Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ν. Π., Αρ. Υπόθεσης: 26399/19, 9/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B127 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 26399/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Ν. Π. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 9.6.2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κος Δημητριάδης Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για αμελή οδήγηση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 02.09.2019, στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα, στη Λευκωσία της Επαρχίας Λευκωσίας, οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα, χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε τέσσερις μάρτυρες κατηγορίας. Τον αστυφύλακα [ ] Ν. Ν. (στο εξής ΜΚ1), την αστυφύλακα [ ] Χ. Μ. (στο εξής ΜΚ2), τον παραπονούμενο B. S. S. S. (στο εξής ΜΚ3) και τον A. A. A. A. E. (στο εξής ΜΚ4). ΜΚ1 Με τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης, δόθηκε άδεια στον ΜΚ1 να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας σε θέματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 02/09/2019 η ώρα 05:45, επισκέφθηκε τη σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο συνέβη την ίδια ημέρα και περί ώρα 05:30 στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα στη Λευκωσία, με ενεχόμενους το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος (στο εξής το Αυτοκίνητο), και τους δύο παραπονούμενους, ΜΚ3 και ΜΚ
- Κατά την άφιξή του στη σκηνή, εντόπισε το Αυτοκίνητο στην τελική του θέση και τον οδηγό του παρών. Οι πεζοί είχαν ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για περίθαλψη. Αφού προέβη σε διάφορες μετρήσεις, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (Τεκμήριο 2), και σύμφωνα με την υπόδειξη του Κατηγορούμενου, κατέγραψε με το γράμμα «Χ» το σημείο επαφής του Αυτοκινήτου και των πεζών. Διευκρίνισε ότι στο Τεκμήριο 2, τα σημεία «Χ1» και «Γ1» τα σημείωσε η ΜΚ
- Σε κατοπινό στάδιο, ετοίμασε συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του ΜΚ1, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ήταν στεγνή, υπήρχε ικανοποιητικός οδικός φωτισμός από λαμπτήρες υψηλής τάσης που ενισχύετο από φωτισμό παρακείμενων καταστημάτων. Η λεωφόρος Διγενή Ακρίτα είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Η ορατότητα του Κατηγορούμενου μετρήθηκε στα 90 μέτρα, χρησιμοποιώντας το Αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου τη νύχτα του δυστυχήματος. Στις δύο πλευρές του δρόμου υπάρχουν καταστήματα και πεζοδρόμιο ύψους 0,15 μέτρων. Το δυστύχημα έγινε σε κατοικημένη περιοχή, όπου το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας τα 50 ΧΑΩ. Το Αυτοκίνητο υπέστη εκτεταμένη ζημιά στο μπροστινό μέρος, βούλωμα στο μπροστινό καπό και σπάσιμο του μπροστινού ανεμοθώρακα. Τόσο ο ΜΚ3 όσο και ο ΜΚ4 τραυματίστηκαν και οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκαν για νοσηλεία. Κατά την αντεξέταση, συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε κατά τον χρόνο πριν τη σύγκρουση με χαμηλή ταχύτητα. ΜΚ2 Η ΜΚ2, κατάθεσε ως Τεκμήριο 10 γραπτή κατάθεση που ετοίμασε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Η ΜΚ2 ανέφερε τις ενέργειές της σε σχέση με τη διερεύνηση της υπόθεσης, οι οποίες ήταν, η παραλαβή του Τεκμηρίου 2 από τον ΜΚ1, η παραλαβή μιας συσκευής αποθήκευσης ηλεκτρονικών αρχείων (USB) η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 11, και ενός ψηφιακού δίσκου αποθήκευσης ηλεκτρονικών αρχείων (DVD), ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12, τα οποία παρέλαβε από τον αναπληρωτή Λοχία [ ] Α. Α. (Δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο αναπληρωτής Λοχίας [ ] Α. Α., έλαβε και αποθήκευσε στο Τεκμήριο 11, το περιεχόμενο καταγραφής κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης (CCTV) που έλαβε από παρακείμενη υπεραγορά) και έλαβε διάφορες καταθέσεις. Η ΜΚ2 παρουσίασε μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, το οπτικό υλικό που περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο
- Όπως ανέφερε, ήταν το πρόσωπο που πρόσθεσε στο Τεκμήριο 2 (πρόχειρο σχέδιο σκηνής) τα σημεία «Γ1» και «Χ1» σύμφωνα με υπόδειξη του ΜΚ
- Διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 2, ο Κατηγορούμενος το υπόγραψε ως ορθό πριν να προστεθούν σ' αυτό τα σημεία «Γ1» και «Χ1». Η ΜΚ2 παρουσίασε στο Δικαστήριο, το οπτικό υλικό που καταγράφηκε από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης (CCTV) από παρακείμενο κτίριο (Τεκμήρια 11 και 12). Και τα δύο τεκμήρια περιλαμβάνουν πανομοιότυπο οπτικό υλικό. Δεν έχει αμφισβητηθεί η γνησιότητα του οπτικού υλικού, ούτε ότι σε αυτό καταγράφηκε η κίνηση των ΜΚ3, ΜΚ4 και του οχήματος του Κατηγορουμένου δευτερόλεπτα πριν την σύγκρουση. Στα δύο τεκμήρια περιλαμβάνονται δύο αρχεία βίντεο. Το ένα περιλαμβάνει λήψη από μια κάμερα όπου φαίνονται δύο πεζοί να εισέρχονται εντός του πλάνου, με κατεύθυνση προς το σημείο της κάμερας, περπατώντας εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας οχημάτων μέχρι να χαθούν εκτός πλάνου. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα περνά από το πλάνο ένα άσπρο αυτοκίνητο, ακολουθώντας την ίδια πορεία με τους δύο πεζούς. Στο συγκεκριμένο βίντεο δεν φαίνεται οποιαδήποτε σύγκρουση. Στο δεύτερο βίντεο, η λήψη είναι από την αντίθετη κατεύθυνση και φαίνονται οι δύο πεζοί να κινούνται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας αυτοκινήτων, ακολουθώντας κατεύθυνση απομάκρυνσης από το σημείο της κάμερας, μέχρι να χαθούν στο βάθος του δρόμου λόγω φτωχής ποιότητας της εικόνας. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα διέρχεται ένα άσπρο αυτοκίνητο, το οποίο έχει την ίδια κατεύθυνση και σε κάποιο σημείο στο βάθος φαίνεται να σταματά. Δεν φαίνεται οποιαδήποτε σύγκρουση λόγω φτωχής ποιότητας της εικόνας. Το άσπρο αυτοκίνητο, σύμφωνα με τη ΜΚ2, ήταν αυτό που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος και οι δύο πεζοί ήταν οι ΜΚ3 και ΜΚ4 (δεν έχει αμφισβητηθεί). ΜΚ3 Ο ΜΚ3 είναι ο ένας εκ των δύο παραπονούμενων στην παρούσα υπόθεση. Υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης (Τεκμήριο 19). Σύμφωνα με τη μετάφραση της γραπτής κατάθεσης του ΜΚ3 από την αραβική στην ελληνική γλώσσα (Τεκμήριο 20), στις 02/09/2019 γύρω στις 05:30 η ώρα, ο ΜΚ3 περπατούσε μαζί με τον ΜΚ4 στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα, σε κόλπο στάθμευσης αυτοκινήτων που υπάρχει παράλληλα με το πεζοδρόμιο. Στα αριστερά του ήταν το πεζοδρόμιο και δεξιά του η λωρίδα κίνησης των οχημάτων. Περπατούσε κατά μήκος του δρόμου με κατεύθυνση από τους φούρνους «Ζορμπά» και «Πανδώρας» προς Καϊμακλί. Και στις δύο πλευρές της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα υπήρχε μεγάλο πεζοδρόμιο το οποίο όμως δεν χρησιμοποιούσε. Ο ΜΚ4 περπατούσε στο αριστερό πλευρό του ΜΚ3, κρατούσαν στα χέρια τους καφέ που είχαν πάρει από τον φούρνο και μιλούσαν μεταξύ τους, όταν ξαφνικά ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα από πίσω και ακολούθως εκτινάχθηκε στην άσφαλτο. Αφότου χτυπήθηκε, είχε προσέξει πίσω του φώτα και κατάλαβε ότι είχαν χτυπηθεί από αυτοκίνητο. Πριν το χτύπημα δεν είχε αντιληφθεί οτιδήποτε, δεν είχε ακούσει φρένα αυτοκινήτου, δεν είχε ακούσει κόρνα αυτοκινήτου, ούτε είδε φώτα να τον πλησιάζουν. Είχε μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο την ίδια ημέρα, όπου νοσηλεύτηκε μέχρι 14/09/2019 και είχε υποβληθεί σε διάφορες χειρουργικές επεμβάσεις. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, φορούσε ανοικτού χρώματος φανέλα, τζιν παντελόνι και άσπρα αθλητικά παπούτσια. Στον χώρο υπήρχε οδικός φωτισμός. Ο ΜΚ3 διαφώνησε με την πορεία που αναγραφόταν με το γράμμα «Γ» στο σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος το οποίο είχε ετοιμαστεί στην απουσία του, (Τεκμήριο 2), και συγκεκριμένα υπέδειξε με το σημείο «Γ1» την πορεία του. Διαφώνησε επίσης με το σημείο επαφής «Χ», υποδεικνύοντας ως σωστό το σημείο «Χ1». Κατά την προφορική του μαρτυρία ο ΜΚ3 ανασκεύασε (ομολογουμένως αβίαστα) την αρχική του θέση σε σχέση με την πορεία του. Του υποδείχτηκε το Τεκμήριο 3, και υπέδειξε ότι η πορεία του πριν τη σύγκρουση ήταν στην αριστερή λωρίδα της οδού Διγενή Ακρίτα ως υποδεικνύεται με το σημείο «Γ», και όχι το σημείο «Γ1» που υπέδειξε κατά τον χρόνο λήψης της κατάθεσής του. Ήταν η θέση του ΜΚ3 ότι οι λαμπτήρες οδικού φωτισμού ήταν αναμμένοι, υπήρχε αρκετό φως και ήταν εμφανής προς τους άλλους χρήστες του δρόμου στο σημείο που περπατούσε κατά τον χρόνο της σύγκρουσης. ΜΚ4 Ο ΜΚ4 ήταν ο δεύτερος παραπονούμενος στην υπόθεση. Ο μάρτυρας υιοθέτησε γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης (Τεκμήριο 17). Πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 17 από την αραβική στην ελληνική κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ4, στις 02/09/2019 γύρω στις 05:30, περπατούσε κατά μήκος της πρώτης λωρίδας της Λεωφόρου Διγενή Ακρίτα με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Λάρνακος. Δίπλα του περπατούσε ο ΜΚ
- Και στις δύο πλευρές του δρόμου υπήρχε μεγάλο πεζοδρόμιο, το οποίο ωστόσο δεν χρησιμοποιούσαν. Καθώς περπατούσαν, και χωρίς να είχε αντιληφθεί οτιδήποτε προηγουμένως αφού συζητούσε με τον ΜΚ3 και ήταν αφηρημένος, ένιωσε ένα δυνατό χτύπημα και εκτινάχθηκε στην άσφαλτο. Όπως αντιλήφθηκε στη συνέχεια είχαν χτυπηθεί από αυτοκίνητο που ήρθε από πίσω τους. Συνεπεία του δυστυχήματος τραυματίστηκε και οδηγήθηκε στο νοσοκομείο όπου κρατήθηκε για νοσηλεία μέχρι 04/09/
- Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, φορούσε άσπρη φανέλα, τζιν παντελόνι και μπλε αθλητικά παπούτσια. Στην περιοχή της σύγκρουσης υπήρχε οδικός φωτισμός. Συμφώνησε με το πρόχειρο και το συμμετρικό σχεδιαγράφημα σκηνής (Τεκμήρια 2 και 3). Κατά την κυρίως εξέταση, ανέφερε ότι βρίσκεται στην Κύπρο περίπου 3 χρόνια, όμως κατά την αντεξέταση, για να εξηγήσει γιατί περπατούσε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε καλά τους δρόμους, καθώς είχε παρέλθει μόνο ένας μήνας από την άφιξή του στην Κύπρο. Κατηγορούμενος Αφού ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Του υποδείχθηκε η γραπτή ανακριτική κατάθεση που είχε δώσει στην Αστυνομία, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14, την οποίαν και αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Γραπτή ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου. Στις 02/09/2019 περί ώρα 05:30, οδηγούσε το Αυτοκίνητο στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα έχοντας κατεύθυνση από το παντοπωλείο Αγίου Αντωνίου, προς τα φώτα τροχαίας που βρίσκονται στη συμβολή της Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα με τη Λεωφόρο Λάρνακος. Στο αυτοκίνητο βρισκόταν μόνος του, είχε τα φώτα πορείας του αναμμένα στην κανονική στάση και η ταχύτητά του ήταν «κανονική ως χαμηλή», δηλαδή δεν ξεπερνούσε τα 45 ΧΑΩ. Πέρασε μπροστά από το παντοπωλείο του Αγίου Αντωνίου, τους φούρνους «Πανδώρα» και «Ζορπά» οδηγώντας στη δεύτερη λωρίδα του δρόμου, στη συνέχεια κινήθηκε από τη δεξιά στην αριστερή λωρίδα, αφού είχε πρόθεση να περάσει τα φώτα και να προχωρήσει ευθεία. Όπως ανέφερε, δεν μπορούσε προηγουμένως να κινηθεί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου, αφού έξω από τους φούρνους υπάρχουν συνεχώς παράνομα σταθμευμένα οχήματα. Αφού κινήθηκε μερικά μέτρα σε ευθεία πορεία, ένιωσε ξαφνικά ένα χτύπημα στον μπροστινό ανεμοθώρακα του Αυτοκινήτου του. Αντανακλαστικά πάτησε φρένο και έκοψε «το τιμόνι του προς τα δεξιά». Το χτύπημα στο Αυτοκίνητό του ήταν τόσο ξαφνικό, που νόμισε ότι κάποιος είχε ρίξει πέτρα και χτύπησε τον ανεμοθώρακα. Δεν είχε δει κάτι στον δρόμο προηγουμένως, αφού ο φωτισμός στο σημείο είναι ανεπαρκής. Αμέσως μετά το χτύπημα ακινητοποίησε το Αυτοκίνητό του στη θέση που το βρήκε η Αστυνομία. Ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το πρόχειρο σχέδιο σκηνής (Τεκμήριο 2), το οποίο και υπέγραψε ως ορθό. Κατά την προφορική του μαρτυρία στο δικαστήριο ανάφερε ότι οδηγούσε προσεχτικά και με χαμηλή ταχύτητα. Ανέφερε ότι υπήρχαν αυτοκίνητα που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση, τα οποία είχαν αναμμένα τα φώτα πορείας τους στην ψηλή στάση, γεγονός που επηρέασε την ορατότητά του. Κρίνω χρήσιμο να μεταφέρω αυτολεξεί τα όσα ανάφερε σε σχέση με την περιγραφή του κατά το χρονικό σημείο της σύγκρουσης: .«ουσιαστικά όπως είπα και στην κατάθεσή μου, πέρασα από τους φούρνους «Ζορπά» και «Πανδώρα» που ήταν παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα, τότε άλλαξα λωρίδα μπροστά από τους φούρνους για να προχωρήσω ευθεία που ήταν ο προορισμός μου, μόλις άλλαξα λωρίδα, γύρισα, χτυπήσαν μου τα φώτα, προσπάθησα να ελαττώσω τζιαί ένιωσα το χτύπημα του ανθρώπου που σε τζιείνην την περίπτωση δεν κατάλαβα τι έγινε». Σε ερώτηση κατά πόσον υπήρχε αυτοκίνητο κινούμενο εξ αντιθέτου που του εμπόδισε την ορατότητα, απάντησε «νομίζω πως ναι, έτσι θεωρώ, γιατί τυφλώσαν με φώτα». Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.). Η μαρτυρία της ΜΚ1 και του ΜΚ2 περιορίστηκε στα ευρήματά τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ως προς τη μαρτυρία της ΜΚ2, σημειώνεται ότι σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:B344, αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεων του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Ο ΜΚ1 κατέθεσε ως πραγματογνώμονας σε σχέση με διερεύνηση τροχαίων δυστυχημάτων κατόπιν συγκατάθεσης της υπεράσπισης και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση της συνήθους μαρτυρίας, εκτός από το ότι η συμπεριφορά ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα στο εδώλιο δεν έχει τόση σπουδαιότητα για τη διαπίστωση της αξιοπιστίας του, παρόλο που παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (βλ. Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 , Νικολάου v. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, Star Fiber Glass Ltd v. Elneda Trading Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 875 και Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441). Οι εμπειρογνώμονες οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα επιστημονικά κριτήρια με βάση τα οποία κατέληξαν στα συμπεράσματα τους ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να ελέγξει την ορθότητα των ευρημάτων τους (βλέπε επίσης Σύγγραμμα Δίκαιο της Απόδειξης, Τάκης Ηλιάδης, 1994, σελίδες 138-146) και το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές Ηλιάδη και Σάντη, Β Έκδοση
(2016)στις σελίδες 582-587). Με βάση καλά καθιερωμένες αρχές, το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στον τομέα που καταθέτει. Στη συνέχεια εξετάζει εάν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο διαμορφώνει την δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών, πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Στην υπόθεση Θεοσκέπαστη Φαρμ. ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, λέχθηκε ότι το κατά πόσον ένας μάρτυρας έχει τα απαιτούμενα προσόντα να κριθεί εμπειρογνώμονας, είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σφαίρα της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, εξετάζει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στα θέματα που καλείται να καταθέσει (βλέπε Σιακόλα ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110). Έτσι κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, όχι μόνο λόγω ακαδημαϊκών προσόντων αλλά λόγω απόκτησης της αναγκαίας πείρας από την εργασία του (σχετική η Κυριάκου ν. Γρίβα
(2002)1 Α.Α.Δ 825). Τόσον ο ΜΚ1 όσο και η ΜΚ2 απαντούσαν ανεπιτήδευτα, με σαφήνεια, αμεσότητα και φυσικότητα, αφήνοντας μου θετική εντύπωση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολό της. Ως προς το καίριο θέμα της ορατότητας που είχε ο Κατηγορούμενος αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος την καταμέτρησε, στο σημείο του δυστυχήματος χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου και βρίσκοντας ότι αυτή ήταν στα 90 μέτρα. Ο ΜΚ3 κατά την προφορική του μαρτυρία, διόρθωσε την προηγούμενη μαρτυρία που έδωσε κατά τη λήψη γραπτής κατάθεσης από αυτόν (Τεκμήριο 19), αναφέροντας ότι η πραγματική του πορεία πριν τη σύγκρουση ήταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που προορίζεται για οχήματα (κατά την γραπτή του κατάθεση ισχυρίστηκε ότι πριν τη σύγκρουση κινείτο εντός της νησίδας στάθμευσης οχημάτων). Εφόσον η μαρτυρία που έδωσε σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι εναντίον συμφέροντος και συνάδει με την υπόλοιπη μαρτυρία, κρίνω ότι αυτή είναι και η ορθή εκδοχή σε σχέση με την πορεία του πριν το δυστύχημα. Ο ΜΚ4 υπέπεσε σε σοβαρή αντίφαση στη μαρτυρία του. Για να επεξηγήσει τον λόγο για τον οποίο περπατούσε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας οχημάτων, ανέφερε ότι μόλις πρόσφατα ήρθε στην Κύπρο, ενώ αρχικά είχε αναφέρει ότι βρίσκεται στην Κύπρο τα τελευταία 3 χρόνια. Γενικότερα όμως, μου άφησε φτωχή εντύπωση με την παρουσία του από το εδώλιο του μάρτυρα. Με εξαίρεση το θέμα της ορατότητας και του φωτισμού στην περιοχή της σύγκρουσης, η μαρτυρία που έδωσαν οι δύο παραπονούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης ως προς τα ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Ως προς το θέμα του φωτισμού και της ορατότητας, η μαρτυρία τους επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ΜΚ1, την οποία έχω ήδη κρίνει αποδεκτή. Ο Κατηγορούμενος δεν μου έχει αφήσει καλή εντύπωση. Απαντούσε με τρόπο επιτηδευμένο και ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που πίστευε ότι θα βοηθούσαν την υπόθεση του. Ανέφερε ότι γνωρίζει τον συγκεκριμένο δρόμο (πέρασε πάρα πολλές φορές), ότι οι φούρνοι «Ζορπά» και «Πανδώρα» ήταν ανοικτοί, ότι υπήρχαν αυτοκίνητα σταθμευμένα παράνομα έξω από τους φούρνους και ότι υπήρχαν αυτοκίνητα που κινούνταν στους δρόμους. Ταυτόχρονα όμως ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε στο παρελθόν είδε πεζούς να περπατούν στην περιοχή τη συγκεκριμένη ώρα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι προδήλως αβάσιμος, καθώς δεν υπάρχει πειστική εξήγηση γιατί να κινείται κόσμος με μηχανοκίνητα οχήματα μόνο και όχι πεζοί κατά τη συγκεκριμένη ώρα. Όσον αφορά την ταχύτητά του, ενώ αρχικά ανέφερε ότι ήταν περίπου 45ΧΑΩ, κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι οι αστυνομικοί «είχαν αποφασίσει» ότι κινείτο περίπου με 45 ΧΑΩ. Κάτι τέτοιο ουδόλως επιβεβαιώθηκε από τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, ούτε και υπήρξε τέτοια υποβολή κατά την αντεξέταση. Αντίθετα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, λόγω του ότι τα ίχνη τροχοπέδησης ήταν μικρού μήκους, κρίθηκε ότι η ταχύτητα του Κατηγορούμενου δεν ήταν υπερβολική και δεν χρειαζόταν υπολογισμός της. Ανέφερε επίσης ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που του είχε αναφέρει ότι κινείτο με ταχύτητα 45 ΧΑΩ. Ο ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι η ταχύτητα του ήταν 45 ΧΑΩ, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΚ1, ο οποίος συμφώνησε ότι η ταχύτητα του Κατηγορουμένου ήταν όντως χαμηλή. Όμως ήταν εμφανής η προσπάθεια του Κατηγορούμενου, να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο παραπλανητικό, επικαλούμενος ανύπαρκτη μαρτυρία. Περαιτέρω, στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 14), ο Κατηγορούμενος ανέφερε τα ακόλουθα: . «Όταν άλλαξα λωρίδα και μπήκα στην αριστερή, κινήθηκα για κάποια μέτρα σε ευθεία πορεία και ξαφνικά ένιωσα ένα χτύπημα στον μπροστινό ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου μου. Αντανακλαστικά πάτησα φρένο και έκοψα το τιμόνι μου προς τα δεξιά. Το χτύπημα στο αυτοκίνητο μου ήταν τόσο ξαφνικό που νόμιζα κάποιος είχε ρίξει πέτρα και χτύπησε τον ανεμοθώρακα. Δεν είχα δει κάτι στο δρόμο προηγουμένως αφού ο φωτισμός είναι ανεπαρκής. Αμέσως μετά το χτύπημα ακινητοποίησα το αυτοκίνητο μου στην θέση που το βρήκε η αστυνομία.» . Δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε για φώτα που επηρέασαν την όρασή του ούτε και για προσπάθειά του να ελαττώσει ταχύτητα. Κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, για πρώτη φορά ισχυρίστηκε ότι, πριν τη σύγκρουση υπήρχαν αυτοκίνητα που έρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση, με τα φώτα τους στην ψηλή στάση τα οποία επηρέασαν την όρασή του. Περιγράφοντας δε τη στιγμή της σύγκρουσης, ανέφερε τα ακόλουθα: «Ουσιαστικά όπως είπα και στην κατάθεσή μου, πέρασα από τους φούρνους Ζορπά και Πανδώρα που ήταν παρκαρισμένα τα αυτοκίνητα, τότε άλλαξα λωρίδα μπροστά από τους φούρνους για να προχωρήσω ευθεία που ήταν ο προορισμός μου. Μόλις άλλαξα λωρίδα, γύρισα, χτυπήσαν μου τα φώτα, προσπάθησα να ελαττώσω τζιαί ένιωσα το χτύπημα του ανθρώπου που σε τζιείνην την περίπτωση δεν κατάλαβα τι έγινε.» Θα αναμενόταν ότι, έναν τόσο ουσιώδη για την υπόθεση ισχυρισμό, θα τον είχε αναφέρει στην αστυνομία κατά τη λήψη της κατάθεσής του. Συνεπώς, απορρίπτω τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, ως εκ των υστέρων σκέψεις του Κατηγορουμένου, τις οποίες προέβαλε για βοηθήσει την υπόθεση του. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Πρώτη Κατηγορία Σύμφωνα με το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 3/3/2018): «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 είναι σχετικό με το τι συνιστά αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικα αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Διαφωτιστική είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. Mc Gill, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019 όπου αναφέρθηκε ότι: «Υπό το φως των αλώβητων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι φανερό ότι ο εφεσείων είχε πλήρη ευθύνη έχοντας υπόψη την διαχρονική και σαφή νομολογία ότι ένας οδηγός οφείλει να επιδεικνύει την ανάλογη επιμέλεια κινούμενος με το όχημα του, έχει δε καθήκον φροντίδας για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούν επίσης τον δρόμο, περιλαμβανομένων και πεζών. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράληψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Αναφέρθησαν και από τις δυο πλευρές διάφορες αποφάσεις ως προς την κατανομή της ευθύνης και την κατ΄ ισχυρισμόν επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας από την πλευρά της εφεσίβλητης. Δεν χρειάζεται όμως αναφορά σε αυτές δεδομένου ότι όπως έχει υποδειχθεί και στη Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12 ημερ. 27.6.2018, η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό (Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178). Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας, (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28). Παράλληλα με τα πιο πάνω, τονίζεται ότι σύμφωνα με την Λουκά v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 187/2018, ημερ. 18/9/2019 ECLI:CY:AD:2019:B375, σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Ευρήματα και κατάληξη Τα ακόλουθα αποτελούν κοινό έδαφος: Πριν τη σύγκρουση οι ΜΚ3 και ΜΚ4 περπατούσαν στη Λεωφόρο Διγενή Ακρίτα, με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Λάρνακος. Και οι δύο κινούνταν κατά μήκος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, η οποία προορίζεται για μηχανοκίνητα οχήματα και όχι για πεζούς. Ο Κατηγορούμενος, συγκρούστηκε με τους δύο πεζούς στα σημεία που σημειώνονται στο πρόχειρο και στο συμμετρικό σχέδιο (Τεκμήρια 2 και 3), με «Χ» και «ΧΒ». Συνεπεία της σύγκρουσης οι ΜΚ3 και ΜΚ4 τραυματίστηκαν σοβαρά και μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο για νοσηλεία. Το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο ΜΚ3 φορούσε ανοικτού χρώματος φανέλα, τζιν παντελόνι και άσπρα αθλητικά παπούτσια και ο ΜΚ4 φορούσε άσπρη φανέλα, τζιν παντελόνι και μπλε αθλητικά παπούτσια. Το τι αμφισβητεί ο Κατηγορούμενος ήταν την ορατότητα που είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ισχυρίστηκε ότι υπήρχε περιορισμένη ορατότητα και ότι είχε τυφλωθεί στιγμιαία από τα φώτα οχήματος που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ως προς το θέμα της ορατότητας, έχω ήδη κρίνει αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος την καταμέτρησε στο σημείο του δυστυχήματος χρησιμοποιώντας το αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Συνεπώς προβαίνω σε εύρημα ότι η ορατότητα του Κατηγορουμένου ήταν 90 μέτρα. Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο Κατηγορούμενος είχε τυφλωθεί στιγμιαία από αυτοκίνητο που κινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση, για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, απορρίπτω τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ως ανυπόστατο. Προτού προχωρήσω σε εφαρμογή των ευρημάτων μου με τις νομικές αρχές του αδικήματος, πρέπει να επισημάνω ότι δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι οι ΜΚ3 και ΜΚ4, περπατούσαν κατά μήκος της λωρίδας κυκλοφορίας των οχημάτων, ενώ υπήρχαν δεξιά και αριστερά του δρόμου πεζοδρόμια. Σύμφωνα όμως με τη νομολογία, η τυχόν ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τους δύο παραπονούμενους, είναι αδιάφορη κατά τη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του Κατηγορουμένου. (βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 748). Εφαρμογή Ευρημάτων - Νομικών Αρχών Με τα πιο πάνω ευρήματα δεδομένα, κρίνω ότι η παράλειψη του Κατηγορουμένου να προσέξει τους πεζούς στον δρόμο και να λάβει μέτρα έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση, συνιστά αμέλεια. Ο Κατηγορούμενος οδηγούσε σε κατοικημένη περιοχή, είχε 90 μέτρα ορατότητα, δεν υπήρχαν οποιαδήποτε φυσικά ή τεχνητά εμπόδια που να του φράσσουν τον δρόμο, ο οποίος στο συγκεκριμένο σημείο είναι ευθύς και οι δύο πεζοί φορούσαν ανοικτόχρωμες μπλούζες. Σημειώνω ότι, οι δύο πεζοί περπατούσαν τουλάχιστον για μερικά δευτερόλεπτα κατά μήκος της λωρίδας κυκλοφορίας που κτυπήθηκαν, δεν βρέθηκαν δηλαδή ξαφνικά στην πορεία του Κατηγορουμένου. Υπό αυτές τις συνθήκες και δεδομένης της ταχύτητας με την οποία ήλαυνε ο Κατηγορούμενος, κρίνω ότι υπήρχαν τέτοιες συνθήκες που όχι μόνο επέτρεπαν, αλλά επέβαλλαν στον Κατηγορούμενο να εντοπίσει έγκαιρα τους δύο πεζούς στον δρόμο και να προβεί σε ενέργειες ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο τρόπος με τον οποίο οδήγησε ο Κατηγορούμενος ήταν αμελής λόγω έλλειψης δέουσας παρατηρητικότητας (proper look out), (παραπέμπω σχετικά στην Arakelyan vs Αστυνομίας Ποινική Έφεση 198/2017 ημερομηνίας 24/10/2018). Κατάληξη Σύμφωνα με τα πιο πάνω, η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο