Π. Π. ν. VIOLETWIND SYSTEMS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:915/2019, 2/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B116 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:915/2019 Π. Π. Παραπονούμενος v.
- VIOLETWIND SYSTEMS LTD
- Μ. Κ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 02 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενο: κα. Ν. Χ''Ιωάννου Για Κατηγορούμενους: κ. Μ. Κιτρομηλίδης μαζί με κα. Ν. Ιωάννου Κατηγορούμενος 2 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αποτελείται από συνολικά 36 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της έκδοσης 18 επιταγών άνευ αντικρίσματος, κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154), ως τροποποιήθηκε. Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27, 29, 31, 33 και 35 ως ο εκδότης των πιο πάνω επιταγών που αναφέρεται ότι εκδόθηκαν με δικαιούχο τον Παραπονούμενο, τα στοιχεία των οποίων προσδιορίζονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας (στο εξής, συνολικά αναφερόμενες ως, οι επίδικες Επιταγές), οι οποίες, αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες, δεν εξοφλήθηκαν και επιστράφηκαν κάποιες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα» και άλλες για τον επιπρόσθετο λόγο ότι «ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε», παραμένοντας απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως τους. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις υπόλοιπες κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος ή/και διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ο οποίος αναφέρεται ότι συνέταξε και υπέγραψε για λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 τις επίδικες Επιταγές, παρέχοντας έτσι συνδρομή στη φερόμενη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Οι Κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή στις κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει και, ως εκ τούτου, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν κατηγορίες για την διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(1)του Κεφ. 154[1], για την στοιχειοθέτηση του οποίου θα πρέπει να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία (βλ. και την Γεώργιος Κλεόπας και Yϊοι Ltd v Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποινική Έφεση αριθμός 90/14, ημερομηνίας 20.10.2016):
- Η έκδοση επιταγής.
- Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα.
- Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλετο, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και
- Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Περαιτέρω, θεμέλιο στήριξης κατηγορίας για το πιο πάνω αδίκημα αναφορικά με επιταγή εκδότριας εταιρείας συνιστά η απόδειξη του χρόνου υπογραφής της, στοιχείο άρρηκτα συνδεδεμένο με την κατάδειξη της απαραίτητης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) του εν λόγω αδικήματος (βλ. Militos Trading Limited v. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOULOY LTD v. Ορφανίδης Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια των Εκκαθαριστών της, κ.α. Ποιν. Έφεση 291/2015 ημ. 03/07/2017, ECLI:CY:AD:2017:B238, ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021 και Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 20/07/2021). Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την καταδίκη συνεργού, ως οι κατηγορίες που ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει, αυτή μπορεί να προκύψει μέσω του άρθρου 20 του Κεφ. 154 (βλ. Σάββας Θεοχάρους & Υιός Λτδ ν. Ορφανίδη, Ποιν. Εφέσεις 102/2014 και 115/2014 ημ. 23/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:B706 και Ιωαννίδη ν. Gastop Boutique Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 161/2014 ημ. 30/06/2017, ECLI:CY:AD:2017:B235), στο πλαίσιο του οποίου κρίσιμος είναι ο χρόνος υπογραφής της επιταγής (βλ. Militos Trading Limited ανωτέρω) κατά τον οποίο πρέπει να αποδειχθεί ότι ο προσυπογράφων, αξιωματούχος ή άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές εταιρείας, γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Εκδήλωση του νοητικού στοιχείου της γνώσης δεν παύει να αποτελεί και η εθελοτυφλία (willful blindness) (βλ. Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής κ.α., Ποιν. Έφεση 253/18 ημ. 01/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:B173) και, όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην Κασάπη (ανωτέρω): «Αυτό που προκύπτει από την Θεοχάρους, όπως εξηγείται στην Ιωαννίδης, είναι ότι εκείνος που υπογράφει επιταγή εκ μέρους εκδότριας εταιρείας, έχει υποχρέωση να επιδείξει εύλογη επιμέλεια, και καθήκον να μην επιδείξει αδιαφορία ή απερισκεψία, ότι η επιταγή που υπογράφει θα τιμηθεί όταν παρουσιαστεί για πληρωμή. Και τις υποχρεώσεις αυτές έχει ανεξάρτητα του κατά πόσο έχει ή δεν έχει ανάμιξη στις εργασίες της εταιρείας. Δηλαδή, οι υποχρεώσεις αυτές δεν γεννώνται συνεπεία γνώσης του για την κατάσταση της εταιρείας, αλλά τις επωμίζεται ως επακόλουθο του γεγονότος και μόνο ότι υπόγραψε την επιταγή. Επομένως, δεν είναι αναγκαίο αυτός που υπογράφει επιταγή εκ μέρους της εκδότριας εταιρείας να είναι διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος της για να έχει τις πιο πάνω υποχρεώσεις. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών, στοιχειοθετεί την απαραίτητη ένοχη διάνοια και την ποινική του ευθύνη.» Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία και αξιολόγηση Κατά την ακροαματική διαδικασία, μαρτυρία δόθηκε από συνολικά τέσσερα πρόσωπα και κατατέθηκαν συνολικά 23 Τεκμήρια. Για την πλευρά του Παραπονούμενου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο ίδιος ο Παραπονούμενος (Μ.Κ.1), ο οποίος υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), ο Ρένος Σάββα (Μ.Κ.2), τραπεζικός υπάλληλος της AstroBank, και η Μαρία Μιχαήλ Σωτηρίου (Μ.Κ.3), τραπεζική υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 - 22, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 1 - 18). Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής, ενώ κλήθηκε να καταθέσει προς υπεράσπιση των Κατηγορουμένων ο γραφολόγος Μάριος Μαρκίδης (Μ.Υ.1), ο οποίος κατέθεσε κατά την μαρτυρία του ως Τεκμήριο 23 την έκθεση που ετοίμασε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Κ.1 είπε ότι είναι φθαρτέμπορας και αναφέρθηκε στον τρόπο που συνεργάζεται με τους πελάτες του, ο οποίος είναι η πώληση και η παράδοση φθαρτών επί πιστώσει, λαμβάνοντας από τους περισσότερους πελάτες του μεταχρονολογημένες επιταγές. Ανάμεσα στους πελάτες του ανέφερε ότι ήταν και ένα τρίτο πρόσωπο, κάποιος Αιμίλιος Χατζηχαραλάμπους (Φαττάλας), ο οποίος ερχόταν και αγόραζε διάφορα φθαρτά τα οποία πλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές μέχρι που, «σε μία φάση», πήγε και του είπε ότι έκανε καινούρια εταιρεία, την Κατηγορούμενη 1, και ότι θα τον πλήρωνε με επιταγές της εν λόγω εταιρείας. Έτσι, όπως είπε, ο Φαττάλας άρχιζε και έφερνε μεταχρονολογημένες επιταγές της Κατηγορούμενης 1, οι οποίες ανέφερε ότι πληρώνονταν κανονικά μέχρι περίπου τον Ιούλιο του
- Έκανε στη συνέχεια αναφορά σε κάποιες επιταγές που πληρώθηκαν (στον αριθμό 14), συνολικού ύψους €29.380, ενώ αναφέρθηκε επίσης και στις επίδικες Επιταγές (τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 - 18), προσδιορίζοντας στην κάθε περίπτωση το ποσό της κάθε επίδικης Επιταγής καθώς και το συνολικό ποσό που αυτές αφορούν (€67.000), την ημερομηνία ή τις ημερομηνίες που η κάθε μία από αυτές κατατέθηκε στην Τράπεζα για πληρωμή καθώς και το λόγο ή τους λόγους που έκαστη επιστράφηκε απλήρωτη, ο οποίος, για την μεν επίδικη Επιταγή Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι ήταν «Να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα», για δε τις υπόλοιπες για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο «Λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Όλες οι επίδικες Επιταγές ανέφερε ότι παραμένουν μέχρι σήμερα ανεξόφλητες και πρόσθεσε ότι μετά που επιστράφηκαν απλήρωτες οι πρώτες δύο επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 1 και 2) σταμάτησε να προμηθεύει με φθαρτά τον Φαττάλα, διατηρώντας όμως στην κατοχή του τις υπόλοιπες επίδικες Επιταγές για φθαρτά που του παρέδωσε προηγουμένως, σημειώνοντας περαιτέρω ότι όταν η πρώτη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 1) επιστράφηκε απλήρωτη την πρώτη φορά (περί τον Ιούλιο του 2018) ειδοποίησε σχετικά τον Φαττάλα, ο οποίος του είπε να την ξανακαταθέσει, όπως και έπραξε άλλες τρείς φορές, χωρίς ούτε τότε να πληρωθεί η εν λόγω Επιταγή για τον ίδιο λόγο, ήτοι λόγω ανεπαρκών υπολοίπων, καθώς και για τον επιπρόσθετο λόγο που σημειώθηκε την τελευταία φορά με την σφραγίδα της Τράπεζας στην εν λόγω Επιταγή, που ήταν ότι ο «Λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ». Ανέφερε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης
- Αντεξεταζόμενος είπε ότι τις επίδικες Επιταγές του τις παρέδωσε ο Φαττάλας συμπληρωμένες με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής, έναντι εξόφλησης οφειλής από φθαρτά που του είχε παραδώσει. Ωστόσο, δεν θυμόταν πότε ήταν που παρέλαβε από τον Φαττάλα τις επίδικες Επιταγές ή αν αυτές δόθηκαν έναντι τιμολογίων ή χρέους από λογαριασμό. Ούτε θυμόταν πόσο χρόνο έδινε πίστωση στον Φαττάλα για την αποπληρωμή των φθαρτών που παραλάμβανε, αναφέροντας στη συνέχεια ότι κάθε επίδικη Επιταγή του παραδόθηκε σε διαφορετική ημερομηνία. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 και ουδέποτε τον είδε στο παρελθόν, ούτε μίλησε μαζί του μετά που επιστράφηκαν απλήρωτες οι επίδικες Επιταγές, αφού όλες οι επαφές που είχε σε σχέση με αυτές ήταν με τον Φαττάλα. Δεν γνώριζε όταν του παραδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές ποιος ήταν ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και, όπως είπε, πληροφορήθηκε για το ζήτημα αυτό σε κάποιο στάδιο μετά που επιστράφηκαν απλήρωτες οι επίδικες Επιταγές. Δεν γνώριζε ότι ο Κατηγορούμενος 2 ουδεμία σχέση έχει με την Κατηγορούμενη 1 και όταν του υποβλήθηκε ότι τις επίδικες Επιταγές τις πλαστογράφησε ο Φαττάλας απάντησε «Να το αποδείξει ο ίδιος; Ξέρω εγώ; Εν ηξέρω.», αναφέροντας στη συνέχεια ότι ο Φαττάλας απεβίωσε. Περαιτέρω, όταν στην συνέχεια ρωτήθηκε αν έκανε οποτεδήποτε οποιαδήποτε νομικά διαβήματα εναντίον του Φαττάλα απάντησε «Τώρα τα κάμνω [.] Πότε ήταν να τα κάμω;» Ο Μ.Κ.2 έδωσε μαρτυρία για τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην AstroBank, ο οποίος αφορά τις επίδικες Επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 15, 17 και 18, ο αριθμός και η ημερομηνία πληρωμής των οποίων προσδιορίζονται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 29, 33 και
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 19 κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο από 09/01/2018 μέχρι 31/12/2018, αναφέροντας ότι είχε εκδοθεί βιβλιάριο επιταγών για τον εν λόγω λογαριασμό, ο οποίος δεν είχε όριο υπερανάληψης. Ανέφερε, επίσης, ότι εξουσιοδοτημένος να υπογράφει επιταγές της Κατηγορούμενης 1 από τον εν λόγω λογαριασμό της ήταν μόνο ο Κατηγορούμενος 2 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 20 πιστό αντίγραφο του δείγματος υπογραφής που εκτυπώθηκε από το σύστημα της AstroBank. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις σφραγίδες της Τράπεζας που φαίνονται στα Τεκμήρια 15, 17 και 18 και εξήγησε την διαδικασία που ακολουθείται από την Τράπεζα κατά την παρουσίαση μίας επιταγής για πληρωμή, σύμφωνα με την οποία γίνεται πρώτα τεχνικός έλεγχος της επιταγής, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο έλεγχος της υπογραφής του εκδότη, η οποία αν δεν επιβεβαιωθεί κατά τον προαναφερόμενο έλεγχο τότε, όπως είπε, η επιταγή επιστρέφεται ως το ότι το δείγμα της υπογραφής διαφέρει, ενώ αν δεν προκύψει οποιοδήποτε πρόβλημα μέσω του πιο πάνω ελέγχου τότε η επιταγή πληρώνεται αν υπάρχουν διαθέσιμα υπόλοιπα ή επιστρέφεται αναλόγως της δικαιολογίας. Όπως, περαιτέρω, ανέφερε κατά την αντεξέταση του, είδε τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει τα έντυπα ανοίγματος του πιο πάνω λογαριασμού, περιλαμβανομένου του Τεκμηρίου 20, δεν τον είδε όμως να υπογράφει οποιαδήποτε άλλα έγγραφα, ούτε έχει γραφολογικές γνώσεις και δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα της υπογραφής του Κατηγορούμενου
- Ούτε προέβη σε τεχνικό έλεγχο των προαναφερόμενων τριών επίδικων Επιταγών (Τεκμήρια 15, 17 και 18), αναφέροντας ότι τέτοιος έλεγχος γίνεται από εξουσιοδοτημένα πρόσωπα συγκεκριμένου τμήματος της Τράπεζας και έτσι δεν γνώριζε αν έγινε λανθασμένος τεχνικός έλεγχος όσον αφορά την υπογραφή στις εν λόγω επίδικες Επιταγές. Η Μ.Κ.3 έδωσε μαρτυρία για τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα Κύπρου, ο οποίος αφορά τις επίδικες Επιταγές που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 - 14 και 16, ο αριθμός και η ημερομηνία πληρωμής των οποίων προσδιορίζονται, αντιστοίχως, στις κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19, 21, 23, 25, 27 και
- Κατέθεσε ως Τεκμήριο 22 κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο Ιουλίου 2018 με Οκτωβρίου 2018, αναφέροντας ότι είχε εκδοθεί βιβλιάριο επιταγών για τον εν λόγω λογαριασμό, ο οποίος λειτουργούσε ως λογαριασμός όψεως και ο οποίος παγοποιήθηκε στις 14/08/
- Ανέφερε, επίσης, ότι δικαίωμα να υπογράφει επιταγές της Κατηγορούμενης 1 από τον εν λόγω λογαριασμό είχε μόνο ο Κατηγορούμενος 2 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 21 πιστό αντίγραφο του δείγματος υπογραφής του που εκτύπωσε από το σύστημα της Τράπεζας Κύπρου. Περαιτέρω, εξήγησε την διαδικασία που είπε ότι ακολουθείται από την Τράπεζα σε περίπτωση που μία επιταγή παρουσιαστεί για πληρωμή, αναφέροντας ότι αυτή παραλαμβάνεται από ένα συγκεκριμένο τμήμα της Τράπεζας, το οποίο ασχολείται με τον έλεγχο της υπογραφής της, ο οποίος σημείωσε ότι μπορεί να μην γίνει σε επιταγές με πολύ μικρά ποσά (κάτω των €2.000) για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα ποσά στον λογαριασμό. Έπειτα, το εν λόγω τμήμα ειδοποιεί το κατάστημα της Τράπεζας ότι υπάρχει η εν λόγω επιταγή προς πληρωμή και τότε προχωρούν στην πληρωμή της, εκτός αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια στον λογαριασμό οπότε, ως θέμα πρακτικής, ειδοποιούν τηλεφωνικά τον πελάτη τους αν θα προβεί σε κατάθεση στον λογαριασμό του ώστε να μπορέσει να πληρωθεί η επιταγή. Αφού τις υποδείχθηκαν οι επίδικες Επιταγές της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήρια 1 - 14 και 16), ανέφερε ότι πρέπει να ακολουθήθηκε η πιο πάνω διαδικασία ελέγχου σε σχέση με αυτές, εφόσον πρόκειται για Επιταγές που κατατέθηκαν σε άλλη Τράπεζα πριν παρουσιαστούν στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή και αν υπήρχε θέμα με την υπογραφή τους τότε θα επιστρέφονταν με την αιτιολογία ότι διαφέρει η υπογραφή. Δεν θυμόταν αν στην υπό κρίση περίπτωση ειδοποίησε τους πελάτες για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στον λογαριασμό, αναφέροντας ότι πρέπει να το έκανε αφού αυτή είναι η πρακτική που ακολουθούν. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν θυμόταν να γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2 αλλά, ως η πρακτική που είπε ότι ακολουθεί με όλους τους πελάτες της, πρέπει να τον ειδοποίησε τηλεφωνικώς σε σχέση με την πληρωμή εκείνων των επίδικων Επιταγών που παρουσιάστηκαν για πληρωμή πριν την παγοποίηση του πιο πάνω λογαριασμού, χωρίς, ωστόσο να ήταν βέβαιη για αυτό. Είπε επίσης ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του δείγματος υπογραφής (Τεκμήριο 21), ούτε είδε τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει οποιαδήποτε επιταγή ή άλλο έγγραφο, δεν έχει γραφολογικές γνώσεις ούτε είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στον τεχνικό έλεγχο των πιο πάνω Επιταγών και ούτε έλεγξε η ίδια την υπογραφή στις εν λόγω Επιταγές. Ο Μ.Υ.1 μαρτύρησε ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος, καταθέτοντας ως Τεκμήριο 23 την γραφολογική έκθεση ημερομηνίας 04/02/2022 που είπε ότι ετοίμασε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση (στο εξής η Έκθεση). Σε αυτήν αναφέρονται τα προσόντα του Μ.Υ.1 ως γραφολόγου, τα οποία παρουσιάζονται στο βιογραφικό του σημείωμα που περιλαμβάνεται στις πρώτες τρείς σελίδες της Έκθεσης, στην οποία καταγράφεται και η γνώμη του μετά την γραφολογική εξέταση που είπε ότι έκανε σε σχέση με τις επίδικες Επιταγές, έχοντας ως υπόβαθρο τις γνώσεις του ως εκ της εκπαίδευσης που αναφέρεται στην Έκθεση ότι έτυχε καθώς και της εμπειρίας που αναφέρεται σε αυτήν ότι απέκτησε μέσω της πολυετούς προϋπηρεσίας του σε θέματα εξέτασης αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που είπε ότι έκανε (οι οποίες περιγράφονται και στην Έκθεση) κατόπιν εντολής την οποία έλαβε από τον δικηγόρο των Κατηγορουμένων στις 27/01/2022 για διενέργεια γραφολογικής εξέτασης της γραφής / συμπλήρωσης και υπογραφών εκδότη στις επίδικες Επιταγές και σύγκρισης τους με αντίστοιχα δείγματα γραφής, υπογραφής και μονογραφής του Κατηγορούμενου 2, και εξήγησε το περιεχόμενο της Έκθεσης, την οποία ανέφερε ότι ετοίμασε μετά τις αναγκαίες γραφολογικές εξετάσεις που διενήργησε στα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επισυνάπτονται ως Παράρτημα στην Έκθεση: (α) στις επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 1 - 18) (Παράρτημα Α), (β) στα Τεκμήρια 20 και 21 καθώς και σε άλλα δύο αντίγραφα εγγράφων με δείγματα υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 σε ανύποπτο χρόνο που ο τελευταίος του παρουσίασε (Παράρτημα Β) και (γ) σε έγγραφα (18 σελίδες χάρτου) με δείγματα γραφής, υπογραφής και μονογραφής που έγραψε και υπόγραψε ο Κατηγορούμενος 2 στην παρουσία του στις 28/01/2022 (Παράρτημα Γ). Ακολουθώντας την συγκριτική αναλυτική μέθοδο, την οποία επεξήγησε και η οποία, όπως είπε, πρόκειται για διαπιστευμένη μέθοδο σύμφωνα με τις πρόνοιες του ISO 17025 από το 2007, προέβη σε γραφολογική εξέταση της αμφισβητούμενης γραφής και υπογραφής στα Τεκμήρια 1 - 18 και σύγκριση τους με τα πρωτότυπα συγκριτικά έγγραφα. Αφού αξιολόγησε τα γραφολογικά ευρήματα που προέκυψαν κατά την εν λόγω εξέταση του, στα οποία και αναφέρθηκε με αναφορά και σε συγκριτικούς Πίνακες που περιλαμβάνονται στην Έκθεση, κατέληξε στη γνώμη ότι: (i) η γραφή/συμπλήρωση στις επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 1 - 18) δεν έγινε από τον Κατηγορούμενο 2, (ii) η υπογραφή που φαίνεται στα Τεκμήρια 15 και 18 καθώς και η μονογραφή που φαίνεται στα Τεκμήρια 1 - 14 και 16 δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή και (αντίστοιχα) μονογραφή του Κατηγορούμενου 2 αλλά είναι αποτέλεσμα προσπάθειας αντιγραφής ή απομίμησης της γνήσιας υπογραφής ή μονογραφής του από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιες υπογραφές ή μονογραφές του Κατηγορούμενου 2, και (iii) τα γραφολογικά δεδομένα που προκύπτουν σε σχέση με το Τεκμήριο 17 δεν του επιτρέπουν να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα για την υπογραφή του εν λόγω Τεκμηρίου. Αντεξεταζόμενος είπε ότι, κατά κανόνα, για την διενέργεια γραφολογικών εξετάσεων, ζητούν να προσκομιστούν και δείγματα υπογραφών ανύποπτου χρόνου και ή δυνατόν αυτά να είναι πλησιόχρονα με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Εν προκειμένω, όπως ανέφερε, ο Κατηγορούμενος 2 δήλωσε ότι δεν είχε άλλα έγγραφα οποιασδήποτε άλλης ημερομηνίας πέραν εκείνων που του προσκόμισε και τα οποία επισυνάπτονται στο Παράρτημα Β της Έκθεσης (τα οποία ανατρέχουν σε ημερομηνίες εντός του 2014). Επεσήμανε, ωστόσο, ότι τα εν λόγω έγγραφα όπως και τα Τεκμήρια 20 και 21, δεν τα χρησιμοποίησε για σκοπούς σύγκρισης και εξαγωγής συμπερασμάτων επειδή είναι φωτοαντίγραφα αφού, όπως εξήγησε και με αναφορά σε βιβλιογραφία, κατά την φωτοτύπιση, τα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα (ο συνδυασμός των οποίων είναι εκείνος που λαμβάνεται υπόψη για την εξαγωγή γραφολογικών συμπερασμάτων) εξαφανίζονται ή δυνατόν να αλλοιωθούν σε ένα αντίγραφο και, έτσι, δεν είχε (όπως και κάθε άλλος γραφολόγος δεν θα είχε) την ευκαιρία να διαπιστώσει με βεβαιότητα από τα πιο πάνω φωτοαντίγραφα τις λεπτομέρειες των γραφολογικών τους γνωρισμάτων ώστε να καταλήξει σε ένα ασφαλές συμπέρασμα ως προς την γνησιότητα των αμφισβητούμενων υπογραφών. Ιδανικά, όπως σημείωσε, θα ήταν να είχε για σκοπούς σύγκρισης δείγματα υπογραφών του Κατηγορούμενου 2 της ίδιας χρονολογίας περίπου με τις αμφισβητούμενες υπογραφές στις επίδικες Επιταγές, αναφέροντας, ωστόσο, ότι από το έτος 2018 μέχρι τον Ιανουάριο του 2022 που έλαβε δείγματα υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 δεν θεωρεί ότι υπάρχει μεγάλη χρονολογική διαφορά ώστε να μπορούσε να πει υπό τις περιστάσεις ότι τα δείγματα υπογραφής που έλαβε δεν είναι πλησιόχρονα με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Αναφερόμενος στην διαδικασία που ακολούθησε για την λήψη δειγμάτων υπογραφής από τον Κατηγορούμενο 2, διαφώνησε με την θέση ότι ο τελευταίος εσκεμμένα θα του υπέγραφε με διαφορετικό τρόπο ώστε να εξασφαλίσει θετική μαρτυρία από τον ίδιο ότι οι επίδικες Επιταγές είναι πλαστογραφημένες, αναφέροντας μάλιστα ότι είναι ανθρωπίνως αδύνατο για ένα πρόσωπο να παραποιήσει την γραφή ή την υπογραφή του κατά τον ίδιο τρόπο ακόμα και δύο φορές (πόσο μάλλον 18 φορές) χωρίς να αφήσει στοιχεία προσπάθειας παραποίησης του γραφικού του χαρακτήρα, και ανέφερε επίσης ότι είναι πεπεισμένος στην προκείμενη περίπτωση πως τα δείγματα που ο ίδιος έλαβε από τον Κατηγορούμενο 2 είναι γνήσια δείγματα υπογραφής του, γι' αυτό και στη συνέχεια προχώρησε στη σύγκριση τους με τις αμφισβητούμενες υπογραφές. Περαιτέρω, αρνήθηκε την υποβολή που του έγινε ότι εσκεμμένα δεν αναζήτησε από την Τράπεζα τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 20 και 21 και διαφώνησε ότι εσκεμμένα περιορίστηκε σε σύγκριση των αμφισβητούμενων υπογραφών με εκείνα που ο ίδιος έλαβε από τον Κατηγορούμενο 2, αναφέροντας ότι προέβη στη σύγκριση αυτή εφόσον ήταν πεπεισμένος ότι είχε ενώπιον του γνήσια δείγματα υπογραφής του Κατηγορούμενου 2, χωρίς να επεκταθεί σε οποιαδήποτε γραφολογική σύγκριση με αναφορά στα Τεκμήρια 20 και 21 καθώς και στα δύο έγγραφα που του προσκόμισε ο Κατηγορούμενος 2 (τα οποία επισυνάπτονται στο Παράρτημα Β) εφόσον επρόκειτο για φωτοαντίγραφα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την κατηγορούσα αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Ο Μ.Κ.1 προκάλεσε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Έδωσε την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα ο οποίος προσήλθε στο Δικαστήριο με γνήσια κίνητρα προσπαθώντας έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια τα όσα ο ίδιος γνώριζε και θυμόταν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, και αυτό θεωρώ ότι έπραξε. Απαντούσε με ευθύτητα, φυσικότητα και απλότητα στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του, εξιστορώντας με πειστικότητα τα όσα ο ίδιος βίωσε και μπορούσε να ανακαλέσει στην μνήμη του σε σχέση με τον τρόπο και τον λόγο που περιήλθαν στην κατοχή του οι επίδικες Επιταγές όπως και τα όσα ακολούθησαν με την παρουσίαση τους στην Τράπεζα για πληρωμή και την επιστροφή τους ως απλήρωτες, κατά τον χρόνο και για τον λόγο που στην κάθε περίπτωση εξήγησε, τα οποία επιβεβαιώνονται από τις σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος που εμφαίνονται σε αυτές και τα οποία, εξάλλου, δεν αμφισβητήθηκαν. Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από πλευράς του Μ.Κ.1 για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Ο ίδιος, δεν δίστασε μάλιστα να αναφέρει κατά την αντεξέταση του ότι δεν γνωρίζει τον Κατηγορούμενο 2, ουδεμία επαφή είχε μαζί του στο παρελθόν και δεν γνώριζε αν οι επίδικες Επιταγές έχουν πλαστογραφηθεί (όπως του υποβλήθηκε) από το πρόσωπο που του τις παρέδωσε, με το οποίο ανέφερε ευθέως και ξεκάθαρα ότι είχε και όλες τις επαφές αναφορικά με τις εν λόγω Επιταγές και το χρέος που αυτές αφορούν. Περαιτέρω, ενόψει και του χρόνου που παρήλθε από τότε που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα για τα οποία μαρτύρησε, ορισμένες ασάφειες ή κενά στην μαρτυρία του σε σχέση τόσο με το αν οι επίδικες Επιταγές του παραδόθηκαν έναντι τιμολογίων ή χρέους από λογαριασμό όσο και σε σχέση με το χρόνο ακριβώς που του παραδόθηκε η κάθε επίδικη Επιταγή, αφορούν ζητήματα τα οποία δεν άπτονται της ειλικρίνειας του αναφορικά με την ουσία της εκδοχής που προέβαλε, κατά την οποία παρέμεινε συνεπής (και η οποία δεν αμφισβητήθηκε) ότι οι επίδικες Επιταγές του παραδόθηκαν από τον Φαττάλα έναντι εξόφλησης χρέους από φθαρτά που του είχε παραδώσει επί πιστώσει. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο Μ.Κ.1 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και, συνεπώς, αποδέχομαι από τη μαρτυρία ότι οι επίδικες Επιταγές του παραδόθηκαν από τον Φαττάλα συμπληρωμένες με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής έναντι εξόφλησης αντίστοιχου χρέους από φθαρτά που του είχε παραδώσει επί πιστώσει, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους. Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 (θέση η οποία άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε) καθώς και όλα όσα ανέφερε κατά την μαρτυρία του σε σχέση με την κατάθεση των επίδικων Επιταγών για πληρωμή και τους λόγους που στη συνέχεια επιστράφηκαν από την Τράπεζα απλήρωτες, παραμένοντας μέχρι σήμερα ανεξόφλητες, τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν. Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 άφησαν και αυτοί θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Ο καθένας τους έδωσε μαρτυρία για θέματα της υπηρεσίας του στο τραπεζικό ίδρυμα όπου εργάζεται, απαντώντας με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με βάση εκείνα τα οποία γνώριζε στηριζόμενος είτε στη διαδικασία που γενικά ακολουθείται στην εργοδότρια του κατά την παρουσίαση επιταγών για πληρωμή είτε βάσει της πληροφόρησης που είχε αναλόγως του βαθμού εμπλοκής του ως τραπεζικός υπάλληλος ή με αναφορά στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια όσον αφορά την λειτουργία του λογαριασμού με τον οποίο σχετίζονται, στην κάθε περίπτωση, οι επίδικες Επιταγές, χωρίς να προσπαθήσει να επιβαρύνει καθ' οιοδήποτε τρόπο την υπεράσπιση προς όφελος του Παραπονούμενου. Ούτε έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία που ο καθένας τους προσέφερε και, περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Αποδέχομαι, συναφώς, την μαρτυρία του Μ.Κ.2 όσο και εκείνη της Μ.Κ.3, με εξαίρεση την θέση της τελευταίας ότι πρέπει να ειδοποίησε τον Κατηγορούμενο 2 για την έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 κατά την παρουσίαση των αντίστοιχων επίδικων Επιταγών για πληρωμή, αφού η θέση της αυτή δεν περιβάλλεται με την αναγκαία βεβαιότητα. Ο Μ.Υ.1 μαρτύρησε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα (γραφολόγου). Έχοντας εξετάσει τα προσόντα και την εμπειρία του, τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, καταλήγω ότι ο Μ.Υ.1 είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος, και είναι υπό αυτό το πρίσμα που προσεγγίζεται στη συνέχεια η μαρτυρία του. Ως έχει, συναφώς, νομολογηθεί, κατ' εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, ο εμπειρογνώμονας δύναται να εκφράσει γνώμη για ζητήματα που εμπίπτουν στα πλαίσια της πραγματογνωμοσύνης του[3]. Ό,τι σε αδρές γραμμές χρειάζεται να λεχθεί είναι ότι ο ρόλος του εμπειρογνώμονα δεν είναι να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου αλλά να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα απαιτούμενα στοιχεία, περιλαμβανομένης της βάσης (επιστημονικής ή άλλης) επί της οποίας εργάστηκε, ούτως ώστε το Δικαστήριο να κρίνει την ορθότητα των συμπερασμάτων του για να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων. Ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε με σαφήνεια κατά την δια ζώσης μαρτυρία του στις ενέργειες που προέβη για τη διενέργεια γραφολογικής εξέτασης της γραφής και υπογραφής των επίδικων Επιταγών, οι οποίες ανταποκρίνονται στα όσα με λεπτομέρεια καταγράφονται στην Έκθεση που ετοίμασε. Μέσω της μαρτυρίας του εξήγησε την μεθοδολογία που εφάρμοσε και αναφέρθηκε στα ιδιαίτερα γραφολογικά γνωρίσματα επί των οποίων στηρίχθηκε, παραθέτοντας τις θέσεις του με ευκρίνεια και κατά τρόπο επιστημονικά τεκμηριωμένο με αναφορά σε συγκριτικούς Πίνακες του οποίους και επεξήγησε, ενώ εξήγησε παράλληλα κατά τρόπο εξίσου τεκμηριωμένο τους λόγους που δεν έλαβε υπόψη του τα φωτοαντίγραφα των δειγμάτων υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 (Παράρτημα Β της Έκθεσης) για να καταλήξει στα συμπεράσματα του ως προς την γνησιότητα της γραφής και υπογραφής των επίδικων Επιταγών. Ο μάρτυρας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο αφού, επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, χωρίς αυτή να έχει κλονιστεί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης του, επεξηγώντας πλήρως και με λεπτομέρεια τους λόγους που κατέληξε στα συμπεράσματα του. Η μαρτυρία του γενικότερα χαρακτηρίζεται από πειστικότητα, σαφήνεια και είναι συγκροτημένη. Από την άλλη, δεν αποδέχομαι την εισήγηση της πλευράς του Παραπονούμενου, ως αυτή διατυπώθηκε κατά την επιχειρηματολογία της στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 θα πρέπει να αγνοηθεί ή και να απορριφθεί για τον λόγο ότι δεν είχε τεθεί στους μάρτυρες κατηγορίας. Τέτοια υποχρέωση δεν υπήρχε εν προκειμένω όπου, αφενός, κανένας μάρτυρας κατηγορίας δεν ανέφερε ότι η υπογραφή στις επίδικες Επιταγές είναι του Κατηγορούμενου 2 - ούτε ακόμα και τότε που υποβλήθηκε ευθέως στον Μ.Κ.1 ότι τις επίδικες Επιταγές τις πλαστογράφησε τρίτο κατονομαζόμενο πρόσωπο - και επειδή, αφετέρου, ουδείς από τους μάρτυρες κατηγορίας παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος ή ότι είχε σε κάποιο βαθμό γραφολογικές γνώσεις ώστε να μπορούσε να τοποθετηθεί επί των παραμέτρων που στη συνέχεια ανέδειξε η μαρτυρία του Μ.Υ.1. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του Μ.Υ.1 επικεντρώθηκε σε ένα ζήτημα που άπτεται συστατικού στοιχείου των υπό κρίση αδικημάτων, η απόδειξη του οποίου, ως προειπώθηκε, βρίσκεται μέχρι τέλους στους ώμους της πλευράς του Παραπονούμενου, για το οποίο μάλιστα είχε εξ αρχής διαφανεί, μέσω της αντεξέτασης του Μ.Κ.1, ότι η αμφισβήτηση του θα αποτελούσε την βασική υπερασπιστική γραμμή των Κατηγορουμένων και ενώ παράλληλα είχε ευθέως εκδηλωθεί, από πολύ νωρίς, κατά το αρχικό στάδιο της παρουσίασης της μαρτυρίας του Μ.Κ.2, η πρόθεση της υπεράσπισης για διενέργεια γραφολογικής εξέτασης σε μαρτυρικό υλικό που ήταν (ή αναμενόμενα θα ήταν) στην κατοχή της πλευράς του Παραπονούμενου, ήτοι στις επίδικες Επιταγές καθώς και στα πρωτότυπα δείγματα υπογραφής της Τράπεζας. Ωστόσο, σε συμφωνία με τα όσα, επιπροσθέτως, αναφέρθηκαν κατά την επιχειρηματολογία της πλευράς του Παραπονούμενου, δεν μπορεί να αποδοθεί κάποια βαρύτητα στην μαρτυρία γνώμης του Μ.Υ.1 ώστε το Δικαστήριο, έχοντας ως μοναδικό υπόβαθρο αυτήν, να μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε διαπίστωση αναφορικά με την πατρότητα της υπογραφής στις επίδικες Επιταγές και αν, ειδικότερα, αυτή πρόκειται για αυθεντική υπογραφή του Κατηγορούμενου 2, εφόσον, βάσει και των όσων καταγράφονται στη συνέχεια αναφορικά με την επί του προκειμένου μαρτυρία της πλευράς του Παραπονούμενου, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε από άποψη πρωτογενούς μαρτυρίας εκ μέρους κάποιου από τους ίδιους τους διαδίκους που να υποστηρίζει την μία ή την άλλη εκδοχή αναφορικά με την πιο πάνω πτυχή σε σχέση με την οποία εξέφρασε την γνώμη του ο Μ.Υ.1 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευριπίδου κ.α., Ποιν. Έφεση 176/2013 ημ. 06/04/2015, ECLI:CY:AD:2015:B250). Δ. Ευρήματα Δικαστηρίου Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης και με υπόβαθρο τόσο την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή όσο και τα γεγονότα που είτε δεν αμφισβητήθηκαν είτε αποτέλεσαν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, καταλήγω με ασφάλεια στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης: (α) ο Μ.Κ.1 εργάζεται ως φθαρτέμπορας, πουλώντας και παραδίδοντας φθαρτά σε πελάτες του επί πιστώσει. Ανάμεσα στους πελάτες του Μ.Κ.1 ήταν και κάποιος Αιμίλιος Χατζηχαραλάμπους (Φαττάλας), ο οποίος, στο πλαίσιο της συνεργασίας τους, παρέδωσε στον Μ.Κ.1 συμπληρωμένες τις επίδικες Επιταγές με μεταχρονολογημένη ημερομηνία πληρωμής, έναντι εξόφλησης χρέους από εμπορεύματα (φθαρτά) που ο Μ.Κ.1 του είχε παραδώσει επί πιστώσει, (β) ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, (γ) όλες οι επίδικες Επιταγές αναφέρουν στο όνομα του δικαιούχου τον Μ.Κ.1, (δ) οι δεκαπέντε από τις επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 1 - 14 και 16) προέρχονται από τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα Κύπρου υπ' αριθμό [ ], του οποίου εξουσιοδοτημένο για την ρηθείσα Τράπεζα πρόσωπο να υπογράφει επιταγές της από τον εν λόγω λογαριασμό ήταν ο Κατηγορούμενος 2. Ο ρηθέν λογαριασμός της Κατηγορούμενης 1 παγοποιήθηκε στις 14/08/2018. Οι υπόλοιπες τρείς επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 15, 17 και 18) προέρχονται από τον τραπεζικό λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην AstroBank υπ' αριθμό [ ], του οποίου εξουσιοδοτημένο για την ρηθείσα Τράπεζα πρόσωπο να υπογράφει επιταγές της από τον εν λόγω λογαριασμό ήταν επίσης ο Κατηγορούμενος 2, (ε) η κάθε επίδικη Επιταγή παρουσιάστηκε στην οικεία Τράπεζα για πληρωμή σε ημερομηνία μετά από εκείνη που ήταν πληρωτέα[4] αλλά δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΚΑΠ», εκτός στην περίπτωση της επίδικης Επιταγής υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 2) η οποία δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ», (στ) οι επίδικες Επιταγές δεν εξοφλήθηκαν εντός 15 ημερών από την ημερομηνία που παρουσιάστηκαν στην οικεία Τράπεζα για πληρωμή και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Ε. Συμπεράσματα Δικαστηρίου Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στους Κατηγορούμενους αποδίδεται η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154, για την στοιχειοθέτηση του οποίου η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, σωρευτικά, όλα τα συστατικά του στοιχεία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Λοΐζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω): «Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω αδικήματος προϋποθέτει, βεβαίως, την ύπαρξη έγκυρης και κανονικής επιταγής (βλ. L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 30/01/2015), ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 4 του Κεφ.154[5], και, έχοντας ως δεδομένο ότι μία επιταγή θεωρείται συναλλαγματική, το ζήτημα αυτό διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για συναλλαγματικές, εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο (βλ. L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω) και Μαυρουδή ν. Δικηγορικής Εταιρείας Chrysses Demetriades & Co LLC, Ποιν. Έφεση 156/18 ημ. 21/02/2019). Εκ των προϋποθέσεων, λοιπόν, που επηρεάζουν την εγκυρότητα μίας επιταγής είναι η υπογραφή της από τον εκδότη - εντολέα της (βλ. άρθρο 3 Κεφ. 262 και Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 96), χωρίς η υπόσταση της να επηρεάζεται επειδή συμπληρώθηκε ως προς τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της, με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη της ή από τον κάτοχο αυτής για αξία (βλ. άρθρα 12 και 20
(1)Κεφ. 262, L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω), (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:B707 και Ορφανίδου ν. Φυλακτού Πολ. Έφεση 99/2014 ημ. 16/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A514). Με υπόβαθρο, λοιπόν, τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, έπεται πως εκείνο που εν προκειμένω παραμένει επίδικο σε επίπεδο απόδειξης συστατικών στοιχείων είναι αυτό της έκδοσης των επίδικων Επιταγών, ζήτημα στο οποίο επικεντρώθηκε η αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας από την υπεράσπιση καθώς και η μαρτυρία που παρουσίασε, αμφισβητώντας έτσι ότι αυτές υπογράφηκαν από τον Κατηγορούμενο 2, που ήταν και το μοναδικό πρόσωπο το οποίο ήταν εξουσιοδοτημένο να υπογράφει εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 επιταγές από τους λογαριασμούς από τους οποίους προέρχονται οι επίδικες Επιταγές. Αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα, έχει νομολογηθεί ότι, στην απουσία άμεσης μαρτυρίας για αναγνώριση υπογραφής, αν αυτή δεν πιστοποιείται από το ίδιο το πρόσωπο που υπέγραψε είτε από πρόσωπο που ήταν παρών και επιμαρτυρεί το γεγονός της υπογραφής, η απόδειξη της υπογραφής μπορεί να προέλθει είτε από πρόσωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει την υπογραφή του υπογράψαντος ή από συγκριτική διεργασία πραγματογνώμονα γραφολόγου[6]. Εν προκειμένω, ενώ η πατρότητα της υπογραφής των επίδικων Επιταγών αμφισβητήθηκε ευθέως, και αυτό διεφάνη από την αρχή της δίκης, ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από πλευράς Παραπονούμενου τέτοιας ποιότητας και δύναμης που να αποδεικνύει, στον απαιτούμενο πλέον βαθμό, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι το πρόσωπο που υπόγραψε τις επίδικες Επιταγές. Αφενός, ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας ήταν παρών κατά την υπογραφή των επίδικων Επιταγών ή φάνηκε να γνωρίζει την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2 ή έστω να έχει την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη σε θέματα ελέγχου γνησιότητας υπογραφών και κανένας τους μάλιστα δεν ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες Επιταγές υπογράφονται από τον Κατηγορούμενο
- Ο Μ.Κ.1 δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο 2 και ουδεμία επαφή είχε μαζί του στο παρελθόν, όταν δε του υποβλήθηκε ότι οι επίδικες Επιταγές έχουν πλαστογραφηθεί από το πρόσωπο με το οποίο συναλλάχθηκε και από τον οποίο παρέλαβε έναντι της εν λόγω συναλλαγής τις επίδικες Επιταγές (τον Φαττάλα), απάντησε: «Να το αποδείξει ο ίδιος; Ξέρω εγώ; Εν ηξέρω.». Ο Μ.Κ.2, παρόλο που ήταν παρών κατά την υπογραφή των εγγράφων από τον Κατηγορούμενο 2 για το άνοιγμα του λογαριασμού της Κατηγορούμενης 1 στην AstroBank, ανέφερε ότι δεν έχει γραφολογικές γνώσεις μήτε ήταν σε θέση να τοποθετηθεί για ζητήματα που αφορούν την αυθεντικότητα της υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 ούτε είχε οποιαδήποτε εμπλοκή σε οποιοδήποτε έλεγχο της υπογραφής των Τεκμηρίων 15, 17 και 18, ως η διαδικασία «τεχνικού ελέγχου» που εξήγησε γενικά ότι ακολουθείται από την Τράπεζα σε περίπτωση παρουσίασης επιταγών για πληρωμή, αναφέροντας, περαιτέρω, ότι: «Εμείς απλώς, sorry που.η Τράπεζα βλέπει μια υπογραφή, αν το δείγμα ταυτοποιείται με βάση όσων φαίνονται, αλλά δεν μπορούμε να ξέρουμε αν έγινε οποιαδήποτε.». Τέλος, η Μ.Κ.3 περιορίστηκε και αυτή να εξηγήσει την διαδικασία που γενικά ακολουθείται από την Τράπεζα σε περίπτωση παρουσίασης μίας επιταγής για πληρωμή, κατά την οποία είπε ότι γίνεται και σχετικός έλεγχος της υπογραφής της από αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας, αναφέροντας ότι στην προκείμενη περίπτωση πρέπει να έγινε τέτοιος έλεγχος, χωρίς, ωστόσο, η ίδια να έχει γραφολογικές γνώσεις ή να είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στον εν λόγω έλεγχο, ούτε είδε στο παρελθόν τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει οποιοδήποτε έγγραφο και ούτε προέβη η ίδια σε έλεγχο της υπογραφής των Τεκμηρίων 1 - 14 και
- Ό,τι συμπερασματικά απλώς αναδύεται μέσα από την μαρτυρία των τραπεζικών υπαλλήλων (Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3) είναι ότι, δεδομένου του λόγου για τον οποίο επιστράφηκαν χωρίς να τιμηθούν οι επίδικες Επιταγές και ενόψει του «τεχνικού ελέγχου» που κατά κανόνα προηγείται από κάποιο τμήμα της Τράπεζας όταν μία επιταγή παρουσιάζεται για πληρωμή, έπεται ότι δεν ανέκυψε κατά τον προαναφερόμενο έλεγχο ζήτημα μη δέουσας υπογραφής των επίδικων Επιταγών από τον εκδότη τους. Όμως, το τεκμήριο της κανονικότητας, επί του οποίου ουσιαστικά περιορίστηκε η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 και το οποίο αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα της υπόθεσης του Παραπονούμενου για την απόδειξη του πιο πάνω επίδικου ζητήματος, δεν μπορεί να εφαρμοστεί για να αποδείξει, στον αναγκαίο βαθμό, συστατικό στοιχείο του αδικήματος (βλ. Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β΄ Έκδοση σελ. 244 και Omilos Laikou Distributors Ltd v. Καζαμία, Ποιν. Έφεση 179/2021 ημ. 15/02/2022, ECLI:CY:AD:2022:B63), όπως εν προκειμένω αυτό της υπογραφής των επίδικων Επιταγών, το οποίο περιλαμβάνεται στις προϋποθέσεις εκείνες που θα πρέπει να τεκμηριωθούν για να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της έκδοσης τους (βλ. άρθρο 2 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, και Χριστοδούλου ν. Τζιωρτζής, ανωτέρω). Από την άλλη, δεν προσφέρθηκαν επαρκή και ικανοποιητικά στοιχεία σε σχέση με την ποιότητα και αξιοπιστία του ελέγχου αυτού, αν πράγματι είχε γίνει έλεγχος, αφού η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 περιορίστηκε ουσιαστικά σε παράθεση της διαδικασίας που κατά κανόνα ακολουθείται από την εργοδότρια τους όταν παρουσιάζεται μία επιταγή για πληρωμή, χωρίς οι ίδιοι να είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή στον προαναφερόμενο «τεχνικό έλεγχο» και χωρίς να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στη δίκη το πρόσωπο που προέβηκε στον όποιο έλεγχο της υπογραφής των επίδικων Επιταγών κατά τον χρόνο που παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Ούτε δόθηκε οποιαδήποτε πληροφόρηση για το πρόσωπο αυτό καθώς και για το αν αυτός έχει οποιαδήποτε κατάρτιση στον έλεγχο της γνησιότητας υπογραφών, με την ως άνω αυτούσια περικοπή από την μαρτυρία του Μ.Κ.2 να υποδεικνύει (τουλάχιστον για τις επίδικες Επιταγές της AstroBank) το εντελώς αντίθετο. Περαιτέρω, ουδεμία πληροφόρηση επίσης δόθηκε ως προς τη διαδικασία και το επίπεδο βεβαιότητας του όποιου ελέγχου μπορεί να έγινε από πλευράς Τράπεζας στην υπογραφή των επίδικων Επιταγών, όπως για παράδειγμα αν αυτός έγινε στη βάση συγκριτικής διεργασίας με το πρωτότυπο δείγμα υπογραφής του Κατηγορούμενου 2 (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, δεν παρουσιάστηκε επειδή, σύμφωνα με τη μαρτυρία των τραπεζικών υπαλλήλων, τηρείται κάπου αλλού) ή με το αντίγραφο αυτού (όπως τα Τεκμήρια 20 και 21) και τους συνεπαγόμενους κινδύνους που ενέχει στην τελευταία αυτή περίπτωση ένας τέτοιος έλεγχος ως προς την αξιοπιστία και το βαθμό βεβαιότητας του, όπως το ζήτημα επεξηγήθηκε από τον Μ.Υ.
- Τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, στην έκταση που ενδιαφέρουν από άποψη μαρτυρίας για την απόδειξη του ζητήματος της έκδοσης των επίδικων Επιταγών, προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με εκείνα στην Καζαμία (ανωτέρω), στην οποία, παρόμοιας ποιότητας μαρτυρία κρίθηκε ότι δεν ήταν ικανοποιητική για να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των εκεί αναφερόμενων επιταγών. Ακόμα και οι συνθήκες που παρουσιάστηκαν ως προς τις οποίες οι επίδικες Επιταγές έφθασαν στον Μ.Κ.1 δεν αποκαλύπτουν τέτοιες περιστάσεις οι οποίες, ιδωμένες και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε για την πλευρά του Παραπονούμενου, θα ικανοποιούσαν, στον απαιτούμενο βαθμό, την έκδοση τους από την Κατηγορούμενη
- Επί παραδείγματι, σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, οι επίδικες Επιταγές παραδόθηκαν από τον Φαττάλα στον Μ.Κ.1 έναντι χρέους από φθαρτά που ο Μ.Κ.1 είχε παραδώσει στον Φαττάλα επί πιστώσει, χωρίς παράλληλα η μαρτυρία να αποκαλύπτει αν το χρέος αυτό προέρχονταν από φθαρτά που αγόρασε η Κατηγορούμενη 1 ή αν επρόκειτο για χρέος του Φαττάλα προς τον Μ.Κ.1, στο πλαίσιο της μεταξύ τους συνεργασίας. Παρόλο που ο Μ.Κ.1 επέλεξε να δώσει μαρτυρία σε σχέση με την εν λόγω συνεργασία του με τον Φαττάλα καθώς και για το αντάλλαγμα σε σχέση με το οποίο του παραδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές (επιλογή η οποία, συναφώς, επέφερε και την μη ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου που παρέχεται από το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 με συνεπακόλουθο να έφερε το βάρος να αποδείξει με αποδεκτή, αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία, την ύπαρξη νόμιμης αντιπαροχής για την «έκδοση» των επίδικων Επιταγών[7]), όταν ερωτήθηκε για το ζήτημα αυτό δεν θυμόταν να απαντήσει, αναφέροντας μάλιστα σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ότι ο Φαττάλας του έλεγε και εξέδιδε τα τιμολόγια σε μία τρίτη εταιρεία, η οποία δεν γνώριζε αν ήταν δική του. Περαιτέρω, εκτός του ότι οι επίδικες Επιταγές δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο συνδεθεί με χρέη της Κατηγορούμενης 1 προς τον Μ.Κ.1, προκύπτει μέσα από την μαρτυρία του τελευταίου ότι ολόκληρη η συνεργασία και όλες οι επαφές που είχε στο πλαίσιο αυτής αναφορικά με το χρέος που αφορούν οι επίδικες Επιταγές ήταν με τον Φαττάλα, χωρίς ο ίδιος να γνώριζε τότε, κατά το χρόνο που του παραδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, παρέμεινε απροσδιόριστος), τους Κατηγορούμενους, ενώ παράλληλα δεν αποκαλύπτεται από την μαρτυρία του ποια ήταν η σχέση του Φαττάλα με τους Κατηγορούμενους καθώς και ποια ήταν η όποια εμπλοκή του πρώτου στην Κατηγορούμενη 1. Οι γενικόλογες αναφορές στην μαρτυρία του Μ.Κ.1 σε σχέση με το ιστορικό της συνεργασίας του με τον Φαττάλα, στις οποίες περιλαμβάνονται και αναφορές του σε αριθμό διαφορετικών επιταγών (άλλων από τις επίδικες) που είπε ότι είχαν προηγουμένως τιμηθεί, χωρίς παράλληλα να επιμαρτυρείται αν και αυτές ή ποιες από αυτές προήλθαν από τους ίδιους πιο πάνω τραπεζικούς λογαριασμούς της Κατηγορούμενης 1, οι οποίες μάλιστα αναφορές δεν συνδυάζονται με γεγονότα ουσιαστικής εν προκειμένω σημασίας (όπως εκείνα που προαναφέρθηκαν) ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έφθασαν στην κατοχή του οι επίδικες Επιταγές αλλά και οι άλλες αναφερόμενες επιταγές, δεν αποτελούν, παρά τα όσα επιχειρηματολόγησε η πλευρά του Παραπονούμενου, τέτοια περιστατική μαρτυρία που να οδηγεί με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν από την Κατηγορούμενη 1 με την υπογραφή του Κατηγορούμενου 2[8]. Η κατάληξη αυτή ουδόλως διαφοροποιείται ακόμα και αν οι πιο πάνω αναφορές του Μ.Κ.1 ιδωθούν με όλα τα υπόλοιπα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, ως αυτά αναδύονται από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, ή ακόμα και με τη θέση που προβάλλεται μέσω των αγορεύσεων της πλευράς του Παραπονούμενου περί ανυπαρξίας οποιουδήποτε παραπόνου από πλευράς Κατηγορουμένων προς την αρμόδια Τράπεζα ή προς την Αστυνομία αναφορικά με πλαστογραφία στις επίδικες Επιταγές, αφού, εν πάση περιπτώσει, τέτοια θέση δεν υποστηρίζεται από θετική μαρτυρία που να επιμαρτυρεί το γεγονός αυτό. Υπό τις δοσμένες, λοιπόν, περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, και έχοντας υπόψη όλα όσα προειπώθηκαν μετά και την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, καταλήγω ότι η πλευρά του Παραπονούμενου απέτυχε να αποδείξει στον αναγκαίο βαθμό, δηλαδή έξω από κάθε λογική αμφιβολία, το συστατικό στοιχείο της έκδοσης των επίδικων Επιταγών, γεγονός το οποίο καθιστά, από μόνο του, μοιραία και την τύχη της παρούσας υπόθεσης. Στ. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται προς όφελος των Κατηγορουμένων και εναντίον του Παραπονούμενου, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εξόδων ενόψει της κοινής υπεράσπισης και εφόσον οι Κατηγορούμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 (Α)
(1)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» [2] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746 και Φελλά ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 8/2021 ημ. 03/06/2021. [4] Η ημερομηνία παρουσίασης της κάθε επίδικης Επιταγής στην οικεία Τράπεζα προκύπτει από το περιεχόμενο των σφραγίδων που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 1 - 18, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 (Α)
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αντίστοιχης κατάστασης λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 19 (σε σχέση με τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην AstroBank) και ως Τεκμήριο 22 (σε σχέση με τον λογαριασμό της Κατηγορούμενης 1 στην Τράπεζα Κύπρου). [5] Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσης της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή» [6] Βλ. Χ''Ιωάννου ν. Δημητρίου
(2000)2 Α.Α.Δ. 62, Αναστασίου v. Τιμοθέου, Ποινική Έφεση Aρ. 5/2014, ημερ. 24.3.2017, VBH (CYPRUS) LTD v. WINDOORS UPVC SYSTEMS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 204/2014, ημ. 28/11/2017, Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» Β΄ Έκδοση σελ. 365 - 369, 573, 575 και 600. [7] Βλ. Παναγιώτου Μακάριος ν. Γεωργίας Φουρνίδου
(2012)2 Α.Α.Δ. 916, Τριφταρίδη ν. Ηρακλέους, Ποιν. Έφεση 340/2015 ημ. 18/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B407, Κυριάκου ν. Ηλία, Ποιν. Έφεση 188/2016 ημ. 31/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B468, Δρούγκα ν. Μάριου, Ποιν. Έφεση 248/2018, ημ. 31/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B454 και Γαβριηλίδης ν. Αρμινιώτης, Ποιν. Έφεση 16/2019 ημ. 24/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:B108. [8] Όπως αναφέρθηκε στην Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2015/2012 ημ. 06/04/2015 «Η περιστατική μαρτυρία δεν είναι με οποιοδήποτε τρόπο υποδεέστερη της άμεσης μαρτυρίας. Αντίθετα, όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102 σελ. 119 - 120 και επαναλήφθηκε στην Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 748 και στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου
(2010)2 Α.Α.Δ. 525, όταν η μαρτυρία «... είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους ...». Αυτό, διότι η περιστατική μαρτυρία πρέπει να είναι καταλυτική ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου με τους κρίκους της αλυσίδας της να είναι τόσο συνεκτικά στερεωμένους μεταξύ τους ώστε να μην παρέχεται έδαφος για άλλη λογική εξήγηση εκτός του ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος του αδικήματος. Με την περιστατική μαρτυρία πρέπει το αδίκημα να συνδέεται με τον κατηγορούμενο και την ενοχή του κατά τρόπο άμεσο και ασυμβίβαστο με άλλη λογική ερμηνεία, (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73). Η περιστατική μαρτυρία πρέπει ταυτόχρονα, κατά τη νομολογία, (Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 428 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παναγιώτη Νικολάου - πιο πάνω -), να μην περιέχει κενά στην πορεία της ώστε να παρέχεται η αναγκαία ασφάλεια στην απόφαση περί ενοχής.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο