← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δ. Θ., Αρ. Υπόθεσης: 7983/20, 7/6/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δ. Θ., Αρ. Υπόθεσης: 7983/20, 7/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7983/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Δ. Θ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7/6/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος. Ο. Καΐλης Κατηγορούμενος: Παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εκ πρώτης όψεως) Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία για αδικαιολόγητη παρακώλυση της τροχαίας ή άλλης κίνησης σε οδό με μηχανοκίνητο όχημα, κατά παράβαση των κανονισμών 2, 58

(10)(γ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών, ΚΔΠ 66/84. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, η Κατηγορούμενη, στις 6/11/2019, ενώ είχε την ευθύνη ή τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ], εγκατέλειψε τούτο στη Λεωφόρο Στασίνου στη Λευκωσία, κατά τρόπο δυνάμενο να παρακωλύσει αδικαιολόγητα την τροχαία ή άλλη κίνηση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε μια μάρτυρα κατηγορίας, την αστυφύλακα [ ] Νικόλ Ιωσήφ (στο εξής η «ΜΚ1»). Μαρτυρία Η ΜΚ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 τον ανακριτικό φάκελο που είχε συμπληρώσει στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η ΜΚ1, στις 6/11/2019 και περί ώρα 20:57, κατάγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ], για το αδίκημα της «παρακώλυσης κυκλοφορίας» στην οδό Στασίνου στον Στρόβολο. Εκδόθηκε εξώδικο για ποσό €50, το οποίο η Κατηγορούμενη παρέλειψε να πληρώσει εντός της καθορισμένης από τον νόμο προθεσμίας. Στις 25/2/2020 και περί ώρα 13:30, πληροφόρησε την Κατηγορούμενη ότι θα καταγγελλόταν και της επέστησε την προσοχή της στο νόμο, και η απάντηση της τελευταίας ήταν: «Δεν ήβρα τίποτε». Κατά την προφορική της μαρτυρία διευκρίνισε ότι το αδίκημα διαπράχθηκε στην οδό Στασίνου στον Δήμο Στροβόλου και όχι στον Δήμο Λευκωσίας. Παραδέχτηκε ότι δεν θυμόταν ακριβώς πού ήταν σταθμευμένο το αυτοκίνητο της Κατηγορούμενης, αλλά ξεκαθάρισε ότι και στις δύο πλευρές του δρόμου υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναγκάζουν τα διερχόμενα οχήματα να εισέρχονται στην αντίθετη λωρίδα για να περάσουν από το σημείο. Καταγγέλθηκαν όλα τα οχήματα για παρακώλυση κυκλοφορίας, εκτός από μερικά που ήταν σταθμευμένα επί του πεζοδρομίου, τα οποία καταγγέλθηκαν γι' αυτή την κατηγορία. Δηλώθηκε επίσης ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 6/11/2019, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ] ήταν η Κατηγορούμενη. Εισήγηση για εκ πρώτης όψεως Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει να αθωωθεί με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Αντίθετη ήταν η άποψη της συνηγόρου της Κατηγορούσας αρχής, η οποία εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και η Κατηγορούμενη θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Νομικές αρχές αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως Η νομολογία, ως προς το πότε δικαιολογείται η απαλλαγή του κατηγορούμενου σ΄ αυτό το στάδιο, είναι ευθυγραμμισμένη (Αστυνομία v Κουτούρης Ποιν. Έφ. 169/20 ημερ. 9/6/2021, ECLI:CY:AD:2021:B235). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" υποδηλώνει η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως, δηλαδή, μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Χρήσιμη ανάλυση του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" γίνεται στην απόφαση της ολομέλειας In Re Kakos
(1985)1 C.L.R. 250. To δικαστήριο δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορίας στο ενδιάμεσο στάδιο της δίκης. Άλλωστε, τέτοια αξιολόγηση θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορούμενου οποτεδήποτε κρινόταν ότι η μαρτυρία της Κατηγορίας είναι αξιόπιστη. Και εδώ έγκειται η σημασία της Πρακτικής του 1962 που υιοθετήθηκε στην απόφαση της ολομέλειας Azinas and Another v. Police,
(1981)2 C.L.R. 9 και κρίθηκε ότι ενσωματώνει τις αρχές που εφαρμόζονται για να διαπιστωθεί αν η Κατηγορία έχει τεκμηριώσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η πρώτη όψη του πράγματος είναι εκείνη η οποία χαρακτηρίζεται από τα εξωτερικά του γνωρίσματα. Είναι με αυτή την έννοια που ο όρος χρησιμοποιείται στην Πρακτική του 1962. Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Και στη δεύτερη περίπτωση το κριτήριο είναι αντικειμενικό διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού δικαστηρίου. Στην υπόθεση Azina (ανωτέρω), το δικαστήριο επεσήμανε ότι η προγενέστερη κυπριακή απόφαση Rex v. Mustafa Kara Mehmed, 16 C.L.R. 46 συσχετίζεται με την ερμηνεία και εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που ίσχυαν κατά το χρόνο της έκδοσης της, δηλαδή, των Άρθρων 143 και 144 της Περί των Κυπριακών Δικαστηρίων Διαταγής του 1927, η οποία δέσμευε το πρωτόδικο δικαστήριο να εξετάσει, μετά το πέρας της υπόθεσης της Κατηγορίας, κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία ήταν επαρκής για να υποστηρίξει την καταδίκη. Οι διατάξεις του Άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155 εναρμονίζονται, όπως επεξηγείται, με τα αγγλικά θέσμια στον προσδιορισμό εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και για το λόγο αυτό τόσο η Πρακτική του 1962 όσο και η σχετική αγγλική νομολογία (Βλέπε μεταξύ άλλων: (α) Wiseman & Another v. Bomeman & Others [1967] 3 All E.R. 1045. (
  1. b)Cozens v. Brutus [1972] 2 All E.R. 1. (
  2. c)Ellis v. Jones [1973] 2 All E.R. 893. (
  3. d)R. v. Galbraith [1981] 2 All E.R. 1061. (
  4. e)R. v. Barker (Note [1975] 65 Cr.App.R. 287) οριοθετούν το πλαίσιο διαπίστωσης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.»» Στο σύγγραμμα «Η Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» Δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση του Criminal Procedure in Cyprus
(1975)στα Ελληνικά, έντιμου κύριου Γ.Μ. Πική, στις σελίδες 197 - 198 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ορολογία του Άρθρου 74
(1)(β) συνάδει με την πατροπαράδοτη έννοια του όρου «εκ πρώτης όψεως» (prima facie) που αποδόθηκε στον όρο διαχρονικά από την αγγλική νομολογία. Δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου εφόσον το δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία, ορωμένη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορουμένου
  1. Η θεώρηση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο είναι προκαταρκτική, καθώς το δικαστήριο πρέπει να αφήσει ανοικτούς τους ορίζοντες της ετυμηγορίας του μέχρι το πέρας της δίκης ως προς την ενοχή ή μη του κατηγορουμένου
  2. Το 1962 ο κλάδος του αγγλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου (Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England) εξέδωσε την ακόλουθη καθοδηγητική οδηγία πρακτικής (practice note) ως προς το τι συνεπάγεται ο όρος «prima facie» (εκ πρώτης όψεως) προς καθοδήγηση των κατώτερων ποινικών δικαστηρίων της χώρας. Οι οδηγίες αυτές, παρόλο που δεν είναι δεσμευτικές για την κυπριακή Δικαιοσύνη, συνιστούν βοήθημα το οποίο υπήρξε καθοδηγητικό για την ανάπτυξη της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος. Η προκριθείσα καθοδηγητική οδηγία έχει (σε ελεύθερη μετάφραση) ως εξής : «Χωρίς να επιδιώκεται η στοιχειοθέτηση αρχής δικαίου, ως θέμα πρακτικής το δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από τους ακόλουθους παράγοντες, επιλαμβανόμενο εισήγησης ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση : (α) Κατά πόσο απουσιάζει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί ουσιωδώς συστατικό της υπό κρίση κατηγορίας. (β) Κατά πόσο η προσαχθείσα από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία έχει απογυμνωθεί κύρους ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης ή είναι καταφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα δικαστήριο δεν θα μπορούσε μετά ασφαλείας να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.» Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης της εισήγησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το δικαστήριο θα καταδίκαζε ή θα αθώωνε τον κατηγορούμενο σε εκείνο το στάδιο, αλλά από το κατά πόσο η μαρτυρία είναι τέτοια που θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει σε καταδίκη του κατηγορουμένου
  3. Wiseman and Another v. Borman and Others
(1967)3 AllER 1047 (βλ. Ιδιαίτερα την απόφαση του Λόρδου Denning (M.R.). 674. Cozens v. Brutus
(1972)2 AllER 1. Επίσης βλ. Vye v. Vye
(1969)2 AllER
  1. Practice Note (QBD) ‐ Lord Parker, Chief Justice
(1962)1 AllER 448.» Στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191 το Ανώτατο Δικαστήριο το Εφετείο συνόψισε και επανέλαβε την νομολογία για τον τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας, προς διαπίστωση ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ως ακολούθως: «Η νομολογία όμως είναι σαφέστατη επί του προκειμένου. (Ίδε: Practice Note [1962] 1 All E.R. 448, R. v. Galbraith [1981] 73 Cr. App. R. 124, Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, Δημοκρατία ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, που δεν είναι η θέση των εφεσειόντων επί του προκειμένου, η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπόψη είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Έργο του Δικαστηρίου σ' αυτό το στάδιο, είναι να εξετάσει κατά πόσον θα καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξ όψεως και αντικειμενικά ιδωμένης, χωρίς να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και χωρίς κατάληξη σε οποιαδήποτε ευρήματα ή συμπεράσματα. Εξετάζεται δηλαδή κατά πόσον η Κατηγορούσα αρχή έχει προσφέρει τέτοια μαρτυρία, η οποία εάν και εφόσον αξιολογηθεί και κριθεί αποδεκτή, και στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, θα είναι ικανή να στηρίξει καταδίκη του Κατηγορουμένου για το αδίκημα που κατηγορείται. Νομική Πτυχή Αδικήματος Σε σχέση με την πρώτη (και μοναδική κατηγορία) που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, σύμφωνα με το άρθρο 58
(10)(γ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να- ... (γ) μην εγκαταλείπει το όχημα χωρίς να λάβει προηγουμένως όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις κατά τρόπο ώστε αυτό να μη μπορεί να τεθεί σε κίνηση κατά την απουσία του και επιπρόσθετα να μην το εγκαταλείπει σε δρόμο κατά τρόπο ώστε να εμποδίζει αδικαιολόγητα πεζούς ή την τροχαία κίνηση. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Ευγενία Πέτσα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 27/2014, ημερομηνίας 12/2/2016, η φράση «και επιπρόσθετα» έχει την έννοια δύο διαφορετικών τρόπων εγκατάλειψης. Ο κανονισμός 58(δ)(γ) δημιουργεί δύο διαφορετικά αδικήματα προς αντιμετώπιση δύο διαφορετικών έκνομων καταστάσεων και όχι σώρευση συστατικών στοιχείων σε ένα και μόνο αδίκημα. Στην παρούσα υπόθεση - όπως και στην Πέτσα ανωτέρω - τα σχετικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι (α) η εγκατάλειψη του οχήματος σε δρόμο και (β) η εξ αυτής αδικαιολόγητη παρεμπόδιση της τροχαίας κίνησης. Όπως αναφέρθηκε στην ως άνω υπόθεση, με παραπομπή στο Words and Phrases Legally Defined, Τόμος 4, σελ. 9, το αδίκημα μπορεί να συντελεστεί με τη δημιουργία αισθητά μειωμένης δυνατότητας στη χρήση του δρόμου στην οποία υποβάλλεται άλλος οδηγός. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα: «"Obstruction" . is not a term of art nor has it acquired any special meaning, but it is always used in describing a particular kind of nuisance, viz. the obstruction of a highway. What is obstruction of a highway? It is not only an obstruction which actually prevents someone from exercising his right on the highway; it is any obstruction which interferes to an appreciable practical extent with the right which every member of the public has to use the highway, and to use it at all times and under all circumstances. The right of each person is not restricted to the particular part of the highway which may happen not to be in use by others at the time; it extends to the whole of the highway. Everybody has the right to use the whole of the highway at any time he thinks fit for the purpose of passing and repassing, and anything which appreciably and practically interferes with that right is an obstruction of the highway." Haywood v. Mumford
(1908)7 C.L.R. 133, per O'Connor, J., at pp. 140, 141 ..... What amounts to obstruction is primarily a question of fact (Wade v. Grange
(1977)RTR 417).» Περαιτέρω αναφέρθηκε ότι η έννοια της δικαιολογίας εν προκειμένω είναι ταυτόσημη με την εύλογη αιτία που μπορεί να υπάρχει σε συνάρτηση με τις ειδικές ανάγκες της περίπτωσης. Ως προς το ερώτημα του τι αποτελεί «εγκατάλειψη», το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου (ως φαίνεται obider dictum εφόσον το θέμα δεν αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης κατ' έφεση), το οποίο και υιοθετώ: «η έννοια της εγκατάλειψης για το σκοπό που υπηρετεί ο εν λόγω Κανονισμός, μπορεί να είναι μεγάλης ή μικρής διάρκειας και επομένως, κάτω από τέτοιες περιστάσεις, η στάθμευση οχήματος είναι μορφή εγκατάλειψης.» Εφαρμογή νομικών αρχών και κατάληξη Φαίνεται από τα πιο πάνω, ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη εγκατέλειψε το όχημα της κατά τρόπο δυνάμενο να παρακωλύσει την τροχαία ή άλλη κίνηση πλην όμως, κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος, κάτι τέτοιο δεν συνιστούσε αδίκημα. Σύμφωνα με το άρθρο 58
(10)(γ), το αδίκημα συνιστάται όταν το όχημα εμποδίζει αδικαιολόγητα πεζούς ή την τροχαία κίνηση. Συνεπώς, οι λεπτομέρειες αδικήματος δεν αποκαλύπτουν αδίκημα σύμφωνα με τους κανονισμούς που ίσχυαν κατά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Τούτος ο λόγος είναι αρκετός για να οδηγήσει σε αθώωση της Κατηγορουμένης από αυτό το στάδιο. Υπάρχει όμως και ακόμα ένα πρόβλημα σε σχέση με τη σύνταξη του Κατηγορητηρίου, και αυτό είναι ότι στις λεπτομέρειες αδικήματος αναφέρεται ότι η Κατηγορούμενη είχε διαπράξει το αδίκημα στη Λεωφόρο Στασίνου στη Λευκωσία, ενώ σύμφωνα με τη μαρτυρία, η καταγγελία του οχήματος της Κατηγορουμένης από τη ΜΚ1. έγινε στην οδό Στασίνου στον Στρόβολο. Συνεπώς, η μαρτυρία που προσφέρθηκε δεν συνάδει με τις λεπτομέρειες αδικήματος. Σύμφωνα με τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, συνεπώς η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.