χαρακτηρίζεται από ασάφειες και ισχυρισμούς που, εν πάση περιπτώσει, είναι άσχετοι με το ζήτημα της ύπαρξης ποινικής ευθύνης για τα αδικήματα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Η ουσία της εκδοχής του και ο βασικός πυρήνας της υπεράσπισης του έγκειται στο ότι δεν ευθύνεται για τις κατηγορίες που του έχουν προσαφθεί εφόσον έπαυσε να είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από τον Αύγουστο του 2008, όταν αποχώρησε από αυτήν, χωρίς, έκτοτε, να έχει κάποια σχέση με την διαχείριση της εν λόγω εταιρείας. Και τούτο, παρά το ότι στα αρχεία («στα χαρτιά», όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά ανέφερε) του Εφόρου Εταιρειών εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εμφανίζεται ως διευθυντής. Για το ζήτημα αυτό, περιορίστηκε να επιρρίψει ευθύνες στον Κατηγορούμενο
  3. Ωστόσο, δεν εξήγησε κατά τρόπο λογικό και πειστικό γιατί παρέλαβε την επιστολή βεβαίωσης φόρου εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 στις 29/06/2012 (Τεκμήρια 3 και 4) αν πράγματι πίστευε ότι δεν ήταν διευθυντής της. Όπως με τον ίδιο τρόπο δεν εξήγησε γιατί ένα περίπου χρόνο μετά (22/07/2013), ενώ είχε όπως είπε ζητήσει μέσω δικηγόρου από τον Κατηγορούμενο 3 την διαγραφή του από διευθυντή της εταιρείας («Συνημμένο 3» Τεκμηρίου 28) και ενώ είχε με βάση τα λεγόμενα του μεσολαβήσει η καταχώριση του δεύτερου κατηγορητηρίου εναντίον του ως διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήριο 26), υπόγραψε την επιστολή Τεκμήριο 13 προς αμφισβήτηση της βεβαίωσης φόρου, ως ένας εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης
  4. Όταν δε του ζητήθηκε να αναφέρει πότε ήταν που αντιλήφθηκε ότι δεν έπαυσε να είναι διευθυντής, ισχυρίστηκε αρχικά ότι το διαπίστωσε όταν του παραδόθηκε η βεβαίωση φόρου από τον Μ.Κ.3, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι το συνειδητοποίησε όταν του επιδόθηκε το πρώτο κατηγορητήριο (Τεκμήριο 25), για να αναθεωρήσει ξανά την θέση του, ισχυριζόμενος και πάλι ότι το αντιλήφθηκε με την παραλαβή της βεβαίωσης φόρου από τον Μ.Κ.3 (Τεκμήριο 4). Επιχειρώντας, επίσης, να δικαιολογήσει προηγούμενη συμπεριφορά και ενέργειες του προέβαλε ανακόλουθες θέσεις ή ισχυρισμούς που δεν συνάδουν με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ενώ, λοιπόν, ισχυρίστηκε ότι όταν διορίστηκε διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 δεν είχε (και εξακολουθεί να μην έχει) ιδιαίτερες γνώσεις σε θέματα εταιρειών, διευθυντών και εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων, προκύπτει ότι αμέσως μετά τον διορισμό του (στις 24/05/2006) εμφαίνεται να υπογράφει εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 τις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους 01/06/2006 - 31/08/2006 και 01/09/2006 - 30/11/2006 (μέρος του Τεκμηρίου 8), δηλώνοντας παράλληλα με αυτές ότι τα εκεί αναφερόμενα στοιχεία είναι πλήρη και αληθή, ισχυρίστηκε με την επιστολή ημερομηνίας 22/09/2015 (Τεκμήριο 28) ότι μετά τον διορισμό του είχε αντιληφθεί «ότι δεν είχε γίνει έλεγχος στα βιβλία της εταιρείας (audit) για κάποια προηγούμενα χρόνια» και ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι ήταν σε επικοινωνία με τον λογιστή της Κατηγορούμενης 1, ο οποίος τον ενημέρωνε κάθε τρίμηνο για το ποσό που είχε υποχρέωση να πληρώσει. Αυτά, ενδεικτικά αναφερόμενα, δεν υποδηλώνουν άτομο όπως ο Κατηγορούμενος 2 θέλησε να παρουσιάσει τον εαυτό του κατά το χρόνο εμπλοκής του στην διεύθυνση της Κατηγορούμενης
  5. Περαιτέρω, ενώ ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέταση του ότι δεν αναγνωρίζει το χρέος και την οφειλή αφού δεν ήταν εμπλεκόμενος στην διαδικασία για τους λόγους που εξήγησε, κατά την αντεξέταση του παραδέχτηκε ότι γνώριζε για τις μη καταβληθείσες από την Κατηγορούμενη 1 οφειλές προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. που προκύπτουν από τις φορολογικές δηλώσεις των επίδικων φορολογικών περιόδων (ως οι κατηγορίες 2 - 7 και 9 - 12), αφού αυτές αφορούν περιόδους που ισχυρίστηκε ότι ενεργούσε ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, προβάλλοντας τότε τη θέση ότι ήταν γι' αυτό που πριν την αποχώρηση του από την εταιρεία εξασφάλισε από τον λογιστή της το έγγραφο που επισυνάπτεται ως «Συνημμένο 1» στο Τεκμήριο
  6. Ωστόσο, η θέση του αυτή δεν συνάδει με εκείνο που αναφέρεται στην επιστολή του ημερομηνίας 22/09/2015 (Τεκμήριο 28), στην οποία ισχυρίστηκε τότε ότι το «Συνημμένο 1» αποτελεί κατάσταση από τον λογιστή της εταιρείας ότι κατά την διάρκεια της εργοδότησης του ο Φ.Π.Α. πληρωνόταν κανονικά και όχι ότι ο ίδιος δεν είχε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προς την εταιρεία ή το Φ.Π.Α, ως η θέση που προέβαλε δια ζώσης. Δεν εξήγησε όμως πώς ο Φ.Π.Α. πληρωνόταν τότε κανονικά, τη στιγμή που προκύπτουν φορολογικές οφειλές εντός της χρονικής περιόδου που ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν στην Κατηγορούμενη 1 (ως το Τεκμήριο 8). Ό,τι, εν πάση περιπτώσει, αναδεικνύει το έγγραφο του λογιστή («Συνημμένο 1» Τεκμηρίου 28) υπό το πρίσμα των ισχυρισμών που προέβαλε κατά την μαρτυρία του ο Κατηγορούμενος 2, είναι η ισχυριζόμενη από πλευράς του υλοποίηση των συμφωνηθέντων με τον Κατηγορούμενο 3 στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας στην Κατηγορούμενη 1 και όχι οτιδήποτε άλλο επικαλέστηκε έναντι των φορολογικών υποχρεώσεων της τελευταίας προς το Φ.Π.Α. Όσα, εν πάση περιπτώσει, ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 βάσει του πιο πάνω εγγράφου καθώς και όσα άλλα προέβαλε ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διορίστηκε διευθυντής και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποχώρησε από την Κατηγορούμενη 1, χωρίς να έχει έως σήμερα διαγραφεί από το μητρώο της παρά τις εκ των υστέρων ισχυριζόμενες προσπάθειες του, κρίνονται άσχετα με το ζήτημα του αν υπέχει ποινική ευθύνη σε σχέση με την αποδιδόμενη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και, συναφώς, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, εφόσον δεν αναιρούν το γεγονός ότι, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως προς την περίοδο της αναφερόμενης διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, ο Κατηγορούμενος 2 εξακολουθούσε να φέρει με βάση το μητρώο της Κατηγορούμενης 1 την ιδιότητα ενός εκ των διευθυντών της (βλ. Τεκμήρια 10 και 19). Απολύτως διαφωτιστική επί του προκειμένου είναι η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 στην οποία, για ίδιας φύσεως αδικήματα, οι διοικητικοί σύμβουλοι της εκεί εταιρείας (υποκείμενου στο φόρο προσώπου) προέβαλαν ως υπεράσπιση ό,τι εν προκειμένω θεωρεί ο Κατηγορούμενος 2 ως σχετικό για να αποφασιστεί το ζήτημα της ποινικής του ευθύνης. Αρνούμενοι τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν, προέβαλαν ότι κατά την περίοδο των αποδιδόμενων σε αυτούς αδικημάτων, δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη τόσο στα οικονομικά θέματα της εταιρείας όσο και στη διεκπεραίωση των υποθέσεων της εφόσον την διαχείριση της είχε αναλάβει μία τρίτη εταιρεία που διορίστηκε ως διαχειριστής και δεν γνώριζαν για τις παραλείψεις της, ενώ, επίσης προέβαλαν ότι επειδή μεταγενέστερα διορίστηκε εκκαθαριστής της εταιρείας, οι ίδιοι έπαυσαν να έχουν οποιαδήποτε υποχρέωση ή ευθύνη έναντι του Εφόρου Φ.Π.Α. Με αυτά τα δεδομένα, αποφασίστηκε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση δεν χωρεί αμφιβολία ότι το λεκτικό του Νόμου δημιουργεί αδίκημα αυστηρής ευθύνης εφόσον ρητώς προνοεί πως «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθυντές αξιωματούχοι του νομικού προσώπου» (άρθρο 48). Τοσούσω μάλλον που πρόκειται για ένα εξαιρετικής σημασίας νομοθέτημα που αφορά την εθνική οικονομία και ο καταλογισμός ευθύνης στους αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου από το Νόμο αποβλέπει στο να διασφαλιστεί η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του (Μελάς ανωτέρω). Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω οποτεδήποτε ένα νομικό πρόσωπο διαπράττει αδίκημα προνοούμενο από το Νόμο, ποινικώς υπεύθυνοι είναι και οι διευθυντές του. Πρόκειται δηλαδή για απόλυτο αδίκημα (absoluteoffence) και αποτελεί καταστρατήγηση του Νόμου η εξέταση από το Δικαστήριο ύπαρξης ή ανυπαρξίας ένοχης διάνοιας (mens rea), όπως λανθασμένα έπραξε στην παρούσα περίπτωση το πρωτόδικο Δικαστήριο. Συναφώς η νομολογία επί της οποίας βασίστηκε παραπέμπει σε αδικήματα - όπως το άρθρο 305Α του ποινικού Κώδικα για έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα - για τα οποία δεν δημιουργείται από το Νόμο ένοχη διάνοια για τους αξιωματούχους του νομικού προσώπου, με αποτέλεσμα η δίωξη τους να μπορεί να γίνει στη βάση του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Ο Νόμος λοιπόν (άρθρο 48) κατά τρόπο που δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας καθιστά προσωπικώς ποινικώς υπεύθυνους τους διευθυντές (και άλλους αξιωματούχους) για τα αδικήματα ενός νομικού προσώπου που προνοούνται από το Νόμο και εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «Η δυνάμει του άρθρου 48
(1)του Ν.95
(1)/2000 ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας δεν προκύπτει αυτομάτως και άνευ άλλου τινός από μόνο το γεγονός της στοιχειοθέτησης της ευθύνης της εταιρείας. Τα όσα ισχύουν στην περίπτωση δίωξης, δυνάμει του άρθρου 20 Κεφ. 154, προσώπου το οποίο εμπλέκεται ως συνεργός ισχύουν, κατ΄ αναλογία, και εν προκειμένω». Με δεδομένο δε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εφεσίβλητοι ήταν διευθυντές της Εταιρείας και η Εταιρεία διέπραξε τα αδικήματα τα οποία της καταλογίστηκαν δυνάμει του Νόμου, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε άλλη επιλογή παρά να κρίνει γι΄ αυτά ένοχους και τους εφεσίβλητους. Και αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι βεβαίωση του φόρου έγινε σε χρόνο που για την Εταιρεία είχε διοριστεί εκκαθαριστής εφόσον ο βεβαιωθείς φόρος αφορούσε την περίοδο 1.5.07-31.5.11 κατά την οποία διευθυντές της Εταιρείας ήταν οι εφεσίβλητοι.» Κατά ανάλογο τρόπο αναφέρθηκε για το ίδιο πιο πάνω ζήτημα στην μεταγενέστερη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδη κ.α. Ποιν. Εφέσεις 323/15 κ.α. ημ. 18/12/2018, ECLI:CY:AD:2018:B546 ότι: «Δεν υπάρχουν τυπικοί διοικητικοί σύμβουλοι ενός νομικού προσώπου. Από τη στιγμή που ένα άτομο διορίζεται διοικητικός σύμβουλος εταιρείας έχει όλες τις ευθύνες και υποχρεώσεις ενός διοικητικού συμβούλου όπως αυτές καθορίζονται από τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, τα τυχόν σχετικά και κατά περίπτωση υπό κρίση νομοθετήματα και τη νομολογία επί του θέματος.» Συνακόλουθα, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2, περιλαμβανομένης της θέσης του ότι δεν ευθύνεται ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, η οποία και απορρίπτεται στην ολότητα της. Ούτε ο Κατηγορούμενος 3 έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στο σχολιασμό της μαρτυρίας που προηγήθηκε από τον Κατηγορούμενο 2, αναδεικνύοντας παράλληλα με αυτήν και την εμπάθεια που τον διακατέχει για τον τελευταίο. Σε αυτό πλαίσιο, εξέφρασε εικασίες και δικά του συμπεράσματα με βάση αυτά που είπε ότι έμαθε ή υπέθετε και επεκτάθηκε σε επιχειρηματολογία με βάση το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσίασε, ενώ προέβαλε και θέσεις που ουδέποτε υποβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο 2, δίδοντας του έτσι την ευκαιρία να απαντήσει, έχοντας ως απώτερο σκοπό να επιρρίψει τις ευθύνες στον Κατηγορούμενο 2 για να αποποιηθεί των δικών του ευθυνών ως διευθυντής της Κατηγορούμενης
  1. Έτσι, ισχυρίστηκε ότι μετά την εμπλοκή του Κατηγορούμενου 2 στην Κατηγορούμενη 1 ο ίδιος δεν είχε καθημερινή και ουσιαστική εμπλοκή στην εν λόγω εταιρεία, αποδίδοντας μάλιστα την κατάσταση που αντιμετωπίζουν με το Φ.Π.Α. στην κακοδιαχείριση και στις ενέργειες του Κατηγορούμενου 2, ενώ ο ίδιος προσπαθεί να διαφυλάξει με τις ενέργειες του τα δικαιώματα της Κατηγορούμενης
  2. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα όσα προαναφέρθηκαν, ο βαθμός της ισχυριζόμενης εμπλοκής του κάθε διευθυντή στην Κατηγορούμενη 1 κατά το χρόνο της αναφερόμενης διάπραξης των επίδικων αδικημάτων δεν αποτελεί κριτήριο για τον καθορισμό της ποινικής του ευθύνης. Από την άλλη, το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα ότι όλα όσα ισχυρίστηκε ως προς τους λόγους και τα κίνητρα που τον οδήγησαν στις ενέργειες που προέβη μετά την άσκηση της παρούσας ποινικής δίωξης (12/03/2018) δεν είναι γνήσια ούτε ειλικρινή αλλά επινοήθηκαν εκ των υστέρων από πλευράς του σε μία προσπάθεια ανακοπής της προώθησης της παρούσας διαδικασίας εναντίον του, ως μέρος του ευρύτερου κακόπιστου σχεδιασμού του να αποποιηθεί των ευθυνών του για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Η προσφυγή (Τεκμήριο 11) καταχωρήθηκε 2 ½ περίπου μήνες μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης και όπως ο Κατηγορούμενος 3 χαρακτηριστικά ανέφερε στο στάδιο της αντεξέτασης του από τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου 3, την καταχώρισε «για να ξεφύγουμε από την δυσχερή κατάσταση στην οποία ήμασταν» και, πιο κάτω: «Α. Άρα αν κερδίσουμε την προσφυγή, κερδίζουμε και οι δύο, δεν θα απαλλαχθεί ο Νίκος ο Νικολάου, αν κερδίσουμε την προσφυγή θα απαλλαχθούν οι διευθυντές, άρα γιατί είναι τόσο κακό αυτό το οποίο έγινε για να απαλλάξουμε την εταιρεία από το βάρος του Φ.Π.Α.; Θα κερδίσω μόνο εγώ; Ε. Κύριε μάρτυρα - - Α. Συγγνώμη που είμαι έτσι λίγο απότομος, γιατί δεν καταλαβαίνω, δαμέ προσπαθούμε να κερδίσουμε και οι δύο, δεν ήρθαμε για να κερδίσει ο ένας και να μην κερδίσει ο άλλος.» Αν πράγματι πίστευε πως η βεβαίωση φόρου ήταν εσφαλμένη και πως δικαιωματικά μπορούσε να καταχωρίσει προσφυγή για να αμφισβητήσει την ορθότητα της, γιατί δεν το έπραξε πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, ενώ είχε μία τέτοια δυνατότητα; Η πρώτη κατά σειρά ένσταση στην βεβαιωθείσα φορολογία απορρίφθηκε με επιστολή του τότε Εφόρου Φ.Π.Α. ημερομηνίας 14/01/2013 (Τεκμήριο 7), στην οποία αναφέρεται ανάμεσα σε άλλα η δυνατότητα υποβολής γραπτής ένστασης στον Υπουργό Οικονομικών καθώς και η δυνατότητα καταχώρισης προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Υποβλήθηκε νέα ένσταση της Κατηγορούμενης 1 εναντίον της βεβαιωθείσας φορολογίας με επιστολή της ημερομηνίας 22/07/2013 προς τον Υπουργό Οικονομικών (Τεκμήριο 13), στην οποία γίνεται αναφορά στις επιστολές ημερομηνίας 29/06/2012 (Τεκμήριο 4), 30/08/2012 (Τεκμήριο 6) και 14/01/2013 (Τεκμήριο 7), η οποία απαντήθηκε με την επιστολή ημερομηνίας 30/12/2014 που αποστάληκε στην Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήριο 23), χωρίς να ακολουθήσει η καταχώριση οποιασδήποτε προσφυγής. Έπεται, συναφώς, ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα, από την απόρριψη της πρώτης κατά σειρά ένστασης με την επιστολή ημερομηνίας 14/01/2013 (Τεκμήριο 7) μέχρι και 2 ½ σχεδόν μήνες μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, σε κανένα διάβημα δεν προέβηκε η Κατηγορούμενη 1 μέσω του Κατηγορούμενου 3 για την αμφισβήτηση της βεβαιωθείσας φορολογίας με την καταχώριση προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Η εκδοχή που προέβαλε ο Κατηγορούμενος 3 για να εξηγήσει την, κατά τα άλλα, ετεροχρονισμένη καταχώριση της προσφυγής στερείται κάθε πειστικότητας και ερείσματος. Ισχυρίστηκε, αφενός, ότι δεν έλαβε εγκαίρως γνώση για τις οφειλές της Κατηγορούμενης 1 προς το Φ.Π.Α. και ότι αυτές περιήλθαν σε γνώση του με την καταχώριση της πρώτης ποινικής υπόθεσης, η οποία στην συνέχεια διακόπηκε. Ωστόσο, η μαρτυρία του αυτή, πέραν του ότι χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις και ασάφειες, σε καμία περίπτωση δεν μεταβάλλει το χρόνο που η Κατηγορούμενη 1 έλαβε για πρώτη φορά γνώση της βεβαιωθείσας φορολογίας, ο οποίος ανατρέχει στο χρόνο που η ειδοποίηση βεβαίωσης φόρου παραδόθηκε στον Κατηγορούμενο 2, ως έναν εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήρια 3 και 4) (βλ. άρθρο 57 του Νόμου και την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδη, ανωτέρω). Από την άλλη, υπάρχει συντριπτική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος 3 γνώριζε πολλά χρόνια πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης για την ύπαρξη της βεβαιωθείσας φορολογίας, έχοντας έτσι την ευκαιρία εάν επιθυμούσε να δρομολογήσει εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 διαδικασίες αμφισβήτησης της ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου. Προτού εκδοθεί η βεβαίωση φόρου ενημέρωσε ο ίδιος την υπηρεσία Φ.Π.Α. για την αλλαγή της διεύθυνσης αλληλογραφίας της Κατηγορούμενης 1, δηλώνοντας ως νέα διεύθυνση αλληλογραφίας την Ερεχθείου 35 (βλ. Τεκμήρια 20 και 21) που, όπως ανέφερε κατά την αντεξέταση του, είναι εκεί όπου βρίσκεται εδώ και 25 χρόνια η κατοικία του. Περαιτέρω, ως η αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, ήταν σε εκείνη την δηλωθείσα νέα διεύθυνση που ταχυδρομήθηκαν οι επιστολές απόρριψης των δύο ενστάσεων που υποβλήθηκαν εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 (Τεκμήρια 7 και 23), χωρίς αυτές να έχουν επιστραφεί από το ταχυδρομείο ως μη παραληφθείσες. Η μαρτυρία αυτή της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, έχει δημιουργήσει μαχητό τεκμήριο περί παραλαβής των πιο πάνω επιστολών (Τεκμήρια 7 και 23) από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται (Κατηγορούμενη 1)[3]. Το Τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί, αφού δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενου 3 ότι οι εν λόγω επιστολές παραλήφθηκαν. Μάλιστα, η παραλαβή της απορριπτικής στην πρώτη ένσταση επιστολής (Τεκμήριο 7) επιβεβαιώνεται από το ότι, μετά την ταχυδρόμησή της στις 14/01/2013[4], ακολούθησε η υποβολή νέας ένστασης με την επιστολή ημερομηνίας 22/07/2013 (Τεκμήριο 13), στην οποία γίνεται αναφορά στην προηγούμενη αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε σε σχέση με το ζήτημα της βεβαιωθείσας φορολογίας, σε απάντηση της οποίας αποστάληκε η επιστολή του Υπουργείου Οικονομικών στην ίδια προαναφερόμενη διεύθυνση (Τεκμήριο 23). Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 3 δεν εξήγησε γιατί δεν καταχωρήθηκε προσφυγή κατά της βεβαιωθείσας φορολογίας αμέσως μετά που είπε ότι του επιδόθηκε η προηγούμενη ποινική υπόθεση 9286/14 (Τεκμήριο 27), (η δίωξη της οποίας ανέφερε ότι στη συνέχεια αναστάληκε[5]), όπως έπραξε 2 ½ σχεδόν μήνες μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, παρόλο που η πρώτη αναφερόμενη κατηγορία στο Τεκμήριο 27 αντιστοιχεί στην πρώτη κατηγορία της παρούσας υπόθεσης. Οι δε αναφορές στην Προσφυγή (Τεκμήριο 11) ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 έλαβαν γνώση της βεβαιωθείσας φορολογίας με την επίδοση του υπό κρίση κατηγορητηρίου δεν ανταποκρίνονται στην ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία, ούτε άλλωστε μία τέτοια θέση προβλήθηκε από πλευράς Κατηγορούμενου
  3. Ό,τι ο τελευταίος ισχυρίστηκε είναι πως αντικανονικά, αντινομικά και παράνομα δεν επιδόθηκε στον ίδιο ή στην Κατηγορούμενη 1 οποιαδήποτε νέα επιβολή φορολογίας μετά την αναφερόμενη αναστολή της ποινικής δίωξης στην 9284/14 και πριν την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, θέση εντελώς αυθαίρετη και ανεδαφική αφού, εν πάση περιπτώσει, η αναστολή προηγούμενης ποινικής δίωξης δεν εμποδίζει την επανακαταχώριση νέας για το ίδιο αδίκημα[6]. Ούτε εξήγησε ο Κατηγορούμενος 3 γιατί δεν επεδίωξε, έστω και εκπρόθεσμα, την υποβολή ένστασης κατά της βεβαιωθείσας φορολογίας μετά την αναφερόμενη αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης ή εκκρεμούσης αυτής, όπως ανέφερε ότι έπραξε εν προκειμένω, σε προχωρημένο μάλιστα στάδιο της διαδικασίας, μετά την κλήση των Κατηγορουμένων σε απολογία (Τεκμηρίου 36). Μίας ένστασης για την οποία ο Κατηγορούμενος 3 προέβαλε τις δικές του εικασίες, θεωρίες και σενάρια ως προς τη σημασίας της (βλ. παραγράφους 83 - 85 και σελ. 23 του Εγγράφου Γ), οι οποίες όχι μόνο αυθαίρετες μπορούν να χαρακτηριστούν αλλά αναδεικνύουν και τον απώτερο σκοπό του να αποπροσανατολίσει τη διαδικασία από τα επίδικα της ζητήματα, στα οποία ασφαλώς δεν περιλαμβάνεται ο έλεγχος της εγκυρότητας ή νομιμότητας μίας ανέκκλητης βεβαιωθείσας φορολογίας[7], σε μία προσπάθεια αποποίησης των ευθυνών του ως διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 σε σχέση με τις επίδικες φορολογικές υποχρεώσεις. Στην φαρέτρα των υστεροκατασκευασμένων ισχυρισμών του εντάσσεται η θέση του για κάποιες πληρωμές που εντελώς γενικά και αόριστα είπε ότι έκανε στο παρελθόν έναντι των επίδικων οφειλών. Τέτοια θέση ουδέποτε υποβλήθηκε στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ενώ ο ίδιος ουδεμία απόδειξη πληρωμής παρουσίασε που να την υποστηρίζει. Όταν, ακολούθως, ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του αν ήταν εις γνώση του από το 2007 ότι τα δηλωθέντα στις επίδικες φορολογικές δηλώσεις ποσά δεν έχουν πληρωθεί, απέφυγε να απαντήσει, δίδοντας ασυνάρτητες και καθόλου πειστικές απαντήσεις περί μηδενικών υπολοίπων μέχρι το 2004, αποδεχόμενος, ωστόσο, ότι υπήρχαν οφειλόμενα υπόλοιπα από την Κατηγορούμενη
  4. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η θέση του ότι η βεβαιωθείσα φορολογία είναι εσφαλμένη επειδή δεν λήφθηκε κατά τον υπολογισμό της το απόθεμα της Κατηγορούμενης 1 που ισχυρίστηκε ότι έστειλαν προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. με τον κατάλογο που κατέθεσε ως Τεκμήριο
  5. Ούτε αυτή η θέση υποβλήθηκε στον Μ.Κ.3 και ούτε παρουσιάστηκε η φερόμενη επιστολή στην οποία κατ' ισχυρισμόν επισυνάφθηκε το Τεκμήριο 41, με τον Κατηγορούμενο 3 να προβάλλει ασαφείς και διιστάμενες θέσεις, ισχυριζόμενος πρώτα ότι ο εν λόγω κατάλογος ετοιμάστηκε για να αποσταλεί προς το Υπουργείο μετά την απόρριψη της δεύτερης ένστασης τους (παράγραφοι 121 - 122 Εγγράφου Γ), ύστερα ότι αυτός είχε επισυναφθεί στο Τεκμήριο 13 και ακολούθως, όταν του υποδείχθηκε ότι ουδεμία αναφορά υπάρχει σε αυτόν τον κατάλογο στο Τεκμήριο 13, ισχυρίστηκε ότι ο πιο πάνω κατάλογος πιθανόν να επισυνάφθηκε σε άλλη επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομικών, την οποία ουδέποτε παρουσίασε. Τα πιο πάνω είναι ενδεικτικά της ποιότητας της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 3, η εκδοχή της οποίας, κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, δεν γίνεται αποδεχτή και απορρίπτεται στην ολότητα της ως αναξιόπιστη. Δ. Ευρήματα Δικαστηρίου Με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και με υπόβαθρο τόσο την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής όσο και τα μη αμφισβητούμενα ή κοινώς αποδεκτά γεγονότα, καταλήγω με ασφάλεια στα ακόλουθα ευρήματα: Η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών από τις 31/12/
  6. Επίσης, ήταν εγγεγραμμένη στο μητρώο του Φ.Π.Α. από την 01/07/1992 μέχρι και την 31/12/2011, οπότε και ακυρώθηκε η εγγραφή της με επιστολή του Εφόρου Φορολογίας (τότε Έφορος Φ.Π.Α.[8]) ημερομηνίας 19/06/2013 (Τεκμήριο 12), δια της οποίας της κοινοποιήθηκε τότε και η επιβολή χρηματικής επιβάρυνσης ύψους €85 σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 45
(5)του Νόμου, λόγω μη έγκαιρης γνωστοποίησης του τερματισμού της υποχρέωσης εγγραφής της από το εν λόγω μητρώο. Ο Κατηγορούμενος 2 διορίστηκε από τις 24/05/2006 διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και εξακολουθούσε να έχει την ιδιότητα αυτή αδιάλειπτα, χωρίς να έχει παυθεί, μέχρι και τις 09/12/2021 που εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Ο Κατηγορούμενος 3 διορίστηκε από τις 31/12/1991 διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1, εξακολουθώντας να έχει την ιδιότητα αυτή αδιάλειπτα, χωρίς να έχει παυθεί, μέχρι και τις 09/12/2021 που εκδόθηκε το σχετικό πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  2. Ο Έφορος Φ.Π.Α, με βάση το άρθρο 49
(1)του Νόμου, βεβαίωσε το ποσό των €13.219,43 ως οφειλόμενο Φ.Π.Α. από την Κατηγορούμενη 1 (Τεκμήρια 3 - 5), η οποία αποτελούσε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο με βάση τις πρόνοιες του Νόμου[9]. Η σχετική ειδοποίηση βεβαίωσης φόρου (Τεκμήρια 3 και 4), δόθηκε προς την Κατηγορούμενη 1 από τον Έφορο Φ.Π.Α., δια του ΜΚ3, λειτουργού στην υπηρεσία Φ.Π.Α., με παράδοση της προσωπικά στον διευθυντή της, Κατηγορούμενο 2, στις 29/06/2012, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 57 του Νόμου. Η Κατηγορούμενη 1 δεν κατέβαλε στον Έφορο Φ.Π.Α. το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως της, στις 29/06/2012 (Τεκμήρια 3 και 4), ήτοι, μέχρι και την 29/07/
  1. Στην προαναφερόμενη απόφαση του Εφόρου να βεβαιώσει Φ.Π.Α. στην Κατηγορούμενη 1, υποβλήθηκε γραπτή ένσταση (Τεκμήριο 6) από τον Κατηγορούμενο 3 εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1, η οποία απορρίφθηκε από τον Έφορο Φ.Π.Α., ως η επιστολή του προς την Κατηγορούμενη 1 ημερομηνίας 14/01/2013 (Τεκμήριο 7), η οποία της κοινοποιήθηκε μέσω συστημένης επιστολής ταχυδρομικώς στις 14/01/2013, ως οι πρόνοιες του άρθρου 57 του Νόμου. Η Κατηγορούμενη 1 και πάλι δεν κατέβαλε στον Έφορο το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε, εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από τις 14/01/2013, ως η σχετική ειδοποίηση Τεκμήριο 7, χωρίς παράλληλα να ακολουθήσει, επιτυχώς, οποιαδήποτε άλλη διαδικασία από πλευράς Κατηγορούμενης 1, είτε βάσει των προνοιών του Νόμου, είτε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 146 του Συντάγματος, προς αμφισβήτηση ή ακύρωση της βεβαιωθείσας φορολογίας. Περαιτέρω, η Κατηγορούμενη 1 υπέβαλε στην υπηρεσία Φ.Π.Α. τις φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους που αναφέρονται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 2 - 7 (Τεκμήριο 8), δηλώνοντας τον Φ.Π.Α. που έπρεπε να καταβληθεί για κάθε τέτοια φορολογική περίοδο. Οι εν λόγω φορολογικές δηλώσεις υποβλήθηκαν, αντιστοίχως, στις 10/10/2006, 10/01/2007, 10/10/2007, 10/04/2008, 10/07/2008 και 10/10/2008 (βλ. Τεκμήριο 8) και το ύψος του ποσού που προκύπτει ως οφειλόμενος Φ.Π.Α. με την κάθε μία από αυτές αντιστοιχεί στο ποσό που αναφέρεται αντίστοιχα για κάθε φορολογική περίοδο στις κατηγορίες 2 -
  2. Η Κατηγορούμενη 1 δεν συμμορφώθηκε εμπρόθεσμα με τις φορολογικές της υποχρεώσεις, εξακολουθώντας έτσι να οφείλει προς τον Έφορο Φορολογίας τα ποσά που αναγράφονται στις κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου[10]. Ε. Νομική Πτυχή και Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που προσάπτονται εναντίον των Κατηγορουμένων βρίσκεται επί των ώμων της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Ως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν μία κατηγορία που αφορά την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής στον Έφορο Φορολογίας οφειλόμενου ποσού φόρου που βεβαιώθηκε. Πρόκειται για την 1η κατηγορία, στις λεπτομέρειες της οποίας αναφέρεται ότι οι Κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Έφορο Φορολογίας εντός 30 ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης ημερομηνίας 14/01/2013 ποσό Φ.Π.Α. ύψους €13.219,43. Σύμφωνα με το άρθρο 46
(11)του Νόμου: «Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό Φ.Π.Α. που βεβαιώθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49Α, εντός τριάντα ημερών από τη λήψη της σχετικής ειδοποιήσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος της 1ης κατηγορίας είναι: (α) η ύπαρξη οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α., (β) το οποίο έχει βεβαιωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 49 και 49 Α και (γ) το οποίο δεν καταβλήθηκε εντός τριάντα ημερών από τη λήψη σχετικής ειδοποίησης. Περαιτέρω, στο άρθρο 49
(8)του Νόμου αναφέρεται ότι: «
(8)Όταν οποιοδήποτε ποσό έχει βεβαιωθεί και γνωστοποιηθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2),
(3),
(6), (6Α), (6Β), (7Α), (7Β) ή (7Γ) πιο πάνω, τότε αυτό θεωρείται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου για ενστάσεις, ως ποσό Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και μπορεί να ανακτηθεί ανάλογα, εκτός αν, και κατά την έκταση που, η βεβαίωση έχει εκ των υστέρων ανακληθεί ή τροποποιηθεί με μείωση του ποσού.» Επίσης, στο άρθρο 57 του Νόμου, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο ερμηνείας στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδη (ανωτέρω), προνοείται ότι: «Οποιαδήποτε γνωστοποίηση, απαίτηση, απόφαση, οδηγία ή άλλη πράξη που πρέπει να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου μπορεί να κοινοποιηθεί με επιστολή που απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή στον αντιπρόσωπο του για σκοπούς Φ.Π.Α. και η οποία αποστέλλεται με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα ή συνηθισμένη διαμονή ή έδρα της επιχείρησης του προσώπου αυτού ή του αντιπροσώπου του ή παραδίδεται προσωπικώς στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή τον αντιπρόσωπο του.» Επιπρόσθετα, όπως έχει νομολογηθεί, η απόφαση του Εφόρου Φ.Π.Α. να βεβαιώσει κατά την κρίση του ποσό Φ.Π.Α. ως οφειλόμενο, συνιστά απόφαση διοικητικής φύσεως, της οποίας η εγκυρότητα και νομιμότητα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ούτε να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από ποινικό Δικαστήριο αλλά από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας που καθορίζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος. Προϋπόθεση, βεβαίως, για την ύπαρξη δικαιοδοσίας του ποινικού Δικαστηρίου για αξιόποινες παραλείψεις σχετικές με καταβολή φορολογίας είναι το ανέκκλητο της εν λόγω φορολογίας, η οποία προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα εφόσον περιέλθει σε γνώση του διοικουμένου και αφού παρέλθει η προβλεπόμενη προθεσμία για την προσβολή της ενώπιον του Δικαστηρίου Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας (βλ. την Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης ανωτέρω, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ανωτέρω και JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ανωτέρω). Με υπόβαθρο την επί του προκειμένου αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι η επίδικη βεβαίωση φόρου περιήλθε σε γνώση του υποκείμενου στο φόρο προσώπου (εν προκειμένω της Κατηγορούμενης 1) στις 29/06/2012 (βλ. Τεκμήριο 4) αλλά και στις 14/01/2013, ημερομηνία κατά την οποία της κοινοποιήθηκε βάσει των προνοιών του άρθρου 57 του Νόμου η απορριπτική απόφαση του Εφόρου Φορολογίας στην υποβληθείσα σε αυτήν ένσταση καθώς και ότι η βεβαιωθείσα φορολογία παρέμενε ως έχει. Η επίδικη βεβαίωση φόρου, ως εκτελεστή διοικητική πράξη, χαρακτηρίζεται από το τεκμήριο της νομιμότητας, δηλαδή παράγει πλήρη έννομα αποτελέσματα μέχρις ότου ανακληθεί από το όργανο που την έχει εκδώσει[11] ή ακυρωθεί από Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Τέτοια ανάκληση ή ακύρωση δεν υφίσταται εν προκειμένω σε σχέση με την επίδικη βεβαίωση φόρου, ενώ η εκ των υστέρων καταχωρηθείσα εναντίον της Προσφυγή, κάποια χρόνια μετά την προαναφερόμενη κοινοποίηση της στην Κατηγορούμενη 1, ασφαλώς δεν ανατρέπει το τεκμήριο της νομιμότητας και εγκυρότητας που εξακολουθεί να την περιβάλλει. Συναφώς, η καταχώριση της εν λόγω Προσφυγής (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω έγινε εκκρεμούσης της παρούσας ποινικής δίωξης) δεν αποτελεί υπό τις περιστάσεις εμπόδιο για την περαιτέρω προώθηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων ούτε η ύπαρξη της δημιουργεί υπό τις περιστάσεις οποιοδήποτε υπόβαθρο με το οποίο να παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο για αναστολή ή αναβολή της, ως η περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία των Κατηγορουμένων 1 και 3, η οποία, για το λόγο αυτό, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται ως αβάσιμη. Έτσι, η υποχρέωση της Κατηγορούμενης 1 για την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του οφειλόμενου ποσού που της βεβαιώθηκε έχει οριστικοποιηθεί και η νομιμότητα και εκτελεστότητα της εξακολουθεί να υφίσταται, κατά τα θέσμια του διοικητικού δικαίου[12], με αποτέλεσμα, τα όσα προβλήθηκαν στο πλαίσιο της δίκης από πλευράς Κατηγορουμένων προς αμφισβήτηση της ορθότητας του περιεχομένου της να μην γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο εφόσον στερούνται κάθε ερείσματος και εκφεύγουν, εν πάση περιπτώσει, του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας. Το ίδιο αβάσιμη κρίνεται και η θέση της πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 3 περί υποχρέωσης της υπηρεσίας Φ.Π.Α. να είχε εξετάσει την ύπαρξη τυχόν πιστωτικών υπολοίπων στο λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 και να τα συμψηφίσει με τα οφειλόμενα ποσά που αναφέρονται στις επίδικες κατηγορίες εφόσον, ακόμα και αν υπήρχαν τέτοια πιστωτικά υπόλοιπα, που δεν καταδείχθηκε ότι υπάρχουν, κάτι τέτοιο δεν αποτελεί υπεράσπιση σύμφωνα με τον Νόμο στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Με δεδομένο, λοιπόν, το ανέκκλητο της βεβαιωθείσας φορολογίας και με δεδομένο επίσης ότι δεν καταβλήθηκε εμπρόθεσμα το ποσό που βεβαιώθηκε με αυτήν, το οποίο εξακολουθεί να είναι οφειλόμενο, καταλήγω ότι πληρούνται, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας το ποσό Φ.Π.Α. που της βεβαιώθηκε με την επίδικη βεβαίωση φόρου. Περαιτέρω, οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν την παράλειψη καταβολής στον Έφορο Φορολογίας οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α. που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογική δήλωση για καθορισμένη φορολογική περίοδο. Πρόκειται για τις κατηγορίες 2 έως 7 σε σχέση με τις οποίες το άρθρο 46
(9)του Νόμου διαλαμβάνει ότι: «
(9)Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες €8.543,01 ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Το άρθρο 20
(1)του Νόμου προνοεί ότι: «Καταβολή με αναφορά σε φορολογικές περιόδους και έκπτωση του φόρου εισροών έναντι του φόρου εκροών 20.—
(1)Κάθε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο αποδίδει λογαριασμό και καταβάλλει Φ.Π.Α., σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί και σε σχέση με απόκτηση από το εν λόγω πρόσωπο οποιωνδήποτε αγαθών από άλλα κράτη μέλη, αναφορικά με τέτοιες περιόδους (που στον παρόντα Νόμο αναφέρονται ως "καθορισμένες φορολογικές περίοδοι") σε τέτοιο χρόνο και με τέτοιο τρόπο που μπορεί να καθορίζεται από ή με βάση Κανονισμούς και τέτοιοι Κανονισμοί μπορούν να προβλέπουν διαφορετικά για διαφορετικές περιστάσεις.» Συνεπώς, το άρθρο 20
(1)του Νόμου υποβάλλει υποχρέωση σε υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, όπως η Κατηγορούμενη 1, να αποδίδει λογαριασμό και να καταβάλλει ΦΠΑ σε σχέση με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους οι οποίες καθορίζονται με βάση τους σχετικούς Κανονισμούς. Στα άρθρα 17
(1)και 29
(2)των σχετικών Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 314/2001) προνοείται ότι: «17.—
(1)Κάθε πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο ή που ήταν ή απαιτείται να είναι εγγεγραμμένο οφείλει, σε σχέση με κάθε περίοδο τριμήνου ή στην περίπτωση προσώπου που είναι εγγεγραμμένο, κάθε περίοδο 3 μηνών που λήγει κατά τις ημερομηνίες που γνωστοποιούνται είτε στο πιστοποιητικό εγγραφής που εκδίδεται σε αυτό το πρόσωπο ή διαφορετικά, όχι αργότερα από τη δέκατη ημέρα μετά το τέλος του μήνα που ακολουθεί το τέλος της περιόδου με την οποία σχετίζεται, να υποβάλει στον Έφορο φορολογική δήλωση σε έντυπο που καθορίζεται με Γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στην οποία να δηλώνεται το ποσό του ΦΠΑ. που οφείλει να καταβάλει από αυτό και η οποία να περιέχει πλήρεις πληροφορίες σε σχέση με τα άλλα θέματα που καθορίζονται στο έντυπο και δήλωση, υπογραμμένη από αυτό, ότι η φορολογική δήλωση είναι αληθής και πλήρης: [.] 29.—
(2)Οποιοδήποτε πρόσωπο που έχει υποχρέωση να υποβάλει φορολογική δήλωση, οφείλει να καταβάλει στον Έφορο το ποσό ΦΠΑ. που είναι καταβλητέο σε σχέση με την περίοδο στην οποία αφορά η φορολογική δήλωση όχι αργότερα από την τελευταία ημέρα κατά την οποία απαιτείται να υποβληθεί η φορολογική δήλωση.». Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος των κατηγοριών 2 μέχρι 7 είναι τα ακόλουθα: (α) η ύπαρξη οφειλής Φ.Π.Α, (β) ο οποίος φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογική δήλωση και (γ) ο οποίος δεν καταβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης πιο πάνω προθεσμίας. Εν προκειμένω, ο αναφερόμενος στις πιο πάνω κατηγορίες οφειλόμενος Φ.Π.Α. προκύπτει από αντίστοιχες φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούμενης 1 προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. και όχι από οποιαδήποτε απόφαση της διοίκησης για επιβολή πληρωμής των εν λόγω ποσών, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης μέσω προσφυγής σε Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Έτσι, η επιχειρηματολογία της πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 3, στο βαθμό και σε όση έκταση αφορά τις εν λόγω κατηγορίες με αναφορά στην ύπαρξη της καταχωρηθείσας Προσφυγής και της όποιας αμφισβήτησης των αναφερόμενων σε αυτές ποσών στερείται, εν πάση περιπτώσει, ερείσματος και απορρίπτεται. Με υπόβαθρο, λοιπόν, την αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης μέχρι και της 7ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 υπέβαλε στην υπηρεσία Φ.Π.Α. τις φορολογικές δηλώσεις αναφορικά με τις φορολογικές περιόδους που αναφέρονται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 2 - 7, δηλώνοντας τον Φ.Π.Α. που έπρεπε να καταβληθεί για κάθε τέτοια φορολογική περίοδο, και ότι παρέλειψε να τον καταβάλει εμπρόθεσμα στον Έφορο Φορολογίας σύμφωνα με τους Κανονισμούς. Όσον αφορά τις κατηγορίες 8 - 13, το άρθρο 45
(3)(α) (γ),
(4)του Νόμου προνοεί την επιβολή πρόσθετου φόρου και τόκου για τις παραλείψεις των κατηγοριών που αναφέρονται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 1, 4 - 7, και το άρθρο 45
(5)(α) προνοεί την επιβολή χρηματικής επιβάρυνσης ύψους €85 (Λ.Κ.50) λόγω παράλειψης έγκαιρης γνωστοποίησης του τερματισμού της υποχρέωσης εγγραφής του υποκείμενου στο φόρο προσώπου στο μητρώο Φ.Π.Α (ως η 13η κατηγορία). Σε σχέση με τις εν λόγω παραλείψεις, το άρθρο 46 (10 Α) του Νόμου, προνοεί ότι: «(10Α) Κάθε πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού.» Τα συστατικά στοιχεία, επομένως, του αδικήματος των κατηγοριών 8 - 13 είναι (α) η μη καταβολή πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου, (β) που επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών. Ο πρόσθετος φόρος και τόκος, επί των οποίων εδράζονται οι κατηγορίες 8 - 12, επιβάλλεται απευθείας δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών και όχι ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε απόφασης της διοίκησης, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αμφισβήτησης μέσω προσφυγής σε Δικαστήριο Αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Περαιτέρω, ο τρόπος υπολογισμού τους προκύπτει ευθέως από τις πρόνοιες του Νόμου για κάθε διαπιστωθείσα παράλειψη που προβλέπεται σε αυτόν και η ορθότητα των σχετικών με τις προαναφερόμενες κατηγορίες ποσών καταδεικνύεται από την μαρτυρία που παρουσιάστηκε από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2. Συναφώς, η επί του προκειμένου επιχειρηματολογία της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων 1 και 3, στο βαθμό και σε όση έκταση αφορά τις ρηθείσες κατηγορίες, με αναφορά στην ύπαρξη της καταχωρηθείσας Προσφυγής, δεν έχει οποιοδήποτε έρεισμα και απορρίπτεται. Έχοντας ως υπόβαθρο την αξιόπιστη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής καθώς και τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 8ης μέχρι και της 13ης κατηγορίας. Έχει δηλαδή αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Κατηγορούμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει πρόσθετο φόρο, τόκο και χρηματική επιβάρυνση που της επιβλήθηκε δυνάμει των διατάξεων του Νόμου ή των Κανονισμών, ως οι κατηγορίες 8 - 13 που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τώρα την ποινική ευθύνη των Κατηγορουμένων 2 και 3 για τις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, αυτή ρυθμίζεται από το άρθρο 48 του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει ότι: «48.—
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο, την ευθύνη για το αδίκημα αυτό φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου "διευθύνων αξιωματούχος", σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φέρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ή ως σύμβουλος.» Από το περιεχόμενο του πιο πάνω άρθρου, αναμφίβολα προκύπτει ότι η ποινική ευθύνη του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» (στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε διευθυντής και γραμματέας) ενός νομικού προσώπου είναι απόλυτη και ότι πρόκειται για αδίκημα αυστηρής ευθύνης. Με άλλα λόγια, πρόκειται για ευθύνη προσωπική που εκπηγάζει από την ίδια την ιδιότητα του συμβούλου ή του διευθύνοντα αξιωματούχου του νομικού προσώπου που διέπραξε αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο, χωρίς να προϋποθέτει οποιαδήποτε ενεργό συμμετοχή του στη διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν εξετάζει αν υπήρχε ένοχη διάνοια (mens rea) από πλευράς συμβούλου ή διευθύνοντα αξιωματούχου στη διάπραξη αδικήματος που προνοείται στο Νόμο ώστε να του αποδοθεί ποινική ευθύνη για αυτό. Είναι αρκετό να αποδειχθεί ότι έχει διαπραχθεί ποινικό αδίκημα που αναφέρεται στο Νόμο από πλευράς νομικού προσώπου και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης, το φυσικό πρόσωπο έφερε την ιδιότητα του συμβούλου ή «διευθύνοντα αξιωματούχου» του νομικού προσώπου που διέπραξε το ρηθέν αδίκημα (βλ. Μαρκίδης ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατία
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σολομωνίδη, ανωτέρω). Με αναφορά στην Ασσιώτης κ.α. ν. Εφόρου Φορολογίας, Ποιν. Έφεση 143/20 ημ. 12/04/2021, η πλευρά του Κατηγορούμενου 2 επιχειρηματολόγησε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων ότι η παρούσα υπόθεση είναι υποκείμενη σε απόρριψη εφόσον οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει του αποδίδουν ότι παρέλειψε να καταβάλει τα αναφερόμενα στις λεπτομέρειες αδικήματος ποσά, παρόλο που τέτοια υποχρέωση δεν είχε ο ίδιος αφού το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο είναι η Κατηγορούμενη
  1. Το εγειρόμενο πιο πάνω ζήτημα συνδέεται με τον τρόπο διατύπωσης των υπό κρίση κατηγοριών, παρόλο που τέτοιο ζήτημα δεν ετέθη οποτεδήποτε πριν ή κατά την εξέλιξη της δίκης. Ούτε αναδείχθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο προηγουμένως ζήτημα παραπλάνησης του Κατηγορούμενου 2 ως προς τους λόγους της πρόσαψης των εναντίον του κατηγοριών εξαιτίας του τρόπου που αυτές είναι διατυπωμένες. Αντιθέτως, αποτέλεσε κοινή συνισταμένη μεταξύ των διαδίκων κατά την διάρκεια της δίκης ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 διώκονται με τις υπό κρίση κατηγορίες ως αξιωματούχοι του υποκείμενου στο φόρο προσώπου (Κατηγορούμενης 1) και είναι, άλλωστε, σε αυτό το πλαίσιο που οικοδομήθηκε επί της ουσίας όλη η υπεράσπιση του Κατηγορούμενου 2, τόσο κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας όσο και κατά την παράθεση της δικής του μαρτυρίας, αλλά και κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 3, προωθώντας τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν ευθύνεται ποινικά για τις παραλείψεις της Κατηγορούμενης 1 εφόσον έπαυσε να είναι διευθυντής της με την αποχώρηση του από το κατάστημα της τον Αύγουστο του
  2. Συνεπώς, ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου 2 ως εκ της διατύπωσης των υπό κρίση κατηγοριών δεν διαπιστώνεται εν προκειμένω ώστε να τίθεται, υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, ζήτημα απαλλαγής του για το λόγο αυτό, ως η εισήγηση του συνηγόρου του (βλ. Τσικλαούρης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 27/2020 ημ. 19/10/2021). Εν προκειμένω, ο Νόμος ποινικοποιεί την παράλειψη του υποκείμενου στο φόρο προσώπου να συμμορφωθεί με τις προβλεπόμενες σε αυτόν φορολογικές υποχρεώσεις. Εφόσον τέτοια παράλειψη διαπιστωθεί, διαπράττεται αδίκημα για το οποίο, αν η περίπτωση αφορά νομικό πρόσωπο, την ευθύνη φέρουν, εκτός από αυτό, και οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του (βλ. άρθρο 48 του Νόμου). Τέτοια ευθύνη, όπως προειπώθηκε, είναι απόλυτη και προσωπική και όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Μελάς (ανωτέρω): «Ο Εφεσείων 2 μπορεί να μην έχει ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομοθέτη, όπως επισημαίνεται στη Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στη σελ. 320, είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του. Ο βαθμός ανάμειξης του Εφεσείοντος 2 δεν ήταν παράγοντας που στην προκειμένη περίπτωση θα μπορούσε να μειώσει μία ήδη επιεική ποινή». Ενώ, λοιπόν, όταν το ζήτημα εξετάζεται με αναφορά στην αναζήτηση ποινικής ευθύνης αναφορικά με διαπιστωθείσες, ποινικά κολάσιμες σύμφωνα με τον Νόμο, παραλείψεις νομικού προσώπου (όπως η Κατηγορούμενη 1), προσωπική ευθύνη για αυτές φέρουν κατά απόλυτο τρόπο δυνάμει του άρθρου 48 και οι διευθυντές του (όπως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3), όταν το ζήτημα εξετάζεται με αναφορά στην αναζήτηση ευθύνης για την είσπραξη του οφειλόμενου βάσει των εν λόγω παραλείψεων ποσού ως αστικό χρέος, η έκδοση του σχετικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Νόμου περιορίζεται εναντίον του υποκείμενου στο φόρο προσώπου (βλ. Ασσιώτης, ανωτέρω). Στα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, η κάθε κατηγορία στρέφεται εναντίον των Κατηγορουμένων και αφορά αδίκημα που προβλέπεται στο Νόμο, η διάπραξη του οποίου συντελείται με την ίδια την παράλειψη, η οποία προσδιορίζεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας, στην νομική βάση της οποίας περιλαμβάνεται και το άρθρο 48 του Νόμου. Με αυτά τα δεδομένα και με υπόβαθρο τα όσα προαναφέρθηκαν σε σχέση με το εν λόγω άρθρο, δεν διαπιστώνω ότι τέτοια διατύπωση κατηγορητηρίου υπολείπεται σαφήνειας σε τέτοιο βαθμό ώστε να το καθιστά λανθασμένο ή στερούμενο ερείσματος. Οι λεπτομέρειες της κάθε κατηγορίας αποκαλύπτουν αδίκημα που αναγνωρίζεται στο Νόμο και αυτές έχουν διατυπωθεί επαρκώς και με την απαραίτητη φραστική σαφήνεια ώστε να δίδουν την αναγκαία ενημέρωση στους Κατηγορούμενους για τη φύση και τους λόγους της κάθε κατηγορίας αλλά και το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών, προσδιορίζοντας παράλληλα τα ουσιώδη στοιχεία (βλ. Reiz
(1989)1 (E) A.A.Δ. 776 και Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, σελ. 777-778), όπως την παράλειψη που συνιστά το αδίκημα της κάθε κατηγορίας σε συνδυασμό με το ύψος της οφειλής που αντιστοιχεί σε σχέση με την κάθε αναφερόμενη παράλειψη που καθορίστηκε στην κάθε κατηγορία καθώς και το χρόνο ως προς τον οποίο οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν να υπερασπιστούν. Από την άλλη, δεδομένου του είδους της ποινικής ευθύνης που εδραιώνει σε συμβούλους ή διευθύνοντες αξιωματούχους το άρθρο 48 για διαπιστωθείσες παραλείψεις του νομικού προσώπου, η συμπερίληψη ξεχωριστής κατηγορίας εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 σε σχέση με την κάθε αναφερόμενη παράλειψη δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε ο,τιδήποτε υπό τις περιστάσεις παρά μόνο θα οδηγούσε στην καταχώρηση ενός κατηγορητηρίου με διπλάσιο αριθμό κατηγοριών, κάτι που, ενδεχομένως, να καθιστούσε το κατηγορητήριο καταπιεστικό, καταχρηστικό και ενοχλητικό (Ανδρονίκου ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486). Εν πάση περιπτώσει, όπως προαναφέρθηκε, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων ή ότι αυτοί δεν μπόρεσαν να υπερασπιστούν δεόντως τον εαυτό τους κατά τη δίκη λόγω του τρόπου με τον οποίο διατυπώθηκαν οι κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (Ξυδιάς κ.α. v. Αστυνομία
(1993)2 Α.Α.Δ. 174, Χατζηφοράδος v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167, Ακκελίδου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249 και Παπαδόπουλος v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111). Κατά συνέπεια, η εισήγηση της πλευράς του Κατηγορούμενου 2 ως προς το αποτέλεσμα που θα πρέπει να έχει η παρούσα υπόθεση ως εκ της διατύπωσης των υπό κρίση κατηγοριών δεν βρίσκει εν προκειμένω έρεισμα και απορρίπτεται. Συνακόλουθα, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω καθώς και ότι έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αναφέρονται στις υπό κρίση κατηγορίες και δεδομένου επίσης ότι, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 κατά το χρόνο διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων, ικανοποιούμαι, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ευθύνονται ποινικά για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εγείρεται, ακροθιγώς, μέσω της αγόρευσης της πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 3 ζήτημα παραβίασης του συνταγματικού δικαιώματος τους για δίκαιη δίκη, με αναφορά στην καθυστέρηση που αναφέρεται ότι υπήρξε στην διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης, το οποίο, κατά την εισήγηση, δικαιολογεί υπό τις περιστάσεις την ανακοπή της παρούσας διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Αναμφίβολα, η διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου εντός εύλογου χρόνου αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος αλλά και κεφαλαιώδη υποχρέωση της πολιτείας (Χριστόπουλος v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, Πουμπούρης v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 1). Οι προεκτάσεις της καθυστέρησης του εύλογου χρόνου στην εκδίκαση μιας υπόθεσης εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων όπου τονίστηκε ότι σκοπός της πιο πάνω συνταγματικής πρόνοιας είναι η προστασία του κατηγορουμένου από υπερβολικές καθυστερήσεις εφόσον δεν είναι δυνατόν ένας κατηγορούμενος να τελεί σε μακροχρόνια κατάσταση αβεβαιότητας για την διάγνωση της ποινικής του ευθύνης. Οπως προκύπτει μέσα από τη νομολογία, στις ποινικές υποθέσεις η διασφάλιση του εύλογου χρόνου διάγνωσης της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου αρχίζει από την ημερομηνία διατύπωσης της κατηγορίας μέχρι την τελική εκδίκασή της, περιλαμβανομένης και της εξάντλησης της διαδικασίας έφεσης (βλ. Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 228/18 ημ. 16/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B102 και Κάζανου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Ποιν. Έφεση 96/2019 ημ. 28/07/2020), χωρίς να παραβλέπονται τα όσα προηγήθηκαν. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία, έχουν διαμορφωθεί διάφοροι παράγοντες που διέπουν τη διαπίστωση κατά πόσο ο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν ή όχι εύλογος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μενελάου
(2004)2 Α.Α.Δ. 223, Γενικός Εισαγγελέας v. Βάσου κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 653, Πουμπούρης v. Αστυνομίας ανωτέρω και Κάζανου ανωτέρω) όπως είναι: (α) η ημέρα συλλήψεως ή καταγγελίας ή η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης, (β) η φύση, ο χαρακτήρας, η σοβαρότητα και η πολυπλοκότητα της υπόθεσης, (γ) η φυσική και χρονολογική απόσταση ανάμεσα στα γεγονότα ή τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, (δ) η συμπεριφορά των ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, (ε) η συμπεριφορά του δικαστικού οργάνου, (στ) η συμβολή και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στην καθυστέρηση. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 376, τονίστηκε ότι η αργοπορία στην εκδίκαση, από μόνη της δεν οδηγεί αναπόφευκτα στην απαλλαγή ενός κατηγορούμενου. Η διαπίστωση της παραβίασης του θεμελιώδους δικαιώματος ενός κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου δεν εξετάζεται αόριστα ή αφηρημένα (in abstracto) αλλά συγκεκριμένα συνυπολογίζονται όλες οι σχετικές παράμετροι που τείνουν να οδηγήσουν σε αναζήτηση του ενδεδειγμένου συμπεράσματος αν η δίκη ήταν μη δίκαιη, μεταξύ των οποίων είναι και το κατά πόσο τεκμηριώθηκε από τον κατηγορούμενο ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς ως απόρροια της παρατηρηθείσας καθυστέρησης (βλ. Σκορδέλη κ.ά. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 101/13 ημ. 6/6/2016, ECLI:CY:AD:2016:B267, Μιλτιάδους v. Αστυνομίας Ποινική ΄Εφεση αρ. 290/2014 ημ. 14/11/2016 και Λάμπη κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 111/2019 ημ. 03/02/2019). Όπως, επίσης, σημειώθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γαβριήλ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 10, η απόφαση για διακοπή δίκης είναι εξαιρετικά δραστικό μέτρο που χρησιμοποιείται μόνο όπου τα γεγονότα της υπόθεσης το επιβάλλουν ως θέμα ορθής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, όπως περαιτέρω τονίστηκε στην Πουμπούρης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Στην Μηνά ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), η οποία αφορούσε σοβαρά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν το 2000 όπου οι κατηγορίες εναντίον του κατηγορουμένου διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε από το Κακουργιοδικείο το 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τη σχετική εισήγηση ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης, ανέφερε ότι: «Στην παρούσα περίπτωση ναι μεν τα αδικήματα που καταλογίστηκαν στον εφεσείοντα διαπράχθηκαν με ορίζοντα το 2000, αλλά οι εναντίον του κατηγορίες διατυπώθηκαν το 2016 και η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 18.4.2018, δηλαδή μέσα σε δύο περίπου χρόνια. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του εφεσείοντα για δίκαιη δίκη εφόσον η ποινική του ευθύνη διαγνώστηκε μέσα σε εύλογο χρόνο εν τη εννοία του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Όπως δεν μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα και το δεύτερο παράπονο του εφεσείοντα για παραβίαση του Άρθρου 12.5(α) του Συντάγματος, το οποίο επίσης έχει συνδεθεί με το χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταδίκη του.» Εν προκειμένω, χωρίς να παραγνωρίζεται το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων καθώς και το ότι η παρούσα υπόθεση δεν εντάσσεται στην κατηγορία των πολύπλοκων υποθέσεων, δεν διαπιστώνω ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η διακοπή της διαδικασίας και η απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Αφενός, η παρούσα υπόθεση αφορά αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά[13], για τα οποία η διάγνωση της ποινικής ευθύνης των Κατηγορουμένων έγινε εντός 4 περίπου ετών από την ημερομηνία διατύπωσης των κατηγοριών (12/03/2018), με την όποια καθυστέρηση στην εκδίκαση της να βαρύνει σε πολύ μεγάλο βαθμό αν όχι σχεδόν εξολοκλήρου την πλευρά που τώρα εγείρει το ζήτημα αυτό, η οποία επικαλέστηκε επανειλημμένα στο παρελθόν την ύπαρξη της Προσφυγής ως λόγο για αναβολή στην εκδίκαση της υπόθεσης. Μίας Προσφυγής, που καταχωρήθηκε 2 ½ περίπου μήνες μετά την καταχώριση της παρούσας υπόθεσης, με τις περιστάσεις και τα κίνητρα που οδήγησαν στην καταχώριση της, ως αυτά αναδεικνύονται μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 3. Έτσι, η πλευρά των Κατηγορουμένων 1 και 3 δεν μπορεί να παραπονείται ή να στηρίζεται στο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την καταχώριση της υπόθεσης για να επωφεληθεί της όποιας καθυστέρησης στην εκδίκαση της, την οποία έχουν προκαλέσει οι ίδιοι με τη συμπεριφορά και τις ενέργειες τους (βλ. Γαβριηλίδης ν. Αστυνομίας 2003 2 Α.Α.Δ. 405, ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ν. ΚΟΥΤΟΥΡΗΣ Ποιν. Έφεση 169/2020 ημ. 09/06/2021, ECLI:CY:AD:2021:B235). Αφετέρου, δεν ετέθη από την υπεράσπιση κατά την δίκη ούτε επιμαρτυρείται από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσαχθείσα μαρτυρία ζήτημα αδράνειας ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής στην προώθηση της παρούσας υπόθεσης και ούτε, εν πάση περιπτώσει, παρουσιάστηκε οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου σε επίπεδο μαρτυρίας που να καταδεικνύει οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης των Κατηγορουμένων ως εκ της προβαλλόμενης καθυστέρησης, συνεπεία της οποίας να δικαιολογείται η διακοπή της παρούσας διαδικασίας. Ό,τι χαρακτηρίζει την επί του προκειμένου επιχειρηματολογία είναι η ανακολουθία της με προηγούμενες θέσεις της πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 3, οι οποίοι, αφενός, εισηγούνται την αναβολή ή/και αναστολή της περαιτέρω προώθησης της παρούσας διαδικασίας μέχρι την σε απροσδιόριστο χρόνο έκδοση απόφασης στην Προσφυγή, με την όποια συνεπακόλουθη περαιτέρω καθυστέρηση στην διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης και, αφετέρου, την ανακοπή της διαδικασίας και την απαλλαγή τους από τις κατηγορίες λόγω της προβαλλόμενης μέχρι σήμερα καθυστέρησης στην προώθηση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης. Συνακόλουθα και συνυπολογίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας σε συνδυασμό με τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, δεν θεωρώ ότι υπήρξε εν προκειμένω τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση και εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης η οποία να έχει ως αποτέλεσμα την απαλλαγή των Κατηγορουμένων από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Εν κατακλείδι, δεν εντοπίζω, υπό τις περιστάσεις, παραβίαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του δικαιώματος των Κατηγορουμένων για δίκαιη δίκη που να δικαιολογεί την ανακοπή της διαδικασίας και την απόρριψη του κατηγορητηρίου ως εκ του χρόνου που παρήλθε μέχρι την ολοκληρωτική εκδίκαση των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι σήμερα σε σχέση πάντα με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, περιλαμβανομένων των όσων μεσολάβησαν, είναι παράγοντες που, εν πάση περιπτώσει, θα μπορούν να συνεκτιμηθούν αναλόγως από το Δικαστήριο σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας. Κατά συνέπεια, η σχετική εισήγηση της πλευράς των Κατηγορουμένων 1 και 3 σχετικά με το ζήτημα της καθυστέρησης δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Στ. Κατάληξη Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει έξω από κάθε λογική αμφιβολία όλες τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης και, έτσι, οι Κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι σε αυτές. (Υπ.) ...................................... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [2] Βλ. την ημερομηνία της σφραγίδας που εμφαίνεται στην «Απόδειξη κατάθεσης Ταχυδρομικού Αντικειμένου», η οποία επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 5. [3] Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 C.L.R. 9 και Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υποθ. Αρ. ημ. 06/02/
  1. [4] Βλ. την ημερομηνία της σφραγίδας που εμφαίνεται στην «Απόδειξη κατάθεσης Ταχυδρομικού Αντικειμένου», η οποία επισυνάπτεται στο Τεκμήριο
  2. [5] Βλ. και το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25/09/2017 που επισυνάπτεται ως παράρτημα 3 στο Τεκμήριο 11, από το οποίο προκύπτει ότι αναστάληκε εκείνη την ημέρα η ποινική δίωξη στην υπόθεση 9286/
  3. [6] Η αναστολή ποινικής δίωξης (nolle prosequi) από ή εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των ανέλεγκτων εξουσιών του δυνάμει του άρθρου 113
(2)του Συντάγματος (βλ. Ονουφρίου ν. Τρυφωνίδη κ.α. Ποιν. Έφεση 68/2014 ημ. 25/01/2016), ECLI:CY:AD:2016:B30 και, όπως έχει επανειλημμένα νομολογηθεί, ο προσωρινός τερματισμός ποινικής διαδικασίας λόγω αναστολής ποινικής δίωξης (nolle prosequi), δεν κωλύει την Κατηγορούσα Αρχή να καταχωρίσει εκ νέου τις ίδιες κατηγορίες εναντίον του ίδιου κατηγορουμένου αφού τούτος δεν έχει αθωωθεί ή απαλλαχθεί (βλ. DPP v. Jarman
(2013)EWHC Admin 4391, και Ποινική Δικονομία, 2η Αναθεωρημένη Έκδοση, του Γ. Πική σελ. 160). [7] Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας 1999
(2)Α.Α.Δ. 75, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ 2000
(2)Α.Α.Δ. 128 και JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 2001
(2)Α.Α.Δ. 612. [8] Βλ. άρθρο 2 και 4
(1)του Νόμου και άρθρα 4
(13)(β) και 9 του Ν.70(Ι)/2014. [9] Βλ. άρθρα 2
(1)και 6 του Νόμου. [10] Το ύψος των αναφερόμενων στις επίδικες κατηγορίες ποσών επιβεβαιώνεται και από τα Πιστοποιητικά που κατατέθηκαν από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 δυνάμει της παραγράφου 10
(1)του Δέκατου Παραρτήματος του Νόμου (Τεκμήρια 1 και 18, αντίστοιχα), οι πρόνοιες της οποίας δημιουργούν μαχητό τεκμήριο εφόσον ορίζουν ότι τα εν λόγω Πιστοποιητικά αποτελούν επαρκή απόδειξη του γεγονότος που επιβεβαιώνουν μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το εν λόγω νομοθετικό τεκμήριο δεν έχει ανατραπεί εφόσον δεν αντικρούστηκε με αξιόπιστη και αποδεκτή μαρτυρία. [11] Βλ. άρθρο 55
(1)Ν.158 (Ι)/1999. [12] Βλ. Μηλιώτης Λτδ κ. α. ν Αστυνοµίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 137, Συμβούλιο Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών ν Κωνσταντίνου κ. α.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, Μάριος Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης ανωτέρω, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ ανωτέρω, JAMES PETER ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ανωτέρω. [13] Βλ. Κύπρος Κυπριανού ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 28/2014 ημ. 24/12/2014 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 12/04/2017 και 18/09/2017. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.