Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γ. Χ., Αρ. Υπόθεσης: 23464/19, 27/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23464/19 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Γ. Χ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27/7/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κος Α. Τσαγγαρίδης Για τον Κατηγορούμενο: κος Κ. Πανάγος Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 5 Κατηγορίες από τις οποίες αρνήθηκε ενοχή στις Κατηγορίες 1 και 5. Στις Κατηγορίες 2, 3 και 4 ο Κατηγορούμενος καταχώρησε απάντηση παραδοχής. Η Κατηγορία 1, αφορά αμελή οδήγηση κατά παράβαση του Άρθρου 8 του περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Η Κατηγορία 5, αφορά προσπέρασμα οχήματος σε συμβολή δρόμων, κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(1)(ιε) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών ΚΔΠ 66/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της Κατηγορίας 1, στις 18/11/2018 ο Κατηγορούμενος, οδηγούσε στη συμβολή (στο εξής η Συμβολή) των Λεωφόρων Παλαιχωρίου (στο εξής Κύρια Οδός) με Πολύκαρπου Γιωρκάτζη (στο εξής η Πάροδος), στο Παλαιχώρι της Επαρχίας Λευκωσίας, τη μοτισικλέτα με αριθμούς εγγραφής [ ] (στο εξής η Μοτοσικλέτα), χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της Κατηγορίας 5, κατά τον ίδιο χρόνο που αναφέρεται στην Κατηγορία 1, προσπέρασε άλλο όχημα στη Συμβολή. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή, κάλεσε 4 μάρτυρες κατηγορίας, την Ξένια Αντωνίου (στο εξής η ΜΚ 1), τον Παναγιώτη Χαραλαμπίδη (στο εξής ο ΜΚ 2), τη Σοφία Χαραλαμπίδη (στο εξής η ΜΚ 3) και τον Αστυφύλακα Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου (στο εξής ο ΜΚ 4). ΜΚ1 Η ΜΚ 1 ήταν αυτόπτης μάρτυρας στο δυστύχημα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, την Κυριακή 18/11/2018, ενώ οδηγούσε το όχημά της στην Κύρια Οδό με κατεύθυνση προς Λευκωσία και βρισκόταν περίπου 50 με 60 μέτρα πριν την Συμβολή, πρόσεξε το αυτοκίνητο του ΜΚ 2 (στο εξής το Αυτοκίνητο), να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση (δηλαδή με κατεύθυνση προς Αγρό) με πολύ χαμηλή ταχύτητα και τους δύο του αριστερούς τροχούς να «πατούν» στο ασφάλτινο έρεισμα που βρισκόταν στο δρόμο. Παράλληλα, άκουσε δυνατό θόρυβο από εξάτμιση μοτοσικλέτας - την οποία όμως δεν μπορούσε να δει - η οποία υπέθεσε ότι ακολουθούσε τον ΜΚ
- Ακολούθως, το Αυτοκίνητο του ΜΚ 2, ανέπτυξε απότομα ταχύτητα και με απότομη κίνηση δεξιά προς την Πάροδο και εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή τη δεξιά. Κατά την προσπάθεια του ΜΚ 2 να στρίψει δεξιά προς την Πάροδο, η ΜΚ 1 άκουσε έναν δυνατό κρότο και αντιλήφθηκε ότι η Μοτοσικλέτα συγκρούστηκε με το Αυτοκίνητο. Η ΜΚ 1 δήλωσε βέβαιη ότι ο ΜΚ 2 δεν είχε θέσει σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης προτού επιχειρήσει στροφή. Κατά την αντεξέτασή της διευκρίνισε ότι, όταν είδε το Αυτοκίνητο του ΜΚ 2 να κινείται με τους δύο τροχούς του να βρίσκονται εντός του ασφάλτινου ερείσματος, λόγω και της χαμηλής ταχύτητας με την οποία ήλαυνε, της δόθηκε η εντύπωση ότι ήταν πιθανόν να επιχειρούσε να σταματήσει. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κανέναν από τους δύο εμπλεκόμενους οδηγούς. Διευκρίνισε όμως ότι μετά το δυστύχημα, από ενδιαφέρον είχε επισκεφτεί τον Κατηγορούμενο στο σπίτι του λίγο καιρό πριν να δώσει τη γραπτή της κατάθεση ημερομηνίας 23/02/
- ΜΚ 2 Ο ΜΚ 2, ήταν ο Παραπονούμενος στην υπόθεση, δηλαδή ο δεύτερος εμπλεκόμενος οδηγός στο δυστύχημα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, λίγο πριν το δυστύχημα, οδηγούσε στην Κύρια Οδό με ταχύτητα 40-50 ΧΑΩ. Πλησιάζοντας προς τη Συμβολή και έχοντας πρόθεση να κινηθεί δεξιά για να εισέλθει εντός της Παρόδου, ελάττωσε ταχύτητα, έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης, ήλεγξε το καθρεφτάκι του Αυτοκινήτου, βεβαιώθηκε ότι ούτε από πίσω, αλλά ούτε από απέναντί του ερχόταν οποιοδήποτε όχημα και έστριψε κανονικά. Ο ΜΚ 2 ανέφερε ότι, έστριψε δεξιά χωρίς να σταματήσει εντελώς στον δρόμο. Εισερχόμενος στην Πάροδο, άκουσε και ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα στην πίσω δεξιά πλευρά του Αυτοκινήτου. Όπως ανέφερε, λόγω του ότι στην αριστερή πλευρά της Παρόδου (ως η πορεία του) υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα, αναγκάστηκε να κινηθεί μερικώς εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (ως η πορεία του) της Παρόδου. Ο ΜΚ 2, συμφώνησε με το σχέδιο που ετοίμασε ο εξεταστής της υπόθεσης, το οποίο κατατέθηκε στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο
- Στο Δικαστήριο, όμως, ανέφερε ότι απουσιάζουν από αυτό τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα στην περιοχή κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, καθώς και κάποια δέντρα που βρίσκονταν στην αριστερή πλευρά (ως η πορεία του) της Κύριας Οδού. Απέδωσε την παράληψή του αυτή σε σύγχυση, υπό την οποίαν τελούσε τη δεδομένη στιγμή, συνεπεία της σύγκρουσης. Ως προς τον λόγο που δεν τα ανέφερε στην κατάθεσή του, η οποία λήφθηκε μια εβδομάδα μετά το δυστύχημα, ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν τόσο «απαιτητικός» γιατί αποκόμισε την εντύπωση ότι δεν θα αντιμετώπιζε ποινικές κατηγορίες αναφορικά με το δυστύχημα. Παραδέχθηκε πάντως ότι ουδέποτε ανέφερε στον ΜΚ 4 για ύπαρξη σταθμευμένων οχημάτων στη σκηνή κατά τον χρόνο του δυστυχήματος. ΜΚ 3 Η ΜΚ 3 είναι η σύζυγος του ΜΚ 2 και κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν συνοδηγός στο Αυτοκίνητο. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε σε σχέση με το δυστύχημα, ενώ ο ΜΚ2 οδηγούσε με ταχύτητα περίπου 50 ΧΑΩ στην Κύρια Οδό με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Αγρό, πλησιάζοντας προς τη Συμβολή, ελάττωσε ταχύτητα και έστριψε δεξιά προς την Πάροδο. Η ΜΚ 3, δεν θυμόταν αν ο σύζυγός της είχε θέσει σε λειτουργία τον δεξί ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης προτού στρίψει δεξιά. Καθώς επιχειρούσαν στροφή δεξιά προς την Πάροδο, άκουσε ένα δυνατό κτύπημα στο Αυτοκίνητο, το οποίο προς στιγμή πίστεψε ότι προήλθε από ελαστικό που έσκασε. Στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι ο θόρυβος προήλθε από τη σύγκρουση της Μοτοσικλέτας με το Αυτοκίνητο. Αφού εξήλθε από το Αυτοκίνητο, πρόσεξε και δήλωσε βέβαιη για τούτο, ότι ο δεξιός ηλεκτρικός σηματοδότης κατεύθυνσης του Αυτοκινήτου ήταν σε λειτουργία. Όπως ανέφερε, τόσο στην Κύρια Οδό όσο και στην Πάροδο, υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα που ανάγκασαν τον ΜΚ 1, να εισέλθει εντός της Παρόδου δεξιότερα, για να τα αποφύγει. Διευκρίνισε ότι, τα αυτοκίνητα που ήταν σταθμευμένα ήταν «το ένα πίσω του άλλου και όχι το ένα δίπλα στο άλλο». Ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση, ότι μετά τη σύγκρουση είχε μαζευτεί κόσμος στο σημείο του δυστυχήματος και οι ιδιοκτήτες των σταθμευμένων οχημάτων άρχισαν να τα απομακρύνουν από το σημείο, ενδεχομένως για να αποφύγουν τυχόν καταγγελία τους. ΜΚ 4 Ο ΜΚ 4, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έδωσε, κατά την άφιξή του στη σκηνή βρήκε τα δύο οχήματα στην τελική τους θέση. Πρόσεξε ότι, ο δεξιός ηλεκτρικός σηματοδότης κατεύθυνσης του Αυτοκινήτου αναβόσβηνε, όμως η μηχανή του δεν βρισκόταν σε λειτουργία. Ο Κατηγορούμενος, που είχε τραυματιστεί σοβαρά, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ 4, ετοίμασε στην παρουσία του ΜΚ 2 πρόχειρο σχέδιο σκηνής (Τεκμήριο 3). Με το Τεκμήριο 3, τόσο ο ΜΚ 2 όσο και ο Κατηγορούμενος, συμφώνησαν και το υπόγραψαν ως ορθό. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του, το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ήταν στεγνή, ο δρόμος στο σημείο είναι διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση και διαχωρίζεται με άσπρη συνεχόμενη γραμμή. Στο σημείο, όπου βρίσκεται η Συμβολή, οι λωρίδες κυκλοφορίας διαχωρίζονται με διακεκομμένη γραμμή. Η ορατότητα και για τους δύο οδηγούς ήταν περίπου 80 μέτρα. Όταν ο ΜΚ 4 μετέβη στο σημείο, δεν είχε εντοπίσει οποιαδήποτε οχήματα σταθμευμένα στη σκηνή. Διευκρίνισε ότι ενόσω αυτός βρισκόταν στο σημείο του δυστυχήματος και τα ενεχόμενα στο δυστύχημα οχήματα βρίσκονταν ακόμα στην τελική τους θέση, (δηλαδή μερικά μέτρα εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Παρόδου, ως η πορεία που ακολουθούσε ο ΜΚ. 2), η κυκλοφορία διεξήγετο κανονικά. Αυτό γιατί, λόγω του μεγάλου πλάτους της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Παρόδου, μπορούσαν να κινηθούν ταυτόχρονα, εντός αυτής, αυτοκίνητα και προς τις δύο κατευθύνσεις. Όπως ανέφερε αυτολεξεί: «τζιαι εννοώ στη μια λωρίδα, όι στη λωρίδα που είναι τα οχήματα μέσα, την άλλη λωρίδα εχρησιμοποιούσαν την, εφόρεν οχήματα να κινούνται τζιαι προς τις δύο κατευθύνσεις». Κατηγορούμενος Αφού ο Κατηγορούμενος βρέθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος και του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως. Ανέφερε ότι πριν το δυστύχημα, ακολουθούσε τον ΜΚ 1 περίπου για 5 λεπτά. Είχε κατεύθυνση προς Αγρό και η ταχύτητά του ήταν περίπου 60 ΧΑΩ. Λίγο πριν τη Συμβολή, και ενώ ακολουθούσε το Αυτοκίνητο του ΜΚ 2 τηρώντας απόσταση 70 με 100 μέτρα από αυτόν, το Αυτοκίνητο του ΜΚ 2 άρχισε να κινείται αριστερά (σύμφωνα με την πορεία τους) χωρίς οποιοδήποτε σήμα, ελαττώνοντας ταυτόχρονα ταχύτητα. Κινήθηκε για λίγα μέτρα με το μισό Αυτοκίνητο να βρίσκεται και να κινείται στο αριστερό ασφάλτινο έρεισμα της Κύριας Οδού, χωρίς όμως να είχε σταματήσει εντελώς. Ο Κατηγορούμενος, αφού πρώτα ήλεγξε και βεβαιώθηκε ότι δεν ερχόταν κάποιο άλλο αυτοκίνητο από την απέναντι πλευρά, εισήλθε εντός της δεξιάς λωρίδας για να προσπεράσει. Ακολούθως, ο ΜΚ 2 χωρίς να προβεί σε οποιοδήποτε σήμα ή να θέσει σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης, έστριψε δεξιά προς την Πάροδο. Στην προσπάθειά του να τον αποφύγει, προσπάθησε να κινηθεί προς τα δεξιά, αλλά ταυτόχρονα και ο ΜΚ 2 συνέχισε την πορεία του προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση της Μοτοσικλέτας στο δεξιό πλαϊνό μέρος του Αυτοκινήτου. Ήταν με την εντύπωση ότι, λόγω του θορύβου που προκαλούσε ο κινητήρας της Μοτοσικλέτας, ο ΜΚ 2 είχε αντιληφθεί την παρουσία του στον δρόμο. Ο Κατηγορούμενος θεώρησε ότι με τον τρόπο που κινήθηκε ο ΜΚ 2, είχε πρόθεση να του παραχωρήσει την ευκαιρία να τον προσπεράσει ή να σταθμεύσει. Σε κάθε περίπτωση, ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο ΜΚ 2 θα προχωρούσε με στροφή δεξιά προς την Πάροδο. Προτού επιχειρήσει προσπέρασμα, ο Κατηγορούμενος αρχικά ελάττωσε ταχύτητα, και αφού πίστεψε ότι ο ΜΚ 2 είχε πρόθεση να σταματήσει ή να τον αφήσει να προσπεράσει, ανέπτυξε ταχύτητα για να τον προσπεράσει. Ήταν θέση του Κατηγορούμενου (η οποία ήταν αναντίλεκτη), ότι δεν υπήρχε σήμανση που να προειδοποιεί για την ύπαρξη της Συμβολής. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.) Η ΜΚ 1 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με τρόπο σαφή, άμεσο, ανεπιτήδευτο και φυσικό. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε κάποιον από τους εμπλεκόμενους οδηγούς, όμως δεν απέκρυψε ότι, από ενδιαφέρον, είχε επισκεφτεί τον Κατηγορούμενο μετά το δυστύχημα. Η μάρτυρας δεν μου έχει αφήσει αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε είναι ορθά και αληθή. Οι ΜΚ 2 και ΜΚ3 δεν μου έχουν αφήσει καλή εντύπωση. Και οι δύο ανέφεραν ότι ο λόγος που ο ΜΚ 2 εισήλθε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Παρόδου (δηλαδή στη λωρίδα που προορίζεται για τα εξ αντιθέτου κινούμενα οχήματα), οφειλόταν στο γεγονός ότι στο σημείο υπήρχαν αυτοκίνητα σταθμευμένα που εμπόδιζαν τον ΜΚ 2 να κινηθεί εντός της αριστερής λωρίδας. Εντούτοις, όπως φαίνεται από το σχέδιο σκηνής - με το οποίο όταν τους υποδείχτηκε από τον ΜΚ 4 συμφώνησαν και το υπόγραψαν ως ορθό - το πλάτος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας στην αρχή της Παρόδου είναι 15,70 μέτρα και στο τελικό σημείο όπου βρέθηκαν τα ενεχόμενα οχήματα 14,10 μέτρα. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ 3, τα σταθμευμένα οχήματα βρίσκονταν «το ένα, πίσω του άλλου και όχι, το ένα, δίπλα στο άλλο». Σύμφωνα με το σχέδιο σκηνής, το μήκος και των δύο λωρίδων της Κύριας Οδού κυμαίνεται από 6,60 μέτρα (στο στενότερο σημείο) μέχρι 6,70 μέτρα (στο πιο πλατύ) και σε αυτό το πλάτος μπορούν να κινούνται αυτοκίνητα και στις δύο κατευθύνσεις. Είναι σαφές ότι ο ισχυρισμός τους επί του συγκεκριμένου θέματος δεν μπορεί να σταθεί στη βάσανο της λογικής, αφού και να υπήρχαν αυτοκίνητα σταθμευμένα στο σημείο, το πλάτος της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας είναι τόσο (υπερβολικά) μεγάλο, ώστε να χωρούσε με άνεση το Αυτοκίνητο να εισέλθει στην Πάροδο, χωρίς να χρειαστεί να κινηθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Προσέτι, δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε πειστική εξήγηση ως προς το γιατί δεν είχαν αναφέρει στον ΜΚ 4 για την ύπαρξη σταθμευμένων αυτοκινήτων που - όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία τους - οι ίδιοι θεωρούσαν ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην έκβαση των γεγονότων της υπόθεσης. Ο ΜΚ4 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση με τη μαρτυρία του αφού απαντούσε με τρόπο φυσικό, άμεσο και σαφή. Ο ΜΚ4 δεν ήταν παρών κατά τη στιγμή του δυστυχήματος γι' αυτό η μαρτυρία του περιορίστηκε στα ευρήματά του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεών του στη σκηνή, με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι εμπειρογνώμονας. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ 4 σε σχέση με τις παρατηρήσεις του στη σκηνή και το πρόχειρο και συμμετρικό σχέδιο που ετοίμασε (Τεκμήρια 3 και 4). Αποδέχομαι επίσης τις παρατηρήσεις του στη σκηνή οι οποίες καταγράφονται με λεπτομέρεια ανωτέρω. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Τη μαρτυρία του χαρακτήριζε φυσικότητα και αμεσότητα, ενώ οι θέσεις του δεν κατέστη δυνατόν να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία που έδωσε στο Δικαστήριο ως αληθή και ορθή. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Κατηγορία 1 Σύμφωνα με το Άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (86/1972) (ως ίσχυε κατά την 3/3/2018): «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού μη καταβάλλων την προσήκουσαν επιμέλειαν και προσοχήν ή μη επιδεικνύων εύλογον μέριμναν δι' έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1 είναι σχετικό με το τι συνιστά αμέλεια: «Η αμέλεια σύγκειται στην παράλειψη εκπληρώσεως του καθήκοντος μέριμνας και φροντίδας για την ασφάλεια άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το καθήκο φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού· τον γείτονα, όπως επιγραμματικα αναφέρεται στην απόφαση του Λόρδου Atkin στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson [1932] A.C. 562. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκο προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια.» Διαφωτιστική είναι επίσης και η πρόσφατη απόφαση Χαραλάμπους ν. Mc Gill, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2015, 18/12/2019 όπου αναφέρθηκε ότι: «Υπό το φως των αλώβητων ευρημάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι φανερό ότι ο εφεσείων είχε πλήρη ευθύνη έχοντας υπόψη την διαχρονική και σαφή νομολογία ότι ένας οδηγός οφείλει να επιδεικνύει την ανάλογη επιμέλεια κινούμενος με το όχημα του, έχει δε καθήκον φροντίδας για τους υπόλοιπους που χρησιμοποιούν επίσης τον δρόμο, περιλαμβανομένων και πεζών. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο και ό,τι διαφέρει είναι ως προς το βάρος απόδειξης, (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα το καθήκον φροντίδας και μέριμνας οφείλεται και επιδεικνύεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις ενός οδηγού. Το κριτήριο για την διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, με μέτρο το μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό και η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράληψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378). Αναφέρθησαν και από τις δυο πλευρές διάφορες αποφάσεις ως προς την κατανομή της ευθύνης και την κατ΄ ισχυρισμόν επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας από την πλευρά της εφεσίβλητης. Δεν χρειάζεται όμως αναφορά σε αυτές δεδομένου ότι όπως έχει υποδειχθεί και στη Γεώργιου Μάρκου ν. Παναγιώτη Μιχαήλ ECLI:CY:AD:2018:A310, Πολιτική Έφεση αρ. 246/12 ημερ. 27.6.2018, η αμέλεια ως νομική έννοια εξαντλείται στην πράξη στην εξέταση των πραγματικών γεγονότων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Ούτε είναι μετρήσιμη με απολύτους μαθηματικούς υπολογισμούς, παραμένουσα ζήτημα εκτίμησης και υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος στις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές. Ο οδηγός έχοντας υπόψη το αντικειμενικό επίπεδο επιμέλειας έχει την υποχρέωση να συμπεριφέρεται κατά τον έλεγχο του οχήματος του όπως αναμένεται από ένα μέσο συνετό οδηγό (Κωνσταντίνου ν. Κατσιάρδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1178). Από την άλλη, οι άλλοι χρήστες του δρόμου, είτε οδηγοί, είτε πεζοί, υπέχουν συντρέχουσα αμέλεια εάν δεν λαμβάνουν μέτρα αυτοπροστασίας. Η συντρέχουσα αμέλεια δεν εδράζεται σε καθήκον επιμέλειας που φέρει ο ενάγων απέναντι στον εναγόμενο, αλλά σε καθήκον αυτοπροστασίας, (Γεωργική Εταιρεία Πλατώνια Λτδ ν. Mohammad Al Sharif
(2012)1 Α.Α.Δ. 28). Παράλληλα με τα πιο πάνω, τονίζεται ότι σύμφωνα με την Λουκά v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 187/2018, ημερ. 18/9/2019 ECLI:CY:AD:2019:B375, σε ποινική υπόθεση, έστω και μικρού βαθμού αμέλεια είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη. Κατηγορία 5 Η Κατηγορία 5 στηρίζεται στον Κανονισμό 58
(1)(ιε) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984. Κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος δεν υπήρχε τέτοιος Κανονισμός. Ο Κανονισμός 58
(1)(ιε) της ΚΔΠ 86/72 καταργήθηκε με την ΚΔΠ 189/08 και πλέον το συγκεκριμένο αδίκημα αναφέρεται στον Κανονισμό 58
(4)(α) της ΚΔΠ 66/1984 ο οποίος αναφέρει ότι: «58
(4)«Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει - (α) Να μην προσπερνά ούτε να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση σε κάθε σημείο που υπάρχει στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή, σχετικό απαγορευτικό σήμα τροχαίας, σε στροφή με ορατότητα μικρότερη των εκατό μέτρων, σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων ή ορίων κοινότητας, όταν προσεγγίζει κυρτή γέφυρα, διάβαση πεζών ή κορυφή ανάβασης ή όταν προσεγγίζει όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε παρέχει δικαίωμα προτεραιότητας σε αυτό.» Ευρήματα Στις 18/11/2018, λίγο πριν το δυστύχημα, ο ΜΚ 2 οδηγούσε το Αυτοκίνητο στην Κύρια Οδό, με κατεύθυνση από Λευκωσία προς Αγρό και ο Κατηγορούμενος τον ακολουθούσε με τη Μοτοσικλέτα. Πλησιάζοντας προς τη Συμβολή, ο ΜΚ 2 - για λόγους που δεν έχουν διευκρινιστεί - ελάττωσε ταχύτητα και οδήγησε αριστερά με μέρος του Αυτοκινήτου να κινείται εντός του ασφάλτινου ερείσματος. Ακολούθως, χωρίς να θέσει προηγουμένως σε λειτουργία τον δεξιό ηλεκτρικό σηματοδότη κατεύθυνσης, με απότομο ελιγμό έστριψε δεξιά προς την Πάροδο. Ο ΜΚ 2, εισήλθε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας της Παρόδου (ως η πορεία του), δηλαδή τη λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία κινούνταν τα εξ' αντιθέτου διερχόμενα οχήματα. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ακολουθούσε τον ΜΚ 2, πίστεψε ότι πρόθεση του ΜΚ 2 ήταν είτε να σταματήσει στα αριστερά της Κύριας Οδού ή να του παραχωρήσει την ευκαιρία να προσπεράσει. Έτσι, ανέπτυξε ταχύτητα και εισήλθε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Κύριας Οδού για να προσπεράσει. Όταν ο ΜΚ 2 με απότομο ελιγμό έστριψε δεξιά προς την Πάροδο, ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να τον αποφύγει κινούμενος προς τα δεξιά, αλλά λόγω του ότι και ο ΜΚ 2 συνέχισε να κινείται προς τα δεξιά, η σύγκρουση δεν αποφεύχθηκε. Με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, δεν υπήρχε σήμανση που να προειδοποιεί για την ύπαρξη της Συμβολής. Θα συμφωνήσω με τον συνήγορο Υπεράσπισης, ότι τα γεγονότα της υπόθεσης Πολυκάρπου v Ευαγόρου
(2005)1 ΑΑΔ 719, προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τα γεγονότα της παρούσας, έτσι ώστε να μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από αυτήν. Στην Πολυκάρπου, το προπορευόμενο όχημα, που ήταν ένα τρακτέρ που έσερνε καρότσα και ήλαυνε πολύ αργά, κινήθηκε αριστερά, δίνοντας την εντύπωση στο όχημα που ακολουθούσε ότι του πρόσφερε την ευκαιρία να προσπεράσει. Την στιγμή που το όχημα που ακολουθούσε άρχισε να προσπερνά, το προπορευόμενο τρακτέρ, εντελώς ξαφνικά έστριψε απότομα για να εισέλθει σε πάροδο στη δεξιά πλευρά το δρόμου, ανακόπτοντάς έτσι την πορεία του οχήματος που προσπερνούσε, με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Στον δρόμο υπήρχε άσπρη διαχωριστική γραμμή, η οποία πριν το σημείο της σύγκρουσης ήταν συνεχής και στη συμβολή διακεκομμένη. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, απέδωσε την αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος στον οδηγό του προπορευόμενου τρακτέρ. Ομοίως, στην παρούσα υπόθεση, με τον τρόπο που οδήγησε ο ΜΚ 2 δεν έδωσε στον Κατηγορούμενο καμία δυνατότητα να προβλέψει ή να αναμένει ότι θα επιχειρούσε στροφή προς τα δεξιά. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε προσπέρασμα αφότου δικαιολογημένα, είχε πιστέψει ότι ο ΜΚ 2 είχε πρόθεση είτε να σταματήσει, είτε να του παραχωρήσει την ευκαιρία να τον προσπεράσει. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την απόφαση Βίκης v. Νεοφύτου,
(1990)1 ΑΑΔ 345, το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων μορφοποιείται ενόψει κινδύνου ο οποίος διαφαίνεται κατά λογική πρόβλεψη. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι ο Κατηγορούμενος έχει οδηγήσει αμελώς. Ως προς την Κατηγορία 5, όπως έχει προαναφερθεί, κατά την ημερομηνία που έλαβαν χώρα τα γεγονότα δεν υπήρχε ο Κανονισμός στον οποίον βασίζεται η εν λόγω Κατηγορία. Ως εκ τούτου η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου, στην εν λόγω Κατηγορία, όπως είναι διατυπωμένη. Η απουσία σήμανσης που να προειδοποιεί τον Κατηγορούμενο για την ύπαρξη της Συμβολής, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης όπως προκύπτουν από τα πιο πάνω μου ευρήματα, με οδηγεί στην κατάληξη ότι δεν έχει αποδειχτεί ούτε η διάπραξη του αδικήματος που αναφέρεται στον Κανονισμό 58
(4)(α) της ΚΔΠ 86/72. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις Κατηγορίες 1 και
- [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο