← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. DAVID SALON SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6053/21, 29/6/2022

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ν. DAVID SALON SERVICES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6053/21, 29/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B124 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6053/21 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή ν.

  1. DAVID SALON SERVICES LIMITED
  2. Ν. Χ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Αθανασιάδου Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Σ. Σκορδής Κατηγορούμενος 2: Παρών ΠΟΙΝΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 βρίσκονται ένοχοι, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε έξι συνολικά κατηγορίες που αφορούν παραβάσεις προνοιών του Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (1η και 2η κατηγορία), των Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων του 1967 μέχρι 2003 (3η κατηγορία), των Περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Νόμων του 1974 μέχρι 1999 (4η κατηγορία) και του Περί Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής Νόμου του 2003 (5η και 6η κατηγορία), ως έχουν τροποποιηθεί, και των δυνάμει αυτών εκδοθέντων Κανονισμών. Όλες οι κατηγορίες αφορούν την παράλειψη καταβολής εισφορών και τελών, ως προνοείται στους προαναφερόμενους Νόμους και Κανονισμούς, που οφείλονταν για τους μήνες Δεκέμβριο 2014 μέχρι Ιούλιο 2016, συνολικού ύψους €128.445,50, πλέον πρόσθετο τέλος. Στο στάδιο της έκθεσης γεγονότων, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, υιοθετώντας τα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος της κάθε κατηγορίας (από τις οποίες προκύπτουν τα πιο πάνω), ανέφερε πως μέχρι σήμερα ουδεμία συμμόρφωση υπήρξε στις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, αφού κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε έναντι των οφειλόμενων ποσών, με την ανικανοποίητη οφειλή να ανέρχεται σήμερα στο συνολικό ποσό των €161.159,14, για το οποίο ζήτησε την έκδοση σχετικού διατάγματος πληρωμής εναντίον της Κατηγορούμενης
  3. Περαιτέρω, ανέφερε πως οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες και σημείωσε, επίσης, ότι εναντίον των Κατηγορουμένων είχε καταχωρηθεί στο παρελθόν η ποινική υπόθεση 5552/15, η δίωξη της οποίας αναστάληκε στις 14/11/2016 λόγω του ότι η Κατηγορούμενη 1 είχε ενταχθεί σε σχέδιο αποπληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών, το οποίο δεν τήρησε με αποτέλεσμα να επανακαταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Κατηγορούμενο 2 στις ποινικές υποθέσεις 2698/20 και 2699/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας, στις οποίες το παρόν Δικαστήριο, αμέσως προηγουμένως, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη χρονική περίοδο φυλάκισης τους έξι

(6)μήνες, σε αδικήματα παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής ποσών Φ.Π.Α., κατά παράβαση της Περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η Κατηγορούμενη 1 στην παρούσα υπόθεση είναι το ίδιο νομικό πρόσωπο με την Κατηγορούμενη 1 στην προαναφερόμενη 2699/
  1. Το Δικαστήριο ζήτησε στο πλαίσιο της υπόθεσης 2698/20 και έλαβε από την αρμόδια Υπηρεσία, Έκθεση (η Έκθεση) όπου αναφέρονται τα Κοινωνικοοικονομικά δεδομένα του Κατηγορούμενου 2, το περιεχόμενο της οποίας λαμβάνεται υπόψη και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σύμφωνα με την Έκθεση, ο Κατηγορούμενος 2 είναι σήμερα ηλικίας 65 ετών, συνταξιούχος, έγγαμος και πατέρας δύο ενήλικων τέκνων, ηλικίας 42 και 38 ετών. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο το 1974, συμμετείχε ως εθελοντής στην Εθνική Φρουρά, κατά την διάρκεια της εμπόλεμης κατάστασης στη Δημοκρατία, και υπήρξε αγνοούμενος για 10 ημέρες. Αφού υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία, ολοκλήρωσε το 1979 οικονομικές σπουδές σε Πανεπιστήμιο της Αθήνας και, στη συνέχεια, απασχολήθηκε επαγγελματικά στην Κύπρο με τη δημιουργία και λειτουργία δύο εταιρειών, οι οποίες τερμάτισαν τις εργασίες τους το 2019, μετά από οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε. Σήμερα διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία μαζί με την 63 ετών σύζυγο του, η οποία είναι άνεργη, καθώς και την οικιακή τους βοηθό, η οποία παρέχει στη σύζυγο του 24ωρη φροντίδα λόγω των προβλημάτων υγείας που η τελευταία αντιμετωπίζει (καρδιακή ανεπάρκεια λόγω σοβαρής μορφής παραμορφωτικής ρευματοειδής αρθρίτιδας και παλαιότερου οξέως εμφράγματος μυοκαρδίου, κατάθλιψη και κρίσεις πανικού), για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και για τα οποία παρακολουθείται τακτικά από ειδικούς ιατρούς. Αντιμετωπίζει και ο ίδιος προβλήματα υγείας, όπως υποθυρεοειδισμό, αρτηριακή υπέρταση και χρόνια κατάθλιψη, για τα οποία παρακολουθείται από ιατρούς και για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ παράλληλα έχει αναλάβει, μαζί με την βοήθεια της οικιακής βοηθού, την φροντίδα της, ανίκανης (όπως ο ίδιος αναφέρει) για αυτοσυντήρηση, συζύγου του καθώς και την μεταφορά της στους ιατρούς. Ο μεγαλύτερος ηλικιακά υιός του είναι έγγαμος, πατέρας ενός τέκνου και διαμένει μαζί με την οικογένεια του σε διαφορετική οικία, ενώ απασχολείται με την διανομή καλλυντικών. Ο μικρότερος ηλικιακά υιός του είναι επίσης έγγαμος, πατέρας δύο τέκνων και διαμένει και αυτός μαζί με την οικογένεια του σε διαφορετική οικία, διατηρώντας κατάστημα ένδυσης και υπόδησης, ενώ σε ηλικία 11 ετών (το 1995) διεγνώσθη με ένα σπάνιο νόσημα (οξεία επινεφριδιακή ανεπάρκεια), για την αντιμετώπιση του οποίου βρίσκεται έκτοτε υπό ιατρική παρακολούθηση, λαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή. Ο Κατηγορούμενος 2 λαμβάνει μηνιαίως σύνταξη ύψους €1.875, η οποία καλύπτει τα μηνιαία έξοδα διαβίωσης του ιδίου και της συζύγου του, διατηρεί χρέη προς πιστωτικό ίδρυμα ύψους €29.000 και είναι εγγυητής χρέους από δάνεια συνολικού ύψους €1.400.000, για την εξόφληση μέρους των οποίων έχει κατασχεθεί από την Τράπεζα η κατοικία διαμονής του, η οποία έχει μεταβιβαστεί σε τρίτα πρόσωπα, ενώ δεν διατηρεί οποιαδήποτε άλλη περιουσία ή αποταμιεύεις επ' ονόματι του. Ο συνήγορος των Κατηγορουμένων, χωρίς να αμφισβητήσει τα γεγονότα που εκτέθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, υιοθέτησε ουσιαστικά το περιεχόμενο της Έκθεσης καθώς και τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν για σκοπούς μετριασμού στο πλαίσιο των υποθέσεων 2698/20 και 2699/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Σε αδρές γραμμές, ανέδειξε κατά την αγόρευση του τους ακόλουθους παράγοντες που εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου 2: (α) τον πρότερο έντιμο βίο του, κατά τον οποίο, ανέφερε ότι, ο Κατηγορούμενος 2 ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα, καθώς και το λευκό του ποινικό μητρώο αλλά και το ότι, ενόψει των προσωπικών του συνθηκών, δεν υπάρχει πιθανότητα διάπραξης παρόμοιας φύσης αδικημάτων στο μέλλον, (β) την παραδοχή του στις κατηγορίες, την οποία χαρακτήρισε ως άμεση, (γ) τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου
  2. Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε, αφενός, στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και η σύζυγός του αλλά και το ένα από τα τέκνα τους (ως αυτά προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης καθώς και από τα συναφή ιατρικά πιστοποιητικά που επισυνάπτονται στην γραπτή του αγόρευση), οι οποίοι, ως εκ των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, ανέφερε ότι έχουν ανάγκη καθημερινά την βοήθεια του. Αφετέρου, αναφέρθηκε στην κακή οικονομική κατάσταση στην οποία υποστήριξε ότι έχει περιέλθει ο Κατηγορούμενος 2 μετά την κατάρρευση της οικονομικής του δραστηριότητας και την εκποίηση της κατοικίας διαμονής του τον Δεκέμβριο του 2021, ως επακόλουθο της οποίας ανέφερε ότι βρίσκεται σήμερα στο τελικό στάδιο των διαπραγματεύσεων για την ενοικίαση ενός διαμερίσματος με σκοπό να μετακομίσει εκεί με την σύζυγο του μέχρι τις 30/06/2022, (δ) τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα πιο πάνω αδικήματα, οι οποίες ανάγονται στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Κατηγορούμενος 2 και οι δύο εταιρείες του (εκ των οποίων η μία είναι η Κατηγορούμενη 1) να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τρίτους, μέσα στο κλίμα που δημιούργησε η οικονομική κρίση του 2013 στην Κύπρο, και όχι σε οποιαδήποτε κίνητρα διάπραξης των εν λόγω αδικημάτων από τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 και όχι το πρόσωπο που οφείλει τα προαναφερόμενα ποσά, (ε) τις προσπάθειες που έγιναν από πλευράς Κατηγορούμενου 2 για εξεύρεση τρόπων διακανονισμού της οφειλής προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, τους λόγους που αυτές δεν καρποφόρησαν καθώς και τα σημαντικά ποσά που καταβλήθηκαν μέχρι σήμερα προς τα Δημόσια Ταμεία (Φ.Π.Α. και Κοινωνικές Ασφαλίσεις) έναντι των οφειλών που δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο των εργασιών των δύο εταιρειών του, και (στ) το χρονικό διάστημα που παρήλθε μέχρι σήμερα από την διάπραξη των αδικημάτων, εντός του οποίου υποστήριξε ότι μεταβλήθηκαν οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου
  3. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις και εκφράζοντας την μεταμέλεια του Κατηγορούμενου 2, ο συνήγορος υπεράσπισης κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει με κάθε δυνατή επιείκεια κατά την επιβολή σε αυτόν της αρμόζουσας ποινής, προσθέτοντας ότι, στην περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να του επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας, συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις για αναστολή της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται τόσο από την προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή όσον αφορά κυρίως τα αδικήματα της 1ης 2ης και 5ης κατηγορίας[1] όσο και από το ότι, τέτοιου είδους αδικήματα, κατατάσσονται στην κατηγορία αδικημάτων, που μπορούν να αναφερθούν και ως «αδικήματα που στοχεύουν την διασφάλιση της κοινωνικής ασφάλισης», η σημασία μη διάπραξης των οποίων ή πάταξης τους, είναι εξαιρετική (Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, σελ. 277 και 278, J. E. L. Holdings Ltd v. Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ. 422, Αθηνόδωρος ν. Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2014)2 Α.Α.Δ. 590 και Μαραγκού κ.α. ν. Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Ποιν. Έφεση 148/2018 ημ. 14/6/2018, ECLI:CY:AD:2018:B291). Όπως ενδεικτικά ελέχθη, πρόσφατα, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. G.D.G. Sport Fitness Limited, Ποιν. Έφεση 341/2018 ημ. 15/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:B226, η οποία αφορούσε αδικήματα ίδιας φύσεως με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης: «Δεν υπήρξε διάσταση μεταξύ των ευπαιδεύτων δικηγόρων αναφορικά με την σοβαρότητα που χαρακτηρίζει τα υπό εξέταση αδικήματα, εφόσον τέτοιας φύσεως νομοθεσίες προβάλλουν έντονα το στοιχείο της κοινωνικής αλληλεγγύης και σκοπό έχουν τη διασφάλιση για τους εργαζόμενους και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης. Όπως ελέχθη στην Αθηνόδωρος κ.α. ν. Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2014)2 ΑΑΔ 590: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως νομοθεσίες όπως αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, πουθενά αλλού δεν στοχεύουν παρά μόνο στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών. Η διαβίωση ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας μας, εξαρτάται σε ένα μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, από την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία Δημόσιων Ταμείων, όπως αυτών που προβλέπει ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος. Αποτελεί καθήκον όλων μας η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας αυτών των Ταμείων.» Συνεπώς είναι επιβεβλημένη η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβάσεων τέτοιας νομοθεσίας.» Περαιτέρω, αδικήματα τέτοιας φύσεως βρίσκονται, δυστυχώς, σε ανησυχητική έξαρση, κάτι που προκύπτει και από τις υποθέσεις που επιλαμβάνεται καθημερινά το Δικαστήριο, μεγάλο ποσοστό των οποίων αφορούν τη διάπραξη αδικημάτων όπως αυτά στα οποία βρέθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση. Επομένως, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών προς αποτροπή (βλ. Iulian Cotorceanu κ.α. v. Αστυνομίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20 ημ. 17/2/2021). Για τους πιο πάνω λόγους, κρίνεται αναγκαίο όπως επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές για τη διάπραξη των αδικημάτων της εξεταζόμενης φύσεως, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το φαινόμενο αυτό ώστε να εκριζωθεί από τα θεμέλια της Κυπριακής κοινωνίας. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, πάντοτε υπάρχει η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής που θα επιβάλει. Στο έργο της εξατομίκευσης της ποινής, είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί για σκοπούς εξισορρόπησης της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη, όμως, η εξατομίκευση αυτή, δεν πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Γενικός Εισαγγελέας v Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ. 85). Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής (όπως είναι αυτά που αφορούν την παρούσα υπόθεση), οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, αν και είναι παράγοντες σχετικοί που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας, αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331) Στο πλαίσιο προσδιορισμού και εξατομίκευσης της ποινής, λαμβάνω υπόψη μου ως επιβαρυντικούς παράγοντες τη σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, την έξαρση που παρατηρείται για χρόνια τώρα στη διάπραξή τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, υπό το φως της προαναφερθείσας νομολογίας. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου, ως επιπρόσθετο επιβαρυντικό παράγοντα, το ύψος του ποσού που συνολικά παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλο (€161.159,14) και το οποίο είναι ενδεικτικό της έντασης στην διάπραξη των αδικημάτων της υπό κρίση περίπτωσης, σε συσχετισμό με το ότι με τις παραλείψεις των Κατηγορουμένων, στις οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν συμμορφωθεί σε οποιοδήποτε βαθμό, εκτίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα των Δημόσιων Ταμείων, η διασφάλιση της οποίας είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών. Συνακόλουθα, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί για τον καθορισμό του είδους της ποινής στα όσα σχετικά αναφέρθηκαν από πλευράς Κατηγορουμένων ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων της υπό κρίση περίπτωση καθώς και ως προς τους λόγους που προβλήθηκαν για την παράλειψη των Κατηγορουμένων να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που θέτουν οι πιο πάνω αναφερόμενες νομοθεσίες[2]. Λαμβάνω, περαιτέρω, υπόψη μου ότι, από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ουδεμία έμπρακτη μεταμέλεια υπήρξε από πλευράς Κατηγορουμένων. Η έμπρακτη μεταμέλεια, όπως αναφύεται σε τέτοιου είδους αδικήματα μέσα από την πλήρη συμμόρφωση στις υποχρεώσεις που θέτουν οι πιο πάνω αναφερόμενες νομοθεσίες, με την πλήρη εξόφληση του ποσού που αυτές αφορούν και όχι η απλή διάθεση ή προσπάθεια προς εξόφληση, είναι η παράμετρος που πολλές φορές επενεργεί ώστε να αποφευχθεί το έσχατο μέτρο τιμωρίας (βλ., κατ' αναλογία, την Γρηγορίου ν. Φλωρεντίνου Ποιν. Έφεση 34/2019 ημ. 8/7/2020 και την Κασάπη ν. Μενεξή, Ποιν. Έφεση 137/2020 ημ. 18/10/2021). Στην προκείμενη περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι, παρά το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης (τα οποία ανατρέχουν μεταξύ των ετών 2015 - 2016), ουδεμία συμμόρφωση υπήρξε έναντι των παραλείψεων που τα εν λόγω αδικήματα αφορούν, αν και δόθηκαν προς τούτο οι ευκαιρίες και ο χρόνος, με αποτέλεσμα να παραμένουν οφειλές προς τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων συνολικού ύψους €161.159,14, το οποίο πρόκειται, αδιαμφισβήτητα, για ένα μεγάλο ποσό που οφείλεται, για ομολογουμένως μεγάλο χρονικό διάστημα, στα Δημόσια Ταμεία. Δεν παραβλέπω, βεβαίως, το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση, μέχρι σήμερα. Το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή για αδικήματα των οποίων η διάπραξη ανατρέχει μεταξύ των ετών 2015 - 2016, εντός του οποίου μεσολάβησε διαφοροποίηση στις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου 2, σύμφωνα και με τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του κατά τον μετριασμό, ενώ το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρίστηκε την 09/02/2021. Ωστόσο, δεν παραγνωρίζεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι: (α) σημαντικό μερίδιο ευθύνης στην καθυστέρηση αυτή φέρει η πλευρά των Κατηγορουμένων ως εκ των όσων προηγήθηκαν, αφενός, με την αναστολή της προηγούμενης ποινικής δίωξης στην υπόθεση 5552/15 και, αφετέρου, με την ένταξη της Κατηγορούμενης 1 σε σχέδιο αποπληρωμής οφειλών μετά από πρωτοβουλία και ενέργειες του Κατηγορούμενου 2, το οποίο, όμως, δεν τηρήθηκε, με αποτέλεσμα την επανακαταχώριση της παρούσας υπόθεσης, (β) εν πάση περιπτώσει, ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι τη δίωξη στην παρούσα υπόθεση άφηνε στους Κατηγορούμενους 1 και 2 χρονικό διάστημα συμμόρφωσης ώστε, σε τέτοια περίπτωση, να ήταν δυνατό να αποφευχθεί η έγερση της παρούσας ποινικής δίωξης εναντίον τους (βλ. Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, ημ. 3/07/2009), (γ) οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δήλωναν μέχρι και τις 08/11/2021 μη παραδοχή στις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης, ζητώντας στη συνέχεια χρόνο για συμμόρφωση, χωρίς όμως τελικά να το πράξουν. Συνεπώς, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι σήμερα από την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης λαμβάνεται υπόψη για μετριασμό της ποινής, χωρίς, ωστόσο, ο παράγοντας αυτός να είναι αρκετός για να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής αλλά μόνο το ύψος της (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας - Δευτεράς Λτδ ν. Κυριάκου Ανδρέου Ποιν. Έφεση 84/2015 ημ. 3/2/2016, ECLI:CY:AD:2016:B64). Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη για μετριασμό της ποινής των Κατηγορουμένων την μεταμέλεια τους, ως αυτή εκφράστηκε από τον συνήγορο τους με αναφορά και στα όσα αναφέρθηκαν ως προς τις προσπάθειες που εκ των υστέρων έγιναν από πλευράς τους για συμμόρφωση με τις επίδικες υποχρεώσεις, η οποία (όπως προαναφέρθηκε) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έμπρακτη. Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη μου για μετριασμό της ποινής της Κατηγορούμενης 1 ότι, εκτός από την επιβολή ποινής, το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει εναντίον της διάταγμα για την πληρωμή της εναπομείνασας οφειλής (βλ. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ ν. Vrontis Builders Ltd κ.α., Ποιν. Έφεση 90/2014, ημ. 6/12/2016 και METRON (CYPRUS) LTD ν. ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΝΙΟΥ, Ποιν. Έφεση 64/15 ημ. 16/1/2018, ECLI:CY:AD:2018:D23). Λαμβάνω, επίσης, υπόψη, σε όφελος των Κατηγορουμένων 1 και 2, ότι αυτοί είναι λευκού ποινικού μητρώου, εφόσον δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε ως προς προηγούμενες καταδίκες τους (NIKIFOROS TECHNOLOGIES LTD v. Στυλιανού Γ. Χρήστου, Ποιν. Έφεση 18/2012, ημ. 24/6/2014), και λαμβάνω, ιδιαιτέρως, υπόψη, για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου 2, τον πρότερο έντιμο βίο του. Επιπρόσθετα, λαμβάνω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής των Κατηγορουμένων την παραδοχή τους στις κατηγορίες, η οποία όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως άμεση αφού η Κατηγορούμενη 1, από τις 12/05/2021, και ο Κατηγορούμενος 2, από την 01/07/2021, δήλωναν μη παραδοχή στις εν λόγω κατηγορίες μέχρι και τις 08/11/2021. Επομένως, η παραδοχή των Κατηγορουμένων, έστω και στο χρόνο που έγινε, λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, είναι όμως μειωμένης σημασίας με βάση τη σχετική νομολογία (βλ. Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής του Κατηγορούμενου 2 τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει αυτός και η σύζυγος του καθώς και το ένα από τα τέκνα του, την δεινή οικονομική του κατάσταση αλλά και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που μπορεί να έχει η φυλάκιση τόσο στον ίδιο όσο και στους οικείους του, ως αυτά έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης, τα οποία όμως δεν μπορούν να εξουδετερώσουν την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. G v. Yiannacos Procopiou Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93, The Attorney - General of the Republic v. Neophytos Nicola Vasiliotis alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20, Tibor Domotov κ. α. ν Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζακατζιώτη ανωτέρω, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου ανωτέρω και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου Σπύρου κ.α. Ποιν. Εφέσεις 276/2015 και 277/2015, ημ. 18/09/2017, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 2/19 ημ. 25/2/2021 και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις 127/2019 και 130/2019 ημ. 10/03/2021, ECLI:CY:AD:2021:B88). Συνεκτιμώντας, επομένως, όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα και σταθμίζοντας όλους τους σχετικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν για σκοπούς επιβολής ποινής, προχωρώ στη συνέχεια να επιβάλω ποινή στους Κατηγορούμενους, έχοντας παράλληλα κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Αναφορικά με την Κατηγορούμενη 1 και δεδομένου ότι αυτή είναι νομικό πρόσωπο, κρίνω ότι η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που δύναται να της επιβληθεί είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, η οποία αποτελεί την συνηθισμένη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς, επιβάλλονται στην Κατηγορούμενη 1 οι ακόλουθες χρηματικές ποινές: · 1η κατηγορία: €2.800 χρηματικό πρόστιμο · 3η κατηγορία: €300 χρηματικό πρόστιμο · 4η κατηγορία: €150 χρηματικό πρόστιμο · 5η κατηγορία: €400 χρηματικό πρόστιμο Στις κατηγορίες 2 και 6 δεν επιβάλλεται οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη 1 εφόσον της έχει επιβληθεί ποινή στις κύριες παραλείψεις των κατηγοριών 1 και 5 (αντίστοιχα) (βλ. την G.D.G. Sport Fitness Limited, ανωτέρω). Περαιτέρω, εναντίον της Κατηγορούμενης 1 εκδίδεται διάταγμα πληρωμής με το οποίο διατάσσεται να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των €161.159,
  1. Συνεκτιμώντας, τώρα, όλα τα πιο πάνω δεδομένα και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες ποινές, την συχνότητα διάπραξης τους και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής και, σταθμίζοντας, από την άλλη, όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το γεγονός ότι δεν έχει επέλθει η πλήρης εξόφληση του διόλου ευκαταφρόνητου συνολικά οφειλόμενου ποσού εισφορών, το οποίο εξακολουθεί να οφείλεται, παράμετρο καθοριστική στην επιλογή του είδους της ποινής για τέτοιου είδους αδικήματα (Αθηνόδωρος (ανωτέρω), Μαραγκού (ανωτέρω) και Φλωρεντίνου (ανωτέρω)), κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο 2 για τις κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα της παράλειψης εμπρόθεσμης πληρωμής εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1η κατηγορία) και Κοινωνικής Συνοχής (5η κατηγορία) είναι αναπόφευκτα αυτή της ποινής φυλάκισης. Οι μετριαστικοί παράγοντες που αναφέρονται ανωτέρω είναι ικανοί να μειώσουν μόνο το εύρος της ποινής για τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, όχι όμως το είδος της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή στον Κατηγορούμενο 2 σε σχέση με τα εν λόγω αδικήματα δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να την περιβάλλει. Περαιτέρω, η επιβολή οιασδήποτε άλλης μορφής ποινής στον Κατηγορούμενο 2 για τα αδικήματα αυτά θα οδηγούσε στην ακόμα μεγαλύτερη έξαρση των αδικημάτων αυτής της φύσης και θα έδιδε, περαιτέρω, λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες καταστρατηγώντας κάθε έννοια και σημασία της αποτρεπτικότητας. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 3 μηνών στην 1η κατηγορία και ποινή φυλάκισης 15 ημερών στην 5η κατηγορία. Οι ρηθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν εφόσον αφορούν αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο 2 χρηματικό πρόστιμο €150 στην 3η κατηγορία και χρηματικό πρόστιμο €75 στην 4η κατηγορία, ενώ δεν επιβάλλεται σε αυτόν οποιαδήποτε ποινή στις κατηγορίες 2 και 6, για τον ίδιο λόγο που δεν επιβλήθηκε σε αυτές οποιαδήποτε ποινή στην Κατηγορούμενη
  2. Έχω εξετάσει κατά πόσο θα ήταν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης ορθό και δίκαιο να ασκήσω τη διακριτική ευχέρεια που μου παρέχει ο περί Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972 (ως έχει τροποποιηθεί) και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, υπό το φως και της σχετικής νομολογίας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, Αθηνοδώρου (ανωτέρω), L.C.A. DOMIKI LTD v. R.K.A. KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφεση 116/2011 ημ. 17/2/2015, Αστυνομία ν. Μιλτιάδους, Ποιν. Έφεση 277/2018, ημ. 10/5/2018, Διεθνές Κέντρο Ολιστικής Ιατρικής Βιόραμα Λτδ ν. Καρβέλλα κ.α. Ποιν. Έφεση 288/18, 289/18 ημ. 12/3/2019, ECLI:CY:AD:2019:B82, Φλωρεντίνου ανωτέρω και ΝΙΚΟΣ ΓΛΥΚΥΣ G.N.S. TelemaN Ltd v. Λαρτίδη, Ποιν. Έφεση 85/19 ημ. 11/11/2021). Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών του Κατηγορούμενου 2 κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε ικανός λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορούμενου 2, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε διαφοροποίησης τους στο χρόνο που παρήλθε - για τον οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, η πλευρά των Κατηγορουμένων φέρει σημαντικό μερίδιο ευθύνης -, ως επίσης και τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει (για τα οποία δεν διαπιστώνω, με βάση τα όσα τέθηκαν, ότι είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την έκτιση ποινής φυλάκισης ούτε αναφέρθηκε ότι οποιαδήποτε θεραπεία χρειαστεί είναι δύσκολο ή αδύνατο να προσφερθεί εντός των Κεντρικών Φυλακών[3]) καθώς και οι ενδεχόμενες συνέπειες που αναφέρθηκαν από το συνήγορο υπεράσπισης ότι θα έχει η ποινή φυλάκισης στους οικείους του, περιλαμβανομένης της συζύγου του (η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, λαμβάνει 24ώρη φροντίδα από οικιακή βοηθό και η οποία μπορεί να έχει την στήριξη ή και βοήθεια των ενήλικων τέκνων της), όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος του κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σημειώνεται, εν προκειμένω, ότι τα αδικήματα στα οποία επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης προέρχονται από μία συνεχιζόμενη παραβατική συμπεριφορά, η οποία καλύπτει ένα χρονικό διάστημα 20 μηνών (από τον Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Ιούλιο του 2016), ως αποτέλεσμα της οποίας οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων να έχουν αποστερηθεί ένα πολύ μεγάλο ποσό εισφορών, με τους συνεπαγόμενους κινδύνους που αυτό ενέχει στην ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία των Δημόσιων Ταμείων αλλά και στην εν γένει ευημερία των πολιτών, ενώ παράλληλα, παρά το χρόνο που διέρρευσε από την διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων αλλά και τις ευκαιρίες που δόθηκαν στην πλευρά των Κατηγορουμένων για συμμόρφωση, ουδέν ποσό καταβλήθηκε έναντι της συνολικής οφειλής, το ύψος της οποίας εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά μεγάλο. Με αυτές τις περιστάσεις, η επιείκεια του Δικαστηρίου έχει εξαντληθεί στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2, ενώ οι μετριαστικοί παράγοντες που παρουσιάστηκαν, ιδωμένοι είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, δεν είναι τέτοιοι που να δικαιολογούν, ταυτόχρονα, και την αναστολή της ποινής φυλάκισης αφού κάτι τέτοιο δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτή δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στον Κατηγορούμενο 2 όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου κ.α. ανωτέρω). Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 δεν μπορεί να τύχει αναστολής εκτέλεσης. Ό,τι παραμένει να εξεταστεί είναι ο χρόνος έναρξης έκτισης των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον Κατηγορούμενο 2 στην παρούσα υπόθεση δυνάμει του άρθρου 117
(2)Κεφ. 155, αφού, όπως προαναφέρθηκε, σε αυτόν επιβλήθηκαν, νωρίτερα σήμερα, από αυτό το Δικαστήριο, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης στο πλαίσιο των υποθέσεων 2698/20 και 2699/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Εν προκειμένω, τα αδικήματα των προαναφερόμενων δύο υποθέσεων δεν αφορούν στο ίδιο είδος αξιόποινης συμπεριφοράς με εκείνα της παρούσας υπόθεσης, ούτε υφίσταται μεταξύ τους κάποιος συσχετισμός με αναφορά είτε στην φύση και στον χαρακτήρα τους είτε στο χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου διαπράχθηκαν. Ενώ η πρώτη περίπτωση (υποθέσεις 2698/20 και 2699/20) αφορά αδικήματα κατά παράβαση της Περί Φ.Π.Α. Νομοθεσίας, με την οποία ποινικοποιείται η παράλειψη ιδιωτών να αποδώσουν στο Κράτος χρήματα που έχουν εισπράξει από καταναλωτές και του ανήκουν, τα οποία συνιστούν και την κύρια πηγή εσόδων για τη Δημοκρατία ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στην αποστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σπύρου Σπύρου κ.α., ανωτέρω), η υπό κρίση περίπτωση αφορά αδικήματα κατά παράβαση εντελώς διαφορετικών νομοθεσιών, οι οποίες, ως προαναφέρθηκε, στοχεύουν αποκλειστικά στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης με σκοπό την διασφάλιση για τους εργαζόμενους και για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης (βλ. την Αθηνόδωρος ανωτέρω καθώς και την G.D.G. Sport Fitness Limited ανωτέρω). Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζεται, αφενός, ότι τα αδικήματα των υποθέσεων 2698/20 και 2699/20 αφορούν οφειλές υπέρογκων ποσών Φ.Π.Α. προς τον Έφορο Φορολογίας (οι οποίες συμποσούνται σε €1.620.050,01), όπως επίσης ιδιαίτερα μεγάλο είναι και το οφειλόμενο στην παρούσα υπόθεση ποσό προς τις υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τα οποία οφείλονται μεν από δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα με τον ίδιο, ωστόσο, αξιωματούχο (Κατηγορούμενο 2). Όπως ούτε παραγνωρίζεται, αφετέρου, ότι, σε όλες τις πιο πάνω περιπτώσεις, τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά τρόπο επανειλημμένο και συστηματικό, ο οποίος, όμως, στην πρώτη περίπτωση (υποθέσεις 2698/20 και 2699/20) καταλαμβάνει 34 συνολικά περιπτώσεις παράλειψης εμπρόθεσμης πληρωμής Φ.Π.Α., σε χρονική περίοδο επτά ετών (μεταξύ των ετών 2013 - 2019) ενώ στην υπό κρίση περίπτωση καλύπτει ένα χρονικό διάστημα 20 μηνών (από τον Δεκέμβριο του 2014 μέχρι τον Ιούλιο του 2016). Υπό αυτές τις περιστάσεις και με υπόβαθρο την πρωτοφανή σε έκταση και σε επιζήμιες συνέπειες παραβατική συμπεριφορά που συνολικά αναδύεται από τις πιο πάνω υποθέσεις (περιλαμβανομένης της παρούσας), σε συνδυασμό με την φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί σε αμφότερες περιπτώσεις, ως αποτέλεσμα της οποίας τα Ταμεία του Κράτους έχουν αποστερηθεί ένα τεράστιο συνολικά ποσό, και έχοντας παράλληλα κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, κρίνω ότι η παράλληλη εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στις υποθέσεις 2698/20 και 2699/20 με τις ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση δεν θα αντανακλά δίκαια τη συνολική αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου 2 ούτε θα είναι ανάλογη προς την εν όλω αξιόποινη δράση του. Συναφώς, οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση να συντρέχουν αλλά να εκτελεστούν διαδοχικά προς τη συνολική περίοδο φυλάκισης στην οποία ήδη ο Κατηγορούμενος 2 υπόκειται βάσει της ποινής που του επιβλήθηκε στο πλαίσιο των υποθέσεων 2698/20 και 2699/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, το πρόστιμο που επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 στις κατηγορίες 3 και 4 να καταβληθεί εντός 4 μηνών μετά την αποφυλάκιση του (βλ. ΣΠΕ Λακατάμιας-Δευτεράς Λτδ ν Γιώργος Δράκου, Πoινική Έφεση αρ. 129/2015, 15/11/2017). (Υπ) .................................. Α. Αναγνώστου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Ειδικότερα, όσον αφορά το αδίκημα της 1ης και 2ης κατηγορίας, προβλέπεται στο Ν.59(Ι)/2010 ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €3.400 ή και με τις δύο αυτές ποινές και όσον αφορά το αδίκημα της 5ης κατηγορίας, προβλέπεται στο Ν.124(Ι)/2002 ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €854 ή και με τις δύο αυτές ποινές, ενώ για τα αδικήματα της 3ης και 4ης κατηγορίας, προβλέπεται χρηματική μόνο ποινή που δεν υπερβαίνει (αντιστοίχως) τα €854 και €427 (βλ. την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. G.D.G. Sport Fitness Limited, Ποιν. Έφεση 341/2018 ημ. 15/06/2020, ECLI:CY:AD:2020:B226). [2] Βλ. ενδεικτικά την Αθηνόδωρος (ανωτέρω), στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Έχει κατ' επανάληψη τονιστεί η αναγκαιότητα εκπλήρωσης έγκαιρα των υποχρεώσεων που οι φορολογικές νομοθεσίες, όπως είναι αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, δημιουργούν σε ένα έκαστο από τους πολίτες, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα περίπτωση, όπου, η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων ουσιαστικά εξαρτάται από τη συνέπεια και συμμόρφωση των εισφορέων για έγκαιρη εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς το Ταμείο. Ο νομοθέτης μάλιστα μερίμνησε ώστε, εκεί και όπου διαπιστώνεται κατ' επανάληψη παράλειψη συμμόρφωσης, η παράλειψη να συνεπάγεται αυστηρότερη τιμωρία (J.E.L. Holdings Ltd. ν. Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Michael James Judge, Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(2011)2 Α.Α.Δ. 422). Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως νομοθεσίες όπως αυτές στις οποίες οι δύο εφεσείοντες κρίθηκαν ένοχοι, πουθενά αλλού δεν στοχεύουν παρά μόνο στην καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ζήτημα κεφαλαιώδους σημασίας για την ευημερία των πολιτών. Η διαβίωση ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας μας, εξαρτάται σε ένα μεγάλο βαθμό, αν όχι αποκλειστικά, από την ομαλή και απρόσκοπτη λειτουργία Δημόσιων Ταμείων, όπως αυτών που προβλέπει ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος. Αποτελεί καθήκον όλων μας η διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας αυτών των Ταμείων.» [3] Βλ. την Halman v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφεση 57/2019 ημ. 9/7/2019, ECLI:CY:AD:2019:B290, στην οποία αναφέρθηκε ότι: «Εν κατακλείδι επιθυμούμε να τονίσουμε ότι οι Αρχές των φυλακών έχουν υποχρέωση να παρέχουν στον εφεσείοντα κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η υγεία και το δικαίωμα του βεβαίως στη ζωή. Εάν ο εφεσείων έχει ιδιαίτερα ιατρικά προβλήματα, όπως φαίνεται να έχει, και όπως ο ίδιος υπέδειξε, οι Αρχές των φυλακών έχουν την υποχρέωση να λάβουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για αντιμετώπιση τους.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.