← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11081/19, 30/6/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Σ. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 11081/19, 30/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11081/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Σ. Μ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30/6/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Α. Παναγή Για τον Κατηγορούμενο: κος. Α. Κλεάνθους Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει μια κατηγορία για αμελή οδήγηση κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 18/12/2018, στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στην Κοκκινοτριμιθιά της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] (στο εξής το Αυτοκίνητο), χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε 4 μάρτυρες. Τον Αστυφύλακα [ ] Νίκο Χριστοφόρου (στο εξής ο ΜΚ1), την παραπονούμενη Μ. Ι. (στο εξής η ΜΚ2), τον Κ. Α. (στο εξής ο ΜΚ3) και τον Δρ. Α. Ζ. (στο εξής ο ΜΚ4) Μαρτυρία ΜΚ1 Πρώτος εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, έδωσε μαρτυρία ο αστυφύλακας [ ] Νίκος Χριστοφόρου. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 18/12/2018 περί ώρα 18:14, επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος με εμπλεκόμενους τον Κατηγορούμενο οδηγό του Αυτοκινήτου και την πεζή ΜΚ
  2. Είχε μεταβεί στο σημείο μετά από πάροδο μερικών λεπτών, αφού ο Αστυνομικός Σταθμός βρίσκεται σε κοντινό σημείο. Ετοίμασε στην παρουσία του Κατηγορούμενου πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2). Όπως ανέφερε, το Τεκμήριο 2 το είχε εξηγήσει στον Κατηγορούμενο και ο τελευταίος το υπόγραψε. Ανέφερε επίσης ότι το υπόγραψε και η ΜΚ2, χωρίς όμως να διευκρινίσει κατά πόσον της το είχε επεξηγήσει. Η ΜΚ2 μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου λόγω της σοβαρότητας των τραυμάτων της παρέμεινε για νοσηλεία. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του, κατά τη στιγμή της σύγκρουσης επικρατούσε σκοτάδι, το σημείο φωτίζεται με οδικό φωτισμό ισχυρής τάσεως, ο καιρός ήταν αίθριος και ο δρόμος του δυστυχήματος είναι λεωφόρος διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε πορεία. Με τα φώτα πορείας του Αυτοκινήτου σε χαμηλή στάση, η ορατότητα του Κατηγορούμενου ήταν περίπου 30 μέτρα. Στο πίσω μέρος του Τεκμηρίου 2, ο ΜΚ1 σημείωσε τις ζημιές στο Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, οι οποίες εντοπίστηκαν σχεδόν στο μέσο του καπό του αυτοκινήτου και στην αριστερή πλευρά του ανεμοθώρακα. Η ΜΚ2 φορούσε ρούχα μαύρου χρώματος. Δεν εντόπισε ίχνη τροχοπέδησης πριν από το σημείο σύγκρουσης, εντόπισε όμως ίχνη μήκους 6,3 μέτρων μετά το σημείο σύγκρουσης. Η απόσταση μεταξύ των λαμπτήρων που βρίσκονταν σε πασσάλους ήταν 30 μέτρα και βρίσκονταν μόνο στη μία πλευρά του δρόμου, δηλαδή στην πλευρά που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Η σύγκρουση έγινε σε απόσταση 17,2 μέτρων από τον ένα λαμπτήρα και 12,8 μέτρων από τον άλλο, δηλαδή σχεδόν στο ενδιάμεσο των δύο λαμπτήρων. Στην αντίθετη πλευρά του δρόμου υπήρχε εστιατόριο, το οποίο παρείχε επιπλέον φωτισμό στον χώρο. Διαφώνησε ότι η πλευρά του δρόμου που δεν είχε λαμπτήρες ήταν σκοτεινή, αναφέροντας ότι ο οδικός φωτισμός που υπήρχε κάλυπτε και τις δύο πλευρές του δρόμου. Συμφώνησε όμως ότι, όσο απομακρύνεται κάποιος από τον λαμπτήρα, η ένταση του φωτός μειώνεται. Ήταν η θέση του ότι υπήρχε ορατότητα ως προς την πορεία που είχε ο Κατηγορούμενος σε σχέση με την πεζή. Συμφώνησε σε υποβολή ότι το σημείο που φαίνεται να επιχείρησε να διασταυρώσει η ΜΚ2, ήταν το πιο σκοτεινό στην εγγύς περίμετρο. Σημειώνεται ότι υποβλήθηκαν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τα Τεκμήρια προς αναγνώριση Α και Β, τα οποία ουδέποτε κατατέθηκαν ως κανονικά Τεκμήρια και ως εκ τούτου θα αγνοηθούν (βλ. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου v. Πλοίο «Arabella»

(2003)1 ΑΑΔ 900, και Demeco co. ν. Beckhoff
(1988)1 CLR 82). Ο ΜΚ1, κατέθεσε επίσης γραπτή κατάθεση του συνοδηγού του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 11). Το εν λόγω πρόσωπο δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία στο Δικαστήριο, χωρίς να έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση σε σχέση με τον λόγο που η Κατηγορούσα Αρχή δεν το έχει πράξει. Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες των άρθρων 27
(2)(α) και 27
(3)του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, κρίνω ότι το Τεκμήριο 11 δεν είναι αποδεκτή μαρτυρία. ΜΚ2 Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της η ΜΚ2 κλήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή να αναγνωρίσει την κατάθεσή της (Τεκμήριο 12), στην οποία ανέφερε ότι στις 18/12/2018, περί ώρα 18:10, έφτασε με το λεωφορείο στην Κοκκινοτριμιθιά και αποβιβάστηκε σε μια στάση λεωφορείου που βρίσκεται κοντά σε μια διάβαση πεζών και ένα περίπτερο. Αναφέρεται, στην κατάθεση, ότι μετά την αποβίβασή της δεν θυμάται κάτι, ενώ το επόμενο πράγμα που θυμόταν, ήταν πως βρέθηκε στο νοσοκομείο μαζί με συγγενικά της πρόσωπα, τα οποία την ενημέρωσαν ότι είχε εμπλακεί σε δυστύχημα. Παρ' όλα αυτά, συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο σκηνής και το υπέγραψε. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει την κατάθεση, ενώ κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο, επανέλαβε ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε, αφού από το δυστύχημα είχε υποστεί αμνησία. ΜΚ3 Ο ΜΚ3 ήταν αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Καθώς υπάρχουν κάποιες διαφορές μεταξύ της γραπτής του κατάθεσης και της μαρτυρίας που έδωσε στο Δικαστήριο (για λόγους που καταγράφονται πιο κάτω), κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα όσα ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση και κατά την προφορική του μαρτυρία ξεχωριστά. Γραπτή Κατάθεση ΜΚ3 (Τεκμήριο 7) Σύμφωνα με τη γραπτή κατάθεση του ΜΚ3, στις 18/12/2018 περί ώρα 18:10, οδηγούσε το αυτοκίνητό του στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου στην Κοκκινοτριμιθιά, με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Κοκκινοτριμιθιά. Ήταν μόνος του στο αυτοκίνητο, τα φώτα πορείας του ήταν στη χαμηλή στάση, η τροχαία κίνηση ήταν αραιή, η ταχύτητά του ήταν περίπου 40 ΧΑΩ και οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Καθώς οδηγούσε, σε απόσταση περίπου 10 μέτρων από τα φώτα διαβάσεως πεζών στην οποία ήταν αναμμένο το πράσινο φως, αντιλήφθηκε περίπου στη μέση του δρόμου τη ΜΚ2, η οποία φορούσε μαύρα ρούχα, να επιχειρεί διασταύρωση από τη λωρίδα του προς το αντίθετο ρεύμα. Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει κατά πόσον έτρεχε ή περπατούσε. Ταυτόχρονα, σε πολύ κοντινή απόσταση από τη ΜΚ2, πρόσεξε ένα αυτοκίνητο με αναμμένα τα φώτα να την πλησιάζει. Πριν προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε, είδε τη ΜΚ2 να πέφτει πάνω στο καπό και μετά στην άσφαλτο και το αυτοκίνητο να σταματά. Από τη στιγμή που αντιλήφθηκε τη ΜΚ2 στον δρόμο μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης, δεν υπήρχε οποιοδήποτε αυτοκίνητο που να προπορεύεται του δικού του ή του Αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Προφορική μαρτυρία ΜΚ3 Κατά την προφορική του μαρτυρία, αποσπάσματα της οποίας κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια, ο ΜΚ3 ανέφερε: «Η κοπέλα ξεκίνησε από την πίσω μεριά του λεωφορείου να περάσει. Εγώ που την είδα στην αρχή, ναι ήμουν πιο πίσω από τα φώτα της διαβάσεως, προχωρά η κοπέλα προχωρώ και εγώ, δηλαδή πλησίασα πολλά κοντά τζιαί πέρασε στην επόμενη λωρίδα τζιαί χτυπήθηκε που τον οδηγό». Όπως ανέφερε, είχε προσέξει τη ΜΚ2 να επιχειρεί διασταύρωση περίπου στα 25 με 30 μέτρα απόσταση ίσως και περισσότερο. Ο ίδιος αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τη ΜΚ2 μόλις ξεπρόβαλε πίσω από το λεωφορείο, αναφέροντας σχετικά «.δεν ήταν σκοτάδι, αλλά η ορατότητα δεν ήταν και τόσο εμφανής, ήταν ελλιπής από φωτισμό, εννοώ δεν φαινόταν καθαρά.» Ακολούθως ανέφερε σχετικά «.Εγώ αντιλήφθηκα την πεζή. Από τη στιγμή που ξεκίνησε μέχρι που χτυπήθηκε αφού λέω «Παναγία μου θα»... Τρόμαξα μονομιάς μόλις.......» Όπως ανέφερε, η ΜΚ2 κατά τη διασταύρωση βάδιζε κανονικά («.δεν έτρεχε, ούτε και τέλεια slow, πήγαινε κανονικά.»). Ξεκαθάρισε ότι τα όσα αναγράφονται στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 7), δεν είναι ακριβώς αυτά που είχε υπαγορεύσει στον Αστυνομικό που την κατέγραφε, αναφέροντας ότι δεν του είχε διαβαστεί πριν την υπογράψει, ούτε μπόρεσε να την διαβάσει γιατί ήταν δυσανάγνωστη (η κατάθεση ήταν χειρόγραφη). Ανέφερε επίσης ότι, η γλώσσα που χρησιμοποιείται στη γραπτή κατάθεση δεν είναι γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ίδιος. Κατά τη μαρτυρία του ανέφερε συγκεκριμένα: «.Εγώ δεν έχω, δεν είμαι ούτε του σχολείου ούτε τίποτε, το επιχειρεί και δεν επιχειρεί δεν είμαι εγώ που το έγραψα.» Διευκρίνισε ότι το λεωφορείο που υπήρχε σε στάση κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, δεν βρισκόταν εντός των δύο λωρίδων κυκλοφορίας αλλά στην τρίτη λωρίδα, όπως τη χαρακτήρισε. ΜΚ4 Τέταρτος μάρτυρας, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, έδωσε μαρτυρία ο Δρ. Α. Ζ., ο οποίος είναι ορθοπεδικός χειρουργός και κατά τα τελευταία 6 χρόνια εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Ανέφερε, ότι είναι γιατρός από το
  1. Δόθηκε άδεια όπως δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 ως το ενημερωτικό σημείωμα-εξιτήριο που δόθηκε στη ΜΚ2 όταν είχε νοσηλευτεί στις 19/12/
  2. Επεξήγησε τους τραυματισμούς της ΜΚ
  3. Δεν ανέφερε κάτι που να είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Σε ερώτηση κατά πόσον δικαιολογείται η ΜΚ2, με βάση τους τραυματισμούς που είχε υποστεί να είχε αμνησία, απάντησε «δεν είμαι ειδικός». Συνεπώς, αφού ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι δεν έχει εμπειρογνωμοσύνη για να προσφέρει γνώμη σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, οτιδήποτε ανέφερε σε σχέση με αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Κατηγορούμενος Με το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, αφού ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι, τη συγκεκριμένη ημέρα είχε ξεκινήσει από το σπίτι του στο Παλιομέτοχο, έχοντας επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο, τη σύζυγό του και ένα φιλικό τους ζευγάρι. Η κατεύθυνσή του ήταν προς το νέο «Mall» Λευκωσίας. Είχε τα φώτα πορείας του στη χαμηλή στάση. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, η τροχαία κίνηση ήταν αραιή, μπροστά του δεν υπήρχε άλλο αυτοκίνητο και η ταχύτητά του ήταν περίπου 30 - 40 ΧΑΩ. Πλησιάζοντας τη φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών, πρόσεξε ότι το φως στο φανάρι της διάβασης ήταν πράσινο και στη διάβαση δεν υπήρχε κάποιο άτομο. Ξαφνικά, χωρίς να αντιληφθεί οτιδήποτε, άκουσε στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του ένα δυνατό χτύπημα και πρόσεξε έναν άνθρωπο να πετάγεται στο καπό του αυτοκινήτου του και στη συνέχεια να κτυπά στον ανεμοθώρακα. Λίγο πριν τη σύγκρουση, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (ως η πορεία του), κινείτο με αντίθετη κατεύθυνση ένα αυτοκίνητο με αναμμένα φώτα. Αμέσως μετά τη σύγκρουση, προέβη σε χρήση των φρένων. Το αυτοκίνητό του ακινητοποιήθηκε στη θέση που το βρήκε η Αστυνομία. Στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 4) ισχυρίστηκε ότι με τα φώτα του Αυτοκινήτου του στη χαμηλή στάση, μπορεί να δει καθαρά σε απόσταση περίπου 20 μέτρων. Κατά την προφορική του μαρτυρία ισχυρίστηκε ότι, με τα φώτα στη χαμηλή στάση, μπορούσε η ορατότητα του ήταν περίπου 70 - 80 μέτρα. Συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο που κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  4. Όπως ανέφερε, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας, δεν υπήρχε φυσικός φωτισμός, ο ένας λαμπτήρας από τους δύο που υπήρχαν ήταν κοντά σε ένα φοινικόδεντρο που περιόριζε τον φωτισμό του και στην αντίθετη λωρίδα (όπου δεν υπήρχε φωτισμός από λαμπτήρες) ο όποιος φωτισμός υπήρχε, εμποδιζόταν από το λεωφορείο που βρισκόταν στη σκηνή. Ανέφερε ότι το λεωφορείο που ήταν στη σκηνή βρισκόταν σε στάση, μέσα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του. Ανέφερε ότι δεν είχε καθόλου χρόνο για να αντιδράσει και να αποφύγει την πεζή. ΜΥ 1 Ο ΜΥ 1 κλήθηκε από την Υπεράσπιση, για να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας σε θέματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Με τη συγκατάθεση της Κατηγορούσας Αρχής, δόθηκε άδεια να καταθέσει ως πραγματογνώμονας. Ο μάρτυρας κατάθεσε ως Τεκμήριο 14 έκθεση αναπαράστασης τροχαίου δυστυχήματος. Ο ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε τις παρατηρήσεις και μετρήσεις του ΜΚ1, αντίθετα βασίστηκε σ' αυτές για την κατάληξή του σε τελικά συμπεράσματα. Σύμφωνα με τις μετρήσεις και υπολογισμούς του, ο ΜΥ1 κατέληξε ότι από τη στιγμή που η ΜΚ2 εισήλθε εντός του πεδίου ορατότητας του Κατηγορουμένου, αυτός είχε στη διάθεσή του 1,2 δευτερόλεπτα για να αντιδράσει. Προέβη στους υπολογισμούς του, θεωρώντας ως δεδομένο ότι το λεωφορείο από το οποίο αποβιβάστηκε η ΜΚ2 είχε σταματήσει εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (ως η πορεία του Κατηγορουμένου), στην οποία κινούνταν τα οχήματα με κατεύθυνση προς φώτα τροχαίας Κοκκινοτριμιθιάς. Πρόσθεσε όμως ότι, και να μην υπήρχε το λεωφορείο στο σημείο, η ΜΚ2 πάλι δεν θα ήταν ορατή από τον Κατηγορούμενο λόγω ελλιπούς οδικού φωτισμού. Καταληκτικά ο ΜΥ1 αναφέρει ότι: «Εν όψη των πιο πάνω στοιχείων και πραγματικών γεγονότων εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο οποιοσδήποτε οδηγός υπό τις συνθήκες δεν θα μπορούσε να δει την πεζή που διασταύρωνε. Με βάση τον Κώδικα οδικής κυκλοφορίας, η πεζή Μαρία Ιωάννου όφειλε να διαταυρώσει από την φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών που ήταν μόνο 35 μέτρα πιο ανατολικά και το γεγονός ότι παραβίασε τους πιο πάνω κανονισμούς φέρει την κύρια ευθύνη για το δυστύχημα.» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ4 και ο ΜΥ1 κλήθηκαν για να δώσουν μαρτυρία ως πραγματογνώμονες. Σύμφωνα με τη Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017 όπου συνοψίζονται οι αρχές σε σχέση με μαρτυρία πραγματογνωμόνων: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ' ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(20013)EWCA, Crim. 162).» Σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298 αναφέρθηκε ότι: «..βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Νικολάου (πιο πάνω), Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Σημειώνεται ότι, το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα δεν θα πρέπει να στηρίζεται σε μη αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746), ούτε σε γεγονότα που δεν έχουν τεθεί ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Παύλου ν. Ανδρέου, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, 26/3/2014), ECLI:CY:AD:2014:A
  1. Ο ΜΚ1 δεν ήταν παρών κατά τη στιγμή του δυστυχήματος, η μαρτυρία του περιορίστηκε στα ευρήματά του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεών του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε με τρόπο φυσικό, άμεσο, σαφή και χωρίς επιτήδευση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τις παρατηρήσεις του στη σκηνή και το πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε (Τεκμήρια 2 και 3). Αποδέχομαι επίσης ότι με τα φώτα πορείας του Αυτοκινήτου στη χαμηλή στάση, η ορατότητα του Κατηγορουμένου ήταν 30 μέτρα. Η μαρτυρία της ΜΚ2 δεν ήταν βοηθητική στο Δικαστήριο για την εξαγωγή ευρημάτων. Στην κατάθεσή της στην Αστυνομία απλά τοποθετεί τον εαυτό της στη σκηνή (γεγονός που δεν αμφισβητείται) και αναφέρει πως δεν θυμόταν πως επεσυνέβη το ατύχημα, στην δε προφορική της μαρτυρία τήρησε την ίδια στάση. Αν και ξενίζει το Δικαστήριο η στάση της αναφορικά με την μη αναγνώριση της υπογραφής της στη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 12), εκείνο που είναι ουσιαστικό είναι πως, ούτε σε αυτήν αναφέρεται οτιδήποτε αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα. Επομένως, δεν διαπιστώνεται πρόθεσή της, να αποκρύψει γεγονότα από το Δικαστήριο αναφορικά με το δυστύχημα. Η δε θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης επί το ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 μπορεί να οδηγήσει σε εξαγωγή οποιουδήποτε ευρήματος δεν με βρίσκει σύμφωνο. Πέραν του ότι στην κατάθεση αναφέρεται ότι η ΜΚ2 ήταν στη σκηνή και τραυματίστηκε αφού κατέβηκε από το λεωφορείο, δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που να κρίνεται βοηθητικό. Σημειώνω πως στο Τεκμήριο 12 δεν αναφέρεται σε ποιο σημείο του δρόμου είχε σταματήσει το λεωφορείο, στοιχείο ουσιώδες για την παρούσα υπόθεση. Ο ΜΚ3 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με τρόπο φυσικό και άμεσο. Δεν διέκρινα οποιανδήποτε επιτήδευση από μέρους του και δεν έχω αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Σημειώνω ότι, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι η γραπτή του κατάθεση είχε καταγραφεί από αστυνομικό και δεν καταγράφηκε ακριβώς όπως την υπαγόρευσε. Ανέφερε ότι δεν την διάβασε λόγω δυσκολίας του να κατανοήσει τον γραφικό χαρακτήρα του αστυνομικού. Ανέφερε επίσης, ότι είναι χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και πράγματι, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, διέκρινα κάποια δυσκολία του να εκφραστεί σε επίσημο λόγο. Σε αυτό το γεγονός αποδίδω και κάποιες λεκτικές ασάφειες που παρουσιάζει η μαρτυρία που έδωσε. Κρίνω ότι τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΚ3 είναι αληθή, ορθά και ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Αποδέχομαι από τη μαρτυρία του ότι η ΜΚ2 επιχείρησε να διασταυρώσει τον δρόμο από αριστερά προς δεξιά, ως η πορεία του, έχοντας περάσει από το πίσω μέρος του λεωφορείου, το οποίο βρισκόταν σε στάση εντός της τρίτης λωρίδας (αριστερά από τη λωρίδα στην οποία ο ίδιος ήλαυνε). Αποδέχομαι επίσης τη θέση του ότι, παρά το γεγονός ότι υπήρχε μειωμένος φωτισμός στο σημείο, η ΜΚ2 ήταν εμφανής, αφού όπως ανέφερε, αντιλήφθηκε την παρουσία της από την πρώτη στιγμή που εισήλθε στον δρόμο για να διασταυρώσει. Ο ΜΚ4, μου άφησε καλή εντύπωση και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του όμως ήταν άσχετη με τα επίδικα θέματα. Το μοναδικό θέμα στο οποίο η μαρτυρία του ήταν σχετική, ήταν το κατά πόσον η ΜΚ2 είχε όντως υποστεί αμνησία λόγω του δυστυχήματος. Στο θέμα αυτό, ο ΜΚ4 ξεκαθάρισε ότι δεν είναι ειδικός, συνεπώς τα όσα ανέφερε σχετικά θα αγνοηθούν ως μαρτυρία γνώμης που αφορά θέμα εκτός του πεδίου της πραγματογνωμοσύνης του. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Με τη μαρτυρία του αποκαλύφθηκε η (σχεδόν εμμονική) του θέση, ότι την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα είχε η ΜΚ2 που δεν χρησιμοποίησε τη διασταύρωση πεζών, παραγνωρίζοντας την ευθύνη που ο ίδιος είχε να επιδεικνύει παρατηρητικότητα, προσοχή και επιμέλεια και στο σημείο του δυστυχήματος. Παραπέμπω σε σχετικά αποσπάσματα: Ερώτηση: «Εσείς οδηγούσατε λίγο πριν το δυστύχημα, τι βλέπατε μπροστά σας;» Απάντηση: «Έβλεπα μπροστά μου και έβλεπα και τη διάβαση πεζών, γιατί αν κτυπήσεις κάποιου στη διάβαση πάεις φυλακή.» Και σε άλλο σημείο: Ερώτηση: «Επίσης σου υποβάλλω ότι οδηγούσες χωρίς να καταβάλεις την εύλογη μέριμνα για τα άλλα άτομα που χρησιμοποιούν τον δρόμο.» Απάντηση: «Όχι, αφού έχει διάβαση πεζών δεν μπορείς να χρησιμοποιείς, αφού η διάβαση πεζών ήταν 50 μέτρα και προσέχεις να δεις τη διάβαση πεζών. Ο άνθρωπος που οδηγά βλέπει τη διάβαση πεζών.». Εντύπωση προκαλεί και ο τρόπος που περίγραφε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του τη σύγκρουση, αναφέροντας ότι η ΜΚ2 .«έδωκε πάνω μου». «πετάχτηκε από το λεωφορείο και μου κτύπησε εμένα» . «ήρθε και κτύπησε στην αριστερή πάντα του αυτοκινήτου και πάνω στο γυαλί». Σύμφωνα με τον ΜΚ1, οι ζημιές στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου ήταν «στο μπροστινό μέρος του καπό και στο αριστερό μέρος του ανεμοθώρακα μπροστά από τη θέση του συνοδηγού». Το γεγονός αυτό, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, αλλά αποτελούσε και θέση του ΜΥ
  2. Με βάση την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου και το σημείο σύγκρουσης στα Τεκμήρια 2 και 3 (με τα οποία ο Κατηγορούμενος συμφώνησε και τα υπέγραψε ως ορθά), οι ζημιές στο αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, ουδόλως παραπέμπουν σε σύγκρουση όπως επιχειρούσε να την περιγράψει ο Κατηγορούμενος (. «στην αριστερή πάντα του αυτοκινήτου.»). Προσέτι, ενώ ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι δεν είχε προσέξει καθόλου τη ΜΚ2 πριν τη σύγκρουση, εντούτοις επιχείρησε να περιγράψει την κίνησή της («πετάχτηκε από το λεωφορείο και μου κτύπησε εμένα»). Ο Κατηγορούμενος έχει υποπέσει και σε μια ουσιώδη για την υπόθεση αντίφαση. Στη γραπτή του κατάθεση αναφέρει ότι με τα φώτα του Αυτοκινήτου του στη χαμηλή στάση, μπορούσε να δει καθαρά περίπου μέχρι 20 μέτρα. Κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι, λόγω του ότι το Αυτοκίνητό του ήταν καινούργιο, με τα φώτα στη χαμηλή στάση μπορούσε να δει μέχρι 70-80 μέτρα μακριά. ΜΥ1 Ο ΜΥ 1 κλήθηκε από την Υπεράσπιση για να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Στην παρούσα υπόθεση, η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αμφισβητήσει τα προσόντα και εμπειρία του ΜΥ1, αλλά έχει αμφισβητήσει την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Ο ΜΥ1 δεν μου άφησε καλή εντύπωση. Σε πολλά σημεία η έκθεσή του (Τεκμήριο 14) και τα τελικά του συμπεράσματα παρουσιάζουν ουσιαστικά κενά τα οποία παραθέτω πιο κάτω: · Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι για τους υπολογισμούς του, είχε τοποθετήσει το λεωφορείο από το οποίο αποβιβάστηκε η ΜΚ2, εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ως η πορεία του Κατηγορουμένου, στην οποία κινούνταν τα οχήματα με κατεύθυνση προς φώτα τροχαίας Κοκκινοτριμιθιάς. Η τοποθέτηση του λεωφορείου στο συγκεκριμένο σημείο έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΚ3 (την οποία έχω κάνει αποδεκτή), ο οποίος ανέφερε ότι το λεωφορείο βρισκόταν στην τρίτη λωρίδα που υπήρχε (ο ΜΚ3 την χαρακτήρισε τρίτη γραμμή). Παραδέχτηκε δε ότι, αν τοποθετούσε το λεωφορείο εντός του κόλπου στάθμευσης (όπως τον αποκάλεσε), δηλαδή εκτός της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγεί από Λευκωσία προς Κοκκινοτριμιθιά, τα δεδομένα και οι μετρήσεις του θα ήταν διαφορετικά. · Ο μάρτυρας παράθεσε στην έκθεσή του, φωτογραφίες που έλαβε σε μεταγενέστερο βράδυ σε σχέση με την ημέρα της σύγκρουσης. Κατά την αντεξέταση παραδέχτηκε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει εάν οι συνθήκες φυσικού φωτισμού (από τη σελήνη και τον ουρανό) ήταν οι ίδιες με το βράδυ που έλαβε τις φωτογραφίες. · Ο μάρτυρας συμπεριέλαβε και φωτογραφίες τις οποίες ανέφερε ότι έλαβε από εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας που κάλυπτε τον Κατηγορούμενο ως οδηγό του μηχανοκίνητου οχήματος, χωρίς όμως να έχει προσφερθεί μαρτυρία από τους αρχικούς λήπτες των εν λόγω φωτογραφιών, για να γνωρίζει το Δικαστήριο πότε λήφθηκαν και κάτω από ποιες συνθήκες. · Παραδέχτηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι, για να ετοιμάσει την έκθεσή του έλαβε υπόψη και στοιχεία τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στο μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, ανέφερε τη μαρτυρία που έδωσε ο Κατηγορούμενος στην ασφαλιστική εταιρεία που τον κάλυπτε για ευθύνη έναντι τρίτου και τις φωτογραφίες που του δόθηκαν από τον εκπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας. · Λόγω του ότι δεν είχε ειδικό μηχάνημα για την καταμέτρηση του συντελεστή τριβής, για τον υπολογισμό της ταχύτητας του Κατηγορουμένου χρησιμοποίησε τον μέσο όρο από κάποιον πίνακα, τον οποίο δεν είχε περιλάβει στο Τεκμήριο 14, ούτε παρέπεμψε σε σχετική βιβλιογραφία. · Για τους υπολογισμούς του, χρησιμοποίησε ως ταχύτητα πεζής γυναίκας στην ηλικία της Κατηγορούμενης τα 1,4 μέτρα ανά δευτερόλεπτο, χωρίς να παραπέμψει σε σχετική βιβλιογραφία. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, δεν μπορώ να στηριχτώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 3/3/2018): «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 είναι σχετικό με το τι συνιστά αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικα αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Διαφωτιστική είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. Mc Gill, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019 όπου αναφέρθηκε ότι: «Υπό το φως των αλώβητων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι φανερό ότι ο εφεσείων είχε πλήρη ευθύνη έχοντας υπόψη την διαχρονική και σαφή νομολογία ότι ένας οδηγός οφείλει να επιδεικνύει την ανάλογη επιμέλεια κινούμενος με το όχημα του, έχει δε καθήκον φροντίδας για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούν επίσης τον δρόμο, περιλαμβανομένων και πεζών. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράληψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Αναφέρθησαν και από τις δυο πλευρές διάφορες αποφάσεις ως προς την κατανομή της ευθύνης και την κατ΄ ισχυρισμόν επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας από την πλευρά της εφεσίβλητης. Δεν χρειάζεται όμως αναφορά σε αυτές δεδομένου ότι όπως έχει υποδειχθεί και στη Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12 ημερ. 27.6.2018, η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό (Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178). Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας, (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28). Παράλληλα με τα πιο πάνω, τονίζεται ότι σύμφωνα με την Λουκά v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 187/2018, ημερ. 18/9/2019 ECLI:CY:AD:2019:B375, σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Ευρήματα Στις 18/12/2018 περί ώρα 18:10, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητό του στη Λεωφόρο Γρηγόρη Αυξεντίου με κατεύθυνση από Κοκκινοτριμιθιά προς Λευκωσία. Την ίδια ώρα, η ΜΚ2 είχε αποβιβαστεί από λεωφορείο σε στάση λεωφορείου και επιχείρησε να διασταυρώσει από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την κατεύθυνση του Κατηγορουμένου. Το λεωφορείο από το οποίο αποβιβάστηκε η ΜΚ2, είχε σταματήσει σε κόλπο στάθμευσης που βρισκόταν εκτός των δύο λωρίδων της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου (δεξιά ως η πορεία του Κατηγορουμένου). Η ΜΚ2, αφού αποβιβάστηκε από το λεωφορείο, κινήθηκε από την πίσω πλευρά του, και στη συνέχεια εισήλθε εντός του δρόμου της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου, με σκοπό να διασταυρώσει για να περάσει απέναντι. Πριν εισέλθει η ΜΚ2 στον δρόμο της Λεωφόρου Γρηγόρη Αυξεντίου, το οπτικό πεδίο του Κατηγορουμένου προς το σημείο που αυτή βρισκόταν φρασσόταν από το λεωφορείο. Η ΜΚ2 εισήλθε εντός του οπτικού πεδίου του Κατηγορουμένου όταν εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγεί προς Κοκκινοτριμιθιά (δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ως η πορεία του Κατηγορουμένου). Η ΜΚ2 βάδιζε κανονικά και αφού διέσχισε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (ως η πορεία του Κατηγορουμένου), και σχεδόν τη μισή απόσταση της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο ο Κατηγορούμενος (αριστερή ως η πορεία του), το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου κτύπησε τη ΜΚ2 επιφέροντας σε αυτήν σοβαρούς τραυματισμούς. Οι ως άνω λωρίδες κυκλοφορίας είναι μήκους 3,5 μέτρων εκάστη. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε προσέξει καθόλου τη ΜΚ2 πριν τη σύγκρουση. Η ΜΚ2 φορούσε μαύρα ρούχα και το σημείο από το οποίο επιχειρούσε να διασταυρώσει βρισκόταν σχεδόν στο μέσο των δύο λαμπτήρων οδικού φωτισμού, δηλαδή σε σημείο όπου ο φωτισμός ήταν χαμηλότερος από τα άλλα σημεία του δρόμου. Η ορατότητα του Κατηγορουμένου με τα φώτα του στη χαμηλή στάση ήταν 30 μέτρα. Κοντά στο σημείο που η ΜΚ2 επιχείρησε διασταύρωση, υπήρχε φωτοελεγχόμενη διασταύρωση πεζών, την οποία η ΜΚ2 δεν χρησιμοποίησε. Προτού προχωρήσω σε εφαρμογή των ευρημάτων μου με τις νομικές αρχές του αδικήματος, πρέπει να επισημάνω ότι, η τυχόν ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη ΜΚ2, είναι αδιάφορη κατά τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου. (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Εφαρμογή Ευρημάτων Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος ήλαυνε εντός κατοικημένης περιοχής με χαμηλή ταχύτητα, με τα φώτα του στη χαμηλή στάση, είχε ορατότητα 30 μέτρων και στην περιοχή υπήρχε στάση λεωφορείου, λεωφορείο σε στάση και εστιατόριο. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, η ύπαρξη ελλιπούς φωτισμού στην περιοχή επέβαλλε στον Κατηγορούμενο να επιδεικνύει αυξημένη προσοχή και επιμέλεια σε όλο το μήκος του δρόμου και όχι μόνο στην παρακείμενη φωτοελεγχόμενη διάβαση πεζών. Η ΜΚ2 διένυσε μια λωρίδα 3,5 μέτρων και σχεδόν το μισό της δεύτερης λωρίδας, η οποία ήταν επίσης μήκους 3,5 μέτρων. Ο χρόνος που χρειάστηκε για να διανύσει η ΜΚ2 την απόσταση αυτή ήταν αρκετός, ώστε ο Κατηγορούμενος να αντιληφθεί την παρουσία της στον δρόμο και να λάβει μέτρα για αποφυγή του δυστυχήματος. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι δεν πρόσεξε καθόλου την ΜΚ2 πριν τη σύγκρουση και πως αν την είχε προσέξει, θα μπορούσε να σταματήσει (.Δεν την είδα εγώ αν την έβλεπα μπορούσα να σταματήσω..»). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίον οδήγησε ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής λόγω έλλειψης δέουσας παρατηρητικότητας (proper look out), (παραπέμπω σχετικά στην Arakelyan vs Αστυνομίας Ποινική Έφεση 198/2017 ημερομηνίας 24/10/2018 και στην Κωνσταντίνου v. Αστυνομία, Ποινική Έφεση 221/2018, ημερομηνίας 26.3.2019). Σημειώνεται ότι, ο ίδιος ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, κατά την αντεξέταση είχε ουσιαστικά παραδεχτεί ότι, τη στιγμή που διασταύρωνε η ΜΚ2, το μόνο που μπορούσε κάποιος να διακρίνει στον δρόμο ήταν ένας μαύρος όγκος. Αυτό από μόνο του οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος όφειλε να αντιληφθεί την ύπαρξη του «μαύρου όγκου», γεγονός που θα έπρεπε να τον οδηγήσει σε λήψη μέτρων προς αποφυγή του. Περαιτέρω, ο ΜΥ1, χρησιμοποιώντας ευνοϊκότερα δεδομένα για τον Κατηγορούμενο (τα οποία εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο απέρριψε), κατέληξε ότι η ΜΚ2 φέρει την κύρια, συνεπώς όχι την αποκλειστική, ευθύνη για το δυστύχημα. Χωρίς να υιοθετώ την κατάληξη του ΜΥ1 ή τις θέσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης, τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι, ακόμα και στην περίπτωση που υιοθετούνταν οι θέσεις της Υπεράσπισης, η ευθύνη του Κατηγορούμενου για το δυστύχημα δεν θα είχε αποκλειστεί. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη κατηγορία. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.