Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. A. M. M., Αρ. Υπόθεσης: 28346/2019, 15/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 28346/2019 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. A. M. M. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15/6/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες, η πρώτη αφορά παράλειψη συμμόρφωσης οδηγού σε σήμα αστυνομικού με στολή κατά παράβαση των κανονισμών 58
(2)(στ) και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/84, και η δεύτερη αφορά οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος των κατηγοριών Μ1, Ν1, Ν2, Ν3, χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας, κατά παράβαση των άρθρων 2, 12, 15
(1), 17
(2)και 18 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 13/10/2019 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε έναν μάρτυρα κατηγορίας, τον αστυφύλακα [ ] Α. Α. (στο εξής ΜΚ1). Ο ΜΚ1, κατάθεσε ως Τεκμήριο 1, ανακριτικό φάκελο που συμπλήρωσε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, ως Τεκμήριο 2 λεπτομερή κατάθεση η οποία συμπληρώνει το περιεχόμενο του ανακριτικού φακέλου, ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του εξωδίκου που είχε εκδώσει και ως Τεκμήριο 4 έντυπο στο οποίο αναγράφεται ότι στις 19/01/2020 ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος που αναγράφεται στο Κατηγορητήριο, ήταν ο Κατηγορούμενος. Σύμφωνα με τον ανακριτικό φάκελο, στις 13/10/2019 περί ώρα 22:16 στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο ΜΚ1 κατάγγειλε τον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ] (στο εξής το «Όχημα») για τα αδικήματα της «παράλειψης χρήσης ζώνης ασφαλείας από οδηγό εντός κατοικημένης περιοχής» και «απείθεια στις οδηγίες αστυνομικού με στολή». Στις παρατηρήσεις αναφέρεται ότι, ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί σε σχετικό σήμα του ΜΚ1 που τον καλούσε να σταματήσει στο σημείο για έλεγχο, αλλά άνοιξε το παράθυρο και απάντησε «αρνούμαι να σταματήσω». Στη συνέχεια ο ΜΚ1 τον ακολούθησε και τον ανέκοψε σε κατοπινό σημείο, όπου και τον κατάγγειλε εξωδίκως. Ο Κατηγορούμενος του απάντησε «θα τα πούμε ξανά, δεν πληρώνω τίποτε». Ο μάρτυρας ανέφερε ότι θυμάται τη συγκεκριμένη ημέρα και ότι βρισκόταν σε τροχονομικό έλεγχο, όταν κατά τις 9:00 με 9:30 το βράδυ, στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ενώ βρισκόταν στην αριστερή πλευρά που είναι κοντά στον κυκλικό κόμβο του «Όχι», σε ένα σημείο που οδηγεί στην οδό Λήδρας όπου σταθμεύουν ταξί και λεωφορεία, και ενώ υπήρχε αραιή τροχαία κίνηση, πέρασε ο Κατηγορούμενος οδηγώντας το Όχημά του από το σημείο. Ο ΜΚ1 του έκανε σήμα να σταματήσει, παραθέτω αυτούσιο το σημείο όπου ο ΜΚ1 περιγράφει τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος πέρασε με το όχημά του από μπροστά του: «Όταν του έγινε σήμα να σταματήσει, άνοιξε το παράθυρο, είχε δυνατά τη μουσική εκείνην την ώρα, συγκεκριμένα το θυμάμαι πολύ έντονα τούτο, είχε πολύ δυνατά τη μουσική, άνοιξε το παράθυρο, μου έκανε μια χειρονομία με το χέρι του αλλά πιθανότατα να μην κατάλαβα εγώ ή δεν κατάλαβε». Ανέφερε επίσης διευκρινιστικά ότι: «Μπορεί να μην κατάλαβε για το σήμα, γιατί μπήκα στον δρόμο να του κάνω σήμα να σταματήσει τζιαί συνέχισε την πορεία του κανονικά, γι' αυτό τον ακολούθησα για να τον σταματήσω πιο κάτω». Παρουσιάστηκε βέβαιος ότι τη στιγμή που περνούσε από μπροστά του ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Όπως διευκρίνισε, τη συγκεκριμένη ημέρα υπήρχε οδικός φωτισμός στον δρόμο και από το σημείο που βρισκόταν φαινόταν ευδιάκριτα κατά πόσον οι διερχόμενοι οδηγοί ήταν προσδεδεμένοι με ζώνη ασφαλείας. Επίσης, ανέφερε ότι ήταν πολύ κοντά από το σημείο που είδε τον Κατηγορούμενο και η ταχύτητα του Κατηγορούμενου ήταν πολύ χαμηλή. Όπως ανέφερε, ακολούθησε τον Κατηγορούμενο και τον ανέκοψε περίπου 150 με 200 μέτρα μετά το σημείο που έγινε το αρχικό σήμα. Κατά την αντεξέταση, μεταξύ πολλών άσχετων ερωτήσεων σε σχέση με τα επίδικα θέματα, αλλά και ερωτήσεων σε σχέση με τεκμήρια που κατατέθηκαν προς αναγνώριση τα οποία ουδέποτε αναγνωρίστηκαν στην πορεία, ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι δεν μπορούσε να δει μέσα στο αυτοκίνητο από το σημείο που βρισκόταν δεδομένης της τροχαίας κίνησης που επικρατούσε τη δεδομένη στιγμή. Ο ΜΚ1 απάντησε ως ακολούθως: «τον είχα δει γιατί υπήρχε αρκετός φωτισμός στο σημείο». Ο ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι δεν θυμόταν κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήταν μόνος του στο Όχημα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αφού ολοκλήρωσε την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή και ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος, του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του και επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Στην ανώμοτή του δήλωση, ανέφερε τα ακόλουθα: Κατηγορούμενος: «Τι να πω; Θέλω να πω ότι δεν είμαι ένοχος, και το μόνο που μπορεί να αποδείξει ότι δεν είμαι ένοχος, είναι αν ελεγχθούν οι συζητήσεις από τους αριθμούς του τηλεφώνου που με κάλεσαν για να πάω εκεί για να μου δώσουν κάτι και μπορείτε να ελέγξετε επίσης τις κάμερες εκείνην την ώρα, για να δείτε το πρόστιμο των €85, ότι μου δόθηκε από τον Αστυνομικό ο οποίος βρισκόταν στην πόρτα του Σταθμού, ήταν στην είσοδο του Αστυνομικού Σταθμού, αυτό είναι το κλειδί το οποίο αποδεικνύει ότι δεν είμαι ένοχος.» Δικαστήριο: «Αυτά;» Κατηγορούμενος: «Και επίσης αν θέλετε, να λάβετε υπόψη τη γραπτή μαρτυρία που έδωσε ένας μάρτυρας προς υπεράσπισή μου και εσείς ως ο Δικαστής, να ελέγξετε σας παρακαλώ τη θέση στην οποία βρισκόταν ο αστυνομικός εκείνο το βράδυ. Επαναλαμβάνω όμως, το πιο δυνατό αποδεικτικό στοιχείο από όλα, είναι η συζήτηση με εμένα από την κλήση που έλαβα από το Αστυνομικό Τμήμα. Μόνο αυτά έχω να πω.» Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος κάλεσε ως μάρτυρα τον P. Saman K. (στο εξής ο «ΜΥ1»), ο οποίος ανέφερε ότι ήταν συνοδηγός του Κατηγορούμενου κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας και ότι με το σήμα του ο αστυνομικός είχε καλέσει τον Κατηγορούμενο να χαμηλώσει την ένταση της μουσικής. Κατά την αντεξέταση διαφοροποίησε τη θέση του όσον αφορά το τελευταίο. Παραδέχτηκε ότι δεν ήταν σίγουρος τι σήμαινε το σήμα του αστυνομικού, και πως ενδεχομένως να ήταν σήμα για να σταματήσουν το οποίο ο Κατηγορούμενος αγνόησε. Νομική Πτυχή 1η Κατηγορία Κανονισμός 58
(2)(στ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/1984. 58
(2). «Κάθε οδηγός ή πρόσωπο που έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να: .. (στ) Στις περιπτώσεις όπου καλείται για τον σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο να ακινητοποιεί το όχημα του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στον δρόμο το επιβάλλουν. Νοείται ότι ο δημοτικός τροχονόμος ή ο σχολικός τροχονόμος εκτελεί καθήκοντα που καθορίζονται από τον περί Δήμων Νόμο.» 2η Κατηγορία Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμος Ν. 174/1986: 15.-
(1)Οι επιβαίνοντες σε οχήµατα των κατηγοριών M1, N1, N2 και N3, τα οποία είναι σε χρήση, χρησιµοποιούν τα συστήµατα ασφάλειας που είναι εγκαταστηµένα στα οχήµατα και που καθορίζονται στον παρόντα Νόµο. 17
(2)Πρόσωπο που ενεργεί κατά παράβαση του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 και των άρθρων 15Α και 15Β, είναι ένοχο αδικήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις µήνες ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή σε αµφότερες τις ποινές της φυλάκισης και της χρηµατικής ποινής. Άρθρο 2 "ζώνη ασφαλείας" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Παράρτηµα Ι της Οδηγίας 77/541/ΕΟΚ του Συµβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1977, περί προσεγγίσεως των νοµοθεσιών των κρατών µελών των αναφεροµένων στις ζώνες ασφαλείας και στα συστήµατα συγκρατήσεως των οχηµάτων µε κινητήρα όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2005/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου· "σύστηµα ασφαλείας" περιλαµβάνει τις ζώνες ασφαλείας και τα συστήµατα συγκράτησης ή και συστήµατα συγκράτησης για παιδιά· Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Ο ΜΚ1 υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο. Στα Τεκμήρια 1 και 2, υπό τον τίτλο παρατηρήσεις αναφέρει ότι (η χειρόγραφη σημείωση ξεκινά από το Τεκμήριο 1 και ολοκληρώνεται στο Τεκμήριο 2) «Του έγινε σήμα να σταματήσει και παρέλειψε να σταματήσει στο σημείο για έλεγχο αλλά άνοιξε το παράθυρο και ανέφερε αρνούμαι να σταματήσω». Κατά την προφορική του μαρτυρία στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι ενδεχομένως ο Κατηγορούμενος να μην κατάλαβε ότι ο ΜΚ1 του είχε κάνει σήμα για να σταματήσει. Δεν μπορούν να ευσταθούν ταυτόχρονα και οι δύο εκδοχές. Αν όντως ο Κατηγορούμενος είχε ανοίξει το παράθυρο του αυτοκινήτου του και ανέφερε «αρνούμαι να σταματήσω» δεν θα χωρούσε στο μυαλό του ΜΚ1 αβεβαιότητα κατά πόσον είχε καταλάβει ότι πράγματι με το σήμα του τον καλούσε να σταματήσει. Παρά την πιο πάνω αντίφαση, ο ΜΚ1 μου άφησε θετική εντύπωση και κρίνω ότι ήταν μάρτυρας που ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Δεν δίστασε να αναφέρει τα γεγονότα με τρόπο που, σε κάποια σημεία, δεν βοηθούσε την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Περαιτέρω, όπου δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί λεπτομέρειες της υπόθεσης, όπως το κατά πόσον είχε συνοδηγό ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο της καταγγελίας, δεν δίστασε να παραδεχτεί ότι δεν θυμόταν. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ο ΜΚ1 ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει τα γεγονότα όπως τα θυμόταν, χωρίς προσχεδιασμό και επιτήδευση. Όσον αφορά την αντίφαση που αναφέρω πιο πάνω, σύμφωνα με τη νομολογία, αντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, δεν οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας σε αντίθεση με τις αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που οδηγούν σε ρήγματα στην υπόθεση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, Χρίστου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019). Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσουν στην αντίθετη κατεύθυνση, ενδυναμώνοντας την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του Κατηγορουμένου (Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/2012, ημερ. 2/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:B289, Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612, Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148). Περαιτέρω, είναι φυσιολογικό, μετά από παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος μετά τα γεγονότα, ο ΜΚ1 να μην θυμόταν κάθε λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπόθεση. Παραπέμπω σχετικά με το θέμα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 136 - 137, «(γ) Μνήμη Μαρτύρων Και παρέλευση Χρόνου. Ίσως είναι και ανθρωπίνως αδύνατο - χωρίς τούτο να υπονοεί ότι δεν υπάρχουν και άτομα με εξαιρετικό μνημονικό (Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) - όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά από παρέλευση χρόνου να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια του επίδικου περιστατικού (Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημ. 2.5.14) και να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα περιέγραψαν στην Αστυνομία (Κλεοβούλου V Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17). Όταν η μαρτυρία αφορά σε ανάκληση γεγονότων που συνέβησαν πολύ παλιά, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίζει με επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται δεόντως (Damevski v. Hope
(2016)NSWSC 1231). Στην Σκορδέλλη και Άλλων v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16, το Εφετείο, διά της Ψαρά-Μιλτιάδους, Δ., σημείωσε ότι: «. η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.»» Όσον αφορά το αδίκημα της πρώτης Κατηγορίας, η μαρτυρία που έδωσε ο ΜΚ1 δημιουργεί τουλάχιστον λογική αμφιβολία ως προς το κατά πόσον όντως ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί το σήμα του. Ο ίδιος ο ΜΚ1 παραδέχτηκε ότι ενδεχομένως ο Κατηγορούμενος να μην κατάλαβε το σήμα που του έκανε ή και ο ίδιος να μην είχε ερμηνεύσει σωστά την αντίδραση του Κατηγορουμένου. Όσον αφορά το ερώτημα του κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ήταν προσδεδεμένος με τη ζώνη του κατά τον ουσιώδη χρόνο, κρίνω ότι σε αυτό το σημείο, τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 ήταν αληθή και ορθά. Ο ΜΚ1 έδωσε αρκετές λεπτομέρειες σε σχέση με την συγκεκριμένη ημέρα και έχει πείσει ότι θυμόταν την καταγγελία, καίτοι όχι όλες τις λεπτομέρειες που περιβάλλουν τα γεγονότα. Ανέφερε για παράδειγμα το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε πολύ δυνατά τη μουσική του, γεγονός που επιβεβαιώθηκε σε κατοπινό στάδιο από τη μαρτυρία του ΜΥ1. Σε αυτό το σημείο ο ΜΚ1 ήταν ξεκάθαρος και πειστικός ως την βεβαιότητα του ότι είχε δει τον Κατηγορούμενο οδηγεί χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Ανέφερε επίσης ότι βρισκόταν πολύ κοντά από το σημείο που είχε περάσει ο Κατηγορούμενος, υπήρχε ικανοποιητικός φωτισμός και ο Κατηγορούμενος κινείτο με χαμηλή ταχύτητα. Να σημειωθεί ότι ο τρόπος που απαντούσε ο ΜΚ1 καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν φυσικός και άμεσος. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν να αποδεχτώ τη μαρτυρία του ΜΚ1 επί του συγκεκριμένου θέματος. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με τη νομολογία, μια τέτοια δήλωση εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία, με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. (βλ. Anastassiades ν. Republic
(1977)2 CLR 97, 210-211, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Onisiforou v. The Police
(1987)2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 195, Pantelis Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Γεωργίου ν. Αστυνομίας,
(2005)2 ΑΑΔ 515, Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνεται ότι επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129) ούτε μπορεί να συμπληρώσει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας,
(2010)2 ΑΑΔ 397 και Θεοχάρους ανωτέρω). Έχω μελετήσει την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου (η οποία παρατίθεται αυτούσια πιο πάνω), την οποία και αξιολογώ σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές για την κατάληξη σε τελικά ευρήματα. Ο ΜΥ1 δεν μου έχει αφήσει καλή εντύπωση. Κατά την κυρίως εξέταση, η εικόνα του δεν συμβιβαζόταν με πρόσωπο που ανέφερε την αλήθεια. Σε αυτό ρόλο έπαιξε το έκδηλα επιβλητικό, χειριστικό, σχεδόν εκφοβιστικό ύφος του Κατηγορουμένου, ο οποίος υπέβαλλε τις ερωτήσεις του με τρόπο που γινόταν εύκολα αντιληπτό ότι δεν άφηνε πολλά περιθώρια στον ΜΥ1 να απαντήσει ελεύθερα. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΥ1 παρουσιάστηκε ελαφρώς πιο χαλαρός και διαφοροποίησε κάποιες από τις θέσεις του, όπως για παράδειγμα το κατά πόσον ο ΜΚ1 είχε κάνει σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει και κατά πόσον ο τελευταίος σκόπιμα το αγνόησε. Γενικώς ο τρόπος που απαντούσε ο ΜΥ1 έδειχνε μια νευρικότητα και ανασφάλεια, ενώ δεν απαντούσε με σαφή και άμεσο τρόπο. Δεν μου άφησε καθόλου καλή εντύπωση και δεν μπορώ να δεχτώ τη μαρτυρία του. Σημειώνω ότι, ο Κατηγορούμενος καταχώρησε διάφορα τεκμήρια προς αναγνώριση, τα οποία ουδέποτε καταχωρήθηκαν ως κανονικά τεκμήρια. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα τεκμήρια αυτά δεν αποτελούν μαρτυρία και θα αγνοηθούν (βλ. Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου v. Πλοίο «Arabella»
(2003)1 ΑΑΔ 900, και Demeco co. ν. Beckhoff
(1988)1 CLR 82). Ευρήματα Στις 13/10/2019 και περί ώρα 22:16, στην οδό Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη Λευκωσία, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα (αυτοκίνητο) κατηγορίας Μ1, Ν1, Ν2, Ν3 χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Ο Κατηγορούμενος δεν σταμάτησε άμεσα σε σήμα του ΜΚ1 που τον καλούσε να σταματήσει στο σημείο αλλά σταμάτησε σε κατοπινό σημείο, όπου και καταγγέλθηκε. Από τη μαρτυρία του ΜΚ1, δημιουργήθηκαν λογικές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε αντιληφθεί ότι με το σήμα του, ο ΜΚ1 τον καλούσε να σταματήσει. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει τη διάπραξη του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, αλλά έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στο αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας. Ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία και κρίνεται ένοχος στην δεύτερη κατηγορία. [Υπ.] ....... Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο