← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. SALAVU LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2790/19, 23/5/2022

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. SALAVU LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:2790/19, 23/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B109 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:2790/19 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. SALAVU LIMITED
  2. ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΒΒΟΥΛΗ
  3. JEFFREY CHARLES LUFF Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ. Καρύδης Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Κληρίδης Κατηγορούμενος 2 παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε συνολικά 50 κατηγορίες που αντιμετωπίζουν σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, οι οποίες αφορούν παραβάσεις του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής ο Νόμος), και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών[1]. Οι κατηγορίες 1 - 26 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α., συνολικού ύψους €93.987,47, που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για αντίστοιχες φορολογικές περιόδους, οι οποίες καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/10/2008 μέχρι 31/03/
  4. Όλες οι υπόλοιπες κατηγορίες αφορούν το αδίκημα της παράλειψης καταβολής ποσού πρόσθετου φόρου, τόκου και χρηματικών επιβαρύνσεων συνολικού ύψους €37.058,54 που επιβλήθηκαν σε σχέση με παραλείψεις που έγιναν για φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα που προαναφέρθηκε. Στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υιοθετώντας τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας (από τις οποίες προκύπτουν τα πιο πάνω), ανέφερε ότι, μετά από εκπρόθεσμη συμμόρφωση, παραμένει σήμερα υπόλοιπο το ποσό των €122.110,19 (το οποίο αναλύεται σε φόρο ύψους €86.384,73 και επιβαρύνσεις ύψους €35.725,46), σε σχέση με το οποίο αιτήθηκε την έκδοση διατάγματος εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για την καταβολή του στον Έφορο Φορολογίας πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €94.266,75 από 11/07/
  5. Ανέφερε, επίσης, ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και σημείωσε, περαιτέρω, τα ακόλουθα: (α) όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 1 - 10 και των αντίστοιχων επιβαρύνσεων που επιβλήθηκαν σε σχέση με αυτά είχε καταχωρηθεί στο παρελθόν εναντίον των ίδιων Κατηγορουμένων η υπόθεση 7072/12, η δίωξη της οποίας αναστάληκε στις 03/10/2016 λόγω αδυναμίας εκτελέσεως του εντάλματος σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου 2, ο οποίος σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας έπαυσε να εμφανίζεται σε εκείνη την υπόθεση, (β) όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 11 - 26, οι φορολογικές δηλώσεις υποβλήθηκαν καθυστερημένα, στις 15/06/
  6. Το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε από την αρμόδια Υπηρεσία, Έκθεση (η Έκθεση) όπου αναφέρονται τα Κοινωνικοοικονομικά δεδομένα του Κατηγορούμενου
  7. Σύμφωνα με αυτήν, ο Κατηγορούμενος 2 είναι σήμερα ηλικίας 61 ετών, άνεργος και λήπτης δημόσιου βοηθήματος από το 2015, ενώ το 2010 είχε κηρυχθεί σε πτώχευση. Διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία μαζί με την δεύτερη σύζυγο του, ηλικίας 52 ετών, και την μητέρα της, ηλικίας 85 ετών, η οποία μετακόμισε από την Ρουμανία στην Κύπρο για να βρίσκεται στο πλευρό της συζύγου του λόγω της σοβαρής ασθένειας με την οποία έχει διαγνωστεί, προς αντιμετώπιση της οποίας υποβλήθηκε αρχές του 2022 σε επέμβαση και υποβάλλεται σε σχετική θεραπεία, όπως σχετικά αναφέρεται στα ιατρικά πιστοποιητικά που επισυνάπτονται στην Έκθεση. Δηλώνει ότι αντιμετωπίζει και ο ίδιος προβλήματα υγείας (για τα οποία, ωστόσο, δεν επισυνάπτονται στην Έκθεση ιατρικά πιστοποιητικά), όπως καρδιακά προβλήματα, πρόβλημα με τον θυροειδή για το οποίο λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, καθώς και κοιλιακό ανεύρυσμα και προστάτη, τα οποία χρήζουν χειρουργικής επέμβασης την οποία αναβάλλει ενόψει των προβλημάτων υγείας της συζύγου του, η οποία αναφέρει ότι είναι πλήρως εξαρτημένη από τον ίδιο. Είναι πατέρας ενός ενήλικου τέκνου (ηλικίας 36 ετών), το οποίο απέκτησε από τον πρώτο του γάμο και με το οποίο τόσο ο ίδιος όσο και η νυν σύζυγος του διατηρούν άριστες σχέσεις. Λαμβάνει μηνιαίως έκτακτο επίδομα ύψους €350 και διατηρεί χρέη προς τρίτους συνολικού ύψους €1.528.000, ενώ για την κάλυψη των μηνιαίων εξόδων, η οικογένεια του στηρίζεται στην οικονομική βοήθεια που λαμβάνει από την πρώην σύζυγο του. Στερείται οποιωνδήποτε αποταμιεύσεων, η οικία στην οποία διαμένει είναι υποθηκευμένη και ως κινητή περιουσία έχει ένα αυτοκίνητο αξίας €600 περίπου. Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων 1 και 2, χωρίς να αμφισβητήσει τα πιο πάνω γεγονότα, υιοθέτησε για σκοπούς μετριασμού το περιεχόμενο της Έκθεσης και αναφέρθηκε κατά την αγόρευση του για μετριασμό στους ακόλουθους παράγοντες: (α) στο λευκό ποινικό μητρώο των Κατηγορούμενων, (β) στην παραδοχή τους στις κατηγορίες, (γ) στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα υπό κρίση αδικήματα, σε σχέση με τις οποίες ανέφερε ότι αυτές ανάγονται στις οικονομικές δυσκολίες που επέφερε στον Κατηγορούμενο 2 η καταστροφή της επιχείρησης του το 2002 λόγω πυρκαγιάς, ως αποτέλεσμα της οποίας δεν μπόρεσε, παρά τις προσπάθειες του, να ορθοποδήσει οικονομικά αφού ακολούθησε το 2010 η κήρυξη του σε πτώχευση λόγω οφειλών του σε τρίτα πρόσωπα, με αποτέλεσμα να παγοποιηθούν από τότε χρηματικά ποσά που ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς του, περιλαμβανομένου ενός ποσού περί τις €50.000 (Έγγραφο Α) το οποίο, παρά την προθυμία του Κατηγορούμενου 2, δεν μπόρεσε να καταβληθεί προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. εφόσον βρισκόταν στην διάθεση του Επίσημου Παραλήπτη, ο οποίος το είσπραξε για να το διαχειριστεί έναντι άλλων υποχρεώσεων, (δ) στο χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι σήμερα από την διάπραξη των αδικημάτων, εντός του οποίου υπέδειξε ότι μεσολάβησε η κήρυξη του Κατηγορούμενου 2 σε πτώχευση και η παγοποίηση των λογαριασμών του και (ε) στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, δίδοντας έμφαση στο ότι η σύζυγος του βασίζεται αποκλειστικά σε αυτόν για να την φροντίζει και να την συντηρεί καθημερινά λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και εκφράζοντας την μεταμέλεια των Κατηγορουμένων 1 και 2, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να τους κρίνει με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή σε αυτούς της αρμόζουσας ποινής, προσθέτοντας ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει στον Κατηγορούμενο 2 ποινή στερητική της ελευθερίας, συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για αναστολή της ώστε να του δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται τόσο από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στον Νόμο, κυρίως σε σχέση με την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. (ποινή φυλάκισης μέχρι δώδεκα μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543,01 ή και με τις δύο αυτές ποινές), όσο και από το ότι τέτοιες παραλείψεις ενέχουν μεγάλη σημασία για το δημόσιο αφού αποστερούν από τα ταμεία του κράτους ποσά εσόδων τα οποία του ανήκουν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,

(1996)2 Α.Α.Δ. 262 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 18/09/2017). Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται, δυστυχώς, σε ανησυχητική έξαρση, κάτι που προκύπτει και από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται και εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε περίπτωση παράλειψης εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη τέτοιων αδικημάτων είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (βλ. Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412). Ωστόσο, το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού κατά πάγια νομολογιακή αρχή κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (βλ. Ζακατζιώτη ανωτέρω). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Ως επιπρόσθετους επιβαρυντικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη μου το αρκετά μεγάλο ποσό που συνολικά οφείλεται σήμερα προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. (€122.110,19), το οποίο είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων, ειδικότερα σε ότι αφορά τον οφειλόμενο Φ.Π.Α. (€86.384,73), σε συσχετισμό με το ότι με τις παραλείψεις των Κατηγορουμένων 1 και 2, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. Έτσι, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε ιδιαίτερη βαρύτητα για σκοπούς μετριασμού της ποινής στα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 ως προς τις περιστάσεις διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων με αναφορά στις οικονομικές δυσκολίες που προέκυψαν το 2002 στον Κατηγορούμενο 2, εφόσον τα αδικήματα της υπό κρίση περίπτωσης αφορούν παραλείψεις καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράχθηκε αλλά δεν καταβλήθηκε, όπως θα έπρεπε, στο Κράτος. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ουδεμία έμπρακτη μεταμέλεια υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2. Η έμπρακτη μεταμέλεια, όπως αναφύεται σε τέτοιου είδους αδικήματα μέσα από την πλήρη συμμόρφωση με τις φορολογικές υποχρεώσεις που θέτει ο Νόμος και όχι η απλή διάθεση ή προσπάθεια προς συμμόρφωση, είναι η παράμετρος που πολλές φορές επενεργεί ώστε να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας (βλ., κατ' αναλογία, τις Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020 και Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 18/10/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι, πέραν κάποιας, σε μικρό βαθμό, εκπρόθεσμης συμμόρφωσης που υπήρξε, δεν καταβλήθηκε οποιοδήποτε άλλο ποσό μέχρι σήμερα έναντι της συνολικής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., αν και δόθηκαν προς τούτο οι ευκαιρίες και ο χρόνος, με την ανικανοποίητη οφειλή να περιορίζεται σε σχέση με τον οφειλόμενο φόρο στο συνολικό ποσό των €86.384,73, το οποίο πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που συνολικά οφείλεται, για ομολογουμένως μεγάλο χρονικό διάστημα, στα Ταμεία του Κράτους. Από την άλλη, δεν παραβλέπω το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στην παρούσα υπόθεση, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα των οποίων η διάπραξη σχετίζεται με φορολογικές περιόδους που ανατρέχουν σε απομακρυσμένο χρόνο (μεταξύ των ετών 2008 με 2015), εντός του οποίου μεσολάβησε διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2 σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του κατά τον μετριασμό. Στην καθυστέρηση αυτή συνέβαλε, αφενός, το γεγονός ότι το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρίστηκε μόλις την 12/08/2019 χωρίς, ωστόσο, να παραγνωρίζεται ότι: (α) σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην καθυστέρηση αυτή φέρει η πλευρά των Κατηγορουμένων ως εκ των όσων προηγήθηκαν, αφενός, με την αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης στην υπόθεση 7072/12 (η οποία αφορούσε μέρος των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης) εξαιτίας της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου 2, και, αφετέρου, ενόψει της καθυστερημένης από πλευράς τους υποβολής των φορολογικών δηλώσεων βάσει των οποίων προέκυψαν τα υπόλοιπα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, (β) μεγάλο μέρος των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκε μετά την κήρυξη του Κατηγορούμενου 2 σε πτώχευση, (γ) ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι τη δίωξη στην παρούσα υπόθεση άφηνε στους Κατηγορούμενους 1 και 2 χρονικό διάστημα συμμόρφωσης ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η έγερση της ποινικής δίωξης εναντίον τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, ημ. 3/07/2009), (δ) οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δήλωναν από τις 11/06/2021 μέχρι και τις 18/03/2022 μη παραδοχή στις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης. Συνεπώς, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι σήμερα από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης λαμβάνεται υπόψη για μετριασμό της ποινής, χωρίς, ωστόσο, ο παράγοντας αυτός να είναι αρκετός για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Κυριάκου Ανδρέου Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016, ECLI:CY:AD:2016:B64). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων 1 και 2 την μεταμέλεια τους, ως αυτή εκφράστηκε από τον συνήγορο τους, η οποία (όπως προαναφέρθηκε) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου σε όφελος της Κατηγορούμενης 1 ότι, εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την πληρωμή προς την Κατηγορούσα Αρχή της εναπομείνασας φορολογικής οφειλής (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016 και METRON (CYPRUS) LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΝΙΟΥ, Ποιν. Έφεση 64/15 ημ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:D23). Λαμβάνω, επίσης, υπόψη σε όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2 το λευκό τους ποινικό μητρώο, την μερική (έστω σε μικρό βαθμό) συμμόρφωση που υπήρξε έναντι της συνολικής οφειλής και, περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου σε όφελος τους την παραδοχή τους στις κατηγορίες, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση αφού οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δήλωναν μη παραδοχή στις εν λόγω κατηγορίες μέχρι και τις 18/03/2022. Επομένως, η παραδοχή των Κατηγορουμένων 1 και 2, έστω και στο χρόνο που έγινε, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, είναι όμως μειωμένης σημασίας με βάση τη σχετική νομολογία (βλ. Φαναράς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου 2 τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει αυτός και η σύζυγος του, την δεινή οικονομική τους κατάσταση αλλά και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η φυλάκιση στην ζωή του ιδίου και στην φροντίδα της συζύγου του, ως αυτά προκύπτουν από την Έκθεση και ως έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης, τα οποία όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021, ECLI:CY:AD:2021:B88). Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν για σκοπούς επιβολής ποινής, προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους 1 και 2, έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, στην Κατηγορούμενη 1 επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: · σε σχέση με τις κατηγορίες 1 - 10, 13 και 14, χρηματικό πρόστιμο ύψους €500 στην κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες, · σε σχέση με τις κατηγορίες 11, 12, 15 - 18, χρηματικό πρόστιμο ύψους €300 στην κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες, · σε σχέση με τις κατηγορίες 19 - 26, χρηματικό πρόστιμο ύψους €150 στην κάθε μία από τις εν λόγω κατηγορίες. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 στις κατηγορίες 27 - 50, εφόσον τα αδικήματα των εν λόγω κατηγοριών προκύπτουν, σε μεγάλο βαθμό, από τα αδικήματα στα οποία της έχει ήδη επιβληθεί ποινή, που συνιστούν τις κύριες παραλείψεις, αλλά και επειδή, εν πάση περιπτώσει, το ποσό που αφορούν οι εν λόγω κατηγορίες μπορεί να εισπραχθεί στη βάση του σχετικού διατάγματος καταβολής που έχει ζητηθεί και πρόκειται να εκδοθεί στη συνέχεια. Περαιτέρω, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 46
(12)του Νόμου (όπως αυτό έχει πρόσφατα ερμηνευθεί στην Ασσιώτης ν. Εφόρου Φορολογίας, Ποιν. Έφεση 143/2020 ημ. 12/04/2021), εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 διατάττον την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €122.110,19 πλέον νόμιμο τόκο επί ποσού €94.266,75 από 11/07/2019 μέχρι εξόφλησης. Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και, σταθμίζοντας, από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης εξόφληση του συνολικά οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους τους ποινής για αδικήματα τέτοιας φύσεως (βλ. Σπύρου ανωτέρω, Φλωρεντίνου ανωτέρω και Μενεξή ανωτέρω), κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 για τις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. (ως οι κατηγορίες 1 - 26) είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής για τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, όχι όμως το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή στον Κατηγορούμενο 2 δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει. Περαιτέρω, η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο 2 για τα αδικήματα αυτά θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης δύο
(2)μηνών σε κάθε μία από τις κατηγορίες 1 - 10, 13 και 14, ποινή φυλάκισης ενός
(1)μηνός σε κάθε μία από τις κατηγορίες 11, 12, 15 - 18, και ποινή φυλάκισης δεκαπέντε
(15)ημερών σε κάθε μία από τις κατηγορίες 19 - 26. Οι ρηθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν εφόσον αφορούν αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στον Κατηγορούμενο 2 στις κατηγορίες 27 - 50 για τους ίδιους λόγους που δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 αναφορικά με τις εν λόγω κατηγορίες. Έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019, ECLI:CY:AD:2019:B82, Φλωρεντίνου ανωτέρω και ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN Ltd v. Λαρτίδη, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 11/11/2021). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορούμενου 2 κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε ικανός λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, περιλαμβανομένων των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει (για τα οποία δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε ιατρικά πιστοποιητικά και για τα οποία δεν διαπιστώνω, με βάση τα όσα τέθηκαν, ότι είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την έκτιση ποινής φυλάκισης ούτε αναφέρθηκε ότι οποιαδήποτε θεραπεία χρειαστεί είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσφερθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών[2]) καθώς και οι συνέπειες που αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης ότι θα έχει η ποινή φυλάκισης στην φροντίδα της συζύγου του (σε σχέση με την οποία, ειρήσθω εν παρόδω, στο πλευρό της βρίσκεται καθημερινά η μητέρα της αλλά και πιθανόν και άλλα συγγενικά τους πρόσωπα που αναφέρονται στην Έκθεση, όπως η αδερφή της συζύγου του καθώς και ο υιός του Κατηγορούμενου 2, με τον οποίο αναφέρεται ότι διατηρούν άριστες σχέσεις), όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής σε βαθμό που αν αναστέλλονταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων ιδιαίτερα τη στιγμή που, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη τους, δεν υπήρξε οποιαδήποτε έμπρακτη μεταμέλεια με την πλήρη εξόφληση της συνολικής οφειλής Φ.Π.Α., το ύψος της οποίας εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον Κατηγορούμενο 2 όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, δεύτερη ευκαιρία δεν είναι μόνο η αναστολή ποινής φυλάκισης αλλά και μία επιεικής ποινή, ως αυτή που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, και εναπόκειται στον ίδιο να απέχει στο μέλλον από τέτοιες συμπεριφορές. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 είναι άμεση. Η έκτισή της να αρχίζει από σήμερα. (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση αποσύρθηκε σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 λόγω αδυναμίας επίδοσης του κατηγορητηρίου σε αυτόν. [2] Βλ. την Halman v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 57/2019 ημ. 9/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:B290, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Εν κατακλείδι επιθυμούμε να τονίσουμε ότι οι Αρχές των φυλακών έχουν υποχρέωση να παρέχουν στον εφεσείοντα κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία και το δικαίωμα του βεβαίως στη ζωή. Εάν ο εφεσείων έχει ιδιαίτερα ιατρικά προβλήματα, όπως φαίνεται να έχει, και όπως ο ίδιος υπέδειξε, οι Αρχές των φυλακών έχουν την υποχρέωση να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για αντιμετώπιση τους.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.