← Κύπρος

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. LSE LIFESTYLE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2540/19, 15/6/2022

ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. LSE LIFESTYLE ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2540/19, 15/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Αναγνώστου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2540/19 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. LSE LIFESTYLE ENTERPRISES LTD
  2. Α. Κ.
  3. Μ. Κ. Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Φραντζή Για Κατηγορούμενους: κ. Ευαγγέλου Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα Αυθημερόν, μετά από διάλειμμα) Οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε κατηγορίες που ο καθένας τους αντιμετωπίζει σύμφωνα με το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης, οι οποίες αφορούν παραβάσεις της περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας (Ν.246/1990 και Ν. 95(I)/2000), όπως έχει τροποποιηθεί (στο εξής ο Νόμος), και των δυνάμει αυτής εκδοθέντων Κανονισμών. Συγκεκριμένα, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι στις κατηγορίες 1 - 26 ενώ αθωώθηκαν από την 27η κατηγορία, η δε Κατηγορούμενη 3 κρίθηκε ένοχη στις κατηγορίες 13 - 26 ενώ αθωώθηκε από τις κατηγορίες 1 - 12 και
  4. Τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταδίκη των Κατηγορουμένων καταγράφονται εκτενώς στην καταδικαστική απόφαση ημερομηνίας 20/12/2021, λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στο σύνολο τους και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν σήμερα από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, από την ημερομηνία έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης υπήρξε μερική συμμόρφωση των Κατηγορουμένων στις κατηγορίες που κρίθηκαν ένοχοι, με την καταβολή προς τον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €20.000, ενώ παράλληλα, στο πλαίσιο των προσπαθειών τους για συμμόρφωση, αυτοί έχουν προτείνει προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. ένα χρονοδιάγραμμα σταδιακής αποπληρωμής της εναπομείνασας φορολογικής οφειλής που αφορούν οι κατηγορίες του υπό κρίση κατηγορητηρίου. Σημείωσε, επίσης, ότι παραμένει σήμερα ως συνολικά οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €178.084,85, από το οποίο ζήτησε δυνάμει του άρθρου 46

(12)του Ν. 95(I)/2000 την έκδοση διατάγματος καταβολής εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για το ποσό των €35.880,15 πλέον νόμιμο τόκο από 11/03/2019. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για προηγούμενες καταδίκες των Κατηγορουμένων. Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στους ακόλουθους παράγοντες: (α) στο μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, (β) στην οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1, η οποία ανέφερε ότι σταμάτησε τις εργασίες της και δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα από το 2009, καθώς και στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 2 και 3, στο πλαίσιο των οποίων παρουσίασε ως Έγγραφα Β και Γ σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά αναφορικά με τα προβλήματα υγείας που σήμερα αντιμετωπίζουν, αντιστοίχως, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, (γ) στην μερική συμμόρφωση που υπήρξε μέχρι σήμερα στις κατηγορίες αλλά και στην πρόθεση των Κατηγορουμένων 2 και 3 να προχωρήσουν με δικά τους μέσα στην αποπληρωμή ολόκληρης της εναπομείνασας φορολογικής οφειλής βάσει του χρονοδιαγράμματος αποπληρωμής που έχουν προτείνει προς την υπηρεσία Φ.Π.Α, (δ) στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προέκυψε η διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων, τα οποία υπέδειξε ότι αφορούν οφειλές από βεβαιωθείσα φορολογία, την ορθότητα της οποίας οι Κατηγορούμενοι είχαν αμφισβήτησει, και όχι από φορολογικές τους υποχρεώσεις τις οποίες συμφωνούσαν ότι οφείλονταν αλλά παρέλειψαν να εκπληρώσουν. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και εκφράζοντας την μεταμέλεια των Κατηγορουμένων, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να τους κρίνει με επιείκεια κατά την επιβολή της αρμόζουσας ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται στο Νόμο σε σχέση με το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α[1] όσο και από το ότι τέτοιες παραλείψεις ενέχουν μεγάλη σημασία για το δημόσιο αφού αποστερούν από τα ταμεία του κράτους ποσά εσόδων τα οποία του ανήκουν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd,
(1996)2 Α.Α.Δ. 262 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 18/09/2017). Περαιτέρω, τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι βρίσκονται, δυστυχώς, σε ανησυχητική έξαρση στη χώρα μας, κάτι που προκύπτει και από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται και εκδικάζονται ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτής της φύσεως αδικήματα. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές σε περίπτωση παράλειψης εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω). Η συνήθης ποινή για την διάπραξη τέτοιων αδικημάτων είναι αυτή της άμεσης φυλάκισης, ιδιαίτερα σε περίπτωση μη καταβολής Φ.Π.Α., ο οποίος εισπράττεται αλλά δεν καταβάλλεται στο κράτος (βλ. Λίνος Μελάς κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 412). Ωστόσο, το σύνηθες δεν αποτελεί ταυτόχρονα και άκαμπτο κανόνα αφού, κατά πάγια νομολογιακή αρχή, κάθε περίπτωση αντιμετωπίζεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. Γι' αυτό και το Δικαστήριο έχει πάντοτε την υποχρέωση για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v Ζακατζιώτη ανωτέρω). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331). Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 46
(12)του Ν.95(I)/2000, «το ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, έχει εξουσία εκτός από την επιβολή ποινής, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό.» Η πρόνοια αυτή, όπως πολύ πρόσφατα έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ασσιώτης ν. Εφόρου Φορολογίας, Ποιν. Έφεση 143/2020 ημ. 12/04/2021, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται το υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο, που εν προκειμένω είναι η Κατηγορούμενη 1, να καταβάλει στον Έφορο την εναπομείνασα οφειλή που σχετίζεται με τα αδικήματα των κατηγοριών 17 - 26, το ύψος της οποίας αντιστοιχεί στο ποσό για το οποίο η πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε την έκδοση του προαναφερόμενου διατάγματος καταβολής. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τους παράγοντες που δύναται να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους. Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Ως επιπρόσθετους επιβαρυντικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη μου το ύψος του ποσού που παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. (€178.084,85), το οποίο είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων σε ό,τι αφορά τον οφειλόμενο φόρο, σε συσχετισμό με το ότι με τις παραλείψεις των Κατηγορουμένων, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα σημαντικό ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ουδεμία έμπρακτη μεταμέλεια υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένων. Η έμπρακτη μεταμέλεια, όπως αναφύεται σε τέτοιου είδους αδικήματα μέσα από την συμμόρφωση με τις κατηγορίες, με την πλήρη εξόφληση του ποσού που αυτές αφορούν και όχι η απλή διάθεση ή προσπάθεια προς εξόφληση, είναι η παράμετρος που πολλές φορές επενεργεί ώστε να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας (βλ. κατ' αναλογία την Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020 και την Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 18/10/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, είναι γεγονός ότι, παρά την μερική συμμόρφωση που συνολικά υπήρξε μέχρι σήμερα, παραμένουν οφειλές προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. συνολικού ύψους €178.084,85, το οποίο πρόκειται για ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό που συνολικά οφείλεται, για ομολογουμένως μεγάλο χρονικό διάστημα, στα Ταμεία του Κράτους. Από την άλλη, δεν παραβλέπω το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης, τα οποία ανατρέχουν σε πολύ απομακρυσμένο χρόνο. Αυτά προκύπτουν από μία βεβαίωση φόρου ημερομηνίας 13/01/2006, αναφορικά με φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/02/1998 μέχρι 31/07/2004. Στην καθυστέρηση αυτή συνέβαλε, σε μεγάλο βαθμό, το γεγονός ότι το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε μόλις την 07/05/2019, χωρίς να παραγνωρίζονται βεβαίως τα όσα προηγήθηκαν της δίωξης στην παρούσα υπόθεση, ως αυτά προκύπτουν από την καταδικαστική απόφαση, με την παρατηρηθείσα καθυστέρηση να έχει στο επίκεντρο της ως γενεσιουργό αιτία τις ενέργειες και τα διαβήματα που, δικαιωματικά μεν, επέλεξε να προωθήσει προηγουμένως η πλευρά των Κατηγορουμένων για την αμφισβήτηση της επίδικης βεβαίωσης. Εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος που διέρρευσε από την τελεσίδικη επικύρωση της βεβαιωθείσας φορολογίας στις 08/04/2013 μέχρι τη δίωξη στην παρούσα υπόθεση άφηνε στους Κατηγορούμενους χρονικό διάστημα συμμόρφωσης ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η έγερση της παρούσας ποινικής δίωξης εναντίον τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, ημ. 3/07/2009), χωρίς να παραβλέπεται, από την άλλη, ότι από την ημερομηνία έκδοσης της καταδικαστικής απόφασης οι Κατηγορούμενοι ζήτησαν επανειλημμένα χρόνο για συμμόρφωση τους με τις κατηγορίες που κρίθηκαν ένοχοι, χωρίς όμως τελικά να συμμορφωθούν πλήρως με αυτές. Ωστόσο, η τόσο μεγάλη καθυστέρηση έχει αφ' εαυτής τη σημασία της, πολύ δε περισσότερο αφού στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε οι προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 2 και 3 έχουν διαφοροποιηθεί σε ουσιαστικό βαθμό υπό το φως των όσων αναφέρθηκαν και των ιατρικών πιστοποιητικών (Έγγραφα Β και Γ) που παρουσιάστηκαν σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 από τον συνήγορο τους κατά τον μετριασμό (βλ. PA Charalambous Trading Co Ltd v. Παναγή, Ποιν. Έφεση 212/2014 ημ. 11/2/2020, ECLI:CY:AD:2020:B54, Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου ανωτέρω και Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd, Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 25/2/2021, ECLI:CY:AD:2021:B66). Συνεπώς, το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα λαμβάνεται υπόψη για μετριασμό της ποινής, χωρίς, ωστόσο, ο παράγοντας αυτός να είναι αρκετός για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Κυριάκου Ανδρέου Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016, ECLI:CY:AD:2016:B64, PA Charalambous Trading Co Ltd ανωτέρω, Φλωρεντίνου ανωτέρω και Louis Travel Ltd ανωτέρω). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων το λευκό ποινικό τους μητρώο και λαμβάνω επίσης υπόψη μου, προς όφελος τους, την μερική συμμόρφωση που υπήρξε μέχρι σήμερα από πλευράς τους έναντι της συνολικής οφειλής προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. σε συνδυασμό με την μεταμέλεια τους στα αδικήματα που κρίθηκαν ένοχοι, όπως αυτή εκφράστηκε κατά τον μετριασμό από τον συνήγορο τους, η οποία, όμως, ως προαναφέρθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη για σκοπούς μετριασμού τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις των Κατηγορουμένων 2 και 3 όπως αυτές εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στο στάδιο του μετριασμού, καθώς επίσης και την σημερινή οικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1, τα οποία όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου Ποιν. Έφεση 276/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021, ECLI:CY:AD:2021:B88). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη μου σε όφελος της Κατηγορούμενης 1 ότι, εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την πληρωμή προς την Κατηγορούσα Αρχή μέρους της εναπομείνασας οφειλής (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016 και METRON (CYPRUS) LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΝΙΟΥ, Ποιν. Έφεση 64/15 ημ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:D23). Ωστόσο, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα για σκοπούς μετριασμού της ποινής των Κατηγορουμένων στο γεγονός ότι τα υπό κρίση αδικήματα προέκυψαν από βεβαιωθείσα φορολογία, η εγκυρότητα και νομιμότητα της οποίας επικυρώθηκε, εν πάση περιπτώσει, από το αρμόδιο Δικαστήριο μέσω των δικαστικών διαδικασιών αμφισβήτησης της που προηγήθηκαν της παρούσας ποινικής δίωξης. Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν για σκοπούς επιβολής ποινής, προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους, έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, στην Κατηγορούμενη 1 επιβάλλονται οι ακόλουθες χρηματικές ποινές: · €200 σε κάθε έκαστη των κατηγοριών 1, 7, 15, 18 - 22 και 25, · €400 σε κάθε έκαστη των κατηγοριών 2 - 6, 8, 10 - 14, 16, 17, 23 και 24, · €1.100 στην 9η κατηγορία, · €700 στην 26η κατηγορία. Επιπρόσθετα, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 46
(12)του Ν.95(I)/2000, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 διατάττον την καταβολή στον Έφορο Φορολογίας του ποσού των €35.880,15 πλέον νόμιμο τόκο από 11/03/2019 μέχρι εξόφλησης. Συνεκτιμώντας, τώρα, και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και από την άλλη όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης εξόφληση του συνολικά οφειλόμενου ποσού Φ.Π.Α, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους τους ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου ανωτέρω, Φλωρεντίνου ανωτέρω), κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στους Κατηγορούμενους 2 και 3 για τις κατηγορίες που κρίθηκαν ένοχοι είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής, όχι όμως το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή στους Κατηγορούμενους 2 και 3 δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει. Περαιτέρω, η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στους Κατηγορούμενους 2 και 3 στα αδικήματα που κρίθηκαν ένοχοι θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες, καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται σε έκαστο των Κατηγορουμένων 2 και 3 ποινή φυλάκισης δύο
(2)μηνών στην κάθε κατηγορία που ο καθένας τους κρίθηκε ένοχος. Οι ρηθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν εφόσον πρόκειται για αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στους Κατηγορούμενους 2 και 3, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, PA Charalambous Trading Co Ltd ανωτέρω, Φλωρεντίνου ανωτέρω, Louis Travel Ltd ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποιν. Εφέσεις 230/2019 και 231/2019 ημ. 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B177 και Κασάπη ν. Μενεξή ανωτέρω). Λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η οποία αφορά αδικήματα τα οποία έχουν διαπραχθεί σε πολύ απομακρυσμένο χρόνο, και λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων 2 και 3, οι οποίες έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά στο μεγάλο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την διάπραξη των αδικημάτων, σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό τους μητρώο, την μερική συμμόρφωση που υπήρξε από την ημερομηνία της καταδικαστικής απόφασης αλλά και τις προσπάθειες τους για σταδιακή αποπληρωμή της εναπομείνασας οφειλής με δικά τους εισοδήματα εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος που έχουν προτείνει προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. και, χωρίς, τονίζω, να υποβιβάζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι (η οποία είναι δεδομένη), καταλήγω ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια προς όφελος των Κατηγορουμένων 2 και 3 και να αναστείλω την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, σύμφωνα με το Νόμο, για τρία χρόνια. (Εξηγείται η φύση της ποινής φυλάκισης με αναστολή στους Κατηγορούμενους 2 και 3) (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 1-16, τα οποία εξετάζονται υπό το πρίσμα του Ν. 246/1990, προβλέπεται στο άρθρο 53
(8)ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι £1.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές. Όσον αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 17 - 26, τα οποία εξετάζονται υπό το πρίσμα του Ν. 95(I)/2000, προβλέπεται στο άρθρο 46
(9)ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543,01 ή και με τις δύο αυτές ποινές. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.