← Κύπρος

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A.B., Υπόθεση αρ.: 11004/21, 12/7/2022

Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A.B., Υπόθεση αρ.: 11004/21, 12/7/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2022:22 ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 11004/21 Δ Η Μ Ο Κ Ρ Α Τ Ι Α ν. A.B. Κατηγορουμένου -------------- Ημερομηνία: 12 Ιουλίου 2022 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Θ. Παπακυριακού Για Κατηγορούμενο: κ. Δ. Τσολακίδης Κατηγορούμενος παρών ----------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με βάση το κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δέκα συνολικά κατηγορίες. Τρεις από αυτές αφορούν το αδίκημα του Βιασμού, κατά παράβαση του άρθρου 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 1, 3 και 5), άλλες τρεις αφορούν το αδίκημα της Σεξουαλικής Κακοποίησης διά Διείσδυσης, κατά παράβαση του άρθρου 146Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 2, 4 και 6), μία αφορά το αδίκημα της Παράνομης Εισόδου σε Ξένη Περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 7), δύο αφορούν το αδίκημα της Απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 8 και 9) και μία αφορά το αδίκημα της Άσκησης Ψυχολογικής Βίας σε Μέλος της Οικογένειας κατά παράβαση του άρθρου 3

(1)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000, Ν. 119
(1)/2000 (κατηγορία 10). Το τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι την 30η Μάιου 2021, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, ήλθε σε παράνομη συνουσία διά κολπικής διείσδυσης του πέους του στο σώμα της παραπονούμενης, με τη συναίνεση της η οποία δόθηκε υπό το κράτος φόβου (κατηγορίες 1, 3 και 5). Περαιτέρω δε, ότι κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, σε άλλες τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, προέβηκε σε παράνομη κολπική διείσδυση σεξουαλικής φύσεως στο σώμα της παραπονούμενης με μέρος του σώματος του, ήτοι με τα δάχτυλα του, με τη συναίνεσή της η οποία δόθηκε υπό το κράτος φόβου (κατηγορίες 2, 4 και 6). Περαιτέρω, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι τη 17η Φεβρουαρίου 2021 εισήλθε σε περιουσία η οποία είναι στην κατοχή της παραπονούμενης με σκοπό τον εκφοβισμό, εξύβριση και όχληση της, ενώ, την 18η Φεβρουαρίου 2021, της προκάλεσε τρόμο και ανησυχία, απειλώντας την με βία, δηλαδή επικοινώνησε μαζί της μέσω τηλεφώνου και την απείλησε λέγοντας της τη φράση «τζιείνα που εν ήβρες τότε ένα τα έβρεις τωρά» (κατηγορίες 7 και 8 αντιστοίχως). Του αποδίδεται περαιτέρω ότι, κατά ανάλογο τρόπο, την 11η Ιουνίου 2021, την απείλησε λέγοντας της ότι θα σκοτώσει αυτήν και την μητέρα της (9η κατηγορία) και ότι με τις πράξεις των ως άνω κατηγοριών, της προκάλεσε ψυχική βλάβη (κατηγορία 10). Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή στις προσαπτόμενες κατηγορίες και η Κατηγορούσα Αρχή, προς απόδειξη της υπόθεσής της, κάλεσε συνολικά επτά μάρτυρες, ενώ, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν παραδεχτά και από τις δύο πλευρές γεγονότα. Πιο συγκεκριμένα, με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εκ συμφώνου κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 1, κείμενο παραδεχτών γεγονότων στο οποίο αναφέρεται ότι ο Αστ. [ ], μάρτυρας 7 επί του κατηγορητηρίου, υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Διερεύνησης Σκηνών Εγκλημάτων στο ΤΑΕ Λευκωσίας. Είναι εκπαιδευμένος φωτογράφος και στις 9.7.2021 μεταξύ των ωρών 14:49 - 14:52, στο σπίτι της παραπονούμενης, στην παρουσία και καθ' υπόδειξη της Αστ. [ ], έλαβε αριθμό φωτογραφιών των υποδείξεων της παραπονούμενης, σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Στη συνέχεια τις φωτογραφίες τις τύπωσε σε κανονικό χαρτί χωρίς να προσθέσει, αλλάξει ή αφαιρέσει οτιδήποτε από το περιεχόμενο τους. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η φωτογραφία 1 απεικονίζει την οικία της παραπονούμενης, ενώ η φωτογραφία 2 απεικονίζει την υπόδειξη της στο κυρίως υπνοδωμάτιο στον 1ο όροφο της οικίας της και οι φωτογραφίες 3 και 4 απεικονίζουν τις υποδείξεις της στην εσωτερική σκάλα της οικίας της. Οι αναφερόμενες φωτογραφίες και έντυπο υπόδειξης σκηνών κατατέθηκαν, εκ συμφώνου, ως Τεκμήρια 2 και 3 αντιστοίχως. Όσον αφορά τη διερεύνηση της υπόθεσης, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα μέλη της Αστυνομίας ΜΚ2 και ΜΚ
  1. Η κλινική ψυχολόγος ΜΚ3 κατέθεσε την επιστημονική της μαρτυρία ενώ τη μαρτυρία της, ως προς την εμπλοκή της, κατέθεσε και η ΜΚ4 κλινική ψυχολόγος στο ΣΠΑΒΟ. Ως πρόσωπα του περιβάλλοντος της παραπονούμενης, κατέθεσαν η μητέρα της (ΜΚ1) και η φίλη της (ΜΚ6). Την ουσιαστική μαρτυρία, από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης, προσέφερε η παραπονούμενη (ΜΚ5), η οποία, μεταξύ άλλων, υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, επτά καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία. Από αυτές, οι τρεις (ημερομηνιών 19.2.2021, 23.6.2021 και 3.7.2021) περιλαμβάνουν τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της παραπονούμενης αναφορικά με τα ειδικά γεγονότα. Ως η ΜΚ5 ανέφερε, μέσω της κατάθεσής της, ημερομηνίας 19.2.2021, διαμένει με τα δύο ανήλικα παιδιά της ηλικίας 9½ και 5½ ετών. Διατηρούσε δεσμό με τον κατηγορούμενο μεταξύ του Φεβρουαρίου 2019 και Ιουλίου
  2. Ο κατηγορούμενος είναι εδώ και πολλά χρόνια χρήστης ουσιών και στο παρελθόν τον είχε καταγγείλει για περιστατικό βίας εναντίον της. Ο λόγος που του μιλούσε ακόμη ήταν για να μην γίνει επιθετικός απέναντι της και επειδή τον φοβόταν. Στις 17.2.2021 την πήρε τηλέφωνο στις 20:30 η ώρα και της είπε «κόρη να έρτω να μου δώκεις λεφτά και να σου τα δώκει η φιλενάδα σου;» Φιλενάδα της εννοούσε την μητέρα της. Αυτή του απάντησε ότι δεν θα του δώσει λεφτά για να αγοράσει ναρκωτικά. Αν ήταν για άλλο λόγο θα του έδινε. Αυτός τότε της είπε 'Ατε ρε παλαβή' και της έκλεισε το τηλέφωνο. Μετά από αυτό το περιστατικό ξεκίνησε να της τηλεφωνεί ασταμάτητα οπόταν αυτή αναγκάστηκε να μπλοκάρει το τηλέφωνο του. Την ίδια μέρα και ώρα 21:39 τηλεφώνησε στην ανήλικη θυγατέρα της να πάει στο σπίτι διότι ήταν σε γειτονική τους οικία. Μετά από περίπου 5 λεπτά χτύπησε το κουδούνι της οικίας της. Άνοιξε, νομίζοντας ότι είναι η θυγατέρα της αλλά ήταν ο κατηγορούμενος. Ένιωσε άγχος και φοβήθηκε. Τον ρώτησε τι θέλει, αν θέλει λεφτά. Της είπε ότι δεν θέλει λεφτά. Για να μην τον εξαγριώσει, τον προσκάλεσε να μπει μέσα και έκατσαν στην κουζίνα και ήπιαν τσάι. Έφυγε περί ώρα 02:00 εκείνο το βράδυ. Τη συγκεκριμένη νύχτα ήταν ήρεμος και συνομιλούσαν. Το μόνο που της είπε και την ενόχλησε ήταν ότι ήθελε να την παντρευτεί και ότι την αγαπά ακόμα. Στις 18.2.2021 της τηλεφωνούσε το πρωί οπόταν και πάλι τον μπλόκαρε. Περί ώρα 20:50, οδηγούσε το όχημα της και άκουσε μιαν αντρική φωνή να φωνάζει 'εεε'. Από το καθρεφτάκι της είδε τον κατηγορούμενο να την ακολουθεί πεζός και να τρέχει πίσω από το όχημα της. Αυτή ανέπτυξε ταχύτητα και απομακρύνθηκε. Πήγε στο σπίτι της και βρήκε τα κάγκελα της ανοιχτά. Από εγκατεστημένο σύστημα παρακολούθησης έλεγξε και διαπίστωσε ότι περί ώρα 19:54 της 18.2.2021 ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημα του έξω από την οικία της, εισήλθε στην αυλή της, κτύπησε την εξώπορτα της νευρικά και φώναζε κάτι το οποίο δεν κατάφερε να καταλάβει ακριβώς τι έλεγε. Μετά από μερικά δευτερόλεπτα αποχώρησε, ανοίγοντας με νεύρο την καγκελόπορτα και αφήνοντας την ανοιχτή. Περί ώρα 21:26 ξεκίνησε πάλι να της τηλεφωνεί. Αυτή του απάντησε και, μεταξύ άλλων, την εξύβρισε με τη φράση μαλακισμένη. Μιλώντας πολύ έντονα και θυμωμένα την ρώτησε γιατί δεν σταμάτησε προηγουμένως όταν τον είδε στον δρόμο. Μετά την εξύβρισε με τις φράσεις πουτάνα πληρωμένη, πουτάνα απλήρωτη και διάφορες άλλες φράσεις. Αυτή του απάντησε ότι θα τον καταγγείλει και ότι προτίθετο να εκδώσει διάταγμα απομάκρυνσης εναντίον του. Φοβήθηκε και έφυγε από το σπίτι της και διανυκτέρευσε σε συγγενικό της πρόσωπο διότι υπήρχε περίπτωση ο κατηγορούμενος να πάει σπίτι της και να γίνει επιθετικός. Όταν αυτή του ανάφερε για τα περιοριστικά μέτρα που προτίθετο να πάρει, αυτός εξαγριώθηκε και την απείλησε με τη φράση 'τζίνα που εν ήβρες τότε εννα τα έβρεις τώρα' εννοώντας για τις προηγούμενες καταγγελίες που υπέβαλε εναντίον του και για τις οποίες καταδικάστηκε σε 16 μήνες φυλάκισης. Τα τηλεφωνήματα συνεχίστηκαν καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας. Πληροφορήθηκε ότι λίγο μετά που τον κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης της οικίας της, ο κατηγορούμενος ενεπλάκη σε δυστύχημα με το όχημα του. Γινόταν δε κατανοητό ότι ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και ναρκωτικών, κάτι το οποίο της επιβεβαίωσε και ο ίδιος μέσω τηλεφώνου. Ο λόγος που προέβηκε στην καταγγελία είναι επειδή γνωρίζει πόσο επικίνδυνος μπορεί να γίνει εναντίον της και των παιδιών της. Αυτά ανέφερε η παραπονούμενη στην πρώτη της κατάθεση, σχετικά, προφανώς, με τα όσα αφορούν τις κατηγορίες 7 και
  3. Στις 23.6.2021, η ΜΚ5 έδωσε τρίτη κατάθεση στην οποία αναφέρεται, με λεπτομέρεια, στο επεισόδιο ξυλοδαρμού της, για το οποίο ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε φυλάκιση. Με λεπτομέρεια, επίσης, αναφέρεται στο τι ακολούθησε της φυλάκισης του, στην ενοχλητική του συμπεριφορά αλλά και το φόβο που της προκαλούσε με αναφορά και στο περιστατικό της 18.2.2021 αλλά και άλλο, στις 19.6.2021, όταν γείτονάς της την ενημέρωσε για αναφορά του κατηγορούμενου ότι θα την σκότωνε αν δεν τον έβλεπαν. Στις 3.7.2021, η παραπονούμενη έδωσε στην Αστυνομία νέα κατάθεση, στην οποία ανέφερε ότι, συμπληρωματικά της κατάθεσης που έδωσε στις 23.6.2021 ήθελε να πει ότι στις 29.5.2021, ο κατηγορούμενος την έπαιρνε όλη μέρα τηλέφωνο. Κατά τις 20:00 η ώρα, πήγε με δύο φίλες της στην ταβέρνα «Πεζόδρομος», στη Λακατάμεια και κατά τις 21:30 την πήρε τηλέφωνο μία γειτόνισσα της και της είπε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο του μάρκας «BMW Χ5», χρώματος μολυβί, έξω από το σπίτι της. Τότε αυτή τον πήρε τηλέφωνο για να μάθει τις προθέσεις του και τον ρώτησε γιατί βρίσκεται έξω από το σπίτι της. Αυτός της απάντησε ότι δεν θέλει τίποτε και έφυγε από εκεί. Κατά τις 23:00, αυτή έφυγε από την ταβέρνα και κατευθυνόταν προς το σπίτι της. Όταν πλησίασε προς το σπίτι της είδε τον κατηγορούμενο να περπατά στο δρόμο λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της. Μόλις ο κατηγορούμενος την είδε, μπήκε μπροστά από το αυτοκίνητο της πεζός, γιατί αυτή πήγαινε με πολύ χαμηλή ταχύτητα και βρήκε την ευκαιρία και μπήκε μπροστά από το αυτοκίνητο της. Αυτή αναγκαστικά σταμάτησε το αυτοκίνητο της για να μην τον κτυπήσει. Ο κατηγορούμενος βρήκε την ευκαιρία και άνοιξε την πόρτα του αυτοκίνητου της και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Αυτή, του είπε «τι κάμνεις ρε» και αυτός άρχισε να της μιλά και να προσπαθεί να την πείσει να τα βρουν ξανά κλαίγοντας. Επίσης, της είπε ότι θα κάνει τα πάντα να αλλάξει και ότι αυτή είναι το κίνητρο του για να αλλάξει. Αυτή, επειδή τον φοβάται λόγω του ότι στο παρελθόν την κτύπησε πάρα πολύ άσχημα και για αυτό τον λόγο πήγε φυλακή, προσπαθούσε να μην τον εξαγριώσει γιατί λόγω της χρήσης ουσιών που κάνει, η συμπεριφορά του είναι απρόβλεπτη και αλλάζει διαθέσεις από το ένα λεπτό στο άλλο. Ο κατηγορούμενος, ως είπε, δεν δέχεται την απόρριψη, και εξαγριώνεται με την απόρριψη. Αυτή δεν επέμενε να κατεβεί, για να μην τον εξαγριώσει και την κτυπήσει ξανά όπως παλιά. Κράτησε την ψυχραιμία της, γιατί και λόγω του κορονοιού δεν υπήρχε κανένας άλλος στο δρόμο για να μπορέσει να ζητήσει βοήθεια. Μετά της ζήτησε να πάνε μια βόλτα με το αυτοκίνητο της για να ηρεμήσει, πράγμα το οποίο και έκανε. Αυτή του είπε να τον πάρει στο σπίτι του αλλά αυτός το αρνήθηκε και αυτή στη συνέχεια πήγε και στάθμευσε έξω από το σπίτι της. Του ζήτησε να φύγει με τα πόδια αλλά πάλι δεν έφευγε. Ακολούθως, κατευθύνθηκε προς το σπίτι της και αυτός την ακολούθησε ζητώντας της να περάσει ακόμη λίγο χρόνο μαζί της. Γύρω στις 00:10 περίπου κάθισαν στο σαλόνι του σπιτιού της και κουβέντιαζαν. Αφού κουβέντιασαν λίγο με τον κατηγορούμενο, του είπε ότι νύσταξε και ήθελε να κοιμηθεί. Πήγε πάνω στο υπνοδωμάτιο της και ο κατηγορούμενος την ακολούθησε. Ξάπλωσε πάνω στο κρεβάτι της με τα ρούχα που φορούσε, χωρίς να βγάζει τα ρούχα της μπροστά του. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ξάπλωσε δίπλα της και αυτός με τα ρούχα που φορούσε. Αυτή ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι και ο κατηγορούμενος πήγε δίπλα της και άρχισε να την αγκαλιάζει και να την φιλά στο στόμα της, πάνω στο λαιμό της, αγγίζοντας την στα γεννητικά της όργανα. Αυτή προσπαθούσε με καλό τρόπο να του πει να σταματήσει γιατί όταν κάποιος τον απορρίπτει και του αρνηθεί το οτιδήποτε, αυτό τον εξαγριώνει και είναι απρόβλεπτος. Αφού η ΜΚ5 περιέγραψε άλλη εμπειρία της όταν του είχε αρνηθεί, συνέχισε την περιγραφή της λέγοντας ότι εκείνο το βράδυ φορούσε ολόσωμη φόρμα με φερμουάρ, το οποίο ήταν στην πίσω μεριά. Ο κατηγορούμενος την γύρισε στο πλάι και της άνοιξε το φερμουάρ και της έβγαλε τη φόρμα που φορούσε. Στη συνέχεια αυτός έβγαλε βιαστικά το παντελόνι του και το εσώρουχο του. Τη φανέλα του, από την βιασύνη του, δεν την έβγαλε, αλλά την τράβηξε προς τα πάνω, τυλίγοντας την και γυρίζοντας την πίσω από τον αυχένα του. Ακολούθως, όπως αυτή ήταν ανάσκελα, ο κατηγορούμενος πήγε από πάνω της, της άνοιξε τα πόδια της και έβαλε το πέος του μέσα στα γεννητικά της όργανα, χωρίς προφυλακτικό. Αυτή δεν είχε βάλει αντίσταση διότι τον φοβόταν να μην αντιδράσει. Μετά έβγαλε το πέος του από τα γεννητικά της όργανα και όπως ήταν ανάσκελα, με το αριστερό του χέρι την πίεζε πάνω στην κοιλιά της και με το δεξί του χέρι έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στα γεννητικά της όργανα και τα πίεζε πολύ δυνατά μέσα της. Αυτή πονούσε. Αυτή η πράξη με τα δάκτυλα, ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι δεν της αρέσει γιατί πάντα πονεί. Αυτή, επειδή πονούσε, του ζητούσε να σταματήσει αλλά αυτός δεν σταματούσε και σταμάτησε μόνο όταν αυτή υγράνθηκε. Ακολούθως, έβαλε ξανά το πέος του μέσα στα γεννητικά της όργανα και συνέχισε την πράξη μέχρι που ολοκλήρωσε μέσα της, παρόλο που του είπε να μην το κάνει. Αυτή έμεινε στο κρεβάτι και σκεπάστηκε με το σεντόνι της και το πάπλωμα της. Ο κατηγορούμενος έμεινε ξεσκέπαστος. Μετά από δέκα λεπτά, ήθελε ξανά να κάνει σεξ μαζί της. Αυτή, πάλι επειδή τον φοβήθηκε να μην την κτυπήσει, γιατί κατάλαβε ότι ήταν υπό την επήρεια των ναρκωτικών, δεν αντέδρασε και αυτός πάλι έκανε ακριβώς την ίδια πράξη με πιο πάνω. Έβαλε πάλι το πέος του μέσα στα γεννητικά της όργανα, επειδή δεν είχε υγρά, άρχισε πάλι να στρίβει με τα δάκτυλα τα γεννητικά της όργανα μέχρι να υγρανθεί και μπήκε πάλι μέσα της μέχρι που ολοκλήρωσε πάλι μέσα της. Μετά από τη δεύτερη φορά, άναψε ένα τσιγάρο και μέχρι να καπνίσει, ο κατηγορούμενος ξανά ξεκίνησε να κάνει σεξ μαζί της, ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Πάλι ολοκλήρωσε μέσα της. Όλες τις φορές που μπήκε μέσα της ήταν σε στύση. Αυτή είχε και περίοδο την πρώτη της μέρα και του το ανάφερε από την αρχή αλλά δεν τον ενδιέφερε. Στην περίοδο της συνήθως δεν έχει πολύ αίμα. Ήταν πολύ κουρασμένη και κοιμήθηκε αμέσως και ο κατηγορούμενος δίπλα της. Το πρωί ξύπνησε, αυτός ήταν ήδη ξύπνιος και της είπε ότι παραμιλούσε στον ύπνο της και τον έβριζε, κάτι που έκανε και μετά τον ξυλοδαρμό της. Το πρωί της 30.5.2021 όταν ξύπνησε, του έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να φύγει από το σπίτι και αυτός δεν έφευγε. Του είπε ότι πρέπει να πάει να πάρει ρούχα των παιδιών, ότι έχει κάπου άλλου να πάει και του ζήτησε να φύγει αλλά αυτός δεν έφευγε. Εκείνη τη στιγμή μιλούσε με μηνύματα με φίλο της, τον οποίο δεν ήθελε να αναμείξει και της είπε να πάνε θάλασσα. Έτσι βρήκε την ευκαιρία να φύγει από το σπίτι. Ο κατηγορούμενος άρχισε να μουρμουρά και της έλεγε ότι μαζί του δεν πάει θάλασσα που της το ζήτησε πιο πριν την ίδια ημέρα, ενώ με τους φίλους της θα πάει. Αυτή τον αγνόησε, πήγε πάνω και έκανε ντους, φόρεσε το μαγιό της και του είπε «έλα να σε πάρω σπίτι σου ή αλλιώς θα πάεις με τα πόδια». Ο κατηγορούμενος πήγε τελικά μέσα στο αυτοκίνητο της και τον πήρε στο σπίτι του. Στις 31.5.2021 μίλησε στο τηλέφωνο με τη φίλη της την ΜΚ6 και της είπε τι της έκανε ο κατηγορούμενος στις 29.5.
  4. Συγκεκριμένα της είπε ότι μετά που έφυγε από την ταβέρνα που ήταν μαζί, βρήκε τον κατηγορούμενο μέσα στο δρόμο και ότι της κλαψούριζε και ότι κατέληξαν στο σπίτι της. Εκείνη την ρώτησε αν έκανε σεξ μαζί του και της είπε ναι, ότι αναγκάστηκε να το κάνει. Η ΜΚ6 την παρότρυνε να μιλήσει με την ψυχολόγο της, να της το αναφέρει και να μη φοβάται ούτε να ντρέπεται. Την 1.6.2021 άφησε μήνυμα στο ΣΠΑΒΟ, ότι θέλει να μιλήσει με την ψυχολόγο της ΜΚ
  5. Ο λόγος που δεν ανάφερε κάτι στην προηγούμενη της κατάθεση είναι γιατί ντρεπόταν να το πει. Παρόλο που την είχε παροτρύνει και η ψυχολόγος της η ΜΚ4, ότι πρέπει να το αναφέρει, αυτή δίσταζε, ντρεπόταν και φοβόταν ότι αν το έλεγε θα την κατέκριναν επειδή δέχτηκε να πάει σπίτι της, χωρίς κανένας να μπορεί να καταλάβει πόσο τον φοβάται και γι' αυτό έκανε ό,τι έκανε. Στις 11.6.2021 ο κατηγορούμενος, στις 18:00 η ώρα, πήρε τηλέφωνο και άρχισε να την βρίζει λέγοντας της «μαλακισμένη, άχρηστη» και την απείλησε λέγοντας της «ότι θα σκοτώσει αυτήν, την μάνα της, την μάνα του», λόγω του ότι του έκαναν μάγια, ότι τον παρακολουθούν και ότι αυτές φταίνε που δεν αλλάζει. Αυτή του είπε να μην την ενοχλήσει ξανά. Φοβάται, όπως είπε πάρα πολύ γιατί, όταν ο κατηγορούμενος είναι υπό την επήρεια ουσιών, είναι απρόβλεπτος και επικίνδυνος. Τους ισχυρισμούς της, η ΜΚ5 εξήγησε περαιτέρω κατά το προφορικό μέρος της κυρίως εξέτασής της αλλά και κατά την αντεξέτασή της, απαντώντας στις ερωτήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Υπεράσπιση. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η παραπονούμενη κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δέσμες φωτογραφιών από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στην οικία της (Τεκμήρια 13 και 14), δέσμες μηνυμάτων (Τεκμήρια 15 και 16) και φωτογραφία της 30.5.2021, μετά το επίδικο περιστατικό (Τεκμήριο 17). Η ΜΚ1 είναι η μητέρα της παραπονούμενης. Ως ανέφερε, δεν γνώριζε για την καταγγελία της παραπονούμενης για βιασμό μέχρι την ημέρα που έδωσε την κατάθεσή της. Η μάρτυρας μέσω της κατάθεσής της, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, αναφέρθηκε στη γνωριμία και σχέση τόσο της ίδιας όσο και της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο στο παρελθόν, με αναφορά τόσο σε περιστατικά τα οποία της ανέφερε η παραπονούμενη θυγατέρα της όσο και σε περιστατικό στο σπίτι της ίδιας. Ήταν η θέση της μάρτυρος ότι η θυγατέρα της, μετά από το σοβαρό ξυλοδαρμό που υπέστηκε στο παρελθόν από τον κατηγορούμενο, είναι συνεχώς με φόβο για τη ζωή της. Η ΜΚ6, φίλη της παραπονούμενης, αναφέρθηκε τόσο στη φιλία της μ' αυτήν, όσο και στη γνωριμία της με τον κατηγορούμενο. Ως ανέφερε, η σχέση της με την ΜΚ5 είναι αδελφική ενώ για τον κατηγορούμενο είπε ότι τον γνώριζε πριν αυτός γνωρίσει την ΜΚ5 και ήταν πολύ καλός σαν άνθρωπος μέχρι που άρχισε να κάνει χρήση και να πίνει, οπόταν και έγινε απότομος, βίαιος και μη λογικός. Όλοι τον φοβούνται όταν βγει εκτός ελέγχου. Αφού η ΜΚ6 αναφέρθηκε σε περιγραφές της ΜΚ5 αναφορικά με τη σχέση της με τον κατηγορούμενο, περιέγραψε το τι έγινε στις 29.5.2021, όταν ήταν με την ΜΚ5 και μία άλλη φίλη της σε ταβέρνα στη Λακατάμια. Ως εξήγησε, ενώ όλα ήταν ομαλά, η ΜΚ5 ενημερώθηκε από γειτόνισσα της ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου θεάθηκε έξω από το σπίτι της. Τότε, η ΜΚ5 αγχώθηκε και φοβήθηκε. Συγκεκριμένα της είπε «α μάνα μου κατίσιη μας πάλε πόψε» και την ρωτούσε τι να κάνει. Αυτή προσπαθούσε να την ηρεμήσει και εκείνη της είπε ότι θα τον έπαιρνε τηλέφωνο για να δει σε ποια κατάσταση ήταν ώστε να ξέρει τι θα αντιμετώπιζε. Του τηλεφώνησε, της μιλούσε πολύ εντάξει και μετά που έκλεισαν η ΜΚ5 ήταν πιο χαλαρή και της είπε ότι ακουγόταν πολύ ήρεμος. Οπόταν συνέχισαν τη διασκέδαση τους. Μετά που έφυγαν της είπε αν ήθελε να μείνει σπίτι της, αν φοβόταν και η ΜΚ5 της είπε ότι, για να μην την πάρει ξανά ο κατηγορούμενος τηλέφωνο, όλα ήταν εντάξει. Όταν έφτασε σπίτι της, τηλεφώνησε στην ΜΚ5 να την ρωτήσει αν πήγε σπίτι και εκείνη της είπε ότι όλα ήταν καλά και ότι θα μιλούσαν την επόμενη ημέρα. Είτε την επόμενη ημέρα, είτε μετά από δύο μέρες, την πήρε τηλέφωνο και της είπε ότι δεν ήταν καλά. Της είπε ότι τη νύχτα που πήγαν στην ταβέρνα, όταν πήγε σπίτι, βρέθηκε ο κατηγορούμενος πεζός μπροστά της μέσα στο δρόμο ενώ οδηγούσε κοντά στη γειτονιά της και εκείνη σταμάτησε απότομα το αυτοκίνητο της να μην τον κτυπήσει. Εκείνος, ετσιθελικά μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο της, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και μπήκε στο αυτοκίνητο και εκείνη δεν αντιστάθηκε επειδή φοβήθηκε να μην τον εκνευρίσει. Της είπε ότι της ζήτησε να πάνε βόλτα να καπνίσουν κανένα τσιγάρο και στη διαδρομή της έλεγε ότι την αγαπά. Η ΜΚ6 συνέχισε την αναφορά της στην περιγραφή της ΜΚ5, περιλαμβανομένης και της αναφοράς σε σεξουαλική πράξη, καταλήγοντας ότι ξέρει σίγουρα ότι η ΜΚ5 δεν ήθελε να κάνει σεξ με τον κατηγορούμενο και ότι το έκανε για να γλυτώσει. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, κατά την αντεξέτασή της, η ΜΚ6 αναγνώρισε και κατέθεσε μηνύματα που αντάλλαξε με τον κατηγορούμενο, ως Τεκμήριο
  6. Η ΜΚ4, κλινική ψυχολόγος στον Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ), μέσω της κατάθεσης της στην Αστυνομία, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, αναφέρθηκε στις υπηρεσίες συμβουλευτικής στήριξης που η παραπονούμενη έλαβε από το Δεκέμβριο του 2020, κατόπιν δικού της αιτήματος. Είχαν, ως είπε, 20 συναντήσεις μέχρι τον Ιούνιο 2021 στις οποίες η παραπονούμενη αναφερόταν σε κακοποίηση που είχε υποστεί στο παρελθόν από τον πρώην σύντροφό της, τον κατηγορούμενο, αλλά και προηγούμενη κακοποιητική σχέση. Στόχος των συναντήσεων ήταν η επεξεργασία και διαχείριση της βίας καθώς και η ενίσχυση και η ενδυνάμωση της παραπονούμενης. Η ΜΚ4 αναφέρθηκε στο τι της έλεγε η παραπονούμενη, καταλήγοντας στην τελευταία τους συνάντηση, στις 14.6.2021, όταν της ανέφερε ότι στις 29.5.2021, βρήκε στο δρόμο τον κατηγορούμενο, ο οποίος την ανάγκασε να μπει στο αυτοκίνητο της, μπαίνοντας μπροστά της και μη αφήνοντας την να προχωρήσει, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστεί να τον μεταφέρει σπίτι της. Του έλεγε να κατεβεί από το αυτοκίνητο της και εκείνος αρνείτο, ενώ παρά τις πολλές προσπάθειες της δεν έφευγε και διανυκτέρευσε εκεί. Εξαναγκάστηκε, ως της είπε, σε σεξουαλική συνεύρεση μαζί του λόγω φόβου να μην την κτυπήσει ξανά, ως έπραξε και στο παρελθόν, ή να προβεί σε άλλες εκδικητικές πράξεις. Όταν η παραπονούμενη της ανέφερε για την εξαναγκαστική σεξουαλική συνεύρεση, της είπε ότι δεν μίλησε γι' αυτό λόγω ντροπής αλλά και λόγω αδυναμίας αντίληψης ότι επρόκειτο για βιασμό. Την προέτρεψε να καταγγείλει και η ίδια ήταν θετική για κάτι τέτοιο. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, η ΜΚ4 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 12 (αναφορά περιστατικού) το οποίο αναφέρεται σε καταγγελία ημερομηνίας 19.2.
  7. Η ΜΚ3 είναι κλινική ψυχολόγος στον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας Κύπρου στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και συγκεκριμένα στο Κέντρο Εξειδικευμένων Αξιολογήσεων Ψυχικής Υγείας. Αφού, κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα ως Τεκμήριο 7, η μάρτυρας εξήγησε τη διαδικασία της κλινικής αξιολόγησης και τη γνωριμία της με την παραπονούμενη, την οποία αξιολόγησε μέσω τριών συναντήσεων. Ως είπε, τα συμπεράσματά της κατέδειξαν διαταραχή μετατραυματικού στρες και δόθηκαν στην παραπονούμενη εισηγήσεις. Η ΜΚ3 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την έκθεση που ετοίμασε, ως Τεκμήριο 8, υιοθετώντας το περιεχόμενό της και εξηγώντας αυτό μέσω των απαντήσεων της στα ερωτήματα που της τίθεντο. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας της αυτής, η ΜΚ3 κατέθεσε τα Τεκμήρια 9 και 10 και, κατά την αντεξέτασή της, το Τεκμήριο
  8. Ο Αστ. [ ] (ΜΚ2), αναφερόμενος στην εμπλοκή του στη διερεύνηση της υπόθεσης, ανέφερε ότι την 5.7.2021 και ώρα 12:00 συνέλαβε τον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε ότι δεν παραδέχεται. Αναφέρθηκε επίσης στην ενημέρωση που του έκανε για τα δικαιώματά του, δίδοντας του και σχετικό έντυπο, καθώς επίσης στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από αυτόν στην παρουσία του δικηγόρου του, κατά την 9.9.
  9. Το ως άνω ένταλμα σύλληψης κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 και το ως άνω έντυπο δικαιωμάτων, ως Τεκμήριο
  10. Ως Τεκμήριο 6, ο ΜΚ2 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου. Η Αστ. [ ] (ΜΚ7) επίσης αναφέρθηκε στις ενέργειες και εμπλοκή της κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, περιλαμβανομένης της λήψης συμπληρωματικής κατάθεσης από την παραπονούμενη, κατά την 3.7.2021 και της λήψης, στην παρουσία της, φωτογραφιών των υποδείξεων της παραπονούμενης, κατά την 9.7.
  11. Έλαβε, ως περαιτέρω ανέφερε, κατάθεση και από την μητέρα της παραπονούμενης, η οποία δεν γνώριζε το περιστατικό, αλλά αναφέρθηκε στην προηγούμενη σχέση, που η παραπονούμενη είχε με τον κατηγορούμενο. Κατόπιν του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώς ώστε αυτός να κληθεί σε απολογία στις προσαπτόμενες κατηγορίες και αφού ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε από το Δικαστήριο για τα δικαιώματά του με βάση τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής, ούτε και κάλεσε οποιονδήποτε άλλο μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, σημειώνουμε ότι έχουμε, με μεγάλη προσοχή, μελετήσει το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Με μεγάλη προσοχή, έχουμε επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των τελικών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων. Δεν θεωρούμε ότι θα εξυπηρετούσε, για σκοπούς της παρούσας απόφασης, η επανάληψη της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων. Άλλωστε, τα θέματα αυτά είναι που απασχολούν το Δικαστήριο στο τι ακολουθεί. Συγκεκριμένες αναφορές γίνονται όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο κατωτέρω, με δεδομένη πάντοτε τη νομολογιακή αρχή ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Η αξιολόγηση της προσαχθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας είναι μια λεπτή και παράλληλα σημαντική εκδήλωση της δικαστικής κρίσης γιατί μέσα από αυτήν το Δικαστήριο, αφού μορφώσει άποψη για την ποιότητα της και την αξιοπιστία των μαρτύρων, θα διαμορφώσει τη θέση του και θα οδηγηθεί στα συμπεράσματα του ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στην υπόθεση Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε τις παραμέτρους μέσα στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να κινηθεί ασκώντας τη λειτουργία του στο στάδιο αυτό. Η αξιολόγηση, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα και την πειστικότητα της μαρτυρίας και επίσης με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία (βλ. επίσης, μεταξύ άλλων, ΧΧΧ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2017, ημερομηνίας 20.12.2018, Rana κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489). Παράλληλα, η δυνατότητα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και η απόρριψη άλλου, είναι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 1, θεμελιωμένη με τον κυρίαρχο ρόλο του Δικαστή ως κριτή γεγονότων. Στην πιο πάνω υπόθεση Ομήρου (πιο πάνω), γίνεται, επίσης, επίκληση της πιο πάνω αρχής, αλλά τονίζεται, ταυτόχρονα, η αναγκαιότητα αιτιολόγησης από πλευράς Δικαστηρίου μιας τέτοιας μερικής αποδοχής. Τυχόν αντιφάσεις, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και να φανερώνουν τη διάθεση του να ψευσθεί. Να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία καθιστώντας την αποδοχή της επικίνδυνη. Με αυτή την αναφορά, στην υπόθεση Ομήρου, δόθηκε ξεκάθαρα το στίγμα και η σημασία των παρουσιαζομένων σε μια υπόθεση αντιφάσεων. Δεν πρέπει, παράλληλα να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η αντίληψη κάθε ανθρώπου δεν είναι η ίδια, ούτε η μνήμη του βρίσκεται στα ίδια επίπεδα με άλλους (βλ. Παπαδόπουλος ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 314). Έχουμε παρακολουθήσει με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχαμε, επίσης, την ευκαιρία, ως ανωτέρω αναφέρεται, να εξετάσουμε με προσοχή το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και Τεκμηρίων. Ως προς τα γεγονότα τα οποία έχουν γίνει παραδεκτά, αναπόφευκτα καθίστανται μέρος των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Προτού προχωρήσουμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων, κρίνουμε ορθό, για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της απόφασης, να παρεμβάλουμε τη νομική ανάλυση των ακόλουθων σημείων. Σύμφωνα με το άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, «144. Όποιος έρχεται σε παράνομη συνουσία διά κολπικής, πρωκτικής ή στοματικής διείσδυσης του πέους στο σώμα άλλου προσώπου, χωρίς τη συναίνεση του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος που καλείται βιασμός και υπόκειται στην ποινή φυλάκισης διά βίου.». Σύμφωνα δε, με το άρθρο 146Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, «146Α. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε κολπική, πρωκτική ή στοματική διείσδυση σεξουαλικής φύσεως στο σώμα άλλου προσώπου με οποιοδήποτε μέρος του σώματος ή αντικείμενο, χωρίς τη συναίνεση του ή με συναίνεση η οποία δόθηκε υπό το κράτος βίας, απειλής ή φόβου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου». Όπως προκύπτει στην παρούσα υπόθεση, το επίδικο αμφισβητούμενο στοιχείο που αφορά τις πρώτες 6 κατηγορίες είναι αυτό της συναίνεσης και ειδικότερα κατά πόσο αυτή δόθηκε υπό το κράτος φόβου. Καθόλα κατατοπιστικό για σκοπούς της υπόθεσης μας είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Ποινική Έφεση 228/2012, Bejandi ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 17.12.2014: «Ο ορισμός του βιασμού εντοπίζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154[2] . Στο βαθμό και την έκταση που μας αφορά το ερώτημα που τίθεται είναι απλό: «Είχε συναινέσει η παραπονούμενη κατά το χρόνο της συνουσίας ή όχι; Και αν ναι, η συναίνεση της δόθηκε υπό το κράτος βίας ή φόβου σωματικής βλάβης ή όχι;» Δεν απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι είχε ασκηθεί βία ή υπήρχε φόβος για σωματική βλάβη, η απόδειξη της οποίας απαιτείται μόνο εφόσον υπήρχε «συναίνεση». Ούτε απαιτείται όπως η παραπονούμενη επιδείξει ή αναφέρει ρητά στον κατηγορούμενο την έλλειψη της συναίνεσης της, όμως η κατηγορούσα αρχή πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, που να καταδεικνύει αυτή την έλλειψη συναίνεσης. Για την έννοια της «συναίνεσης», θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Dunn, LJ στην υπόθεση R. ν. Olugboja [1981] EWCA Crim 2: « Although "consent" is an equally common word it covers a wide range of states of mind in the context of intercourse between a man and a woman, ranging from actual desire on the one hand to reluctant acquiescence on the other. We do not think that the issue of consent should be left to a jury without some further direction. What this should be will depend on the circumstances of each case. The jury will have been reminded of the burden and standard of proof required to establish each ingredient, including lack of consent, of the offence. They should be directed that consent, or the absence of it, is to be given its ordinary meaning and if need be, by way of example, that there is a difference between consent and submission; every consent involves a submission, but it by no means follows that a mere submission involves consent, (per Coleridge J. in R. ν Day
(1841)9 C. & P. 722, at page 724). In the majority of cases, where the allegation is that the intercourse was had by force or the fear of force, such a direction coupled with specific references to and comments on the evidence relevant to the absence of real consent will clearly suffice. In the less common type of case where intercourse takes place after threats not involving violence or the fear of it, as in the examples given by Mrs. Trewella, to which we have referred earlier in this judgment, we think that an appropriate direction to a jury will have to be fuller. They should be directed to concentrate on the state of mind of the victim immediately before the act of sexual intercourse, having regard to all the relevant circumstances, and in particular the events leading up to the act, and her reaction to them showing their impact on her mind. Apparent acquiescence after penetration does not necessarily involve consent, which must have occurred before the act takes place. In addition to the general direction about consent which we have outlined, the jury will probably be helped in such cases by being reminded that in this context consent does comprehend the wide spectrum of states of mind to which we earlier referred, and that the dividing line in such circumstances between real consent on the one hand and mere submission on the other may not be easy to draw. Where it is to be drawn in a given case is for the jury to decide, applying their combined good sense, experience and knowledge of human nature and modern behaviour to all the relevant facts of that case.» Υπάρχει διαφορά μεταξύ του να συναινέσει κάποιο πρόσωπο και του να ενδώσει στη σεξουαλική επαφή. Το πρώτο περιλαμβάνει το δεύτερο. Όμως το να ενδώσει απλώς στη σεξουαλική επαφή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι συναινεί.» Πέραν των ως άνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και την ύπαρξη ένοχης σκέψης από πλευράς του κατηγορουμένου, εάν δηλαδή η σεξουαλική πράξη η οποία διενεργείται στην απουσία πραγματικής συναίνεσης, διενεργείται από πλευράς κατηγορουμένου εν γνώση του ότι δεν υφίσταται πραγματική συναίνεση ή αδιαφορώντας για το ζήτημα (βλ. σχετικά Ν.Χ. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 503). Προχωρώντας με τα υπόλοιπα επίδικα αδικήματα, το άρθρο 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1 λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δικαιολογεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού. Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί ότι: «280. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Τέλος, το άρθρο 3
(1)
(4)περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν.119
(1)/2000, προνοεί ότι: «3.-
(1)Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του.» Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του εν λόγω άρθρου, άσκηση τέτοιας βίας αποτελεί αδίκημα. Έχοντας προβεί στην ως άνω ανάλυση, προχωρούμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη στα συμπεράσματά μας επί των γεγονότων. Ξεκινώντας από τους ΜΚ2 και 7, μέλη της Αστυνομίας, οι οποίοι κατέθεσαν αναφορικά με τη διερεύνηση της υπόθεσης, ως γενικό σχόλιο, αναφέρουμε τη θετική εντύπωση που μας προκάλεσαν ως προς τη μεταφορά στο Δικαστήριο των ενεργειών τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Δεν αποδίδουμε αντιφατικές τοποθετήσεις τους σε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου, αφού διαπιστώνουμε ότι δεν είχαν πρόβλημα στο να απαντήσουν με γνήσιο τρόπο για τα όσα τους απασχόλησαν και τις σχετικές προς αυτά ενέργειες τους ή μη ενασχόλησή τους. Ως προς αυτή την πτυχή της μαρτυρίας τους, αποδεχόμαστε τα λεγόμενα τους χωρίς να εξετάζουμε, σ' αυτό το στάδιο, την επάρκεια των ενεργειών τους ή τον τυχόν επηρεασμό του ανακριτικού έργου από τυχόν παραλείψεις τους, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι θέμα του παρόντος και τυγχάνει εξέτασης κατωτέρω. Καλή εντύπωση μας έχει προκαλέσει και η ΜΚ4 η οποία με σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα κατέστη γνώστης κατά τη συνεργασία της με την παραπονούμενη παρέχοντας της υπηρεσίες ψυχολογικής και συμβουλευτικής στήριξης. Δεν εντοπίζουμε στα λεγόμενα της μάρτυρος οποιαδήποτε προσπάθεια απόκρυψης γεγονότων ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Άλλωστε, η μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε στα λεγόμενα της από την Υπεράσπιση. Θετική ήταν η εντύπωση που μας προκάλεσε η ΜΚ
  1. Ως εμπειρογνώμονας, κλινική ψυχολόγος, παρέθεσε με σαφήνεια και λεπτομέρεια τις διαπιστώσεις της κατά την κλινική αξιολόγηση της ψυχολογικής κατάστασης της παραπονούμενης, παρέχοντας στο Δικαστήριο τα εφόδια ώστε να διαπιστώσει στοιχεία τα οποία, δυνητικά, παρέχουν βοήθεια σ' αυτό στην προσπάθεια του να καταλήξει στα συμπεράσματά του για τα επίδικα γεγονότα και θέματα. Σαφώς, η μαρτυρία της ΜΚ3 δεν οδηγεί από μόνη της σε μία κατεύθυνση κατάληξης, αφού οι διαπιστώσεις της ουδόλως αποκλείουν οποιαδήποτε θεώρηση γεγονότων, παραμένει όμως βοηθητική ως αποτυπώνουσα τη ψυχική κατάσταση της παραπονούμενης. Στο βαθμό αυτό, αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ΜΚ3 αξιολογώντας την ως αξιόπιστη. Όσον αφορά την ΜΚ1, το τι μπορεί να λεχθεί είναι ότι έδιδε την εντύπωση ότι γνήσια μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα η ίδια γνώριζε αλλά και ένιωθε αναφορικά με τον κατηγορούμενο και τη σχέση του με την θυγατέρα της. Παραμένει γεγονός ότι ως προς τα επίδικα περιστατικά, περιθωριακή είναι η μαρτυρία της ΜΚ1 αφού η άποψη και εντύπωση της σε σχέση με το πως ένιωθε ή νιώθει η παραπονούμενη ή αναφορές σε γεγονότα, πλην ορισμένων που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, πηγή γνώσης έχουν αναφορές της παραπονούμενης προς τη μάρτυρα μητέρα της και, πέραν τούτου, ούτε επιβεβαιώνουν ούτε αποκλείουν τα επίδικα περιστατικά. Επομένως, θεωρούμε άκρως περιορισμένη την αποδεικτική αξία των λεγομένων της ΜΚ
  2. Θετική εντύπωση μας προκάλεσε η ΜΚ6, ως μάρτυρας, φίλη της παραπονούμενης, η οποία προσήλθε για να καταθέσει αυτά που η ίδια γνώριζε. Από μια γενική θεώρηση της μαρτυρίας της, κρίνουμε ότι η μάρτυρας με σαφήνεια και ειλικρίνεια μετέφερε στο Δικαστήριο αυτά που γνώριζε. Με αναφορά στο βράδυ της συνεύρεσης της με την παραπονούμενη κατά την 29.5.2021, περιέγραψε αυτά τα οποία βίωσε, ενώ κατά τα λοιπά μετέφερε αυτά που της έλεγε η παραπονούμενη, διατηρώντας ουδετερότητα ως προς τα λεγόμενα. Το μόνο σημείο που ελέγχεται είναι η μη αποδοχή της ότι για το επίδικο περιστατικό δεν ενημερώθηκε προηγουμένως, θέση η οποία φαίνεται να συγκρούεται με τα μηνύματα στο Τεκμήριο 18, τα οποία αποδέχθηκε και τα οποία την παρουσιάζουν (η ίδια παρουσιάζεται) να μην έχει γνώση της καταγγελίας της παραπονούμενης. Αυτό το μέρος της μαρτυρίας της δεν αποδεχόμαστε, κρίνοντας ως ορθή την κατάσταση πραγμάτων που προβάλλει από τα μηνύματα (Τεκμήριο 18). Ούτε φυσικά μπορεί να είναι αποδεκτή οποιαδήποτε έκφραση γνώμης της μάρτυρος σε σχέση με τον τρόπο σκέψης ή λειτουργίας της ΜΚ
  3. Κατά τα λοιπά, κρίνουμε τη μάρτυρα αξιόπιστη ως προς τα λεγόμενά της. Ως προς την αναγκαιότητα αναζήτησης ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση ΣΣ ν. Δημοκρατίας, V.V.M. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 147 και 148/2016, ημερομηνίας 20.11.2019, προβαίνει σε μια λεπτομερή ανάλυση του θέματος συνοψίζοντας τα αποτελέσματα των νομοθετικών ρυθμίσεων, ως εξής: «Έχει καταργηθεί η εκ του νόμου υποχρέωση για ενίσχυση ανώμοτης μαρτυρίας παιδιού, η υποχρέωση με βάση κανόνα πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης ένορκης μαρτυρίας παιδιού, η υποχρέωση με βάση κανόνα πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης παραπονουμένων για σεξουαλικά αδικήματα με βάση το Ν. 87(Ι)/2007 και ακολούθως με βάση το Ν. 91(Ι)/2014, αλλά παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα και ο ίδιος κανόνας έχει υιοθετηθεί ως νομοθετική πρόνοια στο Ν. 119(Ι)/
  4. Παραμένει επίσης σε ισχύ και ο κανόνας αναφορικά με τη μαρτυρία συνεργών ή μαρτύρων που έχουν δικό τους σκοπό να εξυπηρετήσουν.» Επισημαίνεται δε, ότι «...Το ζητούμενο είναι το Δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου». Στην Ποινική Έφεση 231/2018 Ε. Α. ν. Δημοκρατίας, ημερομηνίας 19.11.2019, λέχθηκαν τα εξής, επί του προκειμένου: «Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριμενοποιηθεί. Προκειμένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισμα στη συγκεκριμένη μαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα δυνατόν να μην είναι αξιόπιστη. Έχουμε ήδη αναφερθεί στο παράδειγμα του καθυστερημένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα μπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούμενης αντιφατικής δήλωσης του μάρτυρα..Αφ' ης στιγμής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία και τέτοια μαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα με ης περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόμενα θέματα, το περιεχόμενο και την ποιότητα της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Δεν απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος». Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, προχωρούμε με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ5/παραπονούμενης. Παρά τη φαινομενική ευχέρεια παράθεσης των ισχυρισμών της με σαφή τρόπο και μια διαφαινόμενη σταθερότητα στις θέσεις της, ερωτηματικά δημιουργούνται από τη μαρτυρία και εκδοχή της. Κι αυτό τηρουμένου πάντοτε του ότι στο παρελθόν, η ΜΚ5 βίωσε έντονο περιστατικό βίας από μέρους του κατηγορούμενου εις βάρος της, για το οποίο κατάφερε μεταγενέστερα να προβεί σε καταγγελία και να οδηγήσει τον κατηγορούμενο σε φυλάκιση. Τηρουμένου, επίσης, του ότι το παρελθόν αυτό οδήγησε στην ύπαρξη συμπτωματολογίας μετατραυματικής ψυχικής διαταραχής στην παραπονούμενη, με δεδομένα σε τέτοιες περιπτώσεις, ως τα εξήγησε η ΜΚ
  5. Τηρουμένων, λοιπόν, των ως άνω, μια προσεκτική μελέτη του συνόλου της μαρτυρίας της ΜΚ5 φανερώνει μια κατάσταση πραγμάτων από την οποία προβάλλουν έντονα ερωτηματικά. Είναι εύκολα αντιληπτό ότι η πρώτη χρονικά κατάθεση της μάρτυρος αφορούσε χρόνο προγενέστερο των επιδίκων γεγονότων των κατηγοριών 1-
  6. Το ίδιο όμως δεν ισχύει και με την τρίτη κατάθεση της, ημερομηνίας 23.6.2021, η οποία, όχι μόνο ακολούθησε χρονικά των γεγονότων αυτών, αλλά ακολούθησε χρονικά και του σημείου κατά το οποίο, ως η σχετική μαρτυρία, η ΜΚ5 ενημερώθηκε ότι τέτοια γεγονότα στοιχειοθετούν βιασμό. Επομένως, ερωτηματικό δημιουργείται από την αποφυγή της ΜΚ5 να καταγγείλει τους εν λόγω βιασμούς της τότε και αντ' αυτού περιορίστηκε στους εις την τρίτη αυτή κατάθεση της ισχυρισμούς που κυρίως περιέγραφαν το περιστατικό ξυλοδαρμού της, καθώς επίσης και αναφορά της στα όσα αφορούσε η πρώτη της κατάθεση. Περαιτέρω δε, με αναφορά στα όσα αφορούν τις κατηγορίες 1-6, δεν μπορούν να διαφύγουν της προσοχής μας αντιφάσεις και ανακρίβειες που προκύπτουν από τους ισχυρισμούς της μάρτυρος/παραπονούμενης. Κι εξηγούμε. Βασικό στοιχείο που η ΜΚ5 αναδείκνυε με κάθε ευκαιρία, τόσο στις καταθέσεις της, όσο και στην προφορική της μαρτυρία, ήταν ο φόβος της για το απρόβλεπτο και επικίνδυνο της συμπεριφοράς του κατηγορουμένου όταν κανείς του αρνείτο αυτό που ήθελε και όταν ήταν υπό την επήρρεια ναρκωτικών ή/και αλκοόλ. Παρόλα αυτά, όταν ήρθε, ως ισχυρίστηκε, αντιμέτωπη με αυτόν περί τις 23:00 η ώρα, όταν επέστρεφε από την ταβέρνα, τον άφησε, ουσιαστικά, να μπει στο αυτοκίνητο της, αφού δεν οδήγησε αυτό φεύγοντας, προτού ο κατηγορούμενος εισέλθει από την πόρτα συνοδηγού. Αυτό η ΜΚ5 απέδωσε στο φόβο της. Αν ευσταθεί, λοιπόν, ότι μέχρι το χρονικό σημείο που η ΜΚ5 κατέβασε τον κατηγορούμενο για ανάληψη μετρητών σε Τράπεζα, αυτή τελούσε υπό κράτος φόβου και επιφύλαξης για αντίδραση του κατηγορουμένου, εύλογα διερωτάται κανείς γιατί τότε δεν απέδρασε η ΜΚ5, οδηγώντας το όχημα της και αναζητώντας προστασία από ακόμη και την Αστυνομία; Αυτό και πάλι, η ΜΚ5 απέδωσε στο ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν άγριος ούτε η ίδια είχε φοβία μέσα της. Και πάλι, αν αυτό ευσταθεί, τότε εντελώς διαφορετική διάσταση λαμβάνουν τα γεγονότα που ακολούθησαν. Φυσικά, δύσκολα συνάδει τέτοια θεώρηση με την αναφορά της ότι για να ήταν κλαψιάρης ο κατηγορούμενος, θα πρέπει να ήταν υπό την επήρρεια. Αν ήταν υπό την επήρρεια, κάτι που η ΜΚ5 ισχυρίστηκε ότι καταλάμβαινε, πως και δεν τον εγκατέλειψε στην Τράπεζα, με δεδομένο ότι είναι απρόβλεπτος και επικίνδυνος όταν είναι υπό την επήρρεια; Και πως εξηγούνται όλες οι ενέργειες που ακολούθησαν; Πως εξηγείται η μετάβαση στο σπίτι, η μεταγενέστερη μετάβαση της στο δωμάτιο, το ότι ξάπλωσε, με τον κατηγορούμενο να την ακολουθεί και μετά να φιλιόνταν κλπ, όταν ο κατηγορούμενος προκαλούσε φόβο για απρόβλεπτη και επικίνδυνη συμπεριφορά. Ακόμη και στην περιγραφή των κατ' ισχυρισμόν γεγονότων της 17.2.2021, στην αναπάντεχη επίσκεψη του κατηγορουμένου, η ΜΚ5 εξήγησε ότι κάθισαν και μιλούσαν και έπιναν τσάι. Άρα, και σ' αυτή την περίπτωση, η κοινή λογική θα παρέπεμπε σε διαφορετικές ενέργειες, αν όντως επικρατούσε κατάσταση φόβου. Φυσικά, τίθεται αναπόφευκτα το ερώτημα, αναφορικά με την 29-30.5.
  7. Ήταν ο κατηγορούμενος όντως από πριν υπό την επήρρεια; Είναι κάτι που η ΜΚ5 αντιλήφθηκε ή υποψιάστηκε εν μέσω των σεξουαλικών πράξεων; Δεν ήταν προηγουμένως αλλά έκανε χρήση το επόμενο πρωινό όταν κάπνισε κάνναβη; Ποια από τις θέσεις της ΜΚ5 ισχύει; Σε σχέση δε, με το επόμενο πρωί, εντελώς διαφορετική παρουσιάζεται η αντίδραση της ΜΚ5 στις βουλές και διαμαρτυρίες του κατηγορουμένου. Τον αγνόησε και μάλιστα του είπε ότι είτε θα τον πάρει σπίτι του είτε θα πάει περπατητός. Τίθεται εύλογα το ερώτημα. Δεν φοβήθηκε την απρόβλεπτη αντίδραση του; Ιδιαιτέρως που, ως ισχυρίστηκε, τον είδε, πρωί-πρωί να καπνίζει κάνναβη, κάτι που τον αγριεύει; Ερωτηματικά, αναπόφευκτα, δημιουργούνται από τα ως άνω. Περαιτέρω, παράδοξο φαντάζει ότι η ΜΚ5 ισχυρίζεται ότι είπε τα γεγονότα στη φίλη της, ΜΚ6, όταν, ως εξηγούμε ανωτέρω, από τα μηνύματα της ΜΚ6 με τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 18), προκύπτει ότι η ΜΚ6 δεν είχε γνώση των ισχυρισμών της ΜΚ5 ενωρίτερα της καταγγελίας. Περαιτέρω, διαφορά στην περιγραφή της ΜΚ5 φαίνεται να προκύπτει από τα λεγόμενα της ΜΚ6 η οποία ανέφερε ότι κατά την επίδικη νύχτα έδωσε στην ΜΚ5 την επιλογή να μείνει μαζί της, όταν έφευγαν από την ταβέρνα. Κάτι που η ΜΚ5 δεν έπραξε γιατί δεν είχε λόγο να φοβάται για ενέργειες του κατηγορούμενου κατά το χρόνο εκείνο. Όπως και δεν είπε οτιδήποτε στη φίλη της και δεν ακουγόταν παράξενα όταν η ΜΚ6 την πήρε μετά τηλέφωνο να δει αν είναι καλά, όταν δεδομένα ήταν με τον κατηγορούμενο. Εύλογα διερωτάται, κανείς, γιατί η ΜΚ5 απέκρυψε τη συνάντησή της, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, με τον κατηγορούμενο από τη φίλη της; Η οποία, άλλωστε, θα μπορούσε να αποτελέσει ασπίδα προστασίας της, αν όντως η ΜΚ5 θεωρούσε ότι κινδύνευε και ήταν υπό κράτος φόβου. Περαιτέρω, ερωτηματικά δημιουργούνται από το ότι η ΜΚ5 φαίνεται να απέκρυβε τις συναινετικές σεξουαλικές συνευρέσεις της με τον κατηγορούμενο μετά την αποφυλάκιση του. Εις δε τη φίλη της, ΜΚ6, έλεγε ότι δεν ήθελε ερωτική σχέση, ήθελε να ηρεμίσει, δεν ένιωθε όπως πριν και ότι της έμεινε φόβος. Πως εξηγούνται οι συναινετικές σεξουαλικές πράξεις; Γιατί η ΜΚ5 δεν αναφέρθηκε ποτέ σ' αυτές; Γιατί η ΜΚ3 αναφέρθηκε σε αποφυγή δημιουργίας σχέσεων, όταν η ΜΚ5 δέχτηκε ότι είχε δύο; Αναπόφευκτα ερωτηματικά δημιουργούνται από τα ως άνω. Προς άρση λανθασμένης αντίληψης της ως άνω ανάλυσης, αποτελεί δεδομένο ότι ακόμη και τηρουμένων των ως άνω, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο απουσίας συναίνεσης από πλευράς ΜΚ5 για σεξουαλική πράξη. Όμως, με τα δεδομένα όπως προκύπτουν, ήτοι, απουσία βίαιης ή άγριας ή απειλητικής συμπεριφοράς από πλευράς κατηγορουμένου καθ' όλο το χρόνο που προηγήθηκε της πράξης κατά την επίδικη ημερομηνία και την ύπαρξη και στο πρόσφατο παρελθόν συναινετικών σεξουαλικών συνευρέσεων, μας δημιουργούνται εύλογες αμφιβολίες ως προς το ότι η παραπονούμενη συναινούσε στις σεξουαλικές πράξεις υπό το κράτος φόβου. Σ' αυτό συνηγορεί και το τι αποτυπώνεται στη φωτογραφία (Τεκμήριο 17) από χρόνο αμέσως μετά τις πράξεις, από το οποίο ουδόλως εντοπίζεται εικόνα προσώπου που υποβλήθηκε στο τι έχει περιγραφεί, υπό το κράτος φόβου. Με αναφορά δε, στις υπόλοιπες κατηγορίες, θα πρέπει να λεχθεί ότι το τι αναφέρεται στην έβδομη κατηγορία δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία. Ούτε οι εικόνες που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της ΜΚ5, ούτε τα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται σε προσπάθεια του κατηγορουμένου να πείσει την ΜΚ5 ότι την αγαπά και θέλει να την παντρευτεί. Ως προς δε την ισχυριζόμενη απειλή, και πάλι αυτή ερμηνεύεται ως απειλητική από την ίδια την ΜΚ
  8. Παράλληλα, όμως, η εν γένει αξιολόγηση της ΜΚ5, ως μάρτυρα με τάση την επιλεκτική αναφορά γεγονότων, υπερβολών στις τοποθετήσεις της και αντιφατικών δηλώσεων, κρίνουμε ότι επηρεάζει ευρύτερα την αξιοπιστία της με τρόπο που δεν είμαστε σε θέση να αποδεχτούμε τους ουσιαστικούς της ισχυρισμούς για οποιαδήποτε κατηγορία. Αμφιβολίες μας δημιουργούνται σχετικά με τις αναφορές της ΜΚ
  9. Αυτό αναπόφευκτα αφορά και την κατ' ισχυρισμό απειλή της ένατης κατηγορίας ενώ το γεγονός ότι η δέκατη κατηγορία τίθεται βασιζόμενη στα όσα αφορούν τις υπόλοιπες κατηγορίες, η αδυναμία κατάληξης σε ανάλογα συμπεράσματα, αποβαίνει μοιραία και για αυτήν την κατηγορία. Συγκεφαλαιώνοντας, στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης μας, έχουμε έντονα αποκομίσει την εντύπωση ότι η παραπονούμενη, έχοντας στο παρελθόν βιώσει σοβαρό περιστατικό βίας, με θύτη τον κατηγορούμενο, εξηγεί διάφορες ενέργειες και αποφάσεις της με βάση την αντίληψη της για ενδεχόμενο τρόπο συμπεριφοράς του κατηγορουμένου. Τελώντας, ως δίδεται η εντύπωση, πολλές φορές υπό κάποιου είδους σύγχυση, όπως όταν θεωρεί συγκεκριμένο τρόπο συμπεριφοράς από πλευράς κατηγορουμένου, ως δεδομένο. Από τα όσα έχουμε αναλύσει ανωτέρω, έντονες αμφιβολίες δημιουργούνται για την ακρίβεια και υπαρκτό των προβαλλόμενων ισχυρισμών της ΜΚ
  10. Σαφώς, μια τέτοια θεώρηση, εξαλείφει οποιαδήποτε αναγκαιότητα ενασχόλησης με το θέμα ύπαρξης ενισχυτικής μαρτυρίας, παρόλο που μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια μαρτυρία δεν φαίνεται να υπάρχει στην παρούσα υπόθεση. Εξαλείφει επίσης οποιαδήποτε αναγκαιότητα ενασχόλησης με το εγειρόμενο ζήτημα της μη ορθής και ολοκληρωμένης διερεύνησης της υπόθεσης, παρόλο που και πάλι μπορεί να λεχθεί ότι ορισμένες θέσεις του κατηγορουμένου στην ανακριτική του κατάθεση ή αναφορές της παραπονούμενης, θα μπορούσε να υποβάλλονταν σε πιο εις βάθος διερεύνηση, όπως πχ αναφορά του κατηγορουμένου ότι σε συγκεκριμένη ημερομηνία δεν είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την ΜΚ5 και τέτοια επικοινωνία αφορά κατ' ισχυρισμόν απειλή από μέρους του. Με βάση τα ως άνω, καταλήγουμε ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε συμπεράσματα γεγονότων που να αποδεικνύουν τις προσαπτόμενες κατηγορίες. Με αναφορά δε, στις κατηγορίες 1-6, στις οποίες, είναι αποδεκτή η τέλεση της σεξουαλικής πράξης, στη βάση των ως άνω, αδυνατούμε να καταλήξουμε ως προς το ότι η παραπονούμενη συναίνεσε υπό το κράτος φόβου. Για σκοπούς, πληρότητας, οφείλουμε να σημειώσουμε το συμπέρασμα μας ότι ακόμη και να αποδεχόμασταν την ως άνω θέση της παραπονούμενης, δεν θα μπορούσαμε να καταλήξουμε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε κάτι τέτοιο ή ότι αδιαφόρησε για κάτι τέτοιο. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποστηρίζει αντίθετη θεώρηση και, ως γνωστό, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να προβεί σε υποθέσεις για κάτι τέτοιο. Κατάληξη μας είναι ότι, στη βάση των όσων αναλύονται ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορουμένου στον απαιτούμενο βαθμό στις κατηγορίες που του προσάπτονται και, κατά συνέπεια, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες. (Υπ.) ................ Μ. Αμπίζας, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Γ. Πετάση ‑ Κορφιώτη, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Μ. Παπαϊωάννου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.