← Κύπρος

Nefeli Premier Art Event Limited ν. Technotent C.G. Geogratsos Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1144/2018, 10/5/2022

Nefeli Premier Art Event Limited ν. Technotent C.G. Geogratsos Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης:1144/2018, 10/5/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B106 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1144/2018 Nefeli Premier Art Event Limited Παραπονούμενη ν.

  1. Technotent C.G. Geogratsos Ltd
  2. Κωστάκης Γ. Γιώργατσος Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 10 Μαΐου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κα Π. Παπαπέτρου μαζί με κα. Σ. Ηλιάδου Για Κατηγορούμενους: κ. Α. Πιττάτζης Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, όπως τροποποιήθηκε κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 14/12/2021, ο κάθε Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες, οι οποίες αφορούν τη διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης ισάριθμων επιταγών, χωρίς εύλογη αιτία, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Ως προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7 ως ο εκδότης τεσσάρων επιταγών της Hellenic Bank Public Company Limited με αριθμούς [ ], [ ], [ ] και [ ] (αντιστοίχως), εκ των οποίων η δεύτερη αφορά το ποσό των €2.200 και η κάθε μία από τις υπόλοιπες τρείς αφορά το ποσό των €2.500, οι οποίες αναφέρεται ότι εκδόθηκαν επ' ονόματι της Παραπονούμενης (στο εξής συνολικά αναφερόμενες ως οι Επιταγές) και οι οποίες, αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν λόγω της, χωρίς εύλογη αιτία, πρόκλησης της μη εξόφλησης τους. Ο δε Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2, 4, 6 και 8 ως συνεργός δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφ. 154, στον οποίο αποδίδεται ότι παρείχε συνδρομή ή/και παρακίνησε την Κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι κατηγορούνται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:B201):
  1. Η έκδοση της επιταγής, και
  2. Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ.N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018 και ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021). Σύμφωνα με την N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Συνεπώς, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (εκδότη) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Επίσης, σύμφωνα με την Nikiforos Technologies Ltd (ανωτέρω), εύλογη αιτία αποτελεί η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση της επιταγής και τα οποία παρατίθενται, γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, ενώ είναι αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αν οι οδηγίες ανάκλησης της επιταγής δόθηκαν μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (βλ. την Philippa Estates Ltd, ανωτέρω). Σύμφωνα δε με την Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφεση 300/2018 ημ. 17/04/2019, ECLI:CY:AD:2019:B147, ο κατηγορούμενος (εκδότης) δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης της εύλογης αιτίας σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, ισχυριζόμενος λόγο που είναι διαφορετικός από εκείνον που εξεδήλωσε προς την Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Η αιτία αυτή θα πρέπει να είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτημένη με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης (Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 07/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:B302) και όπως συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκε εκ συμφώνου και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο αριθμός παραδεκτών γεγονότων ενώ παράλληλα κατατέθηκε εκ συμφώνου αριθμός εγγράφων, τα οποία περιγράφονται στο έγγραφο που από κοινού κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 κατά την ακροαματική διαδικασία. Παραθέτω αυτούσια τα παραδεκτά γεγονότα, ως αυτά δηλώθηκαν εκ συμφώνου με το Τεκμήριο 1 και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τα οποία καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα του Δικαστηρίου:
  1. Η παραπονούμενη (κατηγορούσα αρχή) είναι Κυπριακή Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με Αριθμό Εγγραφής ΗΕ
  2. Η παραπονούμενη κατά τους επίδικους χρόνους διατηρούσε χώρο δεξιώσεων στη Λάρνακα στον οποίο διοργάνωνε εκδηλώσεις όπως γάμους, βαπτίσεις και άλλες συναφείς εκδηλώσεις ή και συγκεντρώσεις.
  3. Η κατηγορούμενη 1 είναι επίσης Κυπριακή Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με Αριθμό Εγγραφής ΗΕ
  4. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και συνεχίζει να είναι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
  5. Η κατηγορούμενη 1 διατηρεί κατάστημα στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου και ασχολείται επι σειρά ετών με την κατασκευή και εγκατάσταση και τοποθέτηση τεντών ή και τεντοστεγάστρων.
  6. Στα πλαίσια συμφωνίας της παραπονούμενης με την κατηγορούμενη 1, η κατηγορούμενη 1 κατασκεύασε και προμήθευσε την παραπονούμενη με μια εξειδικευμένη τέντα με συμφωνηθείσα αμοιβή €35.
  7. Λόγω διαφωνιών που προέκυψαν στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας μεταξύ της παραπονούμενης και της κατηγορούμενης 1, η παραπονούμενη καταχώρησε αγωγή εναντίον της κατηγορούμενης 1 με αριθμό 703/2017 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Αντίγραφο της αγωγής κατατίθεται ως Τεκμήριο 2
  8. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση. Αντίγραφο της απόφασης κατατίθεται ως Τεκμήριο
  9. Στα πλαίσια της ανωτέρω εκ συμφώνου απόφασης έγινε συμφωνία επι δικαστηρίω με δηλώσεις των μερών. Αντίγραφο των πρακτικών κατατίθενται ως Τεκμήριο
  10. Έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους, η κατηγορούμενη 1 εξέδωσε και ο κατηγορούμενος αρ. 2 παρέδωσε στην παραπονούμενη, τις ακόλουθες επιταγές: Αριθμός Επιταγής Εκδότης Δικαιούχος Τράπεζα Ποσό Πληρωτέα Τεκμήριο [ ] Technotent C.G. Georgatsos Ltd Nefeli Premier Art Event Ltd Ελληνική Τράπεζα 2500 31/03/2018 5 [ ] Technotent C.G. Georgatsos Ltd Nefeli Premier Art Event Ltd Ελληνική Τράπεζα 2500 30/04/2018 6 [ ] Technotent C.G. Georgatsos Ltd Nefeli Premier Art Event Ltd Ελληνική Τράπεζα 2500 31/05/2018 7 [ ] Technotent C.G. Georgatsos Ltd Nefeli Premier Art Event Ltd Ελληνική Τράπεζα 2200 30/06/2018 8
  11. Οι επιταγές τεκμήριο 5 και 6 πιο πάνω έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια στην ποινική υπόθεση με αρ. 1040/2018 και προς τούτο παρουσιάζονται αντίγραφα αυτών.
  12. Όλες οι ανωτέρω επιταγές υπογράφηκαν από τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος είναι και διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας.
  13. Μεταξύ των διαδίκων υπήρξε διαφωνία ως προς την παράδοση συγκεκριμένων κουρτινών (Αγγλιστί linings). Οι εν λόγω κουρτίνες δεν παραδόθηκαν προς την κατηγορούμενη
  14. Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 9 δέσμη που περιέχει αλληλογραφία που είχαν οι δικηγόροι της παραπονούμενης με τους δικηγόρους των κατηγορουμένων ως ακολούθως: 9(α) Επιστολή Μαρίας Χατζηκωνσταντή προς Ελεάνα Κυριάκου ημερομηνίας 09/03/2018 ώρα 10:35 π.μ. 9(β) Επιστολή Ελεάνας Κυριάκου προς Μαρία Χατζηκωνσταντή ημερομηνίας 09/03/2018 ώρα 12:25 π.μ. 9(γ) Επιστολή Μαρίας Χατζηκωνσταντή προς Ελεάνα Κυριάκου Ημερομηνίας 21/03/2018 ώρα 18:20 μ.μ. 9(δ) Επιστολή Παναγιώτας Παπαπέτρου προς Μαρία Χατζηκωνσταντή ημερομηνίας 22/03/2018 ώρα 10:08 π.μ. 9(ε) Επιστολή Μαρίας Χατζηκωνσταντή προς Παναγιώτα Παπαπέτρου ημερομηνίας 26/03/2018 ώρα 11:26 π.μ. 9(ζ) Επιστολή Παναγιώτας Παπαπέτρου προς Μαρία Χατζηκωνσταντή ημερομηνίας 26/03/2018 ώρα 11:33 π.μ. 9(η) Επιστολή Μαρίας Χατζήκωνσταντή προς Παναγιώτα Παπαπέτρου ημερομηνίας 27/03/2018 ώρας 13:01 9(θ) Επιστολή Παναγιώτας Παπαπέτρου προς Μαρία Χατζηκωνσταντή ημερομηνίας 27/03/2018 ώρας 13:19 9(ι) Επιστολή Μαρίας Χατζήκωνσταντή προς Παναγιώτα Παπαπέτρου ημερομηνίας 27/03/2018 ώρας 16:47 9(κ) Επιστολή Μαρίας Χατζήκωνσταντή προς Παναγιώτα Παπαπέτρου ημερομηνίας 31/07/2018 ώρα 11:18 π.μ. 9(λ) Επιστολή Παναγιώτας Παπαπέτρου προς Μαρία Χατζηκωνσταντή ημερομηνίας 31/07/2018 ώρα 12:18 π.μ. 9(μ) Επιστολή Μαρίας Χατζήκωνσταντή προς Παναγιώτα Παπαπέτρου ημερομηνίας 31/07/2018 ώρα 16:37
  15. Για όλες τις ανωτέρω επιταγές, δόθηκαν γραπτώς οδηγίες από τον Εκδότη τους (κατηγορούμενη 1) με την συνδρομή του κατηγορούμενου αρ. 2 προς την Τράπεζα για να μην πληρωθούν, ήτοι ανακλήθηκε η πληρωμή τους. Ο λόγος ανάκλησης που δόθηκε γραπτώς στη τράπεζα ήταν «μη παραλαβή εμπορευμάτων» (no received goods). Πέραν της κατάθεσης των πιο πάνω αναφερόμενων παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων, μαρτυρία δόθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία από συνολικά τρείς μάρτυρες. Μοναδική μάρτυρας για την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής παρουσιάστηκε η Κατερίνα Αντωνίου (Μ.Κ.1), η οποία υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή της γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α) και η οποία κατέθεσε κατά την μαρτυρία της τα ακόλουθα έγγραφα ως Τεκμήρια: · Τεκμήριο 10: αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 03/08/2015 αναφορικά με την επιθεώρηση πυροπροστασίας του υποστατικού της Παραπονούμενης από τον Πυροσβεστικό Σταθμό Λάρνακας, · Τεκμήριο 11: αντίγραφο πιστοποιητικού καταλληλόλητας του υποστατικού της Παραπονούμενης, ημερομηνίας 10/03/2016, · Τεκμήριο 12: πέντε έγχρωμες φωτογραφίες, · Τεκμήριο 13: αντίγραφο της γραπτής δήλωση της Μ.Κ.1 που κατατέθηκε στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης 1040/18 του Ε.Δ. Λευκωσίας, · Τεκμήριο 14: αντίγραφο βεβαίωσης ημερομηνίας 23/12/
  16. Με το πέρας της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να μαρτυρήσει ενόρκως, υιοθετώντας κατά την κυρίως εξέταση του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β), ενώ κατέθεσε προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων και ένας μάρτυρας, o Fikri Ghabril (Μ.Υ.1). Περαιτέρω, πριν την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, κατατέθηκαν εκ συμφώνου, ως Τεκμήριο 15, τα πρακτικά ημερομηνίας 05/11/2021 που τηρήθηκαν στο πλαίσιο της ένορκης μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον Δικαστηρίου από την Μ.Κ.1 στην υπόθεση 1040/18 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Εν προκειμένω, η στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαφωνίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Αφενός, η έκδοση των Επιταγών από την Κατηγορούμενη 1 (1ο συστατικό στοιχείο) προκύπτει ευθέως από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου. Αφετέρου, ούτε η πρόκληση της μη εξόφλησης των Επιταγών με πράξη της Κατηγορούμενης 1 (2ο συστατικό στοιχείο) αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αντιθέτως, αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων και, συναφώς, συνιστά περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι Επιταγές δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή μετά την ημερομηνία που η κάθε μία από αυτές κατέστη πληρωτέα λόγω του ότι προηγήθηκε η ανάκληση της πληρωμής τους από την Κατηγορούμενη 1[2] και αυτές παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Κατά συνέπεια, βρίσκω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων των Κατηγορουμένων να αποδείξουν, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής των Επιταγών. Το ζήτημα αυτό, όπως προαναφέρθηκε, συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο που παρατέθηκε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι Επιταγές, κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής τους, που, εν προκειμένω, είναι η «μη παραλαβή εμπορευμάτων» (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Κανάρη ανωτέρω, Χατζηαργυρού ανωτέρω, Louis Travel Ltd ανωτέρω, και ΛΑΡΤΙΔΗ ανωτέρω). Συναφώς, ό,τι παραμένει επίδικο σε σχέση με το ζήτημα της διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 είναι αν, υπό τις περιστάσεις, η Κατηγορούμενη 1 (εκδότης των Επιταγών) απέσεισε το βάρος που είχε να δείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής των Επιταγών, κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσεται από την ποινική ευθύνη που το άρθρο 305 Α
(2)εναποθέτει και, στην περίπτωση που απέτυχε να το πράξει, αν ο Κατηγορούμενος 2 είναι νομικά υπεύθυνος ως συνεργός της Κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του προαναφερόμενου άρθρου, ως οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Υπόβαθρο για την έκδοση των Επιταγών και ουσιαστική παράμετρος για την μετέπειτα ανάκληση της πληρωμής τους αποτέλεσε κατά την υπεράσπιση η διευθέτηση που επήλθε στο πλαίσιο της αγωγής 703/2017 του Ε.Δ. Λάρνακας (Τεκμήριο 2) (στο εξής η Αγωγή), με την εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε σε αυτήν στις 15/12/2017 (Τεκμήριο 3) (στο εξής η Απόφαση) και την συμφωνία επί Δικαστηρίω που έγινε με δηλώσεις των μερών (Τεκμήριο 4). Όπως αναδύεται από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, οι Επιταγές εκδόθηκαν έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους στην Αγωγή ενώ, σύμφωνα με την εκδοχή της υπεράσπισης που παρουσιάστηκε κατά τη δίκη, η πληρωμή τους ανακλήθηκε επειδή δεν παραλήφθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 οι 14 κουρτίνες (linings), ως η διευθέτηση που συμφωνήθηκε στα πλαίσια της Αγωγής. Η Απόφαση στην Αγωγή εκδόθηκε υπέρ της Παραπονούμενης (τότε Ενάγουσας στην Αγωγή) και εναντίον της Κατηγορούμενης 1 (τότε Εναγόμενης στην Αγωγή) για το ποσό των €24.200, με αναστολή εκτέλεσης μέχρι την 01/01/2018 και προνοούσε, επίσης, ότι αν μέχρι τότε καταβάλλονταν στην Παραπονούμενη το ποσό των €2.500 τότε η εκτέλεσή της θα αναστέλλονταν μέχρι την 01/02/2018 και, ακολούθως, θα συνέχιζε να αναστέλλεται από μήνα σε μήνα εφόσον καταβάλλονταν στην Παραπονούμενη το ποσό των €2.500 μέχρι εξόφλησης, σε περίπτωση δε παράλειψης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής τότε ολόκληρο το ποσό θα καθίστατο αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Στο πρακτικό του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 4) σημειώθηκαν, επίσης, οι ακόλουθες δηλώσεις των διαδίκων που έγιναν από κοινού ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αγωγής κατά την ημερομηνία έκδοσης της Απόφασης: (α) στην ενάγουσα (εδώ Παραπονούμενη) καταβλήθηκε σήμερα (15/12/2017) το ποσό των €7.000 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, και (β) «οι διάδικοι έχουν συμφωνήσει όπως η εναγόμενη εταιρεία παραλάβει από τα υποστατικά της ενάγουσας που βρίσκεται στην οδό Λουκή Ακρίτα 8, Λάρνακα μέχρι τις 23/12/2017 τα πιο κάτω αντικείμενα: 14 τεντοστέγαστρα Airone (5X5) 9 ρολοκουρτίνες 4 σταθερά κομμάτια τέντας 14 linings (5X5) και, 2 πόρτες αλουμινίου δίφυλλες και η ενάγουσα δεν θα προβάλει οποιοδήποτε πρόσκομμα στην παραλαβή των εν λόγω αντικειμένων. Με την πιο πάνω διευθέτηση όλες οι διαφορές των διαδίκων επιλύονται.» Η Μ.Κ.1 έδωσε μαρτυρία ως εκ της ουσιαστικής ανάμειξης που ανέφερε ότι είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο με τα θέματα της παρούσας υπόθεσης και ως το πρόσωπο που χειριζόταν τα οικονομικά θέματα της Παραπονούμενης, έχοντας ουσιώδη, όπως είπε, εμπλοκή στη συνεργασία της με την Κατηγορούμενη
  1. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι, προς συμμόρφωση με την Απόφαση και προς εξόφληση του χρέους που αναφέρεται σε αυτήν, η Κατηγορούμενη 1, δια του Κατηγορούμενου 2, εξέδωσε προς την Παραπονούμενη στις 15/12/2017 συνολικά 7 μεταχρονολογημένες επιταγές, μεταξύ των οποίων και τις επίδικες, καταβάλλοντας επίσης την ίδια ημέρα το ποσό €7.000 σε μετρητά. Οι πρώτες δύο από τις εν λόγω επιταγές (συνολικού ύψους €5.000) εξαργυρώθηκαν ενώ οι επίδικες τέσσερις Επιταγές όταν κατατέθηκαν από την ίδια στην Τράπεζα για εξαργύρωση μετά την ημερομηνία πληρωμής τους, δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω του ότι, όπως είπε, η πληρωμή τους ανακλήθηκε χωρίς εύλογη αιτία από την Κατηγορούμενη 1 με την συνδρομή του Κατηγορούμενου 2, με την πρόφαση ότι δεν τους παραδόθηκαν τα 14 linings. Αυτά, όπως ανέφερε, δεν τα παρέλαβαν οι Κατηγορούμενοι όταν είχαν επισκεφθεί το υποστατικό της Παραπονούμενης και παρέλαβαν τα περισσότερα από τα αναφερόμενα στο Τεκμήριο 4 αντικείμενα, επειδή δεν υπήρχε άλλος ελεύθερος χώρος στα φορτηγά της Κατηγορούμενης
  2. Ούτε παραλήφθηκαν σε οποιοδήποτε χρόνο μεταγενέστερα, παρόλο που ο Κατηγορούμενος 2 τους είπε τότε (κατά τον χρόνο παραλαβής των περισσότερων αντικειμένων) ότι θα έρχονταν άλλη μέρα για να παραλάβουν και τα υπόλοιπα (μεταξύ των οποίων και τα linings) και παρά το ότι η ίδια ενημέρωσε περί τα τέλη Ιανουαρίου 2018, μέσω των δικηγόρων τους, τον Κατηγορούμενο 2 να έρθει να τα παραλάβει το συντομότερο και ο τελευταίος τους ανέφερε ότι θα ερχόταν στις 27/01/2018 (ημέρα Σάββατο), κάτι που τελικά ούτε τότε έπραξε. Εξέφρασε, όπως είπε, την πρόθεση να το πράξει τον Μάρτιο του 2018, ενώσω η ίδια βρισκόταν στο εξωτερικό (Αγγλία) για μία δίκη της κόρης της που εκκρεμούσε και στην οποία ήταν βασικός μάρτυρας, όμως επειδή ήταν εκείνη που κρατούσε το κλειδί του υποστατικού της Παραπονούμενης είπε στους δικηγόρους της να του ζητήσουν να περιμένει μέχρι να επέστρεφε Κύπρο μετά τις 29 Μαρτίου όπου θα ολοκληρωνόταν η δίκη. Εντούτοις, όπως ενημερώθηκε, αυτό δεν έγινε αποδεχτό από την πλευρά των Κατηγορουμένων, οι δικηγόροι των οποίων τους ενημέρωσαν ότι δεν τους παραδόθηκαν τα linings και ότι θα προχωρούσαν σε ανάκληση της πληρωμής των Επιταγών. Ωστόσο, ουδέποτε, όπως είπε, συμφωνήθηκε με τους Κατηγορούμενους η αξία των αντικειμένων που αναφέρονται πιο πάνω και οι Κατηγορούμενοι μονομερώς και εντελώς αυθαίρετα ανακάλεσαν την πληρωμή των Επιταγών θεωρώντας εσφαλμένα ότι η αξία των linings αντιστοιχεί στο συνολικό ύψος του ποσού των Επιταγών (€9.700) ενώ αυτή είναι πολύ πιο χαμηλή, παραβιάζοντας περαιτέρω την μεταξύ τους συμφωνία και παραγνωρίζοντας ότι οι Επιταγές εκδόθηκαν έναντι και προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή και όχι ως αντάλλαγμα για την παράδοση των linings. Εν πάση περιπτώσει, τα linings, όπως είπε, τα έχουν φυλάξει σε μία αποθήκη μέχρι και σήμερα και είναι στη διάθεση των Κατηγορουμένων να έρθουν να τα παραλάβουν μαζί με τα υπόλοιπα αντικείμενα που δεν έχουν παραλάβει. Ακολούθως, αναγνώρισε κατά την αντεξέταση της την βεβαίωση ημερομηνίας 23/12/2017 (Τεκμήριο 14) που έδωσε ο πατέρας της, στην οποία αναφέρονται τα αντικείμενα που παραδόθηκαν εκείνη και την προηγούμενη ημέρα στην πλευρά των Κατηγορουμένων καθώς και εκείνα που δεν παραλήφθηκαν (που ήταν «τα linings της οροφής και πλαϊνά»), ενώ αρνήθηκε την υποβολή που της έγινε ότι ο λόγος που αυτά δεν παραλήφθηκαν ήταν επειδή δεν υπήρχαν ή επειδή τα είχαν πωλήσει σε ένα τρίτο πρόσωπο (κάποιον Γιώργο Δημητρίου), επαναλαμβάνοντας ότι τα linings δεν παραλήφθηκαν επειδή δεν υπήρχε χώρος στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου 2 και βρίσκονται μαζί με άλλα αντικείμενα των Κατηγορουμένων μέχρι σήμερα φυλαγμένα σε μία αποθήκη της Παραπονούμενης. Ανέφερε, επίσης, κατά την αντεξέταση της, ότι αφότου επέστρεψε από Αγγλία δεν επικοινώνησαν με τους Κατηγορούμενους ζητώντας τους να έρθουν και να παραλάβουν τα linings ούτε το έπραξαν μετά που επιστράφηκε απλήρωτη η πρώτη επίδικη Επιταγή ημερομηνίας 31/03/2018 (Τεκμήριο 5) εφόσον η συμβουλή των δικηγόρων τους ήταν ότι δεν υπήρχε λόγος να γίνουν οποιεσδήποτε συνομιλίες αφού κατά την ημερομηνία που πήγε να καταθέσει την πιο πάνω επιταγή για πληρωμή (03/04/2018) της είπαν από την Τράπεζα ότι όλες οι Επιταγές ανακλήθηκαν για τον ίδιο λόγο από τις 31/03/
  3. Ο Κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι πριν την έκδοση της Απόφασης μετέβη στο υποστατικό της Παραπονούμενης και επιθεώρησε τα αντικείμενα που αργότερα (κατά την ημερομηνία έκδοσης της Απόφασης) συμφωνήθηκαν να τους επιστραφούν, επιβεβαιώνοντας ότι αυτά, περιλαμβανομένων των linings (τα οποία περιγράφονται στο Τεκμήριο 4), ήταν σε άριστη κατάσταση και ήταν αντικείμενα που είχαν τοποθετηθεί από την Κατηγορούμενη
  4. Ωστόσο, όταν στις 22 και 23 Δεκεμβρίου 2017 μετέβη μαζί με υπαλλήλους του στο υποστατικό της Παραπονούμενης για να τα παραλάβει, είπε ότι δεν εντοπίστηκαν στο χώρο τα linings γι' αυτό και παρέλαβαν μόνο τα υπόλοιπα περιγραφόμενα στο Τεκμήριο 4 αντικείμενα, εξασφαλίζοντας έτσι από τον πατέρα της Μ.Κ.1 την βεβαίωση που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Παρά το ότι, όπως είπε, οι δικηγόροι του απέστειλαν μετά από οδηγίες του πάρα πολλές επιστολές (ως το Τεκμήριο 9) ζητώντας επίμονα τα linings και προειδοποιούσαν ότι αν αυτά δεν παραδοθούν τότε θα προχωρούσαν σε ανάκληση των Επιταγών, η πλευρά της Παραπονούμενης έβρισκε κάθε φορά διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες. Ως εκ τούτου και εφόσον η Παραπονούμενη δεν συμμορφώθηκε με την Απόφαση, έδωσαν γραπτώς οδηγίες για ανάκληση των Επιταγών αφού δεν παραλήφθηκαν τα linings, των οποίων η αξία, όπως ισχυρίστηκε, ισούται σχεδόν με το συνολικό ύψος των Επιταγών. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι πρόσφατα και στα πλαίσια προετοιμασίας της παρούσας υπόθεσης, ενημερώθηκε από πρώην υπάλληλο της Κατηγορούμενης 1 ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο πήγε με οδηγίες τρίτου προσώπου (του Γιώργου Δημητρίου) και ξήλωσε τα linings, τα οποία πωλήθηκαν από την Παραπονούμενη στο εν λόγω τρίτο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι οι 7 μεταχρονολογημένες επιταγές (μεταξύ των οποίων και οι επίδικες) εκδόθηκαν με σκοπό την αποπληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή με δόσεις και ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτονόητο πως η πληρωμή τους τελούσε υπό την προϋπόθεση ότι θα παραλαμβάνονταν όλα τα αναφερόμενα στο Τεκμήριο 4 αντικείμενα, παρόλο που «δεν γράφτηκε αυτή η λεπτομέρεια» στην συμφωνία επί Δικαστηρίω (Τεκμήριο 4). Πήγε, όπως είπε, 5 φορές στα υποστατικά της Παραπονούμενης (μεταξύ Δεκεμβρίου και αρχές Μαρτίου) για να παραλάβει τα linings όμως δεν τα βρήκε, μετά ακολούθησαν οι επιστολές των δικηγόρων του προς την πλευρά της Παραπονούμενης με τις οποίες τους προειδοποίησαν όταν θα ανακαλούσαν τις Επιταγές όμως και πάλι αυτά δεν τους παραδόθηκαν. Έτσι, δικαιωματικά, όπως είπε, προχώρησαν στην ανάκληση των Επιταγών θεωρώντας, βάσει της πολύχρονης εμπειρίας τους, ότι η αξία των linings αντιστοιχούσε στο ποσό των Επιταγών, ενώ αρνήθηκε ότι τα αντικείμενα δεν παραλήφθηκαν όλα στις 23/12/2017 επειδή δεν υπήρχε χώρος στα φορτηγά τους. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι από την ημερομηνία που πήγε στα υποστατικά της Παραπονούμενης για επιθεώρηση των αντικειμένων μέχρι και τις 22 Δεκεμβρίου που επισκέφθηκε ξανά τα υποστατικά της για να τα παραλάβει, τα linings είχαν αφαιρεθεί. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι μετά την συμφωνία που έκανε με την Παραπονούμενη για την παράδοση των αντικειμένων, τα linings πωλήθηκαν ή δόθηκαν δωρεάν από την Παραπονούμενη σε τρίτο πρόσωπο (τον Γιώργο Δημητρίου), εφόσον δεν ανευρέθηκαν μία εβδομάδα μετά που επισκέφθηκε τα υποστατικά της για να τα παραλάβει, αναφέροντας επίσης ότι ο Μ.Υ.1 του είπε ότι, με οδηγίες που έλαβε από το εν λόγω τρίτο πρόσωπο, είχε κατεβάσει από τα υποστατικά της Παραπονούμενης τα linings κατασκευής της Κατηγορούμενης 1, ενώ επικαλέστηκε και μία διαφήμιση που του είπαν ότι έκανε η Παραπονούμενη στο διαδίκτυο (στο Bazaraki.com) το καλοκαίρι του 2017, με την οποία ζητούσε αγοραστή για τα προϊόντα της Κατηγορούμενης 1 προτού έρθει σε συμφωνία μαζί τους για να τους παραδοθούν. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος τον εργοδοτούσε από το 1998 μέχρι το
  6. Αναφέρθηκε σε ένα περιστατικό που είπε ότι έγινε εντός του 2017 όπου, μετά από οδηγίες κάποιου Γιώργου Δημητρίου, πήγε σε ένα μαγαζί στη Λάρνακα και αφαίρεσε κάποιες κουρτίνες οροφής που είχαν παλαιότερα τοποθετήσει εκεί, τις οποίες έβαλε σε σακούλες και τις άφησε έξω από την πόρτα του εν λόγω υποστατικού. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε περίπου έγινε αυτό το συμβάν και, ειδικότερα, αν αυτό έγινε εντός Δεκεμβρίου 2017, ούτε θυμόταν ποιο ήταν το εν λόγω υποστατικό και δεν γνώριζε αν αυτό ήταν της Παραπονούμενης. Εκείνο που θυμόταν ήταν ότι οι κουρτίνες αυτές ήταν καλές, δεν ήταν σχισμένες, αλλά είχαν μαζέψει χώματα από τον καιρό. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[3] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την κατηγορούσα αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Η εντύπωση που σχημάτισα για την Μ.Κ.1 ήταν απόλυτα θετική. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα και ότι αυτή προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τη δική της γνώση για την υπόθεση. Απαντούσε ευθέως, με τρόπο πηγαίο και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν, παραμένοντας καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της σταθερή και συνεπής στις θέσεις της όσον αφορά το λόγο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι Επιταγές καθώς και στα όσα μεσολάβησαν μέχρι την ανάκληση της πληρωμής τους, χωρίς η μαρτυρία της να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης της, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στην μαρτυρία της ή πρόθεση ή προσπάθεια της για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις της. Η ουσία της εκδοχής της μαρτυρίας της αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα, είναι συγκροτημένη, αληθοφανής, χαρακτηρίζεται από πειστικότητα και συνάδει με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τα οποία οι Επιταγές εκδόθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους και όχι με την προϋπόθεση ότι η πληρωμή τους θα γινόταν έναντι της παράδοσης των linings στους Κατηγορούμενους, ενώ παρέμεινε αδιαμφισβήτητη η θέση της ότι δεν ακολούθησε της έκδοσης των Επιταγών οποιαδήποτε άλλη συμφωνία όσον αφορά το ζήτημα της πληρωμής τους. Επίσης, η Μ.Κ.1 παρέμεινε σταθερή και ήταν απόλυτα πειστική στα όσα είπε σε σχέση με το λόγο που τα linings δεν παραλήφθηκαν από τους Κατηγορούμενους και η εκδοχή της αυτή συνάδει λογικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14, στο οποίο ό,τι σχετικά αναφέρεται είναι απλώς ότι τα linings δεν «παραλήφθηκαν», δίχως να προκύπτει από αυτό εκείνο που ισχυρίστηκε η πλευρά των Κατηγορουμένων, ότι δηλαδή τα linings δεν ανευρέθηκαν στα υποστατικά της Παραπονούμενης κατά το χρόνο παράδοσης των υπόλοιπων αντικειμένων. Αν όμως τα linings δεν παραδόθηκαν επειδή δεν ανευρίσκονταν στα υποστατικά της Παραπονούμενης, γιατί τότε στην βεβαίωση (Τεκμήριο 14) να καταγραφεί ότι δεν «παραλήφθηκαν», αφού μόνο αν υπήρχαν εκεί και ήταν διαθέσιμα θα μπορούσαν να «παραληφθούν». Δεν έχω, συνεπώς, την παραμικρή αμφιβολία ότι η Μ.Κ.1 ήταν ειλικρινής και είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, έτσι, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Αξιολογώντας την μαρτυρία του στην ολότητα της αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, καταλήγω, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι μέσω της μαρτυρίας του προσπάθησε να προωθήσει μια εκδοχή που θεωρούσε ότι θα βοηθούσε τους Κατηγορούμενους να απαλλαχθούν από την ποινική τους ευθύνη. Το Δικαστήριο αισθάνεται βεβαιότητα ότι η εκδοχή τους αυτή πρόκειται για ένα υστεροκατασκευασμένο σενάριο που επινοήθηκε από τους Κατηγορούμενους στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μετά την ημερομηνία έκδοσης των Επιταγών (15/12/2017) και πριν την ημερομηνία πληρωμής της πρώτης χρονικά επίδικης επιταγής (31/03/2018), ως μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού τους να αποφύγουν την πληρωμή όλων των Επιταγών. Εν προκειμένω, ενώ οι Επιταγές εκδόθηκαν από τις 15/12/2017 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή και ενώ ο Κατηγορούμενος 2 δεν ισχυρίστηκε ότι ακολούθησε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών σε σχέση με το ζήτημα της πληρωμής τους, η Κατηγορούμενη 1 προχώρησε μέσω του Κατηγορούμενου 2 σε ανάκληση των Επιταγών, επικαλούμενη ως λόγο κάτι εντελώς άσχετο με εκείνον για τον οποίο αυτές εκδόθηκαν, προβάλλοντας ως αιτία ανάκλησης την μη παραλαβή εμπορευμάτων και, ειδικότερα (όπως το ζήτημα αυτό προσδιορίστηκε κατά την δίκη μέσω της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2), επειδή δεν παραλήφθηκαν τα linings που αναφέρονται στην συμφωνία επί Δικαστηρίω (Τεκμήριο 4). Πουθενά όμως στην Απόφαση (Τεκμήριο 3) ή στην συμφωνία επί Δικαστηρίω (Τεκμήριο 4) δεν προνοείται ότι η μη παράδοση των αντικειμένων στους Κατηγορούμενους επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους και, κατά συνέπεια, την πληρωμή των Επιταγών, ούτε προνοείται ότι η πληρωμή τους τελούσε υπό την προϋπόθεση της παραλαβής των αντικειμένων που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  1. Και ασφαλώς κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να ισχύσει ή να θεωρείται «αυτονόητο» ή «λεπτομέρεια», όπως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2, αφού, με δεδομένο το λόγο για τον οποίο οι Επιταγές εκδόθηκαν (που δεν ήταν άλλος από την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή), η αποδοχή μίας τέτοιας θέσης θα σήμαινε ότι η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους θα τελούσε υπό την αίρεση της απροσδιόριστης, κατά τα λοιπά, αξίας των αντικειμένων που συμφωνήθηκαν απλώς να παραδοθούν στην Κατηγορούμενη 1 σε καθορισμένο χρόνο (μέχρι τις 23/12/2017), χωρίς την ύπαρξη οποιασδήποτε μεταξύ των μερών συμφωνίας τόσο σε σχέση με την αξία τους όσο και σε σχέση με το κατά πόσο (και μέχρι ποιου βαθμού) θα επηρεαζόταν αναλόγως το ύψος του εν λόγω χρέους από την μη παράδοση των εν λόγω αντικειμένων. Συναφώς, η ύπαρξη οποιασδήποτε απαίτησης της Κατηγορούμενης 1 συνεπεία της ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας επί Δικαστηρίω ως εκ της μη παράδοσης των linings αποτελεί ζήτημα που, εν προκειμένω, διακρίνεται από εκείνο της πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή (έναντι του οποίου εκδόθηκαν οι Επιταγές) και, έτσι, το ζήτημα αυτό δεν μπορούσε εύλογα και δίκαια να αποτελέσει, άνευ ετέρου, υπόβαθρο για την ανάκληση της πληρωμής των Επιταγών αλλά, ενδεχομένως, τη βάση για ανεξάρτητη αιτία αγωγής. Επομένως, η πεποίθηση που εκφράστηκε κατά τη δίκη από πλευράς Κατηγορούμενου 2 ότι δικαιωματικά ανακάλεσαν την πληρωμή των Επιταγών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει, αλλά ότι έγινε αυθαίρετα, αφού, με βάση το περιεχόμενο της Απόφασης και τη συμφωνία επί Δικαστηρίω, τέτοιο υπόβαθρο εν προκειμένω δεν υπήρχε ενώ, πρόδηλα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργήθηκε με την εκ των υστέρων αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων, έστω και αν η πλευρά της Κατηγορούμενης 1 προειδοποιούσε με αυτήν ότι θα προχωρούσε στην ανάκληση της πληρωμής των Επιταγών, εφόσον ουδεμία συμφωνία υπήρξε μεταγενέστερα αναφορικά με το ζήτημα της πληρωμής τους σε συσχετισμό με την μη παράδοση των linings, περιλαμβανομένης της αξίας τους. Ενδεικτικό επίσης της υστεροβουλίας και κακοπιστίας των Κατηγορουμένων είναι ότι ενέπλεξαν το ζήτημα της μη παράδοσης των linings, συνδέοντας το με το εξ αποφάσεως χρέος και αναδεικνύοντας το έτσι ως λόγο για την μη πληρωμή των Επιταγών, στις 09/03/2018 (βλ. Τεκμήριο 9), τρεις δηλαδή σχεδόν μήνες μετά την έκδοση της Απόφασης και κάποιες ημέρες πριν την πληρωμή της πρώτης χρονικά επίδικης Επιταγής (31/03/2018), παρόλο που έναντι του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή προηγήθηκε αρχικά (στις 15/12/2017) η καταβολή σε μετρητά του ποσού των €7.000 και, ακολούθως, η πληρωμή δύο εκ των επτά μεταχρονολογημένων επιταγών που συνολικά (μαζί με τις επίδικες) δόθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, χωρίς εν τω μεταξύ να είχαν ως τότε παραδοθεί τα linings στην Κατηγορούμενη 1 ή να είχε συμφωνηθεί οτιδήποτε άλλο ως προς την αξία τους σε συσχετισμό με το ύψος του εξ αποφάσεως χρέους. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν εξήγησε γιατί το ζήτημα που εκ των υστέρων προβλήθηκε ως λόγος ανάκλησης των επίδικων Επιταγών δεν ηγέρθη κατά το χρόνο πληρωμής των δύο πρώτων μεταχρονολογημένων επιταγών, ώστε να ανακαλούνταν και αυτές για τον ίδιο λόγο που ανακλήθηκαν οι επίδικες, εφόσον όλες τους δόθηκαν έναντι του εξ αποφάσεως χρέους στην Αγωγή και όταν μάλιστα, όπως είπε, δεν είχε ήδη από τότε εντοπίσει τα linings, κατά την επίσκεψη του στα υποστατικά της Παραπονούμενης στις 22 και 23 Δεκεμβρίου του 2017 όπου είπε ότι είχαν παραληφθεί τα υπόλοιπα αντικείμενα που αναφέρονται στο Τεκμήριο
  2. Ούτε εξήγησε για ποιο λόγο, ενώ ζήτησε και εξασφάλισε από πλευράς Παραπονούμενης την βεβαίωση (Τεκμήριο 14), δεν ζήτησε να καταγραφεί στη ρηθείσα βεβαίωση και ο λόγος που τα linings δεν παραλήφθηκαν τότε, αν όντως αυτά δεν είχαν εντοπιστεί εκεί και πίστευε ειλικρινά πως κάτι τέτοιο ήταν ζήτημα τέτοιας σοβαρότητας που δικαιολογούσε την ανάκληση της πληρωμής των Επιταγών. Όπως δεν εξήγησε, κατά τρόπο λογικό και πειστικό, γιατί κατά την ημερομηνία έκδοσης της Απόφασης καταβλήθηκε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους το ποσό των €7.000 και εκδόθηκαν οι επτά μεταχρονολογημένες επιταγές (μεταξύ των οποίων και οι επίδικες) αν πράγματι θεωρούσαν ότι η εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους θα έπρεπε να γινόταν εφόσον τους παραδίδονταν όλα τα αντικείμενα (μεταξύ των οποίων και τα linings) που αναφέρονται στην συμφωνία επί Δικαστηρίω (Τεκμήριο 4). Έτσι απάντησε ο Κατηγορούμενος 2 σε σχετική ερώτηση που του τέθηκε κατά την αντεξέταση του για το ζήτημα αυτό: «Πριν μισό λεπτό, μπορεί και λιγότερο, είπα ότι επισκέφθηκα τον χώρο και ήταν όλα σε πολύ καλή κατάσταση, γι' αυτό και κατατέθηκα ή εντάξει, δεχθήκαμε να δώσουμε το ποσό για τις επιταγές». Και όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε πώς ήταν τότε βέβαιος ότι θα τους παραδίδονταν τα ρηθέντα αντικείμενα, αποδεχόμενος να καταβληθεί εκ των προτέρων (από τις 15/12/2017) το ποσό των €7.000 και να παραδοθούν οι μεταχρονολογημένες επιταγές, όταν μάλιστα, όπως ισχυρίστηκε προηγουμένως, είχε περιέλθει στην αντίληψη του ότι η Παραπονούμενη αναζητούσε από το καλοκαίρι του 2017 αγοραστή των εν λόγω αντικειμένων, και πάλι δεν έδωσε σαφείς και πειστικές απαντήσεις, διαφοροποιώντας παράλληλα τη θέση του ως προς το χρόνο που ισχυρίστηκε ότι έλαβε γνώση της φερόμενης από πλευράς Παραπονούμενης δημοσίευσης στο διαδίκτυο. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι: «Για όνομα του Θεού, αφού είπαμε πριν ότι πήγα και έκαμα εξέταση όταν μου είπαν ότι ήταν αναρτημένο στο Bazaraki εγώ δεν το είδα στο computer, δεν κάθουμαι στο computer όλη μέρα, έχουμε αρκετές δουλειές να κάμουμε, αρκετά τρεξίματα. Το λοιπόν, και μέχρι να μου πουν, όταν έγινε η συμφωνία, λίγο πριν με ενημερώσουν ότι ήταν και στο Bazaraki και ήθελαν να τις πωλήσουν και εν πάση περιπτώσει, αφού λέτε και τρέχετε στο πίσω ξέρω εγώ, η συμφωνία ήταν 24.200, η αρχική συμφωνία ήταν 28 συν ΦΠΑ, άρα δούλευαν τόσο καιρό με 4.000 σχεδόν ενοίκιο.» Στην προσπάθεια του ο Κατηγορούμενος 2 να προσδώσει πειστικότητα και αληθοφάνεια στην εκδοχή του ότι υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης των Επιταγών, ισχυρίστηκε ότι τα linings δεν του παραδόθηκαν στο χρόνο που συμφωνήθηκε (ως το Τεκμήριο 4) εξ υπαιτιότητας της Παραπονούμενης, προβάλλοντας, ωστόσο, στο πλαίσιο αυτό, εικασίες αλλά και γενικόλογους, αντιφατικούς και αυθαίρετους ισχυρισμούς. Ισχυρίστηκε ότι, μετά την επιθεώρηση που είπε ότι έκανε στο υποστατικό της Παραπονούμενης λίγες ημέρες πριν την έκδοση της Απόφασης, ενημερώθηκε από τον Μ.Υ.1 ότι αυτός πήγε με οδηγίες τρίτου προσώπου και αφαίρεσε τα linings από το υποστατικό της Παραπονούμενης, τα οποία πωλήθηκαν στο εν λόγω τρίτο πρόσωπο. Εντούτοις, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Υ.1 δεν του είπε πως τα linings πωλήθηκαν αλλά ότι πήγε με οδηγίες του εν λόγω τρίτου προσώπου και τις αφαίρεσε από το υποστατικό της Παραπονούμενης. Τίποτα όμως από τα πιο πάνω δεν προκύπτει από το Τεκμήριο 14 μήτε επιβεβαιώθηκε από την μαρτυρία του Μ.Υ.1 και ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει οποιοδήποτε από τους πιο πάνω ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου 2, οι οποίοι παρέμειναν μετέωροι. Περαιτέρω, θέλοντας να πείσει για την εκδοχή του ότι, μετά την επιθεώρηση που έκανε, τα linings πωλήθηκαν από την Παραπονούμενη σε κάποιον τρίτο, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του, ότι η Παραπονούμενη είχε αναρτήσει το καλοκαίρι του 2017 μία δημοσίευση στο διαδίκτυο με την οποία αναζητούσε αγοραστές των αντικειμένων της Κατηγορούμενης
  3. Κάτι τέτοιο, πέραν του ότι ουδέποτε τέθηκε στην Μ.Κ.1 δίδοντας της την ευκαιρία να απαντήσει, προβλήθηκε εντελώς αόριστα από τον Κατηγορούμενο 2, χωρίς, εν πάση περιπτώσει, να προσθέτει οτιδήποτε στον κατά τ' άλλα γενικόλογο ισχυρισμό του ότι τα linings δεν ανευρέθηκαν από τον ίδιο τότε επειδή πωλήθηκαν ή παραδόθηκαν σε τρίτο πρόσωπο, θέση η οποία παρέμεινε στη σφαίρα των δικών του υποθέσεων και εικασιών. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος 2 δεν εξήγησε για ποιο λόγο ανακάλεσε την πληρωμή όλων των επίδικων Επιταγών και όχι μόνο την πρώτη χρονικά πληρωτέα (Τεκμήριο 5), δίχως να αναμένει και να συνεχίζει να εμμένει στην παράδοση των linings μέχρι την ημερομηνία πληρωμής της επόμενης επίδικης Επιταγής (Τεκμήριο 6). Εν προκειμένω, ανέφερε η Μ.Κ.1 και δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι όλες οι επίδικες Επιταγές ανακλήθηκαν για τον ίδιο λόγο από τις 31/03/
  4. Αν οι Κατηγορούμενοι πίστευαν ειλικρινά και καλόπιστα ότι η παράδοση των linings ήταν προϋπόθεση για την πληρωμή των επίδικων Επιταγών και ότι η μη παράδοση τους συνιστούσε εύλογη αιτία για την μη πληρωμής τους, γιατί προχώρησαν από τότε στην ανάκληση όλων των Επιταγών και όχι μόνο εκείνης που ήταν πληρωτέα στις 31/03/2018 (Τεκμήριο 5); Και γιατί το έπραξαν αυτό παρόλο που τους είχε εν τω μεταξύ αναφερθεί από τους δικηγόρους της Παραπονούμενης ήδη από τις 27/03/2018 (βλ. Τεκμήριο 9, σημείο 9 (θ) ανωτέρω) ότι τα κλειδιά του υποστατικού της Παραπονούμενης ήταν στην κατοχή της Μ.Κ.1, η οποία βρισκόταν τότε στο εξωτερικό και η οποία θα επέστρεφε Κύπρο την «Μεγάλη Εβδομάδα», δηλαδή πριν την ημερομηνία πληρωμής της επόμενης επίδικης Επιταγής (30/04/2018), οπότε και τα linings θα ήταν, όπως τους αναφέρθηκε, «στη διάθεση» των Κατηγορουμένων; Περαιτέρω, για ποιο λόγο οι Κατηγορούμενοι δεν συνέχιζαν να αναζητούν και να εμμένουν, έστω δια αλληλογραφίας των δικηγόρων τους, στην παράδοση των linings, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία πληρωμής της πρώτης επίδικης Επιταγής (Τεκμήριο 5) μέχρι την ημερομηνία πληρωμής κάθε επόμενης επίδικης Επιταγής (Τεκμήρια 6 - 8), παρόλο που τους αναφέρθηκε από πλευράς Παραπονούμενης ότι αυτά θα ήταν στην διάθεση τους με την επιστροφή της Μ.Κ.1; Τότε μόνο ενδιαφέρθηκαν να ασχοληθούν ξανά με το ζήτημα της παράδοσης των linings στις 31/07/2018 (βλ. Τεκμήριο 9, σημείο 9 (κ) ανωτέρω), όταν εν τω μεταξύ είχε ήδη παρέλθει η ημερομηνία πληρωμής και της τελευταίας επίδικης Επιταγής (Τεκμήριο 8). Πρόδηλα, οι Κατηγορούμενοι προχώρησαν στην ανάκληση των Επιταγών όχι διότι πίστευαν ειλικρινά ότι είχαν δικαίωμα υπό τις περιστάσεις να το πράξουν αλλά για να αποφύγουν την πληρωμή τους, προφασιζόμενοι την ύπαρξη εύλογης αιτίας με αναφορά σε κάτι (την μη παράδοση των linings) που, ειρήσθω εν παρόδω, ουδεμία σχέση είχε με τον λόγο για τον οποίο οι Επιταγές εκδόθηκαν. Συνακόλουθα, η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής των Επιταγών κρίνεται αναξιόπιστη και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεχτή. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 χαρακτηρίζεται από γενικότητες και ασάφειες ενώ, παράλληλα, όχι μόνο δεν ήταν καθόλου χρήσιμη ή βοηθητική αλλά δεν αναδύεται από αυτήν οποιαδήποτε σχετικότητα της με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Συναφώς, η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή για σκοπούς εξαγωγής οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Δ. Τελικά Συμπεράσματα και Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154. Συνεπώς, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους της Κατηγορούμενης 1 να καταδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής των Επιταγών, βάσει του λόγου που δηλώθηκε γραπτώς κατά το χρόνο ανάκλησης στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτές εκδόθηκαν. Με υπόβαθρο την επί του προκειμένου αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.1 σε συνδυασμό με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου και με δεδομένο ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσιάστηκε σε σχέση με την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση των Επιταγών, αφού η επί του προκειμένου μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, κρίνω ότι η ενέργεια της Κατηγορούμενης 1 να προκαλέσει την μη εξόφληση των Επιταγών δεν ήταν ειλικρινής ούτε υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Συναφώς, καταλήγω ότι η Κατηγορούμενη 1 απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» για την πρόκληση της μη πληρωμής των Επιταγών (Ν N.C. Diamonds Co. Ltd ανωτέρω και Louis Travel Ltd ανωτέρω) και, έτσι, αυτή κρίνεται ένοχη στις κατηγορίες 1, 3, 5 και 7 που αντιμετωπίζει. Σε ό,τι αφορά, τώρα, τον Κατηγορούμενο 2, αυτός κατηγορείται βάσει του Άρθρου 20 του Κεφ. 154, ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154. Η νομική ευθύνη συνεργού εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία αποφάσεων (Σάββας Θεοχάρους & Υιος Λτδ ν. Χρ. Ορφανίδης, Ποινικές Εφέσεις 102/2014 και 115/2014, ημ. 23.10.15, Vrontis Builders Ltd v. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ, Ποιν. Εφέσεις 297/2014 και 298/2014 ημ. 17/06/2016, ECLI:CY:AD:2016:B291, Ιωαννίδης ν. Gastop Boutique Ltd, Ποιν. Έφεση 161/2014 ημ. 30/06/2017, ECLI:CY:AD:2017:B235) με πιο πρόσφατη την Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής, Ποιν. Έφεση 253/2018 ημ. 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:B173 όπου τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι η καταδίκη συνεργού προϋποθέτει πρόθεση παροχής βοήθειας στον αυτουργό με γνώση όλων των αναγκαίων στοιχείων που συνιστούν το αδίκημα. Εν προκειμένω, προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης και ανάκλησης των Επιταγών ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ο οποίος υπέγραψε και παρέδωσε στην Παραπονούμενη τις Επιταγές και ο οποίος παρείχε συνδρομή στην Κατηγορούμενη 1 μέσω των οδηγιών που δόθηκαν στην Τράπεζα, οι οποίες επέφεραν την ανάκληση της πληρωμής τους. Υπό τις δοσμένες, λοιπόν, περιστάσεις, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε πρόθεση παροχής βοήθειας στην Κατηγορούμενη 1, με γνώση όλων των αναγκαίων στοιχείων που συνιστούν την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ.154 και, δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης αναφορικά με την ενοχή της Κατηγορούμενης 1, ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2, 4, 6 και 8 που αντιμετωπίζει, ως συνεργός της Κατηγορουμένης 1 στη διάπραξη του αδικήματος του Άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [2] Βλ. και τις σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος που εμφαίνονται επί των Επιταγών (Τεκμήρια 5 - 8), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. [3] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.