← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A. B., Υπόθεση αρ.: 9401/2020, 29/7/2022

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A. B., Υπόθεση αρ.: 9401/2020, 29/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2022:27 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9401/2020 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A. B. Κατηγορουμένου -------------- Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Θ. Παπακυριακού Για Κατηγορούμενο: κ. Ευθυμίου με κα Καπαρδή Κατηγορούμενος παρών ----------------- (Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί Κεκλεισμένων των Θυρών και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκόμενων προσώπων) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά επτά κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6

(4)(α)
(7)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014. H έβδομη κατηγορία περιλαμβάνει και το υπoεδάφιο (γ) του άρθρου 6
(4)του Nόμου. Στην τελική του μορφή, το κατηγορητήριο αποδίδει στον κατηγορούμενο ότι σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την παραπονούμενη, γεννηθείσα την 21.2.2009, δηλαδή την έβαλε να καθίσει πάνω στα πόδια του, έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι και το εσώρουχο της και την άγγιξε περιμετρικά του γεννητικού της οργάνου, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε στο ανήλικο παιδί (κατηγορίες 1, 3, 4, 5 και 6). Οι δύο από αυτές (κατηγορίες 1 και 3) τοποθετούνται χρονικά σε άγνωστη περίοδο μεταξύ Σεπτεμβρίου 2019 και Δεκεμβρίου 2019, ενώ οι άλλες τρεις (κατηγορίες 4, 5 και 6), σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Δεκεμβρίου 2019 και Μαρτίου
  1. Αποδίδεται, περαιτέρω, στον κατηγορούμενο ότι σε άλλη περίπτωση από τις πιο πάνω, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Σεπτεμβρίου 2019 και Δεκεμβρίου 2019, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ίδια παραπονούμενη, δηλαδή της ζήτησε να αφαιρέσει τα ρούχα που φορούσε (κατηγορία 2), ενώ, σε άλλη περίπτωση, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Φεβρουαρίου 2020 και Μαρτίου 2020, εισήλθε στην τουαλέτα ενώ βρισκόταν μέσα η εν λόγω ανήλικη, έβγαλε το γεννητικό του όργανο, πήρε το χέρι της και με τη χρήση εξαναγκασμού, το τοποθέτησε πάνω στο γεννητικό του όργανο (κατηγορία 7) και στις δύο περιπτώσεις καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε στο ανήλικο παιδί. Όλα τα ως άνω αποδίδονται να έλαβαν χώρα στο σπίτι της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις υπό κρίση κατηγορίες και η Κατηγορούσα Αρχή, για να αποδείξει την υπόθεσή της, κάλεσε συνολικά, έξι μάρτυρες. Όσον αφορά τη διερεύνηση της υπόθεσης, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα μέλη της Αστυνομίας ΜΚ1 και ΜΚ
  2. Οι ΜΚ2 και ΜΚ3 κατέθεσαν ως συγγενικά πρόσωπα της παραπονούμενης, μητέρα και πατέρας αντιστοίχως, ενώ την επιστημονική της μαρτυρία προσκόμισε η κλινική ψυχολόγος ΜΚ
  3. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκ συμφώνου, το Τεκμήριο 1 - Έγγραφο Παραδεκτών Γεγονότων. Κατέστη, με την έγκριση του Δικαστηρίου, παραδεκτό ότι ο Αστ. 1714, μάρτυρας 7 επί του κατηγορητηρίου, υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένος στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων. Είναι μέλος της ανακριτικής ομάδας που διερευνά υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Την 15.6.2020 και ώρα 16:00, συνέλαβε τον κατηγορούμενο αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Αυτός απάντησε «για όνομα του Θεού». Ακολούθως, μεταξύ των ωρών 16:20 - 16:45, δυνάμει εντάλματος έρευνας, διενήργησε έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε. Η Αστ. [ ], μάρτυρας 8 επί του κατηγορητηρίου, υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένη στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων. Στις 12.6.2020, μεταξύ των ωρών 20:07 - 20:12, στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων, καθ' υπόδειξη του Αστ. [ ], έλαβε αριθμό φωτογραφιών του σημειώματος της ανήλικης παραπονούμενης το οποίο είχε παραδώσει προηγουμένως στην Αστυνομία η μητέρα της ανήλικης. Στη συνέχεια τις φωτογραφίες τις τύπωσε σε κανονικό χαρτί χωρίς να προσθέσει, αλλάξει ή αφαιρέσει οτιδήποτε από το περιεχόμενο τους. Την 20.6.2020, μεταξύ των ωρών 9:47 - 10:16, στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Α/Αστ.[ ], έλαβε αριθμό φωτογραφιών της οικίας όπου διαμένει η ανήλικη παραπονούμενη, στην παρουσία επίσης της μητέρας της. Στη συνέχεια, τις φωτογραφίες τις τύπωσε σε κανονικό χαρτί χωρίς να προσθέσει, αλλάξει ή αφαιρέσει οτιδήποτε από το περιεχόμενο τους. Στο πλαίσιο αυτών των παραδεκτών γεγονότων, εκ συμφώνου κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου το ένταλμα σύλληψης του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 2), το ένταλμα έρευνας της οικίας του (Τεκμήριο 3), δύο φύλλα χαρτιού που αποτυπώνουν τις φωτογραφίες του σημειώματος της παραπονούμενης (Τεκμήριο 4) και δεκατρία φύλλα χαρτιού στα οποία αποτυπώνονται οι φωτογραφίες της οικίας της παραπονούμενης (Τεκμήριο 5). Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, οι δύο πλευρές κατέθεσαν, με την έγκριση του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 21, κείμενο περαιτέρω παραδεκτών γεγονότων, με βάση το οποίο καθίσταται παραδεκτό ότι ο Μ3 επί του κατηγορητηρίου, είναι ο θείος της ανήλικης παραπονούμενης. Συγκεκριμένα, η γυναίκα του, Μ4 επί του κατηγορητηρίου, είναι η αδελφή της μητέρας της παραπονούμενης. Γνωρίζει την οικογένεια της παραπονούμενης εδώ και 17 χρόνια και έχουν βαφτίσει και τον μεγάλο τους γιο. Το σπίτι της παραπονούμενης είναι σε απόσταση 50 μέτρων από το δικό του. Ο ίδιος έμαθε για την παρούσα υπόθεση από την ΜΚ2 και τη σύζυγο του στις 12.6.2020 και ώρα 8:
  4. Την ίδια ημέρα, το απόγευμα, ο ίδιος είπε στους γονείς της παραπονούμενης ότι ενώ ήταν πολύ συνδεδεμένος με την παραπονούμενη και πάντοτε αυτή πήγαινε, τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε, πρόσεξε ότι εδώ και περίπου ένα χρόνο η παραπονούμενη τον αποφεύγει, χωρίς όμως ο ίδιος να καταλαβαίνει γιατί. Μάλιστα τον φώναζε και «τατά» και ξαφνικά σταμάτησε να τον αγκαλιάζει και να τον φιλά. Παρόλο που παραξενεύτηκε, δεν ανέφερε κάτι πιο πριν γιατί δεν ήξερε αν είχε συμβεί κάτι μεταξύ της γυναίκας του και της αδελφής της. Δεν είχε σκεφτεί ότι συνέβαινε κάτι ανάλογο με τα περιστατικά που η παραπονούμενη κατάγγειλε. Η Μ4 επί του κατηγορητηρίου είναι η αδελφή της ΜΚ
  5. Έχει πολύ στενή σχέση με την αδελφή της και την οικογένεια της. Την Παρασκευή 12.6.2020, την πήρε τηλέφωνο η αδελφή της και της είπε ότι είχε κάτι σοβαρό να της πει και της ζήτησε να πάει στο σπίτι της. Όταν πήγε εκεί, βρήκε την ΜΚ2 πολύ συγχυσμένη και έκλαιγε. Της είπε ότι ο κατηγορούμενος «πείραξε την .» και της έδωσε το σημείωμα που της είχε γράψει η παραπονούμενη να το διαβάσει. Τότε αναστατώθηκε και η ίδια. Στη συνέχεια, η ΜΚ2 κτυπούσε τα χέρια της και τα πόδια της και της περιέγραψε με λεπτομέρειες όλα όσα της είπε η παραπονούμενη. Η ΜΚ2 ζήτησε τη βοήθεια της γιατί δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε η μάρτυρας έψαξε στο διαδίκτυο και βρήκε το «Hope for children» και είπε στην ΜΚ2 να αποταθεί εκεί για βοήθεια, πράγμα που έκανε. Η μάρτυρας γνωρίζει τον κατηγορούμενο λόγω του ότι είναι ο νονός της παραπονούμενης αλλά δεν έχει σχέσεις μαζί του ή με την οικογένεια του. Η ίδια δεν παρατήρησε οτιδήποτε στο διάστημα αυτό σε σχέση με την παραπονούμενη. Η Μ6 επί του κατηγορητηρίου είναι η κουνιάδα της ΜΚ
  6. Το πρωί της Παρασκευής 12.6.2020, πήγε στο σπίτι της ΜΚ2 για καφέ, όπως συνήθιζε και εκεί βρήκε την ΜΚ2 και την ως άνω Μ4 και μιλούσαν με το «Hope for children». Η ίδια, ακούγοντας τη συνομιλία, αντιλήφθηκε ότι κάτι συνέβαινε με την παραπονούμενη. Στη συνέχεια, η ΜΚ2 της έδειξε το γράμμα που της είχε γράψει η παραπονούμενη και σοκαρίστηκε. Η ίδια αναφέρει ότι πρόσεξε αλλαγή στη συμπεριφορά της παραπονούμενης κυρίως μετά το καλοκαίρι του έτους
  7. Συγκεκριμένα, ενώ η παραπονούμενη είναι ένα παιδί πολύ εκφραστικό και όποτε έβλεπε την ίδια και το σύζυγο της έτρεχε, τους αγκάλιαζε και τους φιλούσε, τους τελευταίους μήνες ήταν πιο απόμακρη και σταμάτησε να τους αγκαλιάζει και να τους φιλά. Η μάρτυρας δεν υποψιάστηκε κάτι γιατί θεώρησε ότι αυτή η αλλαγή ήταν λόγω του ότι η παραπονούμενη μπαίνει στο στάδιο της προεφηβείας. Η ίδια δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο, τον έχει δει μόνο ορισμένες φορές στα γενέθλια της παραπονούμενης. Την ουσιαστική μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, προσέφερε η ίδια η παραπονούμενη (ΜΚ5), οι οπτικογραφημένες καταθέσεις της οποίας (Τεκμήρια 10 και 12) αποτέλεσαν το ουσιαστικό μέρος της κυρίως εξέτασής της. Η ΜΚ5, αφού αναφέρθηκε στην ηλικία της, περιέγραψε την οικογενειακή της κατάσταση και συνθήκες, αναφερόμενη στα τρία αδέλφια της και τους γονείς της. Αναφορικά με τα γεγονότα των κατηγοριών, η ΜΚ5, σε διάφορα μέρη της κατάθεσης της, παρέθεσε τους ισχυρισμούς της εξηγώντας πως η όλη κατάσταση πραγμάτων ξεκίνησε με ενέργειες από πλευράς κατηγορουμένου τις οποίες θεώρησε περίεργες και εξελίχθηκε με τα αναφερόμενα από αυτήν περιστατικά. Στο πλαίσιο αυτό, έκανε αναφορά σε παιχνίδια του κατηγορουμένου και προσκλήσεις του προς αυτήν για να καθίσει κοντά του στον καναπέ και πειράγματα από αυτόν. Τοποθέτησε χρονικά την έναρξη της περίεργης κατάστασης τον Σεπτέμβριο του έτους 2019, όταν ο κατηγορούμενος άρχισε να της μιλά για παράξενα πράγματα. Επί του προκειμένου, κατά την αντεξέτασή της, εξήγησε ότι το ύφος του κατηγορουμένου δεν ήταν φυσιολογικό και έλεγε αυτά που έλεγε με παράξενο τρόπο. Σε μεταγενέστερο χρόνο, ίσως περί τον Νοέμβριο του έτους 2019, όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο σπίτι της, κατά τη διάρκεια που ένας εκ των καλαδελφών της έκανε μάθημα αγγλικών με την μητέρα της, σε χώρο πίσω από το σπίτι τους, αυτός άρχισε να την πειράζει βάζοντας την να καθίσει πάνω του. Της έλεγε να καθίσει πάνω του και άρχιζε να την αγγίζει στην περιοχή του γεννητικού της οργάνου βάζοντας το χέρι του μέσα από το παντελόνι και εσώρουχο της. Την πράξη αυτή την ενέτασσε σε ένα υποτιθέμενο παιχνίδι, ζητώντας της να του πει αν γαργαλιέται. Αυτό συνέβη δύο φορές πριν τα Χριστούγεννα του έτους 2019 και τρεις φορές μετά και μέχρι το lockdown του κορονοϊού, τον Μάρτιο του έτους
  8. Στην περιγραφή της, η ΜΚ5 εξήγησε ότι αυτά συνέβαιναν στο καθιστικό απέναντι από την κουζίνα, όπου υπάρχει η τηλεόραση και ο μικρότερος καλαδελφός της, είτε βρισκόταν στο σαλόνι, είτε ήταν απασχολημένος με την τηλεόραση, χωρίς, λόγω θέσης, να μπορεί να δει και αντιληφθεί τις πράξεις του κατηγορουμένου. Στην περιγραφή της, επίσης, η ΜΚ5 αναφέρθηκε στους τρόπους που χρησιμοποιούσε για να σταματήσει ή και αποφύγει τις εν λόγω ενέργειες. Η ΜΚ5 αναφέρθηκε επίσης σε περιστατικό κατά το οποίο ο κατηγορούμενος της ζήτησε να αγγίξει το δικό του γεννητικό όργανο. Η ίδια βρισκόταν στην τουαλέτα και, μόλις πριν βγει, εισήλθε στο χώρο ο κατηγορούμενος. Πρόκειται για μικρό δωμάτιο και η ίδια δεν μπορούσε να φύγει αφού ο κατηγορούμενος ήταν ακουμπημένος στην πόρτα. Ο κατηγορούμενος της έπιασε το χέρι και το τοποθέτησε ώστε να αγγίζει το γεννητικό του όργανο το οποίο δεν ήταν μέσα στο παντελόνι του. Η ίδια γύρισε το κεφάλι της προς άλλη κατεύθυνση ώστε να μην βλέπει. Την έβαλε να το αγγίζει για κάποια δευτερόλεπτα, χωρίς να κάνει οποιαδήποτε κίνηση με το χέρι της. Η ΜΚ5 τοποθέτησε το περιστατικό αυτό περί τον ένα μήνα πριν τον κορονοϊό. Στη μαρτυρία της, η ΜΚ5 ανέφερε ότι ένα βιβλίο για την εφηβεία που της έδωσε η μητέρα της την βοήθησε να αντιληφθεί ότι αυτά που της συνέβαιναν δεν ήταν σωστά, όπως και κάποια βιντεάκια που είδε στο youtube. Περιέγραψε επίσης το πως σκεφτόταν να μιλήσει στην μητέρα της, πως δεν το έπραττε και πως, μετά από το τελευταίο περιστατικό και τον κορονοϊό, μία μέρα όταν ρώτησε την μητέρα της σε ποιον μιλά κάποιος της ηλικίας της για κάποιον που δεν συμπαθεί και δεν νιώθει καλά κοντά του, αυτή κατάφερε και την έκανε να της μιλήσει. Η ΜΚ5 αναφέρθηκε περαιτέρω στο πως αισθάνεται για αυτό που της συνέβαινε, λέγοντας ότι αηδιάζει, κάποιες φορές μπορεί να λυπηθεί και ότι δεν την πολυπείραξε επειδή της εξήγησε πολλά πράγματα η μητέρα της και ήξερε ότι έπρεπε να μιλήσει, όπως και μίλησε. Σε μεταγενέστερη οπτικογραφημένη κατάθεση της, η ΜΚ5 μίλησε για ακόμη ένα περιστατικό, το οποίο θυμήθηκε και αφού το είπε στην μητέρα της, αυτή την προέτρεψε να το πει και στην Αστυνομία. Το περιστατικό αυτό το τοποθέτησε τον Σεπτέμβριο του έτους 2019, πριν ξεκινήσουν τα άλλα περιστατικά, όταν ο καλαδελφός της ο μεγάλος ετοιμαζόταν να πάει στο μάθημα του και ο μικρός ερχόταν στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος ήταν μαζί της στο δωμάτιο της και της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της για κάποιο λόγο. Στην αρχή ξεκίνησε να τα βγάζει αλλά μετά κατάλαβε πως δεν έπρεπε και απλά έφυγε. Κατά το προφορικό μέρος της μαρτυρίας της, η ΜΚ5 εξήγησε ότι είχε μείνει με τα εσώρουχα της και μετά σταμάτησε και έφυγε, κάτι το οποίο είχε πει στην μητέρα της αλλά ντράπηκε να το πει στην αστυνομικό. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ5 εξήγησε περαιτέρω τους ισχυρισμούς της απαντώντας στις ερωτήσεις της συνηγόρου Υπεράσπισης. Η ΜΚ2 είναι η μητέρα της παραπονούμενης. Μέσω της κατάθεσής της στην Αστυνομία, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, η ΜΚ2 αναφέρθηκε στην οικογενειακή της κατάσταση, τον σύζυγό της (ΜΚ3) και τα τέσσερα τους παιδιά ηλικιών 13, 11, 9, και 6, τα τρία αγόρια και η παραπονούμενη, δεύτερη στη σειρά, ηλικίας 11 ετών. Αναφέρθηκε επίσης στις σχέσεις τους με την οικογένεια του κατηγορουμένου και το ότι ως δασκάλα αγγλικών, δίδασκε τα παιδιά τους. Ως εξήγησε, πήγαιναν κάθε Δευτέρα και Πέμπτη, ο ένας μεταξύ των ωρών 16:00-17:00 και ο άλλος 17:00-18:
  9. Στο φροντιστήριο τους έπαιρνε ο κατηγορούμενος και μέχρι να τελειώσουν τα μαθήματα, τους περίμενε στο σπίτι της. Κάθε Πέμπτη στο σπίτι ήταν ο ΜΚ3 ενώ τη Δευτέρα πήγαινε να πάρει τον γιο τους σε μάθημα τένις και έπαιρνε και τους άλλους γιους τους μαζί του. Στο σπίτι έμενε μόνος του ο κατηγορούμενος, μαζί με την παραπονούμενη και ένα από τους γιους του που δεν είχε μάθημα. Το βράδυ 11.6.2020 περί τις 22:00 η ώρα, όταν ήταν μόνες με την παραπονούμενη στην κουζίνα, την πλησίασε και της είπε στα αγγλικά «αν κάποιος άνθρωπος σε έκανε να νιώθεις ανασφαλής και άβολα ποιου θα το έλεγες». Αυτή την ρώτησε τι εννοούσε και αν κάποιος την έκανε να νιώσει έτσι και η παραπονούμενη της είπε ότι θα της πει την επόμενη μέρα. Η ΜΚ2 της είπε ότι θα έπρεπε να το συζητήσουν εκείνη την ώρα και κατάλαβε ότι η παραπονούμενη δεν ένιωθε άνετα και ντρεπόταν. Της είπε να πάνε πάνω να της μιλήσει και η ΜΚ2 της είπε ότι πάνω είναι και όλη η οικογένεια ενώ κάτω ήταν μόνες τους και ήταν καλύτερα. Η παραπονούμενη της είπε ότι θα ανεβεί και θα επιστρέψει και μετά από λίγα λεπτά της έφερε το σημείωμα το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  10. Μόλις της έδωσε αυτό το σημείωμα, έφυγε τρέχοντας. Αυτή μόλις το διάβασε σοκαρίστηκε, συγκρατήθηκε, δεν έκλαψε γιατί δεν ήθελε να την δει αναστατωμένη και πήγε στο δωμάτιο της για να της μιλήσει. Μόλις μπήκε μέσα, η παραπονούμενη έκλαιγε. Έτρεξε πάνω της και την αγκάλιασε και έκλαψαν μαζί για λίγη ώρα. Της είπε ότι πρέπει να το συζητήσουν και της ανέφερε ότι πρέπει να της εξηγήσει με λεπτομέρεια τι έγινε. Στην αρχή, της είπε ότι την άγγιξε στα «private part» της. Δεν ήθελε να της πει αυτή κάτι για να την καθοδηγήσει και προσπάθησε να την αφήσει να της πει από μόνη της λεπτομέρειες. Η παραπονούμενη της είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος ήταν σπίτι μαζί της, της έλεγε να κάτσει στα πόδια του και ότι έβαζε το χέρι του στο σημείο που της ανάφερε, δείχνοντας της το γεννητικό της όργανο. Αυτή την ρώτησε να της πει αν την άγγιξε κατά λάθος πάνω από τα ρούχα και η παραπονούμενη της είπε ότι το άγγιγμα ήταν κάτω από τα ρούχα, μέσα από το βρακί. Η ΜΚ2 την αγκάλιασε και την φίλησε, της είπε ότι δεν φταίει σε τίποτα και ότι θα είναι όλα καλά. Την ρωτούσε συνεχώς για την νονά της και αυτή της είπε ότι η νονά της την αγαπά πάρα πολύ και ότι θα το αντιμετωπίσουν. Την ρώτησε πόσες φορές έγινε αυτό και της είπε τέσσερις με πέντε φορές. Αυτή αμέσως φώναξε στον ΜΚ3 και του είπε να πάει να μιλήσουν. Του είπε τι της ανάφερε η παραπονούμενη. Ανέβηκαν μαζί στο δωμάτιο της παραπονούμενης και την καθησύχασαν ότι όλα θα πάνε καλά γιατί έκλαιγε. Όταν ο ΜΚ3 έφυγε και έμειναν μόνες, η ΜΚ2 κατάλαβε ότι ήθελε κάτι να της πει και την ρώτησε. Της είπε ότι την ανάγκασε να τον αγγίξει και της έδειξε το σημείο που είναι τα γεννητικά όργανα. Η ΜΚ2 αηδίασε και δεν ρώτησε κάτι άλλο. Πήγε κάτω και το είπε στον ΜΚ3 και μετά από λίγο κατέβηκε και η παραπονούμενη για να πιει νερό και την ρώτησε να της πει λεπτομέρειες. Της είπε ότι έβγαλε το όργανο του έξω και έπιασε το χέρι της και το έβαλε πάνω. Η παραπονούμενη ήταν πολύ ανήσυχη, έκλαιγε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί και ξάπλωσε στη μέση τους στο κρεβάτι. Στη συνέχεια της μαρτυρίας της, η ΜΚ2 προέβη σε αναφορά της περιγραφής των περιστατικών από την παραπονούμενη προς την ίδια, την επόμενη μέρα όταν της ανέφερε, επίσης, ότι σε άλλη περίπτωση όταν ήταν μόνη της στο δωμάτιο της, μπήκε μέσα ο κατηγορούμενος και της είπε να βγάλει τα ρούχα της. Της είπε, κλαίγοντας, ότι φοβήθηκε και το έκανε και έμεινε με το βρακί και τότε αυτός την έβλεπε και δεν μιλούσε. Σε κάποια στιγμή του είπε ότι άκουσε τον γιο του να φωνάζει και έπιασε τα ρούχα της και έφυγε. Αυτό δεν της ανάφερε πότε έγινε. Μετά από αυτά, η παραπονούμενη της ανέφερε ότι τέλος του καλοκαιριού του 2019, όταν η νονά της της είχε φέρει δώρο ένα μαγιό και ανέβηκε στο δωμάτιο της να το δοκιμάσει, την ακολούθησε ο κατηγορούμενος και της είπε να την βοηθήσει να βγάλει την μπλούζα της να το δοκιμάσει, αλλά αυτή του είπε ότι το δοκίμασε ήδη. Η ΜΚ2 ρώτησε που ήταν γιος του κατηγορουμένου την ώρα που γίνονταν αυτά και εκείνη της είπε ότι έπαιζε και δεν έβλεπε κάτι. Τέλος, η ΜΚ2 αναφέρθηκε στην ανησυχία της παραπονούμενης για το αν αυτά συνέβηκαν ή μπορούσε να συμβούν στις θυγατέρες της αδελφής της νονάς της, οι οποίες έρχονταν σε επαφή με τον κατηγορούμενο. Ήθελε να τις προστατεύσει. Κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ2 ανέλυσε περαιτέρω τους ισχυρισμούς της, απαντώντας στα ερωτήματα της Υπεράσπισης. Ο ΜΚ3 είναι ο πατέρας της παραπονούμενης. Μέσω της κατάθεσης του στην Αστυνομία, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αφού ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην οικογενειακή κατάσταση του, περιέγραψε πως η ΜΚ2/σύζυγος του, αναστατωμένη και με βουρκωμένα μάτια, του ζήτησε να μιλήσουν και του αποκάλυψε ότι ο κατηγορούμενος, νονός της παραπονούμενης, την παρενοχλούσε. Ο ΜΚ3 περιέγραψε επίσης τις ενέργειες τους, μετέπειτα, ώστε να καθησυχάσουν την παραπονούμενη. Την αγκάλιασαν γιατί ήταν πολύ αναστατωμένη και της είπαν πως δεν φταίει σε τίποτα και ότι θα το αντιμετωπίσουν. Η ίδια τους είπε ότι την βοήθησε να μιλήσει ένα βιβλίο που της είχε αγοράσει η μητέρα της και κατάλαβε ότι αυτό που γινόταν δεν ήταν σωστό. Τους ανέφερε επίσης ότι βρήκε βίντεο στο youtube με κορίτσια που πέρασαν κάτι παρόμοιο και αποφάσισε να τους το πει. Την επόμενη μέρα, πήγαν στην Αστυνομία και κατήγγειλαν το γεγονός. Ως ο ΜΚ3, είπε, περαιτέρω, με τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι ο νονός της παραπονούμενης, ήταν πολύ συνδεδεμένοι οικογενειακά και δεν είχαν ποτέ καμιά απολύτως διαφορά. Του είχαν πλήρη εμπιστοσύνη. Ο Αρχιαστυφύλακας [ ] (ΜΚ1) ανέφερε ότι εργάζεται στο Αρχηγείο της ΥΚΑΝ, ενώ προηγουμένως εργαζόταν στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου, στο Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων. Ο μάρτυρας περιέγραψε την εμπλοκή του στη διερεύνηση της υπόθεσης, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της λήψης κατάθεσης από την μητέρα της παραπονούμενης (ΜΚ2), η οποία παρέδωσε το χειρόγραφο σημείωμα της παραπονούμενης (Τεκμήριο 15), της λήψης φωτογραφιών του σημειώματος από την Αστ. [ ], της λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης από την Α/Αστ. [ ] (ΜΚ4) στις 14.6.2020, με τον ίδιο να χειρίζεται τη συσκευή οπτικογράφησης, της απομαγνητοφώνησης της εν λόγω οπτικογραφημένης κατάθεσης, της λήψης οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης από την Α/Αστ. [ ] (ΜΚ4) στις 16.6.2020, με τον ίδιο να χειρίζεται τη συσκευή οπτικογράφησης και της απομαγνητοφώνησης της. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ο ΜΚ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη γραπτή συγκατάθεση συνοδού/κηδεμόνα θύματος για την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, ημερομηνίας 14.6.2020, ως Τεκμήριο 6, τη δήλωση ανακριτή προς συνοδό πριν την εν λόγω οπτικογράφηση, ως Τεκμήριο 7, τη γραπτή συγκατάθεση συνοδού/κηδεμόνα θύματος για την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, ημερομηνίας 16.6.2020, ως Τεκμήριο 8, τη δήλωση ανακριτή προς συνοδό πριν την εν λόγω οπτικογράφηση, ως Τεκμήριο 9, τους τρεις δίσκους που περιλαμβάνουν την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, ημερομηνίας 14.6.2020, ως Τεκμήριο 10, την απόδειξη παράδοσης των απομαγνητοφωνημένων καταθέσεων της παραπονούμενης, ως Τεκμήριο 11, τους τρεις δίσκους που περιλαμβάνουν την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης, ημερομηνίας 16.6.2020, ως Τεκμήριο 12 και τις απομαγνητοφωνήσεις των δύο ως άνω οπτικογραφημένων καταθέσεων, ως Τεκμήρια 13 και 14 αντιστοίχως. Οι εν λόγω οπτικογραφημένες καταθέσεις της παραπονούμενης προβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Η Αρχιαστυφύλακας [ ] (ΜΚ4) ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος στο Αρχηγείο Αστυνομίας, στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Είναι, ως είπε, ειδικά εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες, ως επίσης και στη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη λήψη, κατά τη 14.6.2020, οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης της μητέρας της. Ως εξήγησε, κατά την οπτικογραφημένη της κατάθεση, η ανήλικη δυσκολευόταν να αναφέρει το ακριβές σημείο που την άγγιξε ο ύποπτος και αυτή της πρόσφερε ένα φύλλο χαρτιού Α4 και πέννα χρώματος μπλε. Στο φύλλο του χαρτιού το οποίο στο πίσω μέρος είχε δικές της δακτυλογραφημένες σημειώσεις, της σχεδίασε, στην αριστερή πλευρά, λίγο κάτω από το κέντρο της σελίδας, ένα σχήμα εσωρούχου και της έδειξε το κάτω μέρος ως το σημείο που άγγιξε. Το φύλλο χαρτιού το επισύναψε στην απομαγνητοφώνηση της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ανήλικης. Η ΜΚ4 αναφέρθηκε, επίσης, στη λήψη, κατά την 16.6.2020, συμπληρωματικής οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του πατέρα της, καθώς επίσης στη λήψη, κατά την 19.6.2020, ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και, κατά την 20.6.2020, αριθμού φωτογραφιών εντός και εκτός του σπιτιού της παραπονούμενης στην παρουσία της μητέρας της. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η ΜΚ4 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το ως άνω αναφερόμενο σχέδιο εσωρούχου της παραπονούμενης, ως Τεκμήριο 16, την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, ως Τεκμήριο 17 και το έντυπο Βεβαίωσης Πληροφόρησης και Παραλαβής Εγγράφων Δικαιωμάτων Υπόπτων/Κατηγορουμένων, το οποίο έδωσε στον κατηγορούμενο, ως Τεκμήριο
  11. Ως Τεκμήριο 19, η ΜΚ4 κατέθεσε Ημερολόγιο Ενεργείας, ημερομηνίας 18.6.2020, με αναφορά σε τηλεφωνική της επικοινωνία με τους γονείς της παραπονούμενης, ενώ, ως Τεκμήριο 20, Ημερολόγιο Ενεργείας, ημερομηνίας 20.6.2020, με αναφορά στη διερεύνηση που έκανε σε σχέση με συγκεκριμένο θέμα υγείας της παραπονούμενης κατά το παρελθόν. Η κλινική ψυχολόγος (ΜΚ6), κατέθεσε αναφορικά με την ψυχολογική αξιολόγηση που διενήργησε σε σχέση με την παραπονούμενη. Αφού κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα και προσόντα ενώπιον του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 22, με την εμπειρογνωμοσύνη της να μην αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, η μάρτυρας κατέθεσε τη σχετική Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης, ως Τεκμήριο 23 και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Ως εξηγεί στην έκθεσή της, πραγματοποιήθηκε σειρά αξιολογικών συνεντεύξεων με την ανήλικη και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την ψυχολογική αξιολόγηση ήταν η ημιδομημένη κλινική συνέντευξη και η διερευνητική παρατήρηση. Έγινε μία συνάντηση με την μητέρα για λήψη του αναπτυξιακού ιστορικού και πέντε συναντήσεις με την παραπονούμενη. Μία συνάντηση με τους γονείς αφορούσε τα πορίσματα και εισηγήσεις. Τα πορίσματα προκύπτουν από το σύνολο των πληροφοριών κατά τις ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις με την ανήλικη και από τη λήψη του αναπτυξιακού, οικογενειακού και ατομικού ιστορικού της ανήλικης από τη μητέρα. Περιγράφεται, περαιτέρω, το ιστορικό, συμπεριλαμβανομένου του οικογενειακού και αναπτυξιακού ιστορικού, ώστε να αναλυθούν τα κλινικά ευρήματα της μάρτυρος. Ως αναφέρεται, η παραπονούμενη κατά την αξιολόγηση, ήταν 10½ χρονών και είχε ολοκληρώσει τη φοίτηση της στη Ε' τάξη του Δημοτικού Σχολείου. Ήταν φροντισμένη και ντυμένη κατάλληλα για την εποχή και την περίσταση. Γνώριζε το λόγο των συναντήσεων τους και ήταν συνεργάσιμη, παρότι ντρεπόταν και παρουσίαζε δυσκολία και άγχος κατά την αφήγηση και κάποιες φορές αφηρημάδα και διακοπές στη σκέψη της. Διατηρούσε καλή βλεμματική επαφή και πρόσφορο με φυσιολογικές διακυμάνσεις συναίσθημα. Η χωροχρονική της αντίληψη ήταν φυσιολογική. Είχε καλή δομή στο λόγο της και ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τα συμβάντα της ζωής της, καθώς και τα συναισθήματα της. Βάσει της αξιολόγησης, το νοητικό της επίπεδο κυμαινόταν στο πλαίσιο του φυσιολογικού. Είχε καλή απόδοση στην άμεση και πρόσφατη μνήμη, ενώ παρατηρήθηκαν δυσκολίες στην ανάκληση της απώτερης μνήμης. Είχε καλό ρυθμό και ποιότητα ομιλίας, ανεμπόδιστη ροή και περιεχόμενο σκέψεων, απαλλαγμένο παραληρηματικών και άλλων παθολογικών ιδεών. Διατηρούσε καλή κριτική σκέψη και αντίληψη, χωρίς ψευδαισθητικά ή παραισθητικά ενοχλήματα και το συναίσθημα της ήταν σύντονο με τις περιγραφές της. Δεν παρουσίασε έκπτωση στη λειτουργικότητα της. Περιέγραψε με ευκολία τη δομή και την οργάνωση της οικογένειας της, σκιαγραφώντας την ως οικογένεια που χαρακτηριζόταν από συνοχή και κανόνες, με συγχωνευμένες σχέσεις χωρίς ξεκάθαρα όρια ωστόσο, κυρίως όσον αφορούσε τα εξωτερικά της όρια. Περιέγραψε τη σχέση με τη μητέρα της ως στενή, με αμοιβαία συναισθήματα αλληλοϋποστήριξης. Ανέφερε ότι συζητούν θέματα που την απασχολούν, διαφάνηκε, ωστόσο, η τάση της ανήλικης να αναλαμβάνει ρόλο ενήλικα στο σπίτι και ότι προσπαθούσε να αναλάβει μέρος του μητρικού ρόλου. Αναφέρθηκε στη σχέση με τον πατέρα με θετικά συναισθήματα, αλλά παρόλα αυτά τον περιέγραψε πιο απόμακρο και εσωστρεφή συναισθηματικά. Οι σχέσεις με τα αδέρφια της περιγράφηκαν επίσης ως στενές και λειτουργικές, παρόλο που μαζί με το μεγάλο της αδελφό, φάνηκε να αναλάμβαναν φροντιστικό ρόλο στη σχέση με τα δύο μικρότερα τους αδέρφια. Μίλησε, επίσης, με ευκολία για τις φίλες της και την ευρύτερη οικογένεια της και τη σχέση που διατηρεί μαζί τους. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε σημαντικά γεγονότα στη ζωή της, όπως π.χ ο θάνατος του παππού και ενός οικογενειακού φίλου και τους τρόπους διαχείρισης του πένθους της, όπως επίσης και για τα θέματα υγείας που αντιμετώπιζε ο αδελφός της. Διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για ανήλικη η οποία παρουσίαζε σειρά ικανοτήτων, που της έδιναν τη δυνατότητα να προσαρμοστεί επιτυχώς στο περιβάλλον, παρά τις δυσκολίες και τα εμπόδια που είχαν εμφανιστεί στην ίδια και την οικογένεια της σύμφωνα με το οικογενειακό ιστορικό. Όσον αφορά την καταγγελία που έγινε για σεξουαλική κακοποίηση από τον νονό της, η παραπονούμενη, κατά την αξιολόγηση, αναφέρθηκε σε σειρά περιστατικών. Εξήγησε ότι δεν αποκάλυψε εξαρχής στη μητέρα της τι συνέβη, αφού αρχικά δεν είχε καταλάβει αν αυτό που συνέβαινε ήταν φυσιολογικό ή όχι. Ανέφερε ότι ήταν μπερδεμένη και θυμόταν να έθετε έντονα ερωτήματα αμφισβήτησης προς τον εαυτό της. Την περίοδο της αποκάλυψης, η μητέρα της ήταν στο σπίτι λόγω των περιοριστικών μέτρων κατά του κορονοϊού, γεγονός που την διευκόλυνε να το αποκαλύψει, αφού, όπως είπε, έκανε και άλλες προσπάθειες προηγουμένως για αποκάλυψη χωρίς επιτυχία. Παράλληλα, την περίοδο εκείνη σκεφτόταν δύο συνομήλικα της κορίτσια, συγγενικά πρόσωπα του νονού της και ξεκίνησε να ανησυχεί μήπως ο νονός της κάνει τα ίδια πράγματα και σε εκείνα τα κορίτσια. Κατά την περιγραφή των γεγονότων, ανέφερε ως εναρκτήριο περιστατικό ένα βλέμμα του νονού το οποίο χαρακτήρισε «περίεργο» και το περιέγραψε ως διαφορετικό (διεισδυτικό). Στη συνέχεια αναφέρθηκε σε θωπείες από το νονό στο σώμα της και κυρίως στη γενετήσια περιοχή. Περιέγραψε περιστατικό όπου ο νονός της, την άγγιξε στα γεννητικά όργανα, κάτω από τα ρούχα όπως και σε περιστατικό στην τουαλέτα του σπιτιού της που την έβαλε να «γαργαλήσει» τα γεννητικά του όργανα. Με έκδηλα συναισθήματα ντροπής και άγχους αναφέρθηκε ακόμα σε περιστατικό όπου όταν πήγε στο δωμάτιο της για να δοκιμάσει μαγιό που της είχαν φέρει δώρο ο νονός και η νονά της, ο νονός της πήγε στο δωμάτιο της και της είπε να βγάλει την μπλούζα της για να την βοηθήσει να το δοκιμάσει. Όρισε χρονικά τα περιστατικά την περίοδο 2018 - 2019 (φοιτούσε στην Δ' και Ε' τάξη του Δημοτικού). Σύμφωνα με τις αφηγήσεις της, τις πρώτες φορές που της ζήτησε ο νονός της να καθίσει στα πόδια του ένιωθε περίεργα και είχε την αίσθηση ότι τα πόδια της ήταν βαριά, χωρίς να μπορεί να αναγνωρίσει από που προέκυπτε η αίσθηση της αυτή. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο συνέβαιναν τα περιστατικά αρχικά ήταν το παιχνίδι, αφού περιέγραψε τον νονό της να την γαργαλά και να παίζουν μαζί, με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται τις συγκεκριμένες συμπεριφορές ως φυσιολογικές. Ως εξηγεί, περαιτέρω, η ΜΚ6, πως φαίνεται από τις περιγραφές της ανήλικης για την ψυχική της κατάσταση όταν συνέβαιναν τα περιστατικά, αυτές παραπέμπουν σε συναισθηματικό «μούδιασμα», στοιχείο το οποίο συνηγορεί σε μια προσπάθεια της να μην επιτρέψει στα συναισθήματα της να παρέμβουν, σαν μια ασυνείδητη προσπάθεια να διατηρήσει την αίσθηση του ψυχικού ελέγχου παράλληλα με τη διατήρηση της λειτουργικότητας και της ψυχικής της συνοχής με σκοπό την αποφυγή ψυχικής κατάρρευσης. Στη συνέχεια όπως περιέγραψε, όταν η αναφερόμενη κακοποίηση κλιμακώθηκε ανέπτυξε διάφορες στρατηγικές για να προστατεύσει τον εαυτό της, όπως το να φεύγει και να πηγαίνει στο σπίτι του παππού, όταν ο νονός της την πλησίαζε ή να φορά ένα ολόσωμο κορμάκι το οποίο είχε διαπιστώσει ότι όταν το φορούσε, ο νονός της δεν την άγγιζε. Επίσης, συχνά και επίμονα, ζητούσε από τον πατέρα της να την παίρνει μαζί του όταν πήγαιναν στην προπόνηση του αδελφού της για να μην μένει μόνη της στο σπίτι με τον νονό της. Η ΜΚ6 καταλήγει ότι, από την αξιολόγηση, διαπιστώθηκε μερική συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (309.81) σύμφωνα με τα κριτήρια του Διαγνωστικού Εγχειριδίου DSM-V. Συγκεκριμένα η ανήλικη έκανε προσπάθειες να αποφύγει ενοχλητικές μνήμες, σκέψεις ή συναισθήματα που σχετίζονταν με τα αναφερόμενα τραυματικά γεγονότα. Παρουσίασε, επίσης, επίμονα αρνητική συγκινησιακή κατάσταση (ντροπή, ενοχή, θυμό, φόβο) και αίσθημα απομάκρυνσης ή αποξένωσης από τους άλλους. Παρόλα αυτά δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια διάγνωσης οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής. Η ανήλικη φάνηκε να παρουσιάζει ψυχική ανθεκτικότητα στα γεγονότα που ανέφερε ότι βίωσε, ωστόσο η ψυχική της ισορροπία, στην παρούσα φάση, είναι ευάλωτη και εύκολα μπορεί να ανατραπεί σε περίπτωση που δεν λάβει στήριξη. Ως η ΜΚ6 συμπεραίνει, με γνώμονα τα ευρήματα της κλινικής αξιολόγησης, η παραπονούμενη εκτιμήθηκε ως παιδί υψηλού κινδύνου για ανάπτυξη ψυχικής διαταραχής, χωρίς να πληρούνται ωστόσο τα απαραίτητα κριτήρια διάγνωσης οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής στην παρούσα φάση. Ενδέχεται η ψυχική ανθεκτικότητα και οι μηχανισμοί άμυνας που η ανήλικη χρησιμοποίησε στην αντιμετώπιση των γεγονότων μαζί με την άμεση και υποστηρικτική διαχείριση αλλά και παρέμβαση που έλαβε μετά την αποκάλυψη, να συνέβαλαν στη διατήρηση της λειτουργικότητας της. Γίνεται δε, εισήγηση για ατομική στήριξη και θεραπεία της ανήλικης και παράλληλα συμβουλευτική και στήριξη στους γονείς με σκοπό την καθοδήγηση τους για υποστήριξη της ανήλικης. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η ΜΚ6 εξήγησε ότι η υποβολιμότητα δεν αφορά τα χαρακτηριστικά των σχέσεων μεταξύ προσώπων, αλλά αφορά περισσότερο τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας ενός ατόμου. Η παραπονούμενη δεν διαπιστώθηκε να είναι ένα παιδί υποβόλιμο, αντιθέτως διαπιστώθηκε να είναι ένα παιδί με ποιοτικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Εξήγησε επίσης ότι όταν ένα παιδί αφηγείται τέτοιου είδους περιστατικά, είναι αναμενόμενο και φυσιολογικό να έχει συναισθηματικές αντιδράσεις του τύπου ντροπής, άγχους, δυσκολίας στην αφήγηση, θυμού και ενοχής. Περαιτέρω, η μάρτυρας εξήγησε ότι τα παιδιά μπορούν να ανακαλέσουν με περισσότερη ακρίβεια γεγονότα επαναλαμβανόμενα παρά ένα μεμονωμένο συμβάν, όμως, όταν το συμβάν είναι επαναλαμβανόμενο, δυσκολεύονται στις λεπτομέρειες της αφήγησης και δυσκολεύονται να διαχωρίσουν πότε έγινε. Είναι, δηλαδή, δύσκολη η χρονική τοποθέτηση γεγονότων, και γενικότερα, η ανάκληση περιφερικών λεπτομερειών. Όταν δε, ένα παιδί αποκαλύπτει μια σεξουαλική παραβίαση, το κάνει με πάρα πολλή δυσκολία και περισσότερο για να απαλλαχθεί από τα δεινά αυτής της κατάστασης. Η ΜΚ6 εξήγησε περαιτέρω τις θέσεις της κατά την αντεξέτασή της, απαντώντας στα ερωτήματα της συνηγόρου για την Υπεράσπιση. Κατόπιν του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και, αφού ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από το Δικαστήριο για τα δικαιώματα του με βάση τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ήταν ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης. Καταθέτοντας ενόρκως, ως μάρτυρας υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος αναγνώρισε και υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση, Τεκμήριο
  12. Από αυτήν προκύπτουν οι θέσεις του κατηγορουμένου αναφορικά με τις στενές φιλικές σχέσεις με την οικογένεια της παραπονούμενης, την οποία βάφτισε η σύζυγος του. Μέχρι τη σύλληψη του θεωρούσε ότι ήταν αδελφικοί φίλοι. Περιέγραψε επίσης το τι γινόταν όταν τα δύο του παιδιά πήγαιναν για μάθημα αγγλικών στην ΜΚ2 με αυτόν να μένει για να περάσει η ώρα των μαθημάτων, στο σπίτι των κουμπάρων του, μετά από δική τους παρότρυνση. Δεν ήταν σε θέση να πει αν έμεινε κάποια φορά μόνος με την παραπονούμενη και το γιο του και θυμόταν όντως να παίρνει την παραπονούμενη στα πόδια του, όπως έπραττε και με τα δικά του παιδιά. Έπαιζαν διάφορα παιχνίδια αλλά σε καμία περίπτωση δεν έπραξε αυτά που του αποδίδονται. Ήταν πραγματικά έκπληκτος από τις καταγγελίες γιατί τα παιδιά των κουμπάρων του τα είχε όπως τα παιδιά του, οι σχέσεις τους ήταν τόσο στενές χωρίς να έχουν οποιαδήποτε διαφορά ή παρεξήγηση και, εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε θα έκανε κάτι τέτοιο σε παιδί. Δεν μπορεί να καταλάβει και να προσδιορίσει για ποιο λόγο έγινε αυτή η καταγγελία εναντίον του και ουδέποτε ανέμενε να λεχθεί κάτι τέτοιο για αυτόν αφού δεν έδωσε καμία αφορμή. Κατά το προφορικό μέρος της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος επανέλαβε την αμφισβήτησή του για το βάσιμο των αποδιδόμενων σε αυτόν περιστατικών, διερωτώμενος πως, αν αυτά συνέβαιναν, δεν θα ήταν αντιληπτά από τον γιο του ή δεν θα οδηγούσαν την ΜΚ5 να αντιδράσει. Έχοντας σκιαγραφήσει την προσκομισθείσα και από τις δύο πλευρές μαρτυρία, σημειώνουμε ότι έχουμε, με μεγάλη προσοχή, μελετήσει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Με μεγάλη προσοχή, έχουμε επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων. Δεν θεωρούμε ότι θα εξυπηρετούσε, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, η επανάληψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων. Άλλωστε, τα θέματα αυτά είναι που απασχολούν το Δικαστήριο στο τι ακολουθεί, ενώ δεδομένη παραμένει πάντοτε η νομολογιακή αρχή ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η αξιολόγηση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο, αφού μορφώσει άποψη για την ποιότητα της και την αξιοπιστία των μαρτύρων, θα διαμορφώσει τη θέση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να κινηθεί ασκώντας τη λειτουργία του στο στάδιο αυτό. Η αξιολόγηση, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας και επίσης με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2017, ημερομηνίας 20.12.2018, Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489). Παράλληλα, η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1, θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην πιο πάνω υπόθεση Ομήρου, γίνεται, επίσης, επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται, ταυτόχρονα, η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. Τυχόν αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί. Να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία καθιστώντας την αποδοχή της επικίνδυνη. Με αυτή την αναφορά, στην υπόθεση Ομήρου, δόθηκε ξεκάθαρα το στίγμα και η σημασία των παρουσιαζομένων σε μια υπόθεση αντιφάσεων. Δεν πρέπει, παράλληλα να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η αντίληψη κάθε ανθρώπου δεν είναι η ίδια, ούτε η μνήμη του βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με άλλους (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 314). Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε, επίσης, την ευκαιρία, ως ανωτέρω αναφέρεται, να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και Τεκμηρίων. Ως προς τα γεγονότα τα οποία έχουν γίνει παραδεχτά, αναπόφευκτα καθίστανται μέρος των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Ξεκινώντας το έργο της αξιολόγησης από τους ΜΚ1 και ΜΚ4, έχουμε, για αμφότερους, σχηματίσει πολύ καλή εντύπωση. Προσήλθαν στο δικαστήριο για να αναφερθούν στις ενέργειες τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και έπραξαν τούτο με σαφήνεια, χωρίς να προσπαθήσουν να παραθέσουν γεγονότα τα οποία δεν ήταν στη γνώση τους. Σαφώς, η μαρτυρία τους περιορίζεται σ' αυτό τους το έργο και σε κανένα της σημείο δεν έχει κλονισθεί συνεπεία της αντεξέτασης. Προκύπτει, από τα λεγόμενα τους, η ορθή τήρηση της διαδικασίας λήψης των οπτικογραφημένων καταθέσεων από την παραπονούμενη και η συμπλήρωση του ανακριτικού έργου με τη λήψη των υπολοίπων καταθέσεων και μαρτυριών ως προέκυπταν κατά την εξέλιξη των ανακρίσεων. Αμφότερους τους ΜΚ1 και ΜΚ4, τους αξιολογούμε ως αξιόπιστους, αποδεχόμενοι τα λεγόμενα τους. Οι ΜΚ2, μητέρα της ΜΚ5/παραπονούμενης και ΜΚ3, πατέρας της, είναι αμφότεροι πρόσωπα τα οποία περιέγραψαν τις στενές σχέσεις μεταξύ της οικογένειας τους και της οικογένειας του κατηγορουμένου, την εμπιστοσύνη που έτρεφαν προς τον κατηγορούμενο και τα όσα αποκάλυψε η παραπονούμενη θυγατέρα τους, κατά κύριο λόγο στην ΜΚ2 και ευρύτερα στον ΜΚ
  1. Με δεδομένη την όλη σειρά γεγονότων, ως τίθεται με βάση την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, αμφότεροι οι μάρτυρες παρουσίασαν μία συνοχή στα λεγόμενά τους, περιοριζόμενοι σ' αυτά που οι ίδιοι γνώριζαν και βίωσαν. Είναι δε, με σαφήνεια και σταθερότητα που έθεσαν τους ισχυρισμούς τους, χωρίς η μαρτυρία τους να έχει τρωθεί με οποιονδήποτε ουσιώδη τρόπο από την αντεξέταση. Από την όλη αντίδραση τους στα διάφορα ερωτήματα που τους τίθεντο και τη ζωντανή τους παρουσία, αναδεικνύεται μια αυθεντικότητα στην παράθεση των λεγομένων τους. Δεν μας διαφεύγει ότι η αναφορά της ΜΚ2 ως προς την περιγραφή από την ΜΚ5 των περιστατικών, δεν ταυτίζεται πλήρως με την από μέρους της ΜΚ5 τοποθέτηση. Αναφορικά με το σημείο αυτό, ανάλυση γίνεται κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της ΜΚ
  2. Κρίνουμε ότι προβάλλει περισσότερο γνησιότητα της ΜΚ2 παρά οτιδήποτε άλλο, αφού παρέθεσε επακριβώς αυτό που της αναφέρθηκε. Έχοντας αποκομίσει θετική εντύπωση τόσο για την ΜΚ2 όσο και τον ΜΚ3, κρίνουμε αυτούς ως αξιόπιστους και αποδεχόμαστε τα λεγόμενά τους. Εξαιρετική εντύπωση μας προκάλεσε η ΜΚ6, κλινική ψυχολόγος, η οποία αξιολόγησε την κατάσταση της ΜΚ
  3. Τόσο στη βάση του ότι η εμπειρογνωμοσύνη της δεν αμφισβητήθηκε, όσο και στη βάση των προσόντων και εμπειρίας της, ως αποτυπώνονται στο βιογραφικό της σημείωμα (Τεκμήριο 22), αποδεχόμαστε την ΜΚ6 ως εμπειρογνώμονα επί των θεμάτων για τα οποία κατέθεσε. Η ΜΚ6 με άνεση, σαφήνεια, σταθερότητα και λεπτομέρεια εξήγησε τον τρόπο που ενήργησε και πως κατέληξε στα όσα περιγράφει στην έκθεση της (Τεκμήριο 23) και τα όσα περαιτέρω περιέγραψε και εξήγησε στο Δικαστήριο. Δεν θωρούμε ότι τα λεγόμενά της, ως προς αναφορές γεγονότων, τίθενται εν αμφιβόλω αφού συνάδουν με τα λεγόμενα από την ΜΚ5/παραπονούμενη. Δεν παραβλέπουμε ότι η ΜΚ6 δεν αναφέρθηκε σε περιγραφή από τη ΜΚ5 του περιστατικού που κατ' ισχυρισμόν ο κατηγορούμενος της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της, ενώ έκανε ιδιαίτερη αναφορά στο περιστατικό δοκιμής μαγιό. Εξήγησε, όμως η ΜΚ6 τον τρόπο που παιδιά αποκαλύπτουν τέτοια περιστατικά, ώστε να απαλλαγούν από το βάρος του τι βιώνουν και τι είναι σε θέση να ανακαλούν με λεπτομέρεια, με τρόπο ώστε να εξηγείται επαρκώς το δικαιολογημένο μη ύπαρξης πλήρους ταύτισης στα λεγόμενα και περιγραφές. Το συγκεκριμένο σημείο αφορά όλους τους μάρτυρες. Επομένως, δεν θεωρούμε ότι η μαρτυρία είτε της ΜΚ5, είτε της ΜΚ2 ή και της ΜΚ6 πλήττεται με οποιονδήποτε τρόπο σε σχέση με τις εν λόγω σχετικές περιγραφές της ΜΚ5 προς διάφορα πρόσωπα. Η ΜΚ6 εξήγησε με λεπτομέρεια τόσο τα όσα εισέπραξε από τα λεγόμενα της ΜΚ5, όσο και τα ευρήματα της, παρέχοντας στο Δικαστήριο τα απαραίτητα στοιχεία ώστε αυτό να παραμένει κριτής των γεγονότων και, στη βάση των εφοδίων που του δόθηκαν μέσω της επιστημονικής μαρτυρίας της μάρτυρος, να μπορεί να διαμορφώσει άποψη για τα ουσιώδη επίδικα θέματα. Διατηρώντας το ρόλο της αξιολογητού της ψυχολογικής κατάστασης της ΜΚ5 και χωρίς να παρεμβαίνει στο ρόλο του Δικαστηρίου, η ΜΚ6 ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο. Ως αξιόπιστη την αξιολογούμε, αποδεχόμενοι την έκθεσή της στην ολότητά της καθώς επίσης τα λεγόμενα της. Η παρούσα υπόθεση αφορά κατ' ισχυρισμόν αδικήματα που έλαβαν χώραν τα έτη 2019 και
  4. Πηγή για τα γεγονότα της υπόθεσης, ως τίθενται από την Κατηγορούσα Αρχή, παραμένει η ανήλικη Μ.Κ.5, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, βίωσε τα γεγονότα που την αφορούν όταν ήταν σε ηλικία 10 - 11 ετών. Με βάση το άρθρο 21
(1)του Ν.91(Ι)/2014, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον εν λόγω νόμο, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Με βάση δε, τον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, άρθρο 9, ως τροποποιήθηκε, για την απόδειξη οποιουδήποτε αδικήματος δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας της ένορκης ή ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης με μόνη την ένορκη ή ανώμοτη μαρτυρία παιδιού. Το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση ΣΣ ν. Δημοκρατίας, V.V.M. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 147 και 148/2016, ημερομηνίας 20.11.2019, προβαίνει σε μια λεπτομερή ανάλυση του θέματος επισημαίνοντας ότι «.Το ζητούμενο είναι το Δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου». Στην Ποινική Έφεση 231/2018 Ε. Α. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 19.11.2019, λέχθηκαν τα εξής, επί του προκειμένου: «Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα...Αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος.» Εις δε την Ποινική Έφεση 148/19, Γ.Χ. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 25.2.2021, έχοντας υποδείξει την κατάργηση της πρόνοιας στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε ότι «.όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Κ.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 272/2017, ημερομηνίας 26.9.2019, «.το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται σε κατάλληλες περιπτώσεις ως το ίδιο κρίνει ορθό να προβεί σε τέτοια αυτοπροειδοποίηση ή να αναζητήσει ενίσχυση, ακριβώς λόγω του ελλοχεύοντος κινδύνου που περικλείει η μαρτυρία ανήλικου παιδιού, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως» ». Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, προχωρούμε με την αξιολόγηση της ΜΚ
  1. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, έχουμε αποκομίσει έντονα την εντύπωση ενός συγκροτημένου προσώπου, το οποίο με πλήρη συνοχή στα λεγόμενα της, υποστήριξε τις θέσεις της. Παρέμεινε εντός των πλαισίων των όσων η ίδια γνώριζε ως γεγονότα, παραθέτοντας αυτά με επαρκή ακρίβεια και σαφήνεια ως προς το τι ισχυριζόταν ότι έγινε και τι δεν έγινε. Όπως, για παράδειγμα, όταν εξήγησε τα αγγίγματα του κατηγορουμένου ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έπραξε κάτι περαιτέρω ή όταν αναφερόταν στο δικό της άγγιγμα στο γεννητικό όργανο του κατηγορουμένου, ήταν ξεκάθαρη ως προς το ότι απλά την έβαλε να το αγγίξει χωρίς οτιδήποτε περαιτέρω. Επίσης, όταν δεν είχε πρόβλημα να αναφερθεί σε περιστατικά που δεν έγινε οτιδήποτε, όπως όταν ο καλαδελφός της ήταν στην τουαλέτα και ο κατηγορούμενος απλά την ρωτούσε ερωτήσεις για το παιχνίδι που έπαιζαν χωρίς να γίνει κάτι άλλο. Η θεώρηση μας αυτή δεν επηρεάζεται ή ανατρέπεται από το γεγονός ότι ήταν εμφανής η ντροπαλότητα της μάρτυρος και η απουσία άνεσης στις αναφορές της για τα όσα αφορούσαν τις σεξουαλικές πράξεις. Είναι αξιοπρόσεκτη η δυσκολία της να αναφερθεί ή περιγράψει σημεία του σώματος ή όργανα του σώματος. Ξεκάθαρο όμως είναι ότι αυτό δεν οφείλεται σε έλλειψη αντίληψης της για το τι επρόκειτο. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη δυστοκία της να αναφερθεί στο δικό της γεννητικό όργανο, ενώ στο σημείωμα (Τεκμήριο 15), με το οποίο αποκάλυπτε τα γεγονότα στην μητέρα της, φαίνεται γνώση της περί τούτου, όταν αναφέρεται η φράση «.he did something he put his finger in near my v..a», παραπέμποντας προφανώς στη λέξη «vagina». Επί των ως άνω φυσικά, κατατοπιστικά είναι και τα όσα η ΜΚ6 ανέλυσε ως προς τον τρόπο που παιδιά αυτής της ηλικίας αντιμετωπίζουν την όλη διαδικασία αποκάλυψης και μετέπειτα αφήγησης των γεγονότων. Η ακρίβεια και σαφήνεια των αναφορών της ΜΚ5 επίσης φαίνεται να απαντούν και στις εισηγήσεις της Υπεράσπισης περί καταγγελίας συνεπεία υποβολιμότητας. Και αυτό λόγω του ότι φανερώνεται μια ξεκάθαρη αναφορά γεγονότων τόσο ως προς το τι αναφέρεται να έγινε και τι να μην έγινε. Διαπιστώνεται, τόσο από τη ζωντανή εικόνα της ΜΚ5 και τις ζωντανές της αντιδράσεις στα διάφορα ερωτήματα που της ετίθεντο, όσο και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της, μια εικόνα αυθεντικότητας στα λεγόμενα της, χωρίς υπερβολές και χωρίς προσπάθεια να εξηγήσει πράγματα τα οποία δεν γνώριζε. Συναφώς δεν μπορούσε, για παράδειγμα, να εξηγήσει γιατί ο κατηγορούμενος της ζήτησε να βγάλει τα ρούχα της, ενώ με ειλικρίνεια εξήγησε ότι το βιβλίο που της έδωσε η μητέρα της την βοήθησε να επιβεβαιώσει το μεμπτό των πράξεων και να μιλήσει. Αξιοπρόσεκτη είναι επίσης η επάρκεια της ΜΚ5 να διαχωρίσει τις περιπτώσεις αγγιγμάτων ως εκ λάθους, εξηγώντας προς τούτο ότι τα επαναλαμβανόμενα αγγίγματα φανερώνουν μη ύπαρξη λάθους, ενώ, περαιτέρω, εξήγησε τα περίεργα που συνέβαιναν ως προς το ότι δεν ήταν το τι λεγόταν αλλά ο τρόπος που λεγόταν. Επί τούτου, και πάλι γίνεται βοηθητική αναφορά στη μαρτυρία της ΜΚ6, όταν αναφέρθηκε στη διαίσθηση που η ΜΚ5 είχε για τα διεισδυτικά βλέμματα του κατηγορουμένου. Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι αναφορές της ΜΚ2 για την περιγραφή της ΜΚ5 προς αυτήν περιλαμβάνουν αναφορά ότι ο κατηγορούμενος έβαλε το δάκτυλο του μέσα στο γεννητικό όργανο και, στην περίπτωση που την έβαλε να αγγίξει το δικό του γεννητικό όργανο, την έβαλε επίσης να παίρνει το χέρι της μπροστά πίσω. Η ΜΚ5 δεν έχει θέσει τέτοιους ισχυρισμούς στη μαρτυρία της. Στο θέμα αυτό έχουμε αναφερθεί ανωτέρω εξηγώντας το δικαιολογημένο μη ύπαρξης πλήρους ταύτισης στα λεγόμενα και περιγραφές από τα διάφορα πρόσωπα. Επαναλαμβάνουμε επίσης ότι η ΜΚ6 εξήγησε τη δυσκολία ενός παιδιού τόσο να ανακαλέσει λεπτομέρειες αλλά και να αποκαλύψει το γεγονός κακοποίησης. Επί του προκειμένου, ακόμη και να μπορούσε με βεβαιότητα να λεχθεί ότι υπάρχει αντίφαση στα λεγόμενα της ΜΚ5 και ότι η ως άνω διαφοροποίηση στην περιγραφή δεν οφείλεται σε εσφαλμένη αναφορά της ΜΚ2, δεν θεωρούμε ότι προκύπτει θέμα που να κλονίζει τη μαρτυρία της ΜΚ
  2. Δεν εντοπίζουμε, ούτε σε αυτό το σημείο, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο στη μαρτυρία της ΜΚ5, διάθεση της να ψευσθεί. Αντιθέτως, η όλη της συμπεριφορά και περιεχόμενο της καταγγελίας της φανερώνουν γνήσια ανκαι επίπονη για αυτήν προσπάθεια να ικανοποιήσει το ζητούμενο που για αυτήν ήταν η αποκάλυψη αυτών που βίωνε. Ως προς δε το ότι η ΜΚ5 δεν αποκάλυψε τα γεγονότα αμέσως, βοηθητική είναι και η νομολογία. Όπως αναφέρεται στην Ποινική Έφεση 231/2018, Ε. Α. ν. Δημοκρατία (ανωτέρω), «.Έχει από πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν αναμένεται, ως εκ της τραυματικής τους εμπειρίας, να ενεργήσουν κατά τον «αναμενόμενο» τρόπο ώστε να υποβάλουν άμεσο παράπονο (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, Κλείτου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113, Λ.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 και Σ.Π. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/23, 25.6.2014). Μάλιστα θεωρείται πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί το ίδιο το Δικαστήριο, όταν εγείρεται από την υπεράσπιση θέμα κατασκευασμένου παραπόνου, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, να προβεί σε σχετικό σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (R v. MM [2007] EWCA Crim 1558, Doody [2008] EWCA Crim 2557, Miller, [2010] EWCA Crim 1578)». Εις δε την Σ.Π. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) υπεδείχθη η μη ύπαρξη στερεότυπων-προτύπων επί των ως άνω. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν της ως άνω δικαστικής εμπειρίας, παρέχεται εξήγηση τόσο από την ΜΚ6, όσο και από την ίδια την ΜΚ5, η οποία εξηγεί το πως βίωσε τα γεγονότα και τι την ώθησε να αποκαλύψει αυτά. Παρεμβάλλουμε στο σημείο αυτό τη θεώρησή μας ότι, σε ευρύτερο πλαίσιο, οι ενέργειες και τρόπος διαχείρισης της όλης κατάστασης από την ΜΚ5 τυγχάνουν επιστημονικής εξήγησης από τα λεγόμενα της ΜΚ6. Περιλαμβανομένου και του ότι η ΜΚ5 δεν διεγνώσθη με μετατραυματική διαταραχή λόγω ακριβώς της ψυχικής ανθεκτικότητας και των μηχανισμών άμυνας που αυτή χρησιμοποίησε στην αντιμετώπιση των γεγονότων μαζί με την άμεση και υποστηρικτική διαχείριση και παρέμβαση που έλαβε μετά την αποκάλυψη. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η μη άμεση καταγγελία από μέρους της ΜΚ5 μας είχε θέσει σε κατάσταση εξονυχιστικής μελέτης και εξέτασης της μαρτυρίας, συναισθανόμενοι το ενδεχόμενο να υφίστανται αλλότρια κίνητρα πίσω από τις αποκαλύψεις της. Είναι, περαιτέρω, εμφανές ότι δεν υφίσταται μαρτυρία που να μπορούσε να χαρακτηριστεί ενισχυτική, η οποία, δηλαδή, να τείνει να καταδείξει ουσιωδώς ότι, όχι μόνο διαπράχθηκε αδίκημα, αλλά και ότι εκείνος που το διέπραξε είναι ο κατηγορούμενος (βλ. Μeitanis v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 31). Όμως, έχοντας προειδοποιήσει καταλλήλως τους εαυτούς μας για τους ενδεχόμενους κινδύνους, η όλη εικόνα της ΜΚ5, το συγκροτημένο της σκέψης και περιγραφής της, η ποιότητα της μαρτυρίας της, η αυθεντικότητα και γνησιότητά της, μέσα στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε και από τις δύο πλευρές, δεν μας αφήνουν με οποιανδήποτε αμφιβολία για το αξιόπιστο της μαρτυρίας της και το ασφαλές να βασιστούμε στη μαρτυρία της, ακόμη και χωρίς ύπαρξη ενίσχυσης. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης των ΜΚ, λάβαμε υπόψη και το τι η Υπεράσπιση προέταξε ως μαρτυρία και εκδοχή. Ως αρχικό σχόλιο θέτουμε το ότι από την στάση της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, μπορεί να διαπιστωθεί η θέση ότι οι καταγγελίες της ΜΚ5 οφείλονται σε υποβολιμότητα η οποία πήγαζε και από την εν γένει στάση της μητέρας της στα θέματα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης. Αυτό φαίνεται να προώθησε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του όταν, πέραν της άρνησης του για τις αποδιδόμενες σε αυτόν πράξεις, δήλωνε πλήρη άγνοια για το τι μπορεί να ώθησε την ΜΚ5 να του αποδώσει αυτά που του απέδωσε, αφήνοντας και την αιχμή ότι μπορεί και να μην είναι η ίδια που σκαρφίστηκε τις καταγγελίες. Σαφώς, η Υπεράσπιση ουδόλως φέρει το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης της ή κινήτρου για ψευδή καταγγελία. Το βάρος απόδειξης παραμένει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Όμως, έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, την αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΚ και το ότι απαντώνται πλήρως τα όσα εγείρονται από την Υπεράσπιση, κρίνουμε ότι η άρνηση του κατηγορουμένου και έκπληξη και απορία του για τις προσαπτόμενες κατηγορίες παραμένουν στο επίπεδο φραστικής τοποθέτησης χωρίς ουσιαστικό πραγματικό έρεισμα και ως τέτοιες τις απορρίπτουμε. Συνακόλουθα της ως άνω λεπτομερούς αξιολόγησης καταλήγουμε ως περαιτέρω ουσιώδη συμπεράσματα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης ως εξής: Η ΜΚ5, γεννηθείσα την 21.2.2009, είναι θυγατέρα των ΜΚ2 και ΜΚ3, έχει ένα αδελφό μεγαλύτερης ηλικίας και δύο πιο μικρής. Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας είναι πολύ καλές. Πολύ καλές σχέσεις είχε η οικογένεια της παραπονούμενης και με την οικογένεια του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι νονός της παραπονούμενης, αφού λόγω της στενής φιλίας του ιδίου και της συζύγου του με τους ΜΚ2 και 3, η σύζυγος του βάφτισε την παραπονούμενη. Η ΜΚ2, μητέρα της παραπονούμενης, είναι δασκάλα αγγλικών και λειτουργούσε φροντιστήριο σε ξεχωριστό οικοδόμημα στο πίσω μέρος της αυλής της οικογενειακής οικίας. Στο εν λόγω φροντιστήριο φοιτούσαν και οι δύο γιοι του κατηγορουμένου, δύο φορές την εβδομάδα, με τον ίδιο να τους μεταφέρει και να παραμένει στο σπίτι της παραπονούμενης μέχρι να ολοκληρώσουν το μάθημα τους. Πρώτος έκανε μάθημα ο μικρότερος γιος οπόταν ο μεγαλύτερος παρέμενε με την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο στην κυρίως οικία ενώ ακολουθούσε το μάθημα του μεγαλύτερου αδερφού, με τον μικρότερο να επιστρέφει στην οικία. Κατά την μία μέρα μαθημάτων, ο ΜΚ3 μετέφερε τον ένα του γιο σε προπόνηση τένις και συνήθως είχε μαζί του και τους δύο μικρότερους του γιους. Κατά αυτόν τον χρόνο ο κατηγορούμενος, παρέμενε με την παραπονούμενη και τον ένα γιο του που δεν έκανε μάθημα στο σπίτι. Υπήρχαν φορές που έμεναν και άλλα από τα παιδιά στο σπίτι. Στο χρόνο αυτό, ο κατηγορούμενος απασχολούσε την παραπονούμενη και τον ένα του γιο, είτε με παιχνίδια είτε με παρακολούθηση τηλεόρασης. Από τον Σεπτέμβριο του έτους 2019, η παραπονούμενη άρχισε να αντιλαμβάνεται παράξενες ενέργειες από πλευράς του κατηγορουμένου με διάφορες αναφορές του και παρακλήσεις του για να καθίσει πάνω του, ως λεπτομερώς περιγράφονται από την ίδια στη μαρτυρία της. Κατά το χρόνο αυτό, σε μία περίπτωση ο κατηγορούμενος, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στη μαρτυρία της ΜΚ5, ζήτησε από αυτήν να βγάλει τα ρούχα της και αυτή, αρχικά έπραξε τούτο, όμως όταν παρέμεινε με τα εσώρουχα της, άλλαξε γνώμη και έφυγε. Με την πάροδο του χρόνου, ο κατηγορούμενος με την πρόφαση παιχνιδιών γαργαλητού, κάθισε την παραπονούμενη στα πόδια του και έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι και το εσώρουχο της και την άγγιξε περιμετρικά του γεννητικού της οργάνου με τον τρόπο που αναφέρεται στη μαρτυρία της ΜΚ5. Το ίδιο περιστατικό έλαβε χώραν σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις, δύο από τις οποίες εντός της περιόδου Σεπτεμβρίου 2019 - Δεκεμβρίου 2019 και τρεις εντός της περιόδου Δεκεμβρίου 2019 - Μαρτίου 2020. Τέτοια περιστατικά έτυχε να συμβούν στην παρουσία του γιου του κατηγορουμένου χωρίς να γίνουν αντιληπτά από αυτόν λόγω ενασχόλησης του με τηλεπαιχνίδι ή θέαση στην τηλεόραση. Σε άλλη περίπτωση από τις ως άνω, εντός της περιόδου Φεβρουαρίου 2020 και Μαρτίου 2020, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο μικρό χώρο της τουαλέτας όπου βρισκόταν η παραπονούμενη και, αφού με την τοποθέτηση του μπροστά από την πόρτα εμπόδιζε την διαφυγή της, την ανάγκασε να αγγίξει με το χέρι της το γεννητικό του όργανο, πιάνοντας το χέρι της και τοποθετώντας το επί του γυμνού του γεννητικού οργάνου. Υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στη μαρτυρία της ΜΚ5 και εξ αφορμής ενός βιβλίου που της έδωσε η μητέρα της σε σχέση με την εφηβεία και την προστασία του σώματος, η ΜΚ5 επιβεβαίωσε το μεμπτό των ενεργειών του κατηγορουμένου εις βάρος της και αποκάλυψε αυτές στην μητέρα της, αρχικά μέσω ενός σημειώματος που ετοίμασε (Τεκμήριο 15) και ακολούθως με παράθεση λεπτομερειών. Σύμφωνα με το άρθρο 6
(4)(α) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014: 6
(4)«Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν - (α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.» Η «θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Νόμου να περιλαμβάνει - (α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στο παρόντα Νόμο, ή (β) οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ του θύματος και του προσώπου αυτού, λόγω της θέσης του ή της ιδιότητας του περιλαμβανομένης της σχέσης του με τον κηδεμόνα του παιδιού.» Η «κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης» ερμηνεύεται, στο άρθρο 2 του Νόμου, να περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση. «Παιδί» σημαίνει, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοχτώ
(18)ετών, ενώ η «σεξουαλική πράξη» ερμηνεύεται να περιλαμβάνει πράξη η οποία εύλογα θεωρείται: «(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή (β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική.» Έχουν ανωτέρω καταγραφεί τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Καθίσταται προφανές ότι η σχέση της ΜΚ5 με τον κατηγορούμενο, ήταν τέτοια που σαφώς θέτει τον κατηγορούμενο σε θέση εμπιστοσύνης ή επιρροής. Ήταν ο νονός της, σύζυγος της νονάς της, την οποία υπεραγαπούσε, αδελφικός φίλος του πατέρα της και γενικά αδελφικές οικογένειες και ήταν ο άνθρωπος ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο παρέμενε στο σπίτι της παραπονούμενης για να την προσέχει μαζί με τα άλλα παιδιά όταν η μητέρα της έκανε μάθημα στον ένα εκ των καλαδελφών της και ο πατέρας της απουσίαζε από το σπίτι, μεταφέροντας τον αδελφό της σε προπόνηση. Τη θέση αυτή ο κατηγορούμενος σαφώς καταχράστηκε όταν ενήργησε με τον τρόπο που αναφέρεται στα γεγονότα, θέτοντας την παραπονούμενη, χωρίς άλλη επιλογή, από το να υποστεί τις συγκεκριμένες πράξεις και κατάχρηση. Οι δε πράξεις που διενήργησε ο κατηγορούμενος σαφώς αποτελούν σεξουαλικές πράξεις που τελέστηκαν σε παιδί ηλικίας τότε 10 - 11 ετών. Για δε τα όσα αφορούν την έβδομη κατηγορία, η παρεμπόδιση διαφυγής αλλά και η ως άνω κατάχρηση εμπιστοσύνης ή επιρροής σαφώς και ικανοποιούν το επιπρόσθετο στοιχείο του εξαναγκασμού, όπως προνοείται στο άρθρο 6
(4)(γ) του Nόμου. Στη βάση, συνεπώς, όλων των ως άνω, καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε όλες τις κατηγορίες που αυτός αντιμετωπίζει. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Γ. Πετάση ‑ Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.