← Κύπρος

Ε. Χ. ν. Α. Γ., Αρ. Υπόθεσης:1064/2019, 10/6/2022

Ε. Χ. ν. Α. Γ., Αρ. Υπόθεσης:1064/2019, 10/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B119 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:1064/2019 Ε. Χ. Παραπονούμενη ν. Α. Γ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενη: κ. Κ. Κοκκινόφτας για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενο: κ. Τζ. Μπετίτο Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης αποτελείται από συνολικά 3 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν τη διάπραξη του αδικήματος της πρόκλησης μη εξόφλησης ισάριθμων επιταγών, κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί. Πρόκειται για τρείς επιταγές της Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ ποσού €1.000 έκαστη, σε σχέση με τις οποίες, προκύπτει από τις λεπτομέρειες αδικήματος ότι, η μεν πρώτη φέρει τον αριθμό [ ] και ήταν πληρωτέα την 13/07/2019 (1η κατηγορία), η δεύτερη φέρει τον αριθμό [ ] και ήταν πληρωτέα την 13/08/2019 (2η κατηγορία) και η τρίτη φέρει τον αριθμό [ ] και ήταν πληρωτέα την 13/10/2019 (3η κατηγορία) (στο εξής, συνολικά αναφερόμενες ως, οι επίδικες Επιταγές). Οι εν λόγω επίδικες Επιταγές αναφέρεται επίσης ότι εκδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο προς όφελος της Παραπονούμενης και αφού παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν κατά ή μετά την ημερομηνία που η κάθε μία από αυτές ήταν πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκαν λόγω της, χωρίς εύλογη αιτία, πρόκλησης της μη εξόφλησης τους. Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στις πιο πάνω κατηγορίες που αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα η παρούσα υπόθεση να προχωρήσει σε ακρόαση. Β. Βάρος Απόδειξης και Νομική Πτυχή Όπως σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, έτσι και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της κατηγορίας που προσάπτεται εναντίον του κατηγορούμενου βρίσκεται επί των ώμων της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει σωρευτικά την στοιχειοθέτησή τους με αποδεκτή μαρτυρία, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, χωρίς να επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Αστυνομία ν. Βρυώνης, Ποιν. Έφεση 97/2017, ημ. 19/7/2019). Εναπόκειται, επίσης, στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Αν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει στο μυαλό του Δικαστηρίου έστω και η παραμικρή αμφιβολία για την ενοχή του κατηγορούμενου, τότε αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει (Ιωάννου Σάββας Πλαστήρα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Ως προαναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος που προνοείται στο Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154[1], για τη στοιχειοθέτηση του οποίου χρειάζεται να αποδειχθούν σωρευτικά τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία, τα οποία προκύπτουν από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου και επιβεβαιώνονται από τη σχετική νομολογία (βλ. Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142, Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου 2006 2 Α.Α.Δ. 29 και TTOZIOS MANAGEMENT LTD v. ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Ποιν. Έφεση 96/2014 ημ. 15/4/2016, ECLI:CY:AD:2016:B201):
  1. Η έκδοση της επιταγής, και
  2. Η πρόκληση της μη εξόφλησης της επιταγής από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Εφόσον τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία αποδειχθούν ή γίνουν παραδεκτά γεγονότα που αποδεικνύουν αυτά, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του κατηγορούμενου (εκδότη) να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η ανάκληση της επιταγής έγινε για εύλογη αιτία (βλ.N.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763, TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Δαμιανού ν. Κανάρη Ποιν. Έφεση 6/18 ημ. 31/10/2018 και ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN LTD v. ΛΑΡΤΙΔΗ, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 30/06/2021). Σύμφωνα με την N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω), η οποία υιοθετήθηκε στην μεταγενέστερη Nikiforos Technologies Ltd ν. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Εφεση 18/2012 ημ. 16/4/2014, η έννοια της «εύλογης αιτίας» συνδέεται με εκείνη της καλής πίστης (bona fide), συναρτάται με την έννοια της δίκαιης αιτίας και θεωρείται ταυτόσημη με τη λέξη ειλικρινής (honestly). Συνεπώς, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και ότι, επιπρόσθετα, αυτή του η πεποίθηση ήταν υπό τις περιστάσεις εύλογη, δηλαδή, καλή τη πίστει (αντικειμενικό κριτήριο). Όπως με ενάργεια υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω υποθέσεις, η ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (εκδότη) καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει η επιφύλαξη του εδαφίου
(2)και δεν επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις που ενδεχόμενα να διαταράσσουν την προσφερόμενη υπεράσπιση. Επίσης, σύμφωνα με την Nikiforos Technologies Ltd (ανωτέρω), εύλογη αιτία αποτελεί η παρουσίαση γεγονότων και δεδομένων που δικαιολογούν την ανάκληση της επιταγής και τα οποία παρατίθενται, γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, ενώ είναι αδιάφορο για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος αν οι οδηγίες ανάκλησης της επιταγής δόθηκαν μετά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (βλ. την Philippa Estates Ltd, ανωτέρω). Σύμφωνα δε με την Χατζηαργυρού ν. Pamporides LLC, Ποιν. Έφεση 300/2018 ημ. 17/04/2019, ECLI:CY:AD:2019:B147, ο κατηγορούμενος (εκδότης) δεν μπορεί να επικαλείται την υπεράσπιση της επιφύλαξης της εύλογης αιτίας σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, ισχυριζόμενος λόγο που είναι διαφορετικός από εκείνον που εξεδήλωσε προς την Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής της επιταγής. Η αιτία αυτή θα πρέπει να είναι άμεσα και αποκλειστικά συναρτημένη με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ανάκλησης (Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd κ.α. Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 07/09/2020, ECLI:CY:AD:2020:B302) και όπως, συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην TTOZIOS MANAGEMENT LTD (ανωτέρω): «Η εύλογη αιτία συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο ανάκλησης που εξεδήλωσε γραπτώς ο εκδότης της επιταγής κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησής της και όχι ότι ενδεχομένως πιστεύει ότι αποτελεί καλή υπεράσπιση ή άλλο λόγο που δεν δηλώθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο της ανάκλησης της επιταγής. Σύμφωνα με την επιφύλαξη του εδαφίου
(2)η επίκληση της υπεράσπισης της «εύλογης αιτίας» τελεί υπό την προϋπόθεση ότι κατά ή περί την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή ο εκδότης της παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα τον λόγο ή λόγους για τους οποίους δίδεται η εντολή μη πληρωμής της. Η αποτυχία απόδειξης της «εύλογης αιτίας» εν τη εννοία του Νόμου και όπως αυτή νομολογιακά ερμηνεύθηκε (βλ. Diamonds Co Ltd v. Χρήστου Γεωργίου
(2011)2 Α.Α.Δ. 763) θέτει τέρμα στην Υπεράσπιση του Κατηγορουμένου περί «εύλογης αιτίας» στην ανάκληση της επιταγής». Γ. Προσαχθείσα μαρτυρία, αξιολόγηση και ευρήματα Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν εκ συμφώνου από πλευράς διαδίκων και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τα ακόλουθα γεγονότα ως παραδεκτά, οποία καθίστανται ταυτόχρονα και ευρήματα του Δικαστηρίου:
  1. Οι επίδικες Επιταγές ανήκουν στον προσωπικό λογαριασμό του Κατηγορούμενου.
  2. Οι επίδικες Επιταγές υπογράφονται από τον Κατηγορούμενο και το ποσό αριθμητικώς που αναφέρεται σε αυτές συμπληρώθηκε από τον Κατηγορούμενο. Πέραν της δήλωσης των πιο πάνω αναφερόμενων παραδεκτών γεγονότων, μαρτυρία δόθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία από συνολικά τέσσερεις μάρτυρες και κατατέθηκαν συνολικά 9 Τεκμήρια. Για την πλευρά της Παραπονούμενης μαρτύρησαν τρία πρόσωπα, κατά την μαρτυρία των οποίων κατατέθηκαν τα προαναφερόμενα Τεκμήρια, μεταξύ των οποίων και οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 2, 3 και 4). Πρώτη μάρτυρας κατηγορίας ήταν η ίδια η Παραπονούμενη (Μ.Κ.1), η οποία υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή της γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Α), ως δεύτερος μάρτυρας παρουσιάστηκε τραπεζικός υπάλληλος της Alpha Bank Cyprus Ltd (Μ.Κ.2), και ως τρίτη μάρτυρας κατέθεσε δικηγόρος που συνεργάζεται με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση (Μ.Κ.3), η οποία επίσης υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέτασή της γραπτή της δήλωση (Έγγραφο Β). Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και αφού το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να μαρτυρήσει ενόρκως, υιοθετώντας κατά την κυρίως εξέταση του γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), ενώ δεν κλήθηκε να καταθέσει προς υπεράσπισή του οποιοδήποτε πρόσωπο. Η μαρτυρία της Μ.Κ.1 επικεντρώθηκε στο λόγο που της παραδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, ως η ενημέρωση που είπε ότι έλαβε από τους δικηγόρους της, και επεκτάθηκε σε ζητήματα που αφορούν την κατάθεση τους στην Τράπεζα για πληρωμή και στο λόγο που αυτές δεν τιμήθηκαν. Ανέφερε ότι οι επίδικες Επιταγές μαζί με άλλες 22, οι οποίες συμποσούνται σε €30.000, της παραδόθηκαν από τους δικηγόρους της, Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ, λίγες μέρες μετά τις 02/10/2018, ως αντάλλαγμα για την απόσυρση της ποινικής υπόθεσης 2397/2015 που ήταν ορισμένη για ακρόαση εκείνη την ημέρα και η οποία αφορούσε υπόθεση την οποία είχε καταχωρίσει μέσω του εν λόγω δικηγορικού γραφείου εναντίον τρίτου προσώπου, κάποιου Σωτήρη Ξενοφώντος, αναφορικά με δικές του ακάλυπτες επιταγές αντίστοιχου ποσού που ο τελευταίος της όφειλε. Η διευθέτηση αυτή, τα διαδικαστικά της οποίας είπε ότι είχαν αναλάβει οι εν λόγω δικηγόροι της, ανέφερε ότι έγινε κατόπιν πρωτοβουλίας του Ξενοφώντος, ο οποίος επικοινώνησε με τους δικηγόρους της προτείνοντας την αντικατάσταση των επιταγών του με νέες επιταγές του Κατηγορούμενου ο οποίος, όπως ενημερώθηκε, ήταν λογιστής και φίλος του Ξενοφώντος και ο οποίος θα αναλάμβανε το χρέος του προς την ίδια. Παρόλο που, όπως είπε, δεν γνώριζε προσωπικά τον Κατηγορούμενο ούτε είχε οποιαδήποτε δοσοληψία μαζί του, δέχθηκε, μετά και την σύμφωνη γνώμη και συμβουλή των δικηγόρων της, να λάβει τις επιταγές του σε αντικατάσταση εκείνων του Ξενοφώντος. Έτσι, όπως ενημερώθηκε την 02/10/2018, η υπόθεση 2397/2015 αποσύρθηκε καθώς ο Ξενοφώντος παρέδωσε προς τους δικηγόρους της 25 μεταχρονολογημένες επιταγές του Κατηγορούμενου για το συνολικό ποσό των €30.000 καθώς και 1 επιταγή του Κατηγορούμενου για την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων της εν λόγω υπόθεσης, αντίγραφα των οποίων (συνολικά 26 επιταγών) κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής οι επιταγές του Κατηγορούμενου). Αφότου παρέλαβε από τους δικηγόρους της τις 25 επιταγές του Κατηγορούμενου, συνολικού ύψους €30.000, ξεκίνησε να τις καταθέτει στην Τράπεζα αναλόγως της ημερομηνίας που η κάθε μία από αυτές ήταν πληρωτέα. Οι πρώτες 6 χρονικά πληρωτέες επιταγές του Κατηγορούμενου, ύψους €500 έκαστη, ανέφερε ότι κατατέθηκαν και πληρώθηκαν κανονικά. Οι επόμενες 3 χρονικά πληρωτέες επιταγές του Κατηγορούμενου, ύψους €1.000 έκαστη, όπως και οι αμέσως επόμενες χρονικά πληρωτέες επίδικες Επιταγές, επιστράφηκαν απλήρωτες από την Τράπεζα ως ανακληθείσες, ενώ οι επακόλουθες 3 χρονικά πληρωτέες επιταγές πληρώθηκαν κανονικά όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή. Ωστόσο, εκτός από 2 επόμενες, χρονικά ενδιάμεσα πληρωτέες επιταγές του Κατηγορούμενου, οι οποίες και πάλι πληρώθηκαν κανονικά, όλες οι υπόλοιπες (στον αριθμό 8) επίσης δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή και επιστράφηκαν απλήρωτες ως ανακληθείσες από τον εκδότη τους. Κατά την αντεξέταση της είπε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Κατηγορούμενο, ούτε είχε μιλήσει με τον Ξενοφώντος για τις επιταγές του Κατηγορούμενου, επαναλαμβάνοντας ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε συνομιλία σε σχέση με αυτές εφόσον είχαν αναλάβει τα πάντα οι δικηγόροι της. Διευκρίνισε ότι εκείνο που ανέφερε όσον αφορά το αντάλλαγμα και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δόθηκαν οι πιο πάνω επιταγές του Κατηγορούμενου (περιλαμβανομένων των επίδικων) προέρχονται από σχετική πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους της, ενώ δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με εκείνο που της υποβλήθηκε ότι οι ρηθείσες επιταγές παραδόθηκαν με σκοπό την εκπλήρωση μίας συμφωνίας μεταξύ του Ξενοφώντος και του Κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στον λογαριασμό του Κατηγορούμενου που διατηρεί στην Alpha Bank, ο οποίος σχετίζεται με τις επίδικες Επιταγές, καθώς και στον λόγο που οι εν λόγω Επιταγές δεν πληρώθηκαν. Όσον αφορά την επίδικη Επιταγή [ ] (Τεκμήριο 2) ανέφερε ότι αυτή δεν πληρώθηκε επειδή ανακλήθηκε η πληρωμή της και ο λόγος που αναγράφηκε στις οδηγίες ανάκλησης (Τεκμήριο 5) ήταν «stop payment of lost cheque». Όσον αφορά την επίδικη Επιταγή [ ] (Τεκμήριο 3) ανέφερε ότι αυτή δεν πληρώθηκε επειδή ανακλήθηκε η πληρωμή της και ο λόγος που αναγράφηκε στις οδηγίες ανάκλησης (Τεκμήριο 6) ήταν «breach of contract» (αθέτηση συμφωνίας). Όσον αφορά την επίδικη Επιταγή [ ] (Τεκμήριο 4) ανέφερε ότι αυτή δεν πληρώθηκε επειδή ανακλήθηκε η πληρωμή της και ο λόγος που αναγράφηκε στις οδηγίες ανάκλησης (Τεκμήριο 7) ήταν και πάλι «breach of contract» (αθέτηση συμφωνίας). Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι οι οδηγίες ανάκλησης της επίδικης Επιταγής [ ] (Τεκμήριο 2) δόθηκαν ηλεκτρονικά στις 12/07/2019 και δεν γνώριζε αν ο Κατηγορούμενος ήθελε να επιλέξει ως λόγο ανάκλησης της την αθέτηση συμφωνίας και ότι λανθασμένα επέλεξε τον πιο πάνω λόγο ανάκλησης που καταχωρήθηκε στο σύστημα της Τράπεζας, αναφέροντας επίσης ότι δεν γνωρίζει αν ο Κατηγορούμενος είχε πληροφορηθεί στο παρελθόν για το λάθος αυτό. Ούτε γνώριζε τον γραφικό χαρακτήρα του Κατηγορούμενου για να ήταν σε θέση να απαντήσει αν οι επίδικες Επιταγές συμπληρώθηκαν ως προς το όνομα του δικαιούχου και το ποσό ολογράφως από τον Κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.3 έδωσε μαρτυρία ως προς το αντάλλαγμα και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δόθηκαν οι επιταγές του Κατηγορούμενου, με αναφορά στο ιστορικό της ποινικής υπόθεσης 2397/2015, στην επικοινωνία που είπε ότι μεσολάβησε καθώς και στη συμφωνία που ακολούθησε στο πλαίσιο αυτής, τα οποία παρέθεσε ως εκ της εμπλοκής που είπε ότι είχε σε αυτά τα ζητήματα ως η δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί την Παραπονούμενη, στην οποία της ανατέθηκε ο χειρισμός της προαναφερόμενης υπόθεσης από τον Σεπτέμβριο του 2017. Ανάμεσα σε άλλα, ανέφερε ότι τον Σεπτέμβριο του 2018 ο Ξενοφώντος (με τον οποίο είχε συχνή και απευθείας επικοινωνία) της πρότεινε όπως αποσυρθεί η ποινική υπόθεση 2397/2015 με αντάλλαγμα την παράδοση των επιταγών του Κατηγορούμενου, ο οποίος της ανέφερε ότι επρόκειτο για λογιστή του και πολύ καλό του φίλο. Ανέφερε επίσης ότι, προτού η πρόταση αυτή γίνει αποδεχτή και για να αποφευχθεί οποιαδήποτε μελλοντική παρεξήγηση αλλά και προς διασφάλιση των συμφερόντων της πελάτιδας τους, εξασφάλισε τα στοιχεία του Κατηγορούμενου και επικοινώνησε τηλεφωνικώς μαζί του θέλοντας να βεβαιωθεί ότι ο τελευταίος γνώριζε για την προτεινόμενη πιο πάνω διευθέτηση και ότι θα αναλάμβανε την οφειλή του Ξενοφώντος προς την Παραπονούμενη. Αναφερόμενη στην εν λόγω επικοινωνία, είπε ότι ο Κατηγορούμενος της είπε ότι θα εξέδιδε μεταχρονολογημένες επιταγές προς όφελος της Παραπονούμενης συνολικού ύψους €30.000 για να βοηθήσει τον Ξενοφώντος λόγω τόσο της συνεργασίας τους όσο και της φιλικής τους σχέσης, αναφέροντας της χαρακτηριστικά ότι, ενόψει της ιδιότητας του ως λογιστής, δεν υπήρχε περιθώριο μη τίμησης των επιταγών που θα εξέδιδε, οι οποίες θα ήταν και η καλύτερη εξασφάλιση για την Παραπονούμενη. Με τα δεδομένα αυτά, συμφωνήθηκε, όπως είπε, να ληφθούν μεταχρονολογημένες επιταγές του Κατηγορούμενου συνολικού ύψους €30.000 πλέον €1.700 ως δικηγορικά έξοδα σε αντάλλαγμα για την απόσυρση της υπόθεσης 2397/2015 και, έτσι, στις 02/10/2018 ο Ξενοφώντος, στην παρουσία των δικηγόρων του, της παρέδωσε τις επιταγές του Κατηγορούμενου πλήρως συμπληρωμένες και υπογραμμένες με αποτέλεσμα να αποσυρθεί εκείνη την ημέρα η υπόθεση 2397/2015 που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Στη συνέχεια, όπως είπε, οι επιταγές του Κατηγορούμενου που αφορούσαν την εξόφληση της οφειλής του Ξενοφώντος παραδόθηκαν στην Παραπονούμενη, η δε επιταγή του Κατηγορούμενου που αφορούσε την εξόφληση των δικηγορικών εξόδων κατατέθηκε και τιμήθηκε. Τέλος, η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε στις ποινικές υποθέσεις που καταχωρήθηκαν μετά από οδηγίες της Παραπονούμενης εναντίον του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 8 και 9) για όσες επιταγές του δεν τιμήθηκαν, μεταξύ των οποίων και η παρούσα. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε την υποβολή που της έγινε ότι σε κάποια από τις συνομιλίες που είχε απευθείας με τον Κατηγορούμενο της είχε αναφέρει ότι χρωστούσε χρήματα του Ξενοφώντος και ότι εφόσον το εν λόγω πρόσωπο συνέχιζε να «κάμει τις δουλείες του, τότε δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα». Η ίδια, όπως είπε, ήταν το μοναδικό πρόσωπο από πλευράς Παραπονούμενης που είχε επικοινωνία τόσο με τον Ξενοφώντος όσο και με τον Κατηγορούμενο αναφορικά με τις επιταγές του Κατηγορούμενου και ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε της ελέχθη ότι υπήρχε μεταξύ τους οποιαδήποτε συμφωνία, ούτε γνωρίζει αν υπάρχει τέτοια συμφωνία, τονίζοντας, περαιτέρω, ότι ουδέποτε της ελέχθη και ούτε συμφωνήθηκε με την πλευρά της Παραπονούμενης πως η ανάληψη του χρέους του Ξενοφώντος με τις επιταγές του Κατηγορούμενου έγινε υπό προϋποθέσεις ή ότι τελούσε υπό οποιαδήποτε αίρεση όσον αφορά την πληρωμή τους. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ουδέποτε είδε ή συνομίλησε είτε με την Μ.Κ.1 είτε με την Μ.Κ.3, τις οποίες ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει, παραθέτοντας διαφορετική εκδοχή γεγονότων ως προς τις περιστάσεις και το λόγο που είπε ότι παρέδωσε τις πιο πάνω επιταγές στον Ξενοφώντος, ισχυριζόμενος ότι ανακάλεσε την πληρωμή των επίδικων Επιταγών καθώς και κάποιων από τις υπόλοιπες που του είχε παραδώσει λόγω του ότι ο τελευταίος δεν τήρησε την μεταξύ τους συμφωνία. Όπως είπε, ο Ξενοφώντος ήταν από το 2015 περίπου πελάτης του στο λογιστικό γραφείο που διατηρεί και γνώριζε ότι ασχολείτο με εργασίες ηλεκτρολογικής φύσεως. Όταν τον Σεπτέμβριο του 2018 προέκυψε ανάγκη εγκατάστασης συστημάτων κλιματισμού και διεκπεραίωσης άλλων γενικών εργασιών ηλεκτρολογικής φύσεως στο φροντιστήριο που άνοιξε για τον υιό του, αποφάσισε, όπως είπε, να αναθέσει την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών στον Ξενοφώντος. Στο πλαίσιο αυτό, ισχυρίστηκε ότι συμφώνησαν πως οι εργασίες αυτές θα στοίχιζαν περί τις €50.000 και ότι θα του εξέδιδε επιταγές με διάφορα ποσά για να τις εξαργυρώνει με βάση τις εργασίες που θα διεκπεραίωνε αλλά και για να αγοράζει υλικά και μηχανήματα που ήταν αναγκαία για τον πιο πάνω σκοπό. Ανέφερε ότι ο Ξενοφώντος θα τον ενημέρωνε για να γνωρίζει ποια επιταγή θα εξαργυρώνονταν και πότε και, έτσι, στο πλαίσιο αυτό εξέδωσε «στο τέλος του Οκτώβρη του 2018 [.] αρκετές επιταγές με διαφορετικές ημερομηνίες και ποσά, με βάση τις επιθυμίες του κ. Ξενοφώντος και τις παρέδωσε στον ίδιο ως ήταν η συμφωνία μας». Ενώ, όπως είπε, η συμφωνία τους άρχισε να υλοποιείται κανονικά μέχρι και τις αρχές Απριλίου, μετά, λόγω καθυστέρησης που είχε δημιουργηθεί στην περαιτέρω υλοποίηση της, ανέφερε στον Ξενοφώντος ότι θα σταματούσε τις επιταγές, όπως και έπραξε με κάποιες από αυτές, ανάμεσα στις οποίες και τις επίδικες, μέχρι να συνέχιζαν και πάλι οι εργασίες του όπως έπρεπε. Αρκετούς μήνες αργότερα (περί τα τέλη Οκτωβρίου 2019) και μετά από συζητήσεις που είπε ότι είχε με τον Ξενοφώντος, ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος του ανέφερε ότι θα ξεκινούσε και πάλι τις εργασίες του γι' αυτό και άφησε να εξαργυρωθούν κάποιες άλλες από τις μη επίδικες επιταγές. Ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι, παρόλο που εμπιστεύτηκε τον Ξενοφώντος, αυτός και πάλι δεν ολοκλήρωνε την εργασία που είχαν συμφωνήσει γι' αυτό και, λόγω του αρκετού χρονικού διαστήματος που είχε παρέλθει χωρίς οι εργασίες να έχουν ολοκληρωθεί, αποφάσισε να σταματήσει όλες τις επιταγές που είχε εκδώσει τότε, όπως και έπραξε, ακυρώνοντας παράλληλα την συμφωνία που είχαν. Περαιτέρω, ανέφερε ότι υπόγραψε όλες τις επιταγές που παρέδωσε στον Ξενοφώντος και συμπλήρωσε ο ίδιος την ημερομηνία πληρωμής τους και το ποσό που αναφέρεται αριθμητικά, πιθανολογώντας ότι το ποσό ολογράφως και το όνομα του δικαιούχου συμπληρώθηκαν από τον Ξενοφώντος. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι είχαν συμφωνήσει πως οι εν λόγω επιταγές που του παρέδωσε θα δίδονταν για να αγοραστούν υλικά και μηχανήματα σχετικά με την συμφωνία τους και όχι με σκοπό την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης εξόφλησης χρέους του Ξενοφώντος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ασκεί το επάγγελμα του ελεγκτή από το 1990, συμφωνώντας ότι είναι πολύ έμπειρος επαγγελματίας. Όσον αφορά την ισχυριζόμενη συμφωνία με τον Ξενοφώντος είπε ότι αυτή έγινε προφορικά και ότι δεν θεώρησε σκόπιμο να υπογράψει μαζί του οποιαδήποτε συμφωνία λόγω του ότι ήταν πελάτης του και τον εμπιστεύτηκε. Αν και ανέφερε ότι δεν συμφώνησαν προκαθορισμένο χρόνο εντός του οποίου οι αναφερόμενες πιο πάνω εργασίες θα διεκπεραιώνονταν, αυτές είπε ότι θα έπρεπε να προχωρούσαν άμεσα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι εκδόθηκαν κάποια τιμολόγια για τις εργασίες που έκανε ο Ξενοφώντος, τα οποία δεν είχε μαζί του, ενώ όταν ερωτήθηκε αν υπάρχουν οποιεσδήποτε αποδείξεις για τις εν λόγω εργασίες απάντησε «Διότι είχα δει τα air-condition τα οποία τοποθέτησε μέσα στο κτίριο». Σταμάτησε, όπως είπε, την πληρωμή 6 επιταγών (περιλαμβανομένων των επίδικων) όταν αντιλήφθηκε ότι οι εργασίες δεν προχωρούσαν, άφησε όμως μετά να πληρωθούν οι επόμενες 3 επιταγές όταν του είπε ο Ξενοφώντος ότι ήρθαν τα μηχανήματα και ξεκίνησε για να προχωρήσει τις εργασίες αλλά επειδή μετά σταμάτησε και πάλι τις εργασίες του, αφήνοντας την δουλεία στη μέση, ανακάλεσε τις υπόλοιπες επιταγές, ισχυριζόμενος ότι οι δύο από τις εναπομείνασες εν λόγω επιταγές ([ ] και [ ]) πληρώθηκαν επειδή «πρέπει να μου είχε ξεφύγει πάνω στο σταμάτημα των επιταγών». Περαιτέρω, όσον αφορά το λόγο που δηλώθηκε στην Τράπεζα αναφορικά με την ανάκληση της επίδικης Επιταγής υπ' αριθμό [ ] (Τεκμήριο 2) («lost of cheque») ισχυρίστηκε ότι «Ήταν λάθος ηλεκτρονικά όταν έκανα τη δήλωση. Απλώς λόγω του ότι υπάρχουν τρείς επιλογές πάνω στην ανάκληση των επιταγών, έκαμα λάθος τζαί πάτησα λάθος την επιλογή». Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και, έχοντας εξετάσει με την επιβαλλόμενη προσοχή την μαρτυρία που προσέφεραν, την έχω αξιολογήσει, στο βαθμό που αυτή αφορά τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (βλ. Χριστίνα Ρασποπούλου ν. Θεοδώρα Μακρή Ποιν. Έφεση 287/2015 ημ. 11/05/2017, ECLI:CY:AD:2017:B171), με γνώμονα τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης[2] προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας παράλληλα κατά νου ότι δεν αναμένεται από την κατηγορούσα αρχή να αποδεικνύει στοιχεία και γεγονότα που δεν αμφισβητούνται (βλ. Ηλία ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 454) και ότι αν ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων που αμφισβητούνται, η εκδοχή της μαρτυρίας του σε σχέση με αυτά θεωρείται αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527 και Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποιν. Έφεση 331/2015 ημ. 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454), με την μονομερώς τεθείσα εκδοχή (δηλαδή εκείνη που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων) να αγνοείται από το Δικαστήριο αν αυτή δεν ετέθη στους μάρτυρες της άλλης πλευράς παρέχοντας τους έτσι την δυνατότητα να τοποθετηθούν και απουσιάζει ικανή δικαιολογία ως προς το λόγο της εν λόγω παράλειψης (Tekinder Pal κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551). Πρώτα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλο μέρος των επίμαχων γεγονότων που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση είτε αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων είτε δεν αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτά είναι τα ακόλουθα: (
  1. i)οι επίδικες Επιταγές (Τεκμήρια 2 - 4) προέρχονται από τον λογαριασμό του Κατηγορούμενου στην Alpha Bank Cyprus Ltd και αναφέρουν στο όνομα του δικαιούχου τους την Μ.Κ.1. Η κάθε μία από τις επίδικες Επιταγές αφορά το ποσό των €1.000 και η μεν πρώτη ήταν πληρωτέα στις 13/07/2019 (Τεκμήριο 2), η δεύτερη ήταν πληρωτέα στις 13/08/2019 (Τεκμήριο 3) και η τρίτη ήταν πληρωτέα στις 13/10/2019 (Τεκμήριο 4), (
  2. ii)οι επίδικες Επιταγές κατατέθηκαν από την Μ.Κ.1 στην Τράπεζα για πληρωμή μετά την ημερομηνία που η κάθε μία από αυτές ήταν πληρωτέα, αλλά όλες τους δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ»[3], παραμένοντας μέχρι σήμερα απλήρωτες, (iii) οι οδηγίες ανάκλησης των επίδικων Επιταγών δόθηκαν γραπτώς από τον Κατηγορούμενο στην Alpha Bank Cyprus Ltd ως ακολούθως: όσον αφορά την πρώτη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 2) οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν στις 12/07/2019 (ως το Τεκμήριο 5) και με αυτές ζητήθηκε η ανάκληση της πληρωμής της δηλώνοντας ως λόγο ανάκλησης ότι η επιταγή χάθηκε (lost of cheque). Όσον αφορά την δεύτερη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 3) οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν στις 12/08/2019 (ως το Τεκμήριο 6) και με αυτές ζητήθηκε η ανάκληση της πληρωμής της δηλώνοντας ως λόγο ανάκλησης την αθέτηση συμφωνίας (breach of contract). Όσον αφορά την τρίτη επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 4) οι οδηγίες ανάκλησης δόθηκαν στις 14/10/2019 (ως το Τεκμήριο 7) και με αυτές ζητήθηκε η ανάκληση της πληρωμής της δηλώνοντας ως λόγο ανάκλησης την αθέτηση συμφωνίας (breach of contract). Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Περαιτέρω, ούτε η στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ.154 αποτέλεσε εν προκειμένω αντικείμενο διαφωνίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Αφενός, όσον αφορά το ζήτημα της έκδοσης των επίδικων Επιταγών από τον Κατηγορούμενο (1ο συστατικό στοιχείο), προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι αυτές υπογράφονται από τον Κατηγορούμενο, χωρίς έτσι η υπόσταση τους να επηρεάζεται επειδή ενδεχομένως κάποια από τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία τους (όνομα δικαιούχου και ποσό ολογράφως) να συμπληρώθηκαν από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη τους (ως η επί του προκειμένου εκδοχή του Κατηγορούμενου), αφού η συμπλήρωση των υπόλοιπων αυτών στοιχείων δεν αμφισβητήθηκε ότι έγινε είτε με την εντολή ή συγκατάθεση του Κατηγορούμενου (η εκδοχή του οποίου, εν πάση περιπτώσει, ήταν ότι συμπλήρωσε ο ίδιος την ημερομηνία πληρωμής των επίδικων Επιταγών καθώς και το ποσό αριθμητικώς, το οποίο, εν προκειμένω, αντιστοιχεί με το ποσό ολογράφως στις επίδικες Επιταγές) είτε από τον κάτοχο αυτών για αξία (βλ. άρθρα 12 και 20
(1)Κεφ. 262, L.C.D. Domiki Ltd (ανωτέρω), (Xenakis Meli) Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015, ECLI:CY:AD:2015:B707 και Ορφανίδου ν. Φυλακτού Πολ. Έφεση 99/2014 ημ. 16/11/2021, ECLI:CY:AD:2021:A514). Περιπλέον, η έκδοση των επίδικων Επιταγών όχι μόνο θεωρήθηκε ως δεδομένη από την υπεράσπιση στο πλαίσιο της δίκης[4] αλλά είναι συνυφασμένη και με το λόγο που ανακλήθηκε η πληρωμή τους, ο οποίος δεν ανάγεται σε λόγο που αφορά την εγκυρότητα τους με αναφορά στο ζήτημα της μη δέουσας έκδοσης τους από τον εκδότη τους. Αφετέρου, ούτε η πρόκληση της μη εξόφλησης των επίδικων Επιταγών με πράξη του Κατηγορούμενου (2ο συστατικό στοιχείο) αμφισβητήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Αντίθετα, όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, η πληρωμή των επίδικων Επιταγών ανακλήθηκε κατόπιν οδηγιών του Κατηγορούμενου προς την Alpha Bank[5] με αποτέλεσμα αυτές να μην τιμηθούν όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή μετά την ημερομηνία που η κάθε μία από αυτές ήταν πληρωτέα. Συναφώς, συνιστά περαιτέρω εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες Επιταγές εκδόθηκαν από τον Κατηγορούμενο όμως δεν τιμήθηκαν όταν παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα για πληρωμή μετά την ημερομηνία που η κάθε μία από αυτές ήταν πληρωτέα λόγω του ότι προηγήθηκε η πράξη της ανάκλησης της πληρωμής τους, ως οι οδηγίες που δόθηκαν από τον εκδότη τους (Κατηγορούμενο) προς την Τράπεζα, η οποία προκάλεσε και την μη εξόφληση τους[6]. Κατά συνέπεια, βρίσκω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αποδεκτή μαρτυρία, μεταθέτοντας έτσι επί των ώμων του Κατηγορούμενου να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό, την ύπαρξη εύλογης αιτίας για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων Επιταγών. Το ζήτημα αυτό, όπως προαναφέρθηκε, συναρτάται άμεσα και αποκλειστικά με τον λόγο που παρατέθηκε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές, κατά τον ουσιώδη χρόνο ανάκλησης της πληρωμής τους, που, εν προκειμένω, για την μεν πρώτη επίδικη Επιταγή ήταν ότι αυτή χάθηκε, ενώ για τις υπόλοιπες δύο επίδικες Επιταγές ήταν λόγω αθέτησης συμφωνίας (βλ. TTOZIOS MANAGEMENT LTD ανωτέρω, Κανάρη ανωτέρω, Χατζηαργυρού ανωτέρω, Louis Travel Ltd ανωτέρω, και ΛΑΡΤΙΔΗ ανωτέρω). Συναφώς, ό,τι παραμένει επίδικο σε σχέση με το ζήτημα της διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)Κεφ. 154 είναι αν, υπό τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος (εκδότης) απέσεισε το βάρος που είχε να δείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων Επιταγών, κατά τρόπο ώστε να απαλλάσσεται από την ποινική ευθύνη που το άρθρο 305 Α
(2)εναποθέτει, ως οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο έχοντας ακούσει το σύνολο της μαρτυρίας καταλήγει, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν απόλυτα ειλικρινείς και είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Όλοι τους έκαμαν απόλυτα θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, δίδοντας ο καθένας τους την εικόνα αξιόπιστου μάρτυρα και ότι προσπάθησε έντιμα να παραθέσει με ειλικρίνεια την δική του γνώση και εμπλοκή στην υπόθεση, με αναφορά και στα έγγραφα που ήταν υπόψη του ή τα οποία είχε στην κατοχή του σε σχέση με αυτήν, τα οποία και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Με ειλικρίνεια και σαφήνεια παρέθεσαν τα γεγονότα που ενέπιπταν στην γνώση τους, διευκρινίζοντας, σε κάθε περίπτωση, το βαθμό εμπλοκής και γνώσης τους στα ζητήματα με τα οποία καταπιάστηκε η μαρτυρία που ο καθένας τους προσέφερε, απαντώντας παράλληλα ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, ενώ δεν έχω διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση ή προσπάθεια από οποιονδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες για αλλοίωση γεγονότων ή υπερβολή στις θέσεις και τοποθετήσεις του. Ούτε έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση στη μαρτυρία οποιουδήποτε από τους εν λόγω μάρτυρες, η οποία παρέμεινε ακλόνητη κατά την αντεξέταση της, στην μεγαλύτερη της έκταση παρέμεινε αδιαμφισβήτητη και συνάδει με τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν, ενώ παράλληλα έχει λογική συνοχή και είναι αληθοφανής. Ο Μ.Κ.2 πρόκειται για ανεξάρτητο μάρτυρα, ο οποίος έδωσε μαρτυρία για θέματα που αφορούν τον τραπεζικό λογαριασμό του Κατηγορούμενου από τον οποίο προέρχονται οι επίδικες Επιταγές, αναφέροντας τον λόγο που η κάθε μία από αυτές δεν πληρώθηκε όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή στην εργοδότρια του, χωρίς παράλληλα να προσπαθήσει να επιβαρύνει καθ' οιοδήποτε τρόπο με την μαρτυρία του την υπεράσπιση προς όφελος της Μ.Κ.
  1. Η μαρτυρία του επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε και συνάδει με τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 είναι συγκροτημένη και χαρακτηρίζεται από πειστικότητα. Αυτή επικεντρώθηκε στις περιστάσεις και στο πλαίσιο γύρω από το οποίο περιήλθαν στην κατοχή της Μ.Κ.1 οι επίδικες Επιταγές, με αναφορά σε γεγονότα της εποχής που διαδραματίστηκαν αναφορικά με την εξέλιξη που είχε η ποινική υπόθεση 2397/2015 και στα όσα σχετικά μεσολάβησαν σε επίπεδο συνομιλιών και διαπραγματεύσεων ενόσω αυτή εκκρεμούσε, τα οποία και παρέθεσαν με απόλυτη σαφήνεια και πειστικότητα, αναλόγως του βαθμού εμπλοκής και γνώσης που η κάθε μία τους εξήγησε ότι είχε σε σχέση με αυτά. Ο βαθμός της εν λόγω εμπλοκής τους και η συνεπακόλουθη προέλευση της γνώσης τους στην εκδοχή γεγονότων που παρουσίασαν όσον αφορά τα πιο πάνω ζητήματα, παρέμεινε μάλιστα αδιαμφισβήτητη αφού, ό,τι επί του προκειμένου ουσιαστικά τέθηκε κατά την αντεξέταση τους ήταν ότι η πληρωμή των επίδικων Επιταγών τελούσε υπό την αίρεση της εκπλήρωσης των φερόμενων συμβατικών υποχρεώσεων του Ξενοφώντος προς τον Κατηγορούμενο. Ως προς την θέση αυτή, η Μ.Κ.1 με ειλικρίνεια απάντησε (και δεν αμφισβητήθηκε) ότι δεν γνώριζε για οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Ξενοφώντος όσον αφορά την τίμηση των επιταγών του Κατηγορούμενου (περιλαμβανομένων των επίδικων), αναφέροντας επίσης ότι όλα τα ζητήματα για τη διευθέτηση του χρέους σε σχέση με το οποίο της παραδόθηκαν οι ρηθείσες επιταγές τα είχαν αναλάβει εξ ολοκλήρου οι δικηγόροι της, από τους οποίους και λάμβανε σχετική ενημέρωση. Η δε Μ.Κ.3, η οποία, σύμφωνα με τα όσα μαρτύρησε (και τα οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκαν), προκύπτει ότι ήταν το πρόσωπο από πλευράς Μ.Κ.1 που είχε άμεση και ουσιαστική εμπλοκή στις συνομιλίες και διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της έκδοσης των επιταγών του Κατηγορούμενου (περιλαμβανομένων των επίδικων), παρέμεινε σταθερή στη θέση της, απαντώντας με φυσικότητα και σαφήνεια αλλά και με απόλυτα πειστικό τρόπο ότι, κατά τις εν λόγω συνομιλίες και διαπραγματεύσεις που ανέφερε ότι είχε τόσο με την πλευρά του Ξενοφώντος όσο και με τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, ουδέποτε της ελέχθη οτιδήποτε περί ύπαρξης οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ Ξενοφώντος και Κατηγορούμενου και ουδέποτε συμφωνήθηκε με την πλευρά τους ότι η ανάληψη του χρέους του πρώτου από τον δεύτερο προς την Μ.Κ.1 θα γινόταν υπό προϋποθέσεις ή ότι η πληρωμή των επιταγών του Κατηγορούμενου θα τελούσε υπό οποιαδήποτε αίρεση. Δεν έχω, συνεπώς, την παραμικρή αμφιβολία ότι οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ήταν ειλικρινείς και είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια και, έτσι, αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στην ολότητα της. Δεν μπορώ να πω το ίδιο για τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Αξιολογώντας την μαρτυρία του στην ολότητα της αλλά και σε συνάρτηση με την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία, καταλήγω, χωρίς κανένα ενδοιασμό, ότι μέσω της μαρτυρίας του ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να παρουσιάσει μία εκδοχή γεγονότων που θεωρούσε ότι θα τον βοηθούσε να απαλλαχθεί από την ποινική του ευθύνη. Θέλοντας να πείσει για την εκδοχή του αυτή, προέβαλε θέσεις αναληθοφανείς τόσο σε σχέση με το λόγο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ισχυρίστηκε ότι εξέδωσε τις επίδικες Επιταγές όσο και σε σχέση με το λόγο που προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής τους, παρουσιάζοντας γενικότερα μία μαρτυρία η οποία χαρακτηρίζεται από γενικόλογους ισχυρισμούς, ασάφειες, κενά και ουσιώδεις αντιφάσεις. Ο ισχυρισμός του ότι εξέδωσε αρκετές επιταγές «στο τέλος του Οκτώβρη του 2018» δεν συνάδει με το ότι η πρώτη χρονικά πληρωτέα από τις επιταγές του ήταν περί τα μέσα Οκτωβρίου 2018 και όχι «στο τέλος του Οκτώβρη του 2018» (βλ. επιταγή υπ' αριθμό 16857515 - μέρος του Τεκμηρίου 1). Επιπρόσθετα, ενώ ισχυρίστηκε ότι όλες τις πιο πάνω επιταγές τις έδωσε στον Ξενοφώντος, ως η φερόμενη συμφωνία τους, για να τις εξαργυρώνει αναλόγως της διεκπεραίωσης των εργασιών καθώς και για την αγορά υλικών και μηχανημάτων που ήταν αναγκαία, δεν εξήγησε για ποιο λόγο συμπλήρωσε από τον Οκτώβριο του 2018 την ημερομηνία πληρωμής της κάθε επιταγής του, τη στιγμή που δεν γνώριζε πότε θα διεκπεραιώνονταν οι εν λόγω εργασίες αφού, όπως αργότερα ισχυρίστηκε κατά την αντεξέταση του, δεν είχε συμφωνηθεί προκαθορισμένος χρόνος ολοκλήρωσης τους. Όπως επίσης δεν εξήγησε γιατί έδωσε στον Ξενοφώντος τις εν λόγω επιταγές προκαταβολικά και όχι αναλόγως της προόδου των εργασιών ή της αγοράς υλικών και μηχανημάτων παρόλο που, όπως γενικότερα ισχυρίστηκε, η πληρωμή των εν λόγω επιταγών θα γινόταν βάσει της διεκπεραιωθείσας εργασίας. Αδυνατώντας να δώσει πειστικές και λογικές απαντήσεις, διαφοροποίησε κατά την αντεξέταση την θέση του, αναφέροντας, αφενός, ότι η ημερομηνία πληρωμής της κάθε επιταγής ήταν η συμφωνία με την οποία θα τον πλήρωνε και ότι, αφετέρου: «[.] τα ποσά τα έκδιδα όπως μου τα ζήτησε ο κύριος Ξενοφώντος, χωρίς να ξέρω για ποιο σκοπό τα ήθελε. Εγώ έπρεπε να πληρώσω το ποσό το οποίο είχα συμφωνήσει.». Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι κατά το χρόνο που παρέδωσε τις επιταγές στον Ξενοφώντος δεν ενημερώθηκε για όλους τους εμπόρους που θα εμπλέκονταν για την αγορά υλικών και μηχανημάτων. Ωστόσο, αφού, όπως ισχυρίστηκε, δεν έλαβε τέτοια ενημέρωση, τότε πώς μπορούσε να γνωρίζει το ακριβές ύψος του ποσού που συμπλήρωσε στην κάθε επιταγή κατά τον χρόνο που ισχυρίστηκε ότι τις παρέδωσε του Ξενοφώντος ώστε να χρησιμοποιηθούν προς το σκοπό που είπε εξ αρχής ότι τις εξέδωσε; Η εκδοχή που προέβαλε ότι έδωσε 26 επιταγές συνολικού ύψους €31.700, με διαφορετικές ημερομηνίες και ποσά, απλώς και μόνο βάσει των επιθυμιών του Ξενοφώντος, στο πλαίσιο μίας ισχυριζόμενης μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας, δίχως, από την άλλη, να γνωρίζει (ως στη συνέχεια ουσιαστικά ισχυρίστηκε) τη δεδομένη χρονική στιγμή πώς ακριβώς θα χρησιμοποιούνταν τα χρήματα αυτά προς το σκοπό που είπε ότι τις έδωσε (δηλαδή της διεκπεραίωσης εργασιών από τον Ξενοφώντος καθώς και για την αγορά υλικών και μηχανημάτων) στερείται κάθε πειστικότητας. Όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση του αν παρακολουθεί τους λογαριασμούς του απάντησε: «Φαίνονται διάφορα ονόματα, τα οποία δεν ξέρω ποιοι ήταν» και στη συνέχεια ανέφερε ότι «[.]ο λογαριασμός μου ουδέποτε είχε πρόβλημα για να περάσει επιταγή», υποδεικνύοντας έτσι ότι είχε πλήρη γνώση της κίνησης του λογαριασμού του, περιλαμβανομένων των πληρωμών που γίνονταν από αυτόν, κάτι που άλλωστε ήταν και αναμενόμενο ως εκ της πολύχρονης εμπειρίας που ανέφερε ότι έχει υπό την ιδιότητα του ως λογιστής. Ενώ, λοιπόν, προκύπτει ότι έδωσε 26 επιταγές στον Ξενοφώντος, υπό τις περιστάσεις και για τον σκοπό που ισχυρίστηκε, δεν εξήγησε για ποιο λόγο δεν προχώρησε στην ανάκληση της πληρωμής εκείνων των επιταγών του που τελικά τιμήθηκαν, όταν αυτές, πρόδηλα, δεν αφορούσαν την κάλυψη συμφωνηθέντων ποσών για το σκοπό που είπε ότι του τις έδωσε, περιλαμβανομένης και της επιταγής των €1.700 προς το δικηγορικό γραφείο Χρίστος Πατσαλίδης ΔΕΠΕ, η οποία ήταν πληρωτέα στις 25/10/2018, δηλαδή πολύ πιο πριν την ημερομηνία πληρωμής των επίδικων Επιταγών, και για την οποία μάλιστα ανέφερε ότι «Δεν έδωσα επιταγή για κανένα δικηγορικό γραφείο.». Στην προσπάθεια του να εξηγήσει το λόγο που τιμήθηκαν οι 11 από τις 26 συνολικά επιταγές του, προέβαλε γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, επιχειρώντας έτσι να συνδέσει το ζήτημα της πληρωμής τους με την πορεία της ισχυριζόμενης διεκπεραίωσης των εργασιών από τον Ξενοφώντος, χωρίς, ωστόσο, να παρουσιάσει οποιαδήποτε τιμολόγια ή αποδείξεις τέτοιων πληρωμών στο βαθμό που αφορούν το ύψος εκείνων των επιταγών του που τιμήθηκαν. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε γενικά ότι εκδόθηκαν κάποια τιμολόγια, τα οποία όμως δεν είχε μαζί του, και απέφυγε να απαντήσει αν υπάρχουν αποδείξεις πληρωμών για τις αντίστοιχες φερόμενες διεκπεραιωθείσες εργασίες, στην έκταση που αφορούν το συνολικό ύψος των επιταγών που τιμήθηκαν, αναφέροντας απλώς ότι είχε δει τα air-condition που τοποθετήθηκαν μέσα στο κτίριο. Με τον ίδιο γενικό τρόπο ισχυρίστηκε ότι άφησε να πληρωθούν κάποιες επιταγές, σταμάτησε στη συνέχεια κάποιες άλλες (μεταξύ των οποίων και τις επίδικες), μετέπειτα άφησε να πληρωθούν ορισμένες άλλες για να προχωρήσει αργότερα στην ανάκληση όλων των υπόλοιπων επιταγών που εκκρεμούσαν για πληρωμή. Ωστόσο, η εκδοχή του αυτή δεν συνάδει με το ότι δύο από τις επιταγές του (οι υπ' αριθμό [ ] και [ ]) πληρώθηκαν μετά από τότε που γενικά ισχυρίστηκε ότι ανακάλεσε όλες τις υπόλοιπες εκκρεμούσες επιταγές, ενώ όταν του υποδείχθηκε κατά την αντεξέταση του το ζήτημα αυτό προέβαλε εικασίες, αναφέροντας τότε ότι: «Πρέπει να μου είχε ξεφύγει πάνω στο σταμάτημα των επιταγών, διότι ο λογαριασμός μου ουδέποτε είχε πρόβλημα για να περάσει επιταγή». Στην φαρέτρα των υστεροκατασκευασμένων ισχυρισμών του εντάσσεται και ο ισχυρισμός που προέβαλε όσον αφορά το λόγο που δήλωσε στην Τράπεζα ως αιτία για την ανάκληση της πρώτης χρονικά πληρωτέας από τις επίδικες Επιταγές (Τεκμήριο 2). Ενώ η εν λόγω Επιταγή ήταν πληρωτέα στις 13/07/2019, έδωσε μία ημέρα προηγουμένως οδηγίες στην Τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής της, δηλώνοντας τότε ως λόγο ανάκλησης ότι η ρηθείσα Επιταγή χάθηκε, παρόλο που ένα μήνα μετά (στις 12/08/2019) ανακάλεσε την πληρωμή της επόμενης χρονικά πληρωτέας επίδικης Επιταγής, δηλώνοντας αυτή τη φορά διαφορετικό λόγο ανάκλησης (αθέτηση συμφωνίας), τον οποίο και επικαλέστηκε κατά την μαρτυρία του ως την αιτία για την ανάκληση όλων των επίδικων Επιταγών. Εντούτοις, τίποτα δεν ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του για να εξηγήσει το λόγο που στην Τράπεζα δήλωσε ως λόγο ανάκλησης κάτι διαφορετικό από εκείνο που επικαλέστηκε κατά την δίκη σε σχέση με την ανάκληση της πληρωμής της πρώτης χρονικά πληρωτέας επίδικης Επιταγής (Τεκμήριο 2), περιοριζόμενος να αναφέρει για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του, όταν ερωτήθηκε σχετικά με το ζήτημα αυτό, ότι έκανε λάθος κατά την ηλεκτρονική καταχώρισης της δήλωσης ανάκλησης της ρηθείσας Επιταγής. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, δεν παραγνωρίζεται ότι ολόκληρη η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου οικοδομήθηκε γύρω από τη θέση του ότι ουδεμία συνομιλία ή συμφωνία είχε με την πλευρά της Μ.Κ.1 όσον αφορά την έκδοση όλων των πιο πάνω επιταγών (Τεκμήριο 1), παρόλο που διαμετρικά αντίθετη ήταν η θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης της Μ.Κ.
  2. Συναφώς, η επί του προκειμένου θέση του Κατηγορούμενου δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, καθιστώντας έτσι μετέωρη ολόκληρη την υπόλοιπη εκδοχή της μαρτυρίας που παρουσίασε όσον αφορά τόσο τις περιστάσεις έκδοσης των επίδικων Επιταγών όσο και το λόγο που επικαλέστηκε κατά την δίκη για την ανάκληση της πληρωμής τους. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι η ανάκληση της πληρωμής των επίδικων Επιταγών έγινε όχι επειδή ο Κατηγορούμενος ειλικρινά πίστευε πως είχε υπό τις περιστάσεις το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή τους αλλά επειδή θεωρούσε ότι έτσι επρόκειτο να απεγκλωβιστεί από την ευθύνη του για την πληρωμή των εν λόγω Επιταγών, προβάλλοντας εκ των υστέρων, διαμορφώνοντας αναλόγως την μαρτυρία του κατά τη δίκη, ότι αιτία για την ανάκληση τους ήταν η αθέτηση μίας συμφωνίας που ισχυρίστηκε ότι είχε με τον Ξενοφώντος. Μίας συμφωνίας που, ακόμα και αν υπήρξε, δεν ήταν η θέση του Κατηγορούμενου ότι η πλευρά της Μ.Κ.1 ήταν συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν ή ότι την είχε έστω υπόψη της. Υπό τις δοσμένες, λοιπόν, περιστάσεις και με δεδομένη την αρχή της συμβατικής σχέσης (privity of contract), η αθέτηση οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ του Κατηγορούμενου και του Ξενοφώντος δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτωσει, να δημιουργήσει εύλογα, δηλαδή καλή τη πίστει, την πεποίθηση ότι αποτελεί εν προκειμένω δίκαιη αιτία για την ανάκληση της πληρωμής των επίδικων Επιταγών, τη στιγμή που αυτές αναφέρουν ως δικαιούχο τους ένα μη συμβαλλόμενο πρόσωπο (την Μ.Κ.1) και όταν μάλιστα αυτές αποτελούν μέρος μίας σειράς επιταγών (στον αριθμό 26) που δόθηκαν στο ίδιο πλαίσιο και υφίστατο συσχετισμός μεταξύ τους από πλευράς χρόνου και περιστάσεων, με ορισμένες μάλιστα από αυτές (χρονικά προγενέστερες ή μεταγενέστερες των επίδικων) να έχουν τιμηθεί σε όφελος της Μ.Κ.
  3. Εν πάση περιπτώσει, σε ό,τι αφορά την πρώτη χρονικά πληρωτέα επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο 2), η επί του προκειμένου μαρτυρία του Κατηγορούμενου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για να δικαιολογήσει την ανάκληση της πληρωμής της εφόσον οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του δεν συναρτώνται άμεσα και αποκλειστικά με τον δηλωθέντα προς την Τράπεζα λόγο ο οποίος οδήγησε στην ανάκληση της πληρωμής της. Συνακόλουθα, η εκδοχή της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου τόσο σε σχέση με το λόγο και τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε ότι εκδόθηκαν οι επίδικες Επιταγές όσο και σε σχέση με τα όσα ισχυρίστηκε αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης εύλογης αιτίας στην ανάκληση της πληρωμής τους με αναφορά στο λόγο που ισχυρίστηκε ότι προχώρησε σε αυτήν, κρίνεται αναξιόπιστη και, ως εκ τούτου, δεν γίνεται αποδεχτή. Μετά και την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας και έχοντας ως υπόβαθρο την πιο πάνω αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσιάστηκε καταλήγω στα ακόλουθα, επιπρόσθετα, ευρήματα: ο Κατηγορούμενος συμφώνησε να εκδώσει τις επίδικες Επιταγές σε όφελος της Μ.Κ.1, ως μέρος της ευρύτερης υποχρέωσης που συμφώνησε να αναλάβει προς την Μ.Κ.1 με την έκδοση επιταγών του για την εξόφληση αντίστοιχου χρέους που συνολικά οφείλονταν σε αυτήν από τον Ξενοφώντος, σε αντάλλαγμα για την απόσυρση της ποινικής υπόθεσης 2397/
  4. Η εν λόγω ποινική υπόθεση είχε καταχωρηθεί από πλευράς Μ.Κ.1 και εκκρεμούσε εναντίον του Ξενοφώντος αναφορικά με ακάλυπτες επιταγές του τελευταίου σε σχέση με το προαναφερόμενο χρέος του προς την Μ.Κ.
  5. Στο πλαίσιο αυτό, οι επίδικες Επιταγές παραδόθηκαν από τον Ξενοφώντος στην Μ.Κ.3 πλήρως συμπληρωμένες και υπογραμμένες στις 02/10/2018, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε και η προαναφερόμενη ποινική υπόθεση. Δ. Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154. Συνεπώς, το βάρος μετατέθηκε στους ώμους του Κατηγορούμενου να καταδείξει, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι είχε εύλογη αιτία ανάκλησης της πληρωμής των επίδικων Επιταγών, βάσει του λόγου που δηλώθηκε γραπτώς κατά το χρόνο ανάκλησης στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτές εκδόθηκαν. Με υπόβαθρο την επί του προκειμένου αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 σε συνδυασμό με τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου και με δεδομένο ότι, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσιάστηκε σε σχέση με την ύπαρξη εύλογης αιτίας στην ανάκληση των επίδικων Επιταγών, αφού η επί του προκειμένου μαρτυρία του Κατηγορούμενου απορρίφθηκε ως αναξιόπιστη, κρίνω ότι η ενέργεια του Κατηγορούμενου να προκαλέσει την μη εξόφληση των επίδικων Επιταγών δεν ήταν ειλικρινής ούτε υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Συναφώς, καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη «εύλογης αιτίας» για την πρόκληση της μη πληρωμής των Επιταγών (N.C. Diamonds Co. Ltd ανωτέρω και Louis Travel Ltd ανωτέρω) και, έτσι, αυτός κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ) ......... Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 προνοεί ότι: «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της.» [2] Όπως έχει, επί παραδείγματι, νομολογηθεί, σημασία στην αξιολόγηση κάθε μάρτυρα έχει η θετική ή αρνητική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυρας (Μαυροσούφης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Πολ. Έφεση 352/08 ημ. 16/04/2014, ECLI:CY:AD:2014:A267), η ουσία της εκδοχής του, η οποία θα πρέπει να αντιπαραβάλλεται με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου (Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71), η μνήμη του μάρτυρα, οι αντιδράσεις του στο εδώλιο (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά (με αμεσότητα ή με δισταγμό) ή που αρνείται να απαντήσει, η νευρικότητα, η επιφυλακτικότητα και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, η σταθερότητα στις απαντήσεις του (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου
(2013)1 (Β) ΑΑΔ 1166 και το Νομικό Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, 2η έκδοση σελ. 128 - 131), η πηγή των γνώσεων του, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα οποία κατέθεσε, με τις μικροαντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα να μην οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας ενός μάρτυρα (Καρεκλά ν. Αστυνομία
(2013)2 ΑΑΔ 737) εφόσον μπορεί και να ενδυναμώσουν μια κατά τα άλλα πειστική μαρτυρία, γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης (Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση 23/2015, ημ. 21/04/2016, ECLI:CY:AD:2016:D212). Περαιτέρω, η μαρτυρία ενός μάρτυρα μπορεί να γίνει πιστευτή εν μέρει ή στην ολότητά της και το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 45 και Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). [3] Βλ. τις σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος που εμφαίνονται επί των επίδικων Επιταγών (Τεκμήρια 2 - 4), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. Το εν λόγω Τεκμήριο δεν έχει εν προκειμένω ανατραπεί εφόσον δεν αμφισβητήθηκε. [4] Βλ. ενδεικτικά τις παραγράφους 7 και 10 του Εγγράφου Γ καθώς και την 1η παράγραφο της 2ης σελίδας των τελικών αγορεύσεων της πλευράς του Κατηγορούμενου. [5] Βλ. ενδεικτικά την παράγραφο 10 του Εγγράφου Γ καθώς και την 1η παράγραφο της 2ης σελίδας των τελικών αγορεύσεων της πλευράς του Κατηγορούμενου. [6] Βλ. και τις σφραγίδες του πιστωτικού ιδρύματος που εμφαίνονται επί των Επιταγών (Τεκμήρια 5 - 8), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 305 Α
(3)του Κεφ. 154, αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.