Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Α. Β., Αρ. Υπόθεσης:9362/2021, 18/2/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B115 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:9362/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- Α. Β. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18/2/2022. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Θ. Παπακυριακού Για Κατηγορούμενο: Ο κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (επί προδικαστικών ενστάσεων) Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει την κατηγορία της Άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα. Αυτό το οποίο του καταλογίζεται, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, είναι ότι την 30.09.2014, στις Βρυξέλλες του Βελγίου, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της Θ. Π. (παραπονούμενη), δηλαδή αφού της πήρε το χέρι και άρχισε να την χαϊδεύει, τη φίλησε στο στόμα, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του και τράβηξε το χέρι της και το ακούμπησε πάνω στα γεννητικά του όργανα. Προτού ο κατηγορούμενος απαντήσει στην εναντίον του κατηγορία ηγέρθη, από την υπεράσπιση, υπό τύπον προδικαστικών ενστάσεων και με απώτερο σκοπό τη διακοπή της δικαστικής διαδικασίας, ότι αφενός το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ώστε να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση καθότι το αξιόποινο της κατ' ισχυρισμό καταγγελθείσας πράξης, κατά του τόπου τέλεσης δηλαδή το Βελγικό Δίκαιο, έχει παραγραφεί και συνεπώς η δικαιολογητική του βάση για την άσκηση ποινικής δίωξης στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν υφίσταται πλέον και ότι αφετέρου, λόγω της παραγραφής του πιο πάνω κατ' ισχυρισμού αδικήματος στο Βέλγιο, η δίωξη του κατηγορουμένου στην Δημοκρατία αποτελεί δεδικασμένο (res judicata) και εμπίπτει στην νομική αρχή «ne bis in idem» με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμογής η πρόνοια του άρθρου 69
(1)(β). Και τούτο γιατί λόγω της παραγραφής του κατ' ισχυρισμού ποινικού αδικήματος στο Βέλγιο ο κατηγορούμενος αμετάκλητα έχει ήδη αθωωθεί στο Βέλγιο και δεν μπορεί να κατηγορηθεί στην βάση των ιδίων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα ενώπιον του παρόντος Ποινικού Δικαστηρίου. Η τρίτη προδικαστική ένσταση εδράζεται στο γεγονός ότι η εναντίον του κατηγορούμενου κατηγορία είναι καταχρηστική λόγω των πιο πάνω δύο προδικαστικών ενστάσεων αλλά και λόγω του ότι παρήλθαν 7 χρόνια από τα καταγγελλόμενα κατ' ισχυρισμό γεγονότα με αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισης του. Τόσο η κατηγορούσα αρχή όσο και η υπεράσπιση κατέθεσαν κοινό πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων (Έγγραφο Α'), η βάση του οποίου θα αποτελούσε το πραγματικό υπόβαθρο για την εξέταση από το Δικαστήριο των πιο πάνω εγειρόμενων προδικαστικών ενστάσεων. Παραθέτω στη συνέχεια αυτούσια τα παραδεκτά γεγονότα: «
- Τα επίδικα γεγονότα έλαβαν χώρα στις 30.09.2014 στις Βρυξέλλες, όπου ο Κατηγορούμενος διέμενε. Κατά τον επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
- Η παραπονούμενη προέβη για πρώτη φορά σε καταγγελία για άσεμνη επίθεση στις 11.02.2021 στην Κυπριακή Δημοκρατία.
- Η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη στο βελγικό δίκαιο είναι αυτή του Άρθρου 373 του Βελγικού Ποινικού Κώδικα, σύμφωνα με την οποία: «Σεξουαλική παρενόχληση η οποία διενεργήθηκε κατά πρόσωπο ή με τη βοήθεια προσώπων του ενός ή του άλλου φίλου, με τη χρήση βίας, εξαναγκασμού, απειλής, αιφνιδιαστική ή με τεχνάσματα ή όταν κατέστη δυνατό λόγω αναπηρίας ή σωματικής ή διανοητικής ανεπάρκειας του θύματος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 6 μηνών έως πέντε έτη. »
- Σύμφωνα με το Άρθρο 21
(4)του βελγικού κώδικα Ποινικής Δικονομίας το εν λόγω αδίκημα παραγράφεται μετά την πάροδο 5 ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος.» Και οι δύο πλευρές καταχώρησαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις επιχειρηματολογώντας ως προς τις θέσεις τους, παραπέμποντας το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Το περιεχόμενο των εν λόγω αγορεύσεων έχει μελετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή και αναφορά σε αυτές θα γίνει όταν και εφόσον κριθεί αναγκαίο και σκόπιμο. Το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης Αποτελεί, συνοπτικά, θέση της Υπεράσπισης, επιχειρηματολογώντας σε σχέση με την 1η προδικαστική ένσταση, ότι το άρθρο 5
(1)(δ) του Ποινικού Κώδικα ρυθμίζει για το πότε τα Ποινικά Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εξετάσουν την πιθανή διάπραξη αδικημάτων που τελέστηκαν σε αλλοδαπή χώρα. Οι πρόνοιες όμως την εν λόγω νομοθετικής διάταξης, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται απομονωμένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το άρθρο 5
(2)του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι δεν μπορεί να ασκηθεί ποινική δίωξη στην Δημοκρατία σε πολίτη της αν ο κατηγορούμενος καταδικάσθηκε ή αθωώθηκε στην αλλοδαπή σε σχέση με το αδίκημα που αντιμετωπίζει στην Δημοκρατία. Ενόψει των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών αποτελεί εισήγηση της Υπεράσπισης ότι από τη στιγμή που το αξιόποινο της καταγγελθείσας πράξης κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσης, δηλαδή το Βελγικό δίκαιο, έχει παραγράφει δεν δικαιολογείται η ποινική δίωξη του κατηγορούμενου στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετη ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής η οποία υποστήριξε ότι το Κυπριακό Ποινικό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας στην προκειμένη περίπτωση να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Και τούτο γιατί το άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα δεν θέτει ως προϋπόθεση ώστε το εν λόγω Δικαστήριο για να αποκτήσει δικαιοδοσία θα πρέπει να μην έχει παραγραφεί το αντίστοιχο, κατ' ισχυρισμό, αδίκημα στην αλλοδαπή. Η ποινική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καθορίζεται από το Άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα και αφενός καλύπτει τα αδικήματα που καθορίζονται σε αυτό και αφετέρου προσδιορίζει σε ποιες περιπτώσεις τυγχάνει εφαρμογής. Θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιο το εν λόγω άρθρο σε ό,τι, εν προκειμένω, ενδιαφέρει: «Εφαρμογή του Ποινικού Κώδικα, κλπ. 5.-
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόμος που συνιστά αδίκημα, εφαρμόζονται σε όλα τα αδικήματα τα οποία διαπράχτηκαν- (α) .ή (β) .ή (γ) ., ή (δ) σε οποιαδήποτε ξένη χώρα από πολίτη της Δημοκρατίας, αν το αδίκημα τιμωρείται στη Δημοκρατία με φυλάκιση που υπερβαίνει τα δύο χρόνια και η πράξη ή η παράλειψη που συνιστά το αδίκημα, είναι επίσης αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το νόμο της χώρας όπου αυτό διαπράχτηκε, ή (ε) .
(2)Ποινική δίωξη δεν θα διεξάγεται στη Δημοκρατία σε σχέση με αδίκημα που διαπράχτηκε σε ξένη χώρα, αν ο κατηγορούμενος αφού δικάστηκε σε τέτοια χώρα για τέτοιο αδίκημα καταδικάστηκε ή αθωώθηκε...» Στην υπόθεση Καττής v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 262 συζητήθηκε η εμβέλεια του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η Ποινική Δικαιοδοσία του Κακουργιοδικείου εκτείνεται και στην εκδίκαση ορισμένων εγκληματικών πράξεων, οι οποίες διαπράττονται εκτός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρόνοια περί τούτου γίνεται στο Άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα, ΚΕΦ. 154, που παρέχει, συν τοις άλλοις, δικαιοδοσία για την εκδίκαση παντός αδικήματος που διαπράττεται από Κύπριο στην αλλοδαπή, τιμωρητέου με φυλάκιση πέραν των δύο ετών από την κυπριακή νομοθεσία και το οποίο, παράλληλα, συνιστά αδίκημα κατά το δίκαιο της ξένης χώρας... Το Δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται της εκδίκασης αδικημάτων που διαπράττονται από Κύπριο σε ξένη χώρα, καθορίζεται από το Ανώτατο Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 6
(1)του ΚΕΦ.
- Ως τέτοιο καθορίστηκε, μετά από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, το Κακουργιοδικείο Λάρνακας. Δύο είναι τα κριτήρια για τον καθορισμό του δικαστηρίου που θα εκδικάσει την υπόθεση:-
- Η φύση των αδικημάτων, ως διαφαίνεται από τις λεπτομέρειές τους, προς διαπίστωση της δικαιοδοσίας κυπριακού δικαστηρίου να επιληφθεί του αντικειμένου τους· και, εφόσον υφίσταται δικαιοδοσία,
- Ο καθορισμός του τόπου εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης η οποία στοιχειοθετείται. Στην προκείμενη περίπτωση, συνυπολογίστηκαν όλα τα δεδομένα. Υπό το φως τους, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τα περί ου ο λόγος αδικήματα ενέπιπταν στις δικαιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 5
(1)(δ) και (ε)(iv) του ΚΕΦ. 154. Η στοιχειοθέτηση της δικαιοδοσίας έγινε με αναφορά στα προρρηθέντα στοιχεία. Αποτυχία εδραίωσής τους κατά τη δίκη, εκθεμελιώνει το βάθρο της δικαιοδοσίας.» Μέσα από την παράθεση της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας του άρθρου 5
(1)(δ) προκύπτει ότι για να τύχει εφαρμογής ο Ποινικός Κώδικας και συνεπακόλουθα τα Ποινικά Δικαστήρια της Δημοκρατίας να αποκτήσουν δικαιοδοσία θα πρέπει, σωρευτικά, να ισχύουν οι κάτωθι προϋποθέσεις: Α. Πολίτης της Δημοκρατίας, Β. Να έχει διαπράξει αδίκημα σε ξένη χώρα, Γ. το οποίο επίσης θεωρείται αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με τον Νόμο της χώρας, όπου διεπράχθηκε Δ. και το αδίκημα στην Κυπριακή Δημοκρατία τιμωρείται με φυλάκιση που υπερβαίνει τα 2 χρόνια. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις στα υπό κρίση γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν υπάρχει καμία αμφιβολία επί τούτου, εξ ού άλλωστε αποτελεί κοινό τόπο των μερών, ότι και οι 4 πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Και τούτο γιατί ο Κατηγορούμενος είναι Κύπριος πολίτης, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος του Ευρωκοινοβουλίου, το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα που του καταλογίζεται αφενός φέρεται να έχει διαπραχθεί σε ξένη χώρα, στη προκειμένη περίπτωση το Βέλγιο, και αφετέρου αυτό λογίζεται τόσο στην χώρα τέλεσης, δηλαδή στο Βέλγιο όσο και στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αξιόποινη πράξη. Τέλος το κατ΄ισχυρισμό αδίκημα τιμωρείται στην Κυπριακή Δημοκρατία με φυλάκιση που υπερβαίνει τα 2 χρόνια εφόσον με βάση το Άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα το αδίκημα της Άσεμνης Επίθεσης προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 έτη. Αυτές είναι και οι μόνες προϋποθέσεις που το δικαιοδοτικό Άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα θέτει. Παρά το γεγονός ότι συντρέχουν όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις αποτελεί εισήγηση της υπεράσπισης ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης γιατί οι πρόνοιες του άρθρου 5
(1)θα πρέπει να ερμηνευθούν όχι απομονωμένα αλλά σε συνάρτηση και με τις πρόνοιες του άρθρου 5
(2)έτσι ώστε αυτές να καλύπτουν και το γεγονός ότι από τη στιγμή που το αντίστοιχο με το παρόν αδίκημα του κατηγορητηρίου στην αλλοδαπή έχει παραγραφεί τα Κυπριακά Ποινικά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας. Εν ολίγοις, δηλαδή, αποτελεί εισήγηση της υπεράσπισης ότι το κατ' ισχυρισμό αδίκημα για το οποίο διώκεται ο κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστήριού σήμερα θα πρέπει να είναι επίσης τιμωρητέο και στο Βέλγιο, εάν αυτό σήμερα εκδικαζόταν. Με δεδομένο ότι τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης του παρόντος κατηγορητηρίου το εν λόγω αδίκημα στο Βέλγιο έχει παραγραφεί αφενός η δικαιολογητική βάση για άσκηση ποινικής δίωξης στην Δημοκρατία δεν υφίσταται πλέον και αφετέρου εάν ο κατηγορούμενος κατηγορείτο στο Βέλγιο σήμερα σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό πράξεις που του καταλογίζονται αυτός θα αθωωνόταν. Ως έχει αναφερθεί αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι πράγματι η αντίστοιχη αξιόποινη πράξη του αδικήματος του παρόντος κατηγορητηρίου με βάση τον Βελγικό Ποινικό Κώδικα είναι το άρθρο 373, το οποίο με βάση το άρθρο 21
(4)του Βελγικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, παραγράφεται με την πάροδο 5 ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Με δεδομένο λοιπόν του γεγονότος ότι η κατ' ισχυρισμόν αξιόποινη πράξη του κατηγορούμενου έλαβε χώρα στις 30.09.2014 αυτή έχει παραγραφεί στις 30.09.2019. Είμαι της γνώμης, με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της υπεράσπισης, πως ανεξάρτητα του γεγονότος ότι η κατ΄ ισχυρισμό αξιόποινη πράξη που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο έχει παραγραφεί σύμφωνα με το Βελγικό Δίκαιο, δεν εμποδίζει τα Κυπριακά Ποινικά Δικαστήρια από του να αποκτήσουν δικαιοδοσία, ώστε να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Όπως και αν διαβαστούν οι πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες πουθενά δεν θέτουν ως προϋπόθεση, ώστε τα ποινικά Δικαστήρια της Δημοκρατίας να αποκτήσουν δικαιοδοσία, ότι το αδίκημα που κατ' ισχυρισμό συντελέστηκε στην αλλοδαπή να μην έχει παραγραφεί σε αυτή. Στη προκειμένη περίπτωση οι νομοθετικές πρόνοιες του άρθρου 5 είναι σαφείς και δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολίες σε σχέση με την ερμηνεία τους. Αντίθετα το λεκτικό της διάταξης του άρθρου 5 είναι ξεκάθαρο με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην χρειάζεται να καταφύγει σε άλλη μέθοδο ερμηνείας και δή τελεολογικής ώστε να ερμηνεύσει τις πρόνοιες του, ως ήταν με κάθε σεβασμό η εισήγηση της Υπεράσπισης. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό και κατά παρέκκλιση των πιο κάτω νομολογιακών αρχών. Με βάση την αυστηρή ερμηνεία των προνοιών του εν λόγω άρθρου πουθενά αυτό δεν θέτει ως προϋπόθεση ότι για να αποκτήσουν δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελεί προϋπόθεση το επίδικο αδίκημα να μην έχει παραγραφεί στην αλλοδαπή. Ως γενική αρχή οι Ποινικοί Νόμοι, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δικαιοδοσία και τη Δικονομία, ερμηνεύονται αυστηρά και αν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια ή αμφιβολίες αποφασίζεται υπέρ του κατηγορούμενου (Χριστοδούλου v. Αστυνομίας
(1993), 2 Α.Α.Δ 443). Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (ideological purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του Νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη (ΚΟΤ v. Παπαδοπούλου
(1990), 2 Α.Α.Δ 86, Τροκκούδη v. Πέτρου και άλλων
(1998),
(1)Α.Α.Δ 683)). Το πώς προσεγγίζεται ερμηνευτικά μία ποινική διάταξη το θέμα κρίνεται καταρχήν από το λεκτικό της διάταξης και μόνο στην αμφιβολία ανατρέχει κανείς σε άλλους κανόνες (Migotto Silvano και Άλλοι v. Αστυνομίας Λευκωσίας
(1996), 2 Α.Α.Δ 25). Επίσης στην υπόθεση Μάριου Ιερόπουλου ν. The Societe (Generale) Cyprus Ltd Employees Provident Fund, Πολιτική Έφεση Αρ. 279/2012, ημερομηνίας 15/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:A117 λέχθηκε ότι αποτελεί βασικό κανόνα ερμηνείας ότι στις λέξεις που χρησιμοποιούνται σε ένα νομοθέτημα πρέπει να δίδεται η φυσική και συνηθισμένη έννοια τους (words are to be taken in their literal meaning). Τα όσα με επιμέλεια με έχει παραπέμψει ο κ. Στεφάνου θα είχαν σημασία μόνο εάν και εφόσον υπήρχε οποιανδήποτε ασάφεια ή κενό σε σχέση με την ερμηνεία των προνοιών της λόγω νομοθετικής διάταξης, κάτι το οποίο, με κάθε σεβασμό, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα οι αναφορές του κ. Στεφάνου στο ελληνικό σύγγραμμα του έγκριτου νομικού Χ. Μυλωνόπουλου δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το άρθρο 9 του Ελληνικού Ποινικού Κώδικα, σε αντιδιαστολή με τον Κυπριακό ποινικό κώδικα, ορίζει ρητά ότι η ποινική δίωξη για πράξη που τελέστηκε στην αλλοδαπή αποκλείεται στα Ελληνικά Ποινικά Δικαστήρια εάν μεταξύ άλλων, σύμφωνα με τον αλλοδαπό Νόμο, η πράξη έχει παραγραφεί. Τέτοια όμως ρητή και σαφής νομοθετική πρόνοια δεν ανευρίσκεται στον δικό μας Ποινικό Κώδικα. Ούτε και μπορεί να τύχει αναλογικής εφαρμογής στην παρούσα ποινική διαδικασία. Εάν τέτοια ήταν η πρόθεση του δικού μας Νομοθέτη δεν χωρεί αμφιβολία ότι θα το έπραττε ρητώς. Επιπρόσθετα εκεί που ο Κύπριος Νομοθέτης ήθελε να εμποδίσει την πρόσαψη κατηγοριών εναντίον ενός προσώπου, λόγω παραγραφής, δηλαδή μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος μετά την τέλεση της πράξης, το έχει πράξει ρητά μέσω του άρθρου 88 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155. Ενόψει των πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι η αξιόποινη πράξη που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορητήριο, έχει παραγραφεί σήμερα στην αλλοδαπή, εφόσον τέτοια προϋπόθεση δεν συμπεριλαμβάνεται στο δικαιοδοτικό άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα. Συνεπακόλουθα η πρώτη προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Η παραγραφή του αδικήματος με βάση το βελγικό δίκαιο αποτελεί δεδικασμένο (res judicata), εμπίπτει στην νομική αρχή 'ne bis in idem' και ως εκ τούτου στη βάση του Άρθρου 69(Ι)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου το παρόν Δικαστήριο και πάλι στερείται δικαιοδοσίας. Είναι η περαιτέρω η θέση της Υπεράσπισης, μέσω της 2ης προδικαστικής της ένστασης, ότι ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να διωχθεί ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας καθ' ότι η παραγραφή του κατ' ισχυρισμού αδικήματος έχει καταστήσει την μη δίωξη του δεδικασμένο γεγονός («res judicata») και ως εκ τούτου τη δίωξη του οριστικώς λήξασα. Από τη στιγμή που η μη δίωξη του αποτελεί δεδικασμένο γεγονός τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του 'ne bis in idem' (αρχή του διπλού αξιόποινου), βάση της οποίας απαγορεύεται η ποινική δίωξη κάποιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά γεγονότα για δεύτερη φορά. Επιχειρηματολογώντας ως προς τη πιο πάνω εισήγηση του ο κ. Στεφάνου παράπεμψε το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία με σκοπό να καταδείξει αφενός ότι για να θεωρηθεί ένα ζήτημα ότι αποτελεί δεδικασμένο και συνεπώς νομικά λήξαν δεν χρειάζεται απαραίτητα να υπάρξει οποιαδήποτε δικαστική απόφαση επ' αυτού και ότι αφετέρου η αρχή του διπλού αξιόποινου δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις όπου κάποιος έχει διωχθεί ποινικά στην αλλοδαπή αλλά ότι καλύπτει γενικότερα υποθέσεις όπου, κατά το δίκαιο του τόπου τέλεσης του κατ' ισχυρισμό αδικήματος, το ζήτημα θεωρείται από ποινικής απόψεως λήξαν. Συνεπώς ήταν η, εν κατακλείδι, εισήγησή του ότι παρά το γεγονός πως ο Κύπριος Νομοθέτης δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά στο άρθρο 5
(2)του Ποινικού Κώδικα στις περιπτώσεις όπου το αδίκημα στην αλλοδαπή έχει παραγραφεί, το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει τέτοια ερμηνεία στον όρο «αθωώθηκε» του εν λόγω άρθρου ώστε να καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου το κατ' ισχυρισμό αδίκημα έχει ήδη παραγραφεί σύμφωνα με το δίκαιο της αλλοδαπής, όπως είναι εξάλλου και η προκείμενη περίπτωση. Αντίθετη από την άλλη ήταν η θέση της κας. Παπακυριακού η οποία υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου ούτε η νομική αρχή του 'ne bis in idem' από τη στιγμή που εναντίον του κατηγορουμένου δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε αμετάκλητη Δικαστική απόφαση στην αλλοδαπή σε σχέση με τις κατ΄ισχυρισμό αξιόποινες καταγγελθείσες πράξεις που του αποδίδονται, αλλά ούτε και ασκήθηκε οποιαδήποτε ποινική δίωξη εναντίον του στην αλλοδαπή. Ενόψει των δεδομένων αυτών δεν έγινε στο Βέλγιο οποιαδήποτε αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης αλλά ούτε και εναντίον του κατηγορουμένου εκδόθηκε οποιαδήποτε αμετάκλητη Δικαστική απόφαση περί αθώωσης του λόγω παραγραφής. Προς υποστήριξη των θέσεων της, επίσης, η κα. Παπακυριακού παράπεμψε το Δικαστήριο και σε σχετική επί του θέματος νομολογία. Το άρθρο 5
(2)του Ποινικού Κώδικα έχει ήδη παρατεθεί ανωτέρω. Η νομική αρχή υπό τον Λατινικό όρο "ne bis in idem" (double jeopardy) στην οποία ενσωματώνονται και οι αρχές του δεδικασμένου βρίσκει έρεισμα και στο άρθρο 12
(2)του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι: «Ο απαλλαγείς ή καταδικασθείς δεν δικάζεται εκ δευτέρου διά το αυτό αδίκημα. Ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου διά την αυτήν πράξιν ή παράλειψιν, εκτός εάν συνεπεία ταύτης προεκλήθη θάνατος.» Το πιο πάνω Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος αντιστοιχεί στο άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ το οποίο τιτλοφορείται «Δικαίωμα κάθε προσώπου να μη δικάζεται ή να τιμωρείται δύο φορές για το ίδιο αδίκημα» και διαλαμβάνει τα εξής: «1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού.» Η αρχή του 'ne bis in idem' έχει επίσης ενσωματωθεί στο άρθρο 35 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ενώ στο άρθρο 69
(1)(β) του Κεφ. 155 γίνεται πρόνοια για τις ειδικές απαντήσεις που άμεσα σχετίζονται με την εν λόγω αρχή, οι οποίες είναι γνωστές στο αγγλικό κοινοδίκαιο ως autrefois convict και autrefois aquit. Στην υπόθεση Τ. Κονέ ν. Φλουρή, Ποινική Έφεση 209/13, ημερομηνίας 5.3.15 λέχθηκαν, επί του προκειμένου, τα εξής: «Το δόγμα του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro unadelicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το «rule against double jeopardy» (Bλ.το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» (offence) κατά τον Lord Devlin στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions[ 1964] Α.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο.» Τόσο η Aγγλική όσο και η Κυπριακή νομολογία συνάδουν με την ερμηνεύσασα το άρθρο 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ), το οποίο στην υπόθεση Zolotukhin v. Russia (Ευρεία Σύνθεση), Application 14939/03, ημερομηνίας 10.2.09, ερμήνευσε ότι με το εν λόγω άρθρο απαγορεύεται η ποινική δίωξη ή καταδίκη του ίδιου ατόμου για μια παράβαση για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί «με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην εν λόγω υπόθεση (βλέπε παράγραφος 107) ερμηνεύει το σκοπό του άρθρου 4 αλλά και τι αυτό περιλαμβάνει. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «The Court reiterates that the aim of Article 4 of Protocol No. 7 is to prohibit the repetition of criminal proceedings that have been concluded by a "final" decision (see Franz Fischer, cited above, § 22, and Gradinger, cited above, § 53). According to the Explanatory Report to Protocol No. 7, which itself refers back to the European Convention on the International Validity of Criminal Judgments, a "decision is final 'if, according to the traditional expression, it has acquired the force of res judicata. This is the case when it is irrevocable, that is to say when no further ordinary remedies are available or when the parties have exhausted such remedies or have permitted the time-limit to expire without availing themselves of them'". This approach is well entrenched in the Court's case-law (see, for example, Nikitin v. Russia, no. 50178/99, § 37, ECHR 2004‑VIII, and Horciag v. Romania (dec.), no. 70982/01, 15 March 2005).» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές στα υπό κρίση γεγονότα, αποτελεί κοινό τόπο ότι εναντίον του κατηγορούμενου ουδέποτε ασκήθηκε οποιαδήποτε ποινική δίωξη στο Βέλγιο (εφόσον με βάση τα παραδεκτά γεγονότα η παραπονούμενη υπέβαλε για πρώτη φορά καταγγελία σε σχέση με τις κατ΄ισχυρισμό πράξεις στην Δημοκρατία την 21.2.20201) και συνεπακόλουθα δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε απόφαση από Βελγικό Ποινικό Δικαστήριο, σε σχέση με το αξιόποινο της πράξης που κατ' ισχυρισμό καταλογίζεται στον κατηγορούμενο ή έστω να τον αθωώσει επί το ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει έχει παραγραφεί. Το βασικό ερώτημα που το Δικαστήριο καλείτε να απαντήσει είναι κατά πόσο στη προκειμένη περίπτωση τυγχάνει εφαρμογής η αρχή 'ne bis ni idem΄ και οι αρχές του δεδικασμένου από τη στιγμή που το κατ' ισχυρισμό αδίκημα έχει παραγραφεί στο Βέλγιο και που έχει ως άμεση συνέπεια να θεωρείτε ότι ο κατηγορούμενος αμετάκλητα και οριστικά έχει αθωωθεί ενώπιον των Βελγικών Αρχών έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να μην δύναται να διωχθεί ενώπιων των Κυπριακών Δικαστηρίων για τα ίδια γεγονότα. Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση της Υπεράσπισης η απάντηση που θα πρέπει να δοθεί στο πιο πάνω ερώτημα είναι αρνητική. Για να τύχει εφαρμογής τόσο η αρχή του 'ne bis in idem' όσο και η αρχή του δεδικασμένου προϋποθέτει την άσκηση Δικαστικής κρίσης σε σχέση με το ίδιο αδίκημα για το οποίο διώκεται σήμερα ο κατηγορούμενος. Εάν έληξε λόγω παρέλευσης χρόνου η περίοδος άσκησης ποινικής δίωξης δεν αποτελεί και δεν θεωρείται ότι ασκήθηκε τέτοια Δικαστική κρίση. Από την νομολογία στην οποία με έχει παραπέμψει ο κ. Στεφάνου προκύπτει ότι η πιο πάνω αναφερόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής εκεί που το Δικαστήριο κατέληξε σε συμπέρασμα κατόπιν άσκησης της Δικαστικής του κρίσης. Περαιτέρω ως διαφαίνεται από την εν λόγω νομολογία, σε κάθε περίπτωση, ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου και το Δικαστήριο απεφάνθη ότι παραγράφηκε το αδίκημα με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να απαλλαγεί. Πρόκειται δε για υποθέσεις για τις οποίες ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον κατηγορουμένου στην αλλοδαπή και στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης ηγέρθη ζήτημα περί παραγραφής. Το Δικαστήριο αποδέχθηκε σχετικές εισηγήσεις και απάλλαξε τον κατηγορούμενο με Δικαστική του κρίση ότι το αδίκημα είχε όντως παραγραφεί. Είναι στη βάση αυτού του δεδομένου που προέκυψε ζήτημα δεδικασμένου, καθότι ο κατηγορούμενος βρέθηκε, ως εκ της διαδικασίας ακροάσεως, αντιμέτωπος με υπαρκτό κίνδυνο να βρεθεί ένοχος. Στην υπόθεση C-467/04, Giuseppe Francesco Gasparini και άλλων, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( The Court of Justice of the European Union ) (Δ.Ε.Ε) στην οποία με έχουν παραπέμψει και οι δύο πλευρές, αντικείμενο της ήταν κατά πόσο τύγχανε εφαρμογής η αρχή 'ne bis in idem.' Η αίτηση στο Δ.Ε.Ε υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του Gasparini και άλλων φυσικών προσώπων για τους οποίους υπήρχαν υπόνοιες ότι διέθεσαν στην ισπανική αγορά ελαιόλαδο προερχόμενο από λαθρεμπόριο. Πορτογαλικό Δικαστήριο απάλλαξε, λόγω παραγραφής, δύο από τους κατηγορουμένους οι οποίοι αντιμετώπιζαν και σε Ισπανικό Δικαστήριο ποινική υπόθεση για το ίδιο λαθρεμπόριο. Το Ισπανικό Δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δ.Ε.Ε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: «1) Είναι δεσμευτική η κρίση περί παραγραφής ενός εγκλήματος από τα δικαστήρια κράτους μέλους για τα δικαστήρια των λοιπών κρατών μελών; 2) Έχει η απαλλαγή του κατηγορουμένου λόγω παραγραφής αποτελέσματα που να ωφελούν τους κατηγορουμένους σε άλλο κράτος μέλος όταν οι πράξεις ταυτίζονται; Άλλως, μπορεί να θεωρηθεί ότι η παραγραφή ευνοεί και τους κατηγορουμένους σε άλλο κράτος μέλος για τις ίδιες πράξεις; Με το ερώτημα αυτό, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η αρχή ne bis in idem, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, εφαρμόζεται στην περίπτωση αμετάκλητης αποφάσεως δικαστηρίου συμβαλλομένου κράτους με την οποία κατηγορούμενος απαλλάχθηκε λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη.» Το ΔΕΕ απάντησε ως εξής: «...Έτσι, η αρχή ne bis in idem, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, έχει εφαρμογή στην περίπτωση αποφάσεως των δικαστικών αρχών συμβαλλόμενου κράτους με την οποία ένας κατηγορούμενος απαλλάχθηκε με αμετάκλητη δικαστική απόφαση λόγω ανεπαρκών αποδείξεων (προπαρατεθείσα απόφαση Van Straaten, σκέψη 61). 26 Η υπόθεση της κύριας δίκης θέτει το ερώτημα αν ισχύει το ίδιο όσον αφορά αμετάκλητη αθωωτική απόφαση λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη. 27 Δεν αμφισβητείται ότι σκοπός του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ είναι να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να ασκηθεί κατά προσώπου, το οποίο κάνει χρήση του δικαιώματός του ελεύθερης κυκλοφορίας, ποινική δίωξη για τα ίδια περιστατικά στο έδαφος περισσότερων του ενός κρατών μελών (απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2003, C-187/01 και C-385/01, Gözütok και Brügge, Συλλογή 2003, σ. I-1345, σκέψη 38, και απόφαση με σημερινή ημερομηνία, C-150/05, Van Straaten, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 57). Διασφαλίζει το ότι δεν θα διωχθούν εκ νέου πρόσωπα κατά των οποίων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και για τα οποία έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα χωρίς να φοβούνται νέες ποινικές διώξεις για τα ίδια πραγματικά περιστατικά σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος. 28 Η μη εφαρμογή του άρθρου 54 της ΣΕΣΣ σε περίπτωση που δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους εξέδωσε, μετά την άσκηση ποινικής διώξεως, αμετάκλητη απόφαση με την οποία αθωώθηκε ο κατηγορούμενος λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη θα έθετε σε κίνδυνο την εφαρμογή του εν λόγω σκοπού. Επομένως, πρέπει να θεωρείται ότι για το πρόσωπο αυτό έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση κατά την έννοια της διατάξεως αυτής...33 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem, που κατοχυρώνει το άρθρο 54 της ΣΕΣΣ, έχει εφαρμογή στην περίπτωση αμετάκλητης αποφάσεως συμβαλλομένου κράτους που εκδόθηκε μετά την άσκηση ποινικής διώξεως και με την οποία κατηγορούμενος απαλλάχθηκε λόγω παραγραφής του εγκλήματος για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Παρεμβάλω στο σημείο εδώ να αναφέρω ότι το άρθρο 54, στο οποίο γίνεται αναφορά στην εν λόγω υπόθεση, ενσωματώνει την αρχή του 'ne bis in idem' στη Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας του Σέγκεν. Καθίσταται αντιληπτό, μέσω του πιο πάνω Δικαστικού λόγου, ότι η αρχή 'ne bis in idem' δεν ενεργοποιείται αυτόματα με μόνο το δεδομένο της παραγραφής ενός αδικήματος, αλλά αυτή ενεργοποιείται μέσω έκδοσης αμετάκλητης δικαστικής απόφασης η οποία αθωώνει τον κατηγορούμενο λόγω παραγραφής του αδικήματος. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμετάκλητη απόφαση (final decision) βάση της οποίας ο κατηγορούμενος αθωώθηκε λόγω παραγραφής του αδικήματος μετά την έκδοση τέτοιας Δικαστικής απόφασης. Τα πιο πάνω συμβαδίζουν και με τον τρόπο που και στην Κύπρο αντιμετωπίζεται το ζήτημα. Όπως προκύπτει στην υπόθεση Κονέ (ανωτέρω) το βασικό ερώτημα που καλείτε να απαντήσει το Δικαστήριο όταν εξετάζει ζήτημα δεδικασμένου είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε τεθεί σε πραγματικό κίνδυνο καταδίκης στην προηγούμενη υπόθεση που αντιμετώπιζε. Με παραπομπή σε Κυπριακή και Αγγλική νομολογία λέχθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι η απόσυρση μιας υπόθεσης από μόνη της δεν συνιστά κώλυμα στην καταχώριση άλλης αναφορικά με την ίδια κατηγορία εάν δεν υπήρξε Δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος δεν είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης («.. There has been no adjudication upon the merits of the charge in the original summons and the defendant has not been put in peril of conviction upon it»). Στην προκειμένη περίπτωση με βάση τα παραδεκτά γεγονότα αποτελεί κοινό τόπο ότι όχι μόνο δεν εκδόθηκε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση Βελγικού Δικαστηρίου εναντίον του κατηγορούμενου ούτε και ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ορθή τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι από τη στιγμή που ουδέποτε ασκήθηκε ποινική δίωξη του κατηγορούμενου στο Βέλγιο και ουδέποτε αποφάσισε το Δικαστήριο ως προς την αθώωσή του είτε επί της ουσίας της ή λόγω παραγραφής, ουδέποτε βρέθηκε ο κατηγορούμενος δικαστικά αντιμέτωπος με τον κίνδυνο να τιμωρηθεί, για να μπορεί να προκύψει ζήτημα δεδικασμένου. Επίσης ως προκύπτει μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, ουδέποτε Βελγικό Δικαστήριο άσκησε οποιαδήποτε κρίση επί των πραγματικών περιστατικών της παρούσας υπόθεσης. Ιδιαίτερα κατατοπιστική και βοηθητική ως προς την κατάληξη του παρόντος Δικαστηρίου επί του εγειρόμενου προδικαστικού ερωτήματος είναι επί του προκειμένου η απόφαση του Δ.Ε.Ε στην υπόθεση C-469/03, Filomeno Mario Miraglia, στην οποία πολύ εύστοχα με έχει παραπέμψει η κα. Παπακυριακού. Τα γεγονότα, εν συντομία, στην εν λόγω υπόθεση ήταν ότι κατόπιν έρευνας που διεξήγαγαν οι ιταλικές αρχές σε συνεργασία με τις ολλανδικές, ο F. Μ. Miraglia συνελήφθη στην Ιταλία. Ο F. Μ. Μiraglia κατηγορείτο ότι είχε οργανώσει με συνεργούς τη μεταφορά 20,16 χιλιόγραμμων (kg) ναρκωτικών ουσιών τύπου ηρωίνης από τις Κάτω Χώρες στην Μπολόνια. Παράλληλα οι ολλανδικές δικαστικές αρχές άσκησαν κατά του F. Μ. Miraglia ποινική δίωξη για τις ίδιες αξιόποινες πράξεις, διότι είχε μεταφέρει από τις Κάτω Χώρες στην Ιταλία περίπου 30 kg ηρωίνης. Η ποινική δίκη κατά του κατηγορουμένου στην Ολλανδία περατώθηκε χωρίς να του επιβληθεί καμία ποινή ή άλλη κύρωση. Κατά την εν λόγω δίκη ο Ολλανδός εισαγγελέας αποφάσισε να αναστείλει την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η απόφαση αυτή ελήφθη επειδή για τα ίδια περιστατικά είχε ασκηθεί ποινική δίωξη στην Ιταλία. Στη συνέχεια η ιταλική εισαγγελία ζήτησε από τις ολλανδικές δικαστικές αρχές ενημέρωση ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής του άρθρο 54 της συμβάσεως εφαρμογής. Η ολλανδική εισαγγελία πληροφόρησε την ιταλική ότι είχε αναστείλει τη δίωξη του F. Μ. Miraglia. Υπό αυτές τις συνθήκες το Ιταλικό Δικαστήριο ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Ευρωπαικό Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα κατά πόσο «Έχει εφαρμογή το άρθρο 54 της συμβάσεως εφαρμογής [...], όταν η δικαστική απόφαση που εκδίδεται στο πρώτο κράτος συνιστά απόφαση για την παύση της ποινικής διώξεως, η οποία εκδίδεται χωρίς καμία απόφαση σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά και για τον λόγο μόνο ότι έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη σε άλλο κράτος;» Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απεφάνθη ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η αρχή του 'ne bis in idem' στις περιπτώσεις όπου: «Η δικαστική όμως απόφαση που εκδίδεται, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, κατόπιν της αποφάσεως του εισαγγελέα να μη συνεχίσει την ποινική δίωξη για τον λόγο και μόνο ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε άλλο κράτος μέλος κατά του ίδιου κατηγορουμένου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, χωρίς να πραγματοποιείται καμία αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, δεν μπορεί να αποτελεί «αμετάκλητη καταδίκη» του προσώπου αυτού, κατά την έννοια του άρθρου 54 της συμβάσεως εφαρμογής. ..Κατά συνέπεια, στο προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem, την οποία θέτει το άρθρο 54 της συμβάσεως εφαρμογής, δεν έχει εφαρμογή στην απόφαση των δικαστικών αρχών κράτους μέλους με την οποία η υπόθεση κηρύσσεται περατωθείσα κατόπιν της αποφάσεως του εισαγγελέα να μη συνεχίσει την ποινική δίωξη για τον λόγο και μόνο ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε άλλο κράτος μέλος κατά του ίδιου κατηγορουμένου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, χωρίς μάλιστα να πραγματοποιείται καμία αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών.» Πόσο μάλλον που στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επαναλαμβάνω ότι ούτε καν ασκήθηκε οποιαδήποτε δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου στην αλλοδαπή. Συνεπακόλουθα είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του Ποινικού Κώδικα, οι αρχές του δεδικασμένου και η αρχή 'ne bis in idem' από τη στιγμή που εναντίον του κατηγορουμένου στο Βέλγιο δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε ποινική δίωξη, δεν εκδόθηκε εναντίον του οποιαδήποτε αμετάκλητη Δικαστική απόφαση από Βελγικό Ποινικό Δικαστήριο που να τον αθωώνει λόγω παραγραφής του κατ΄ισχυρισμού αδικήματος αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος έχει τεθεί σε πραγματικό κίνδυνο καταδίκης ενώπιον των Βελγικών Αρχών. Συνεπώς και η δεύτερη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου στη Δημοκρατία είναι καταχρηστική Αποτελεί επίσης θέση της Υπεράσπισης ότι η ποινική δίωξη του κατηγορουμένου αφενός στη βάση των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων είναι καταχρηστική και αφετέρου επειδή παρήλθαν επτά χρόνια από τα καταγγελλόμενα από την παραπονούμενη κατ' ισχυρισμό γεγονότα η υπεράσπιση του κατηγορουμένου έχει επηρεαστεί δυσμενώς. Στο βαθμό που η εν λόγω προδικαστική ένσταση έχει ως έρεισμα τις δύο πρώτες προδικαστικές ενστάσεις θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιτύχει για τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω. Στο βαθμό που η παρούσα προδικαστική ένσταση αφορά στο ότι η υπεράσπιση του κατηγορουμένου έχει επηρεαστεί δυσμενώς σημειώνω ότι η αρχή της καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης ενός κατηγορούμενου αφορά το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, το οποίο ακριβώς προνοεί ότι έκαστο πρόσωπο θα πρέπει να μπορεί να γνωρίζει την οποιανδήποτε τυχόν ποινική του ευθύνη εντός εύλογου χρόνου. Ως τέτοιο, κατά κανόνα, όταν προβάλλεται από την Υπεράσπιση ζήτημα περί καθυστέρησης στην ποινική διάγνωση ενός κατηγορούμενου, εξετάζεται υπό το πρίσμα της δίκαιας δίκης και ως αναφέρθηκε εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου (Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160, Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, Πουμπουρής Ανδρέας ν. Aστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1). Στην προκειμένη ωστόσο περίπτωση, πέρα από απλά τον γενικό και αόριστο ισχυρισμό ότι συνεπεία της καθυστέρησης επηρεάζεται δυσμενώς η Υπεράσπιση του κατηγορούμενου, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το ο,τιδήποτε έτσι ώστε ο εν λόγω ισχυρισμός να τεκμηριώνεται και να παίρνει σάρκα και οστά. Δεν υπάρχει ισχυρισμός λόγω χάριν ότι συνεπεία της καθυστέρησης η Υπεράσπιση απώλεσε μαρτυρία. Ζητήματα που εδράζονται σε εγειρόμενα θέματα καθυστέρησης εξετάζονται κάτω υπό το πρίσμα της δίκαιης δίκης και πάντα στο τέλος της δίκης. 'Ενα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να εξετάζεται in abstracto και αφηρημένα, αλλά ούτε και στη βάση των πιθανοτήτων. Πρέπει να αποδειχθεί ο δυσμενής επηρεασμός του κατηγορουμένου στον βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Όπως και αν διαβαστεί το περιεχόμενο της αγόρευσης του κ. Στεφάνου με κάθε σεβασμό πουθενά δεν αναγράφεται σε αυτήν το ο,τιδήποτε που να καταδεικνύει, έστω και κατ' ελάχιστο, πώς και με ποιον τρόπο έχει επηρεαστεί δυσμενώς η υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Για να αποδειχθεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας θα πρέπει η υπεράσπιση να αποδείξει τον δυσμενή επηρεασμό της με βάση τα γεγονότα που επικαλείται. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία ούτε υπό μορφή αγόρευσης. Απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί να πετύχει η διακοπή της διαδικασίας στο παρόν στάδιο λόγω κατάχρησης ενόψει καθυστέρησης είναι ότι θα πρέπει να διαφανεί ότι υπήρχε τέτοιος δυσμενής επηρεασμός στην Υπεράσπιση του κατηγορούμενου που θα ήταν άδικο να συνεχίσει εναντίον του η ποινική δίωξη. Στην προκειμένη περίπτωση απλά υπάρχει ένας ισχυρισμός ατεκμηρίωτος χωρίς την οποιαδήποτε εξειδίκευση του. Στην υπόθεση Γ. Π. Β. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, ημερομηνίας 30/7/2021, η οποία είναι απόλυτα κατατοπιστική σε σχέση με το εγειρόμενο επίδικο ζήτημα ο εφεσείων βρέθηκε ένοχος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε επτά κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας. Η υπεράσπιση, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εισηγήθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ο εφεσείων δεν μπορούσε να τύχει δίκαιης δίκης. Αυτό λόγω του μεγάλου χρόνου, 29 περίπου ετών, από τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου, το οποίο καταχωρήθηκε στις 25.9.2015, καθότι μάρτυρες απεβίωσαν, ο εφεσείων στερείτο της δυνατότητας να συγκεντρώσει μαρτυρικό υλικό και, στο μεταξύ, εξασθένησε και η μνήμη του αναφορικά με «κρίσιμα και ουσιαστικά θέματα» για τα οποία απαιτείτο να δώσει σαφείς οδηγίες στο συνήγορό του. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτησή του κρίνοντας, κυρίως, ότι «το καταλληλότερο στάδιο» για να εγερθεί θέμα παραβίασης δικαιώματος δίκαιης δίκης είναι μετά την προσκόμιση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Η ορθότητα της απορριπτικής απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Η ουσία, βέβαια, του παραπόνου είναι ότι η καθυστέρηση στην καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, κατέστησε τη δικαστική διαδικασία για τον εφεσείοντα καταχρηστική, με την έννοια που αναλύεται κατωτέρω, θέμα το οποίο θα εξετάσουμε στη συνέχεια. Έχει αναγνωρισθεί με πάγια νομολογία ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου (βλ. Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Πρόκειται για κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ. Η προσέγγιση αυτή συνεπικουρείται από την αγγλική νομολογία στην οποία παρατηρείται ότι η μεγάλη καθυστέρηση μετά τα επίδικα γεγονότα μέχρι την ποινική δίωξη (historic allegation), με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να μην μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, Όπως τέθηκε το ζήτημα στην υπόθεση R v F (TB) [2011] 2 Cr. App.R. 13: «The Crown Court has always had the inherent power to stay criminal proceedings on the grounds of abuse of process. One instance of abuse of process is the bringing of a prosecution so long after the events in issue that a fair trial has become impossible. » Ενόσω υπάρχει πιθανότητα για δίκαιη δίκη, είναι προς το δημόσιο συμφέρον να διεξαχθεί η δίκη. Η διακοπή της, με συνακόλουθη απαλλαγή του κατηγορούμενου, ακόμα και στην περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη, πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Η πάροδος μεγάλου χρόνου δεν προδικάζει και το μη δίκαιο της δίκης. Η κάθε υπόθεση, βέβαια, εξαρτάται από τα δικά της ιδιαίτερα γεγονότα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε εν προκειμένω, ότι το διάστημα που παρήλθε από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταγγελία της παραπονούμενης ήταν όντως μεγάλο, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι η παραπονούμενη επικαλέστηκε σωρεία λόγων τους οποίους παράθεσε μέσα από τη μαρτυρία της. Πρόσθεσε δε, ότι σε περίπτωση αποδοχής της μαρτυρίας της, δυνατό οι λόγοι αυτοί να δικαιολογήσουν την έκταση της καθυστέρησης μέχρι την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία. Ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο παντελώς άστοχα και αντινομικά διερεύνησε το θέμα της παραβίασης του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη κάτω από το πρίσμα αν είναι δικαιολογημένη ή όχι η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας και «αν κρίνει, ως έκρινε, ότι είναι δικαιολογημένη (sic) καθυστέρηση, τότε δεν υπάρχει παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων του εφεσείοντα». Να σημειώσουμε, κατ' αρχάς, ότι το Δικαστήριο δεν προέβη σε τέτοια αναφορά. Αυτό που ανέφερε, με παραπομπή στην υπόθεση Bell v DPP of Jamaica [1985] AC 937, είναι ότι οι λόγοι που προβάλλονται για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση, αποτελούν παράγοντα σχετικό ο οποίος συνεκτιμάται με άλλους παράγοντες για να αποφασίσει το Δικαστήριο κατά πόσο η καθυστέρηση παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορούμενου να τύχει δίκαιης δίκης (βλ. επίσης, R v Hooper [2003] EWCA Crim 2427). Άλλοι παράγοντες που σημείωσε είναι το μέγεθος της καθυστέρησης, οι προσπάθειες που ο κατηγορούμενος κατέβαλε για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του και ο δυσμενής επηρεασμός που έχει υποστεί η υπεράσπιση του ως αποτέλεσμα καθυστέρησης τέτοιου βαθμού ώστε να μην μπορεί να διεξαχθεί δίκαιη δίκη. Η όποια δικαιολογία για την καθυστέρηση, έχει σημασία στο βαθμό και μόνο που μπορεί να ρίξει φως στο ζήτημα του δυσμενούς επηρεασμού, (βλ. CPS v. F [2011] EWCA Crim 1844). Η καθυστέρηση δεν επαρκεί από μόνη της για να οδηγήσει σε διακοπή της δικαστικής διαδικασίας. Είναι δε σχετική με το ερώτημα κατά πόσο είναι δίκαιο να δικαστεί ο κατηγορούμενος μετά την παρέλευση αρκετού χρόνου από την κατ' ισχυρισμό διάπραξη των αδικημάτων. Δεν πρέπει, συνάμα, να ξεχνιέται ότι η καθυστέρηση σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων δεν είναι ασυνήθης, ενώ είναι και πλήρως κατανοητή. Όπως μνημονεύεται στην R. v. F(TB) [2011] EWCA Crim 726:«If the complainant's delay in coming forward is unjustified, that is relevant to the question whether it is fair to try the defendant so long after the events in issue. In determining whether the complainant's delay is unjustified, it must be firmly borne in mind that victims of sexual abuse are often unwilling to reveal or talk about their experiences for some time and for good reason». (βλ. επίσης Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123 (με αναφορά σε αγγλική νομολογία)). Η εξήγηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου, δεν είναι παράγοντας σχετικός με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας λόγω καθυστέρησης. Παρατηρείται δε στην CPS v F (ανωτέρω) ότι στην συντριπτική πλειονότητα των υποθέσεων αυτής της φύσης, οι λόγοι για την καθυστέρηση και κατά πόσο και πώς η καθυστέρηση εξηγείται ή δικαιολογείται, είναι ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την αξιοπιστία του παραπονούμενου ή της παραπονούμενης και αποτελούν ουσιώδες μέρος του πραγματικού υπόβαθρου στη βάση του οποίου οι ένορκοι θα κληθούν να αποφασίσουν, για την ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου. ... Επίσης, στην υπόθεση R v. RD [2013] EWCA Crim 1592, όπου τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα διαπράχθηκαν σε διάφορους χρόνους από 39 μέχρι και 63 χρόνια πριν από τη δίκη, το Αγγλικό Εφετείο τόνισε ότι ο χρόνος καθαυτός δεν αποδείκνυε οτιδήποτε πέραν από το γεγονός αυτό ως μέρος του ιστορικού. Κρίσιμης σημασίας είναι η επίδραση της καθυστέρησης στο δίκαιο της δίκης. Θέτοντας το κριτήριο, ο Treacy LJ ανέφερε τα ακόλουθα:«In considering the question of prejudice to the defence, it seems to us that it is necessary to distinguish between mere speculation about what missing documents or witnesses might show, and missing evidence which represents a significant and demonstrable chance of amounting to decisive or strongly supportive evidence emerging on a specific issue in the case. The court will need to consider what evidence directly relevant to the appellant's case has been lost by reason of the passage of time. The court will then need to go on to consider the importance of the missing evidence in the context of the case as a whole and the issues before the jury». Το ερώτημα κατά πόσο ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης, μετά την απώλεια ή καταστροφή σχετικού μαρτυρικού υλικού, λόγω του διαρρεύσαντα χρόνου, όπως και στην περίπτωση της μη δυνατότητας κλήσης μαρτύρων, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και επικεντρώνεται στη φύση και την έκταση του δυσμενούς επηρεασμού που προκαλείται σε αυτόν. Εν προκειμένω, το βάρος, ήταν στους ώμους του εφεσείοντα να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι λόγω της απουσίας του συγκεκριμένου μαρτυρικού υλικού και μη δυνατότητας κλήσης συγκεκριμένων μαρτύρων, υπέστη δυσμενή επηρεασμό σε βαθμό που η δίκη δεν ήταν δίκαιη...» Συνεπακόλουθα ενόψει των πιο πάνω και η τρίτη προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Εν κατακλείδι όλες οι προδικαστικές ενστάσεις που η υπεράσπιση ήγειρε απορρίπτονται. Ως εκ τούτου καλώ τον κατηγορούμενο να απαντήσει στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ) ............ Μ.Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο