Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. ΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 8576/2017, 19/4/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8576/2017 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον [ ] ΙΩΑΝΝΟΥ Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 19/4/22 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για Κατηγορούμενο: κ. Γαβριηλίδης Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η A. Οι Κατηγορίες Εκκρεμούν 9 Κατηγορίες συνολικά εναντίον του Κατηγορούμενου, ιδιώτη επιδότη. Σχετίζονται με 3 υποθέσεις ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στις οποίες έχουν γίνει από τον ίδιο οι επιδόσεις και στις αποδείξεις παραλαβής των Κλήσεων Κατηγορουμένων κατ' ισχυρισμό η υπογραφή τέθηκε από εκείνον, εφόσον οι Κατηγορούμενοι σε εκείνες τις υποθέσεις, παραπονούμενοι στην παρούσα, αρνήθηκαν ότι παρέλαβαν και υπέγραψαν τα έντυπα. Έχουν ως ακολούθως οι Κατηγορίες: Κατηγορία 1: Πλαστογραφία δικαστικού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι), 337 και 29 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, μεταξύ της 1ης και 26ης Ιουλίου 2012 στη Λ/σια ο Κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση και συγκεκριμένα ότι συμπλήρωσε τα στοιχεία του Στ. Παντελίδη στην απόδειξη παραλαβής κατηγορητηρίου ποινικής υπόθεσης και στη θέση υπογραφής του λαβόντος, υπέγραψε διά του ονόματος του εν λόγω προσώπου χωρίς την εξουσιοδότησή του. Κατηγορία 2: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι), 337, 339 και 29 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 26/7/12 κυκλοφόρησε εν γνώσει του και δολίως το πιο πάνω πλαστό έγγραφο Κατηγορία 3 : Δόση ψευδούς όρκου κατά παράβαση των άρθρων 117 και 35 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 26/7/12 στη Λευκωσία προέβη σε ψευδή όρκο υπογράφοντας ενώπιον γραμματειακού λειτουργού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι επέδωσε στο Στ. Παντελίδη κατηγορητήριο, ενώ γνώριζε ότι ουδέποτε το έπραξε. Κατηγορία 4: Πλαστογραφία δικαστικού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι), 337 και 29 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, μεταξύ της 1ης και 22ης Οκτωβρίου 2013 στη Λευκωσία ο Κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή συμπλήρωσε τα στοιχεία του Στ. Παντελίδη στην απόδειξη παραλαβής κατηγορητηρίου ποινικής υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και στη θέση υπογραφής του λαβόντος, υπέγραψε διά του ονόματος του εν λόγω προσώπου χωρίς την εξουσιοδότησή του. Κατηγορία 5: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι), 337, 339 και 29 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 22/10/13 κυκλοφόρησε εν γνώσει του και δολίως το πιο πάνω πλαστό έγγραφο Κατηγορία 6: Δόση ψευδούς όρκου κατά παράβαση των άρθρων 117 και 35 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα ότι στις 22/10/13 στη Λευκωσία προέβη σε ψευδή όρκο υπογράφοντας ενώπιον γραμματειακού λειτουργού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι επέδωσε στο Στ.Παντελίδη κατηγορητήριο, ενώ γνώριζε ότι ουδέποτε το έπραξε Κατηγορία 7: Πλαστογραφία δικαστικού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α)(δ)(ι), 337 και 29 του Κεφ.
- Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, μεταξύ της 1ης και 15ης Οκτωβρίου 2013 στη Λ/σια ο Κατηγορούμενος κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση και συγκεκριμένα ότι συμπλήρωσε τα στοιχεία του Χ. Αχιλλέως στην απόδειξη παραλαβής κατηγορητηρίου ποινικής υπόθεσης και στη θέση υπογραφής του λαβόντος, υπέγραψε διά του ονόματος του εν λόγω προσώπου χωρίς την εξουσιοδότησή του. Κατηγορία 8: Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι), 337, 339 και 29 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 15/10/13 κυκλοφόρησε εν γνώσει του και δολίως το πιο πάνω πλαστό έγγραφο Κατηγορία 9 : Δόση ψευδούς όρκου κατά παράβαση των άρθρων 117 και 35 του Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 15/10/13 στη Λευκωσία προέβη σε ψευδή όρκο υπογράφοντας ενώπιον γραμματειακού λειτουργού του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ότι επέδωσε στο Χ. Αχιλλέως κατηγορητήριο, ενώ γνώριζε ότι ουδέποτε το έπραξε. B. Μαρτυρία Έδωσαν μαρτυρία 5 μάρτυρες Κατηγορίας, η μαρτυρία των οποίων παρατίθεται αμέσως πιο κάτω. Πριν αν παρατεθεί η μαρτυρία παραθέτω τα γεγονότα που έγιναν παραδεκτά. Παραδεκτά γεγονότα Σύμφωνα με εκατέρωθεν δηλώσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων έχουν γίνει παραδεκτά τα ακόλουθα:
- Η ορθή και νομότυπη διακίνηση των Τεκμηρίων 1-16
- Οι καταθέσεις 2 προσώπων ενώπιον των οποίων ορκίστηκε ο Κατηγορούμενος για τις 2 ποινικές υποθέσεις του παραπονούμενου Παντελίδη. Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.
- ήταν ο Λοχίας Γ. Χρυσάνθου [ ], από το Εργαστήριο Γραφολογίας ΥΠ.ΕΓ.Ε. Είναι ειδικός στην εξέταση εγγράφων και χειρόγραφων. Έτυχε εκπαίδευσης στην υπηρεσία του και μετεκπαίδευση στο εξωτερικό και είναι κάτοχος σχετικής διαπίστευσης που αφορά στη δικανική εξέταση γραφής και υπογραφής. Ετοίμασε δύο γραφολογικές εκθέσεις τις οποίες και κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήρια 2 και 4). Eξήγησε σε σχέση με την πρώτη εξέταση (Τεκμήριο 2), ότι εξετάστηκε η γραφή και η υπογραφή επί Ένορκης Δήλωσης επίδοσης και συγκρίθηκε με τα δείγματα των 2 προσώπων που υποβλήθηκαν για σύγκριση (Κατηγορούμενου και Χ. Αχιλλέως - πρόσωπο με το οποίο σημειώνω ότι σχετίζονται οι Κατηγορίες 6-9). Η γραφή κάτω από τον τίτλο απόδειξη παραλαβής υπήρχε ισχυρή πεποίθηση ότι έγινε από τον Κατηγορούμενο (αναφέρθηκε από το δικηγόρο του Κατηγορούμενου ότι η γραφή δεν αμφισβητείτο). Όσον αφορά την υπογραφή όμως, η έκφραση οποιασδήποτε γραφολογικής γνώμης είναι αδύνατη. Ετοίμασε και δεύτερη γραφολογική έκθεση Τεκμήριο 4 - σχετίζεται με τις Κατηγορίες 1 - 6 που αφορούσαν στο Στ. Παντελίδη- και έγγραφα που εξέτασε. Σε σχέση με τις 2 υπογραφές στα εν λόγω έγγραφα ανέφερε ότι είναι ποσοτικά περιορισμένες και πρόκειται για αντίγραφα και η εκφορά γνώμης ως προς το πρόσωπο που υπέγραψε είναι επισφαλής. Όμως, συγκρίνοντας τις 2 αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα γραφής που αποδίδονται στον παραπονούμενο Παντελίδη και στον Κατηγορούμενο παρουσιάζουν διαφορές ως προς τη γενική μορφή τους και δεν πρόκειται για γνήσιες υπογραφές τους κατά τη γνώμη του μάρτυρα. Όταν δεν υπάρχουν πρωτότυπα δεν μπορεί να αποκλειστεί η εξέταση αντιγράφων, αλλά η διαβάθμιση των αποτελεσμάτων εξαρτάται από την ποιότητα των αμφισβητούμενων εγγράφων, αλλά και το πόσο εμφανείς είναι οι διαφορές ή ομοιότητες μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών με το δειγματικό υλικό. Σε σχέση με τη γραφή, επειδή είναι μεγάλης έκτασης και υπάρχουν εμφανή χαρακτηριστικά, κατάφερε να διεξάγει σύγκριση και να καταλήξει σε αποτέλεσμα με ισχυρή πεποίθηση. Όσον αφορά όμως στις υπογραφές, ο συνδυασμός της κακής ποιότητας αντιγράφου με την ποσοτική και ποιοτική ανεπάρκεια των υπογραφών, τον οδήγησαν σε συμπέρασμα ότι οι αμφισβητούμενες υπογραφές διαφέρουν από αυτές των παραπονούμενου Παντελίδη - κατηγορούμενου, αλλά δεν μπορεί να εκφέρει άλλη γνώμη. Κατά την αντεξέτασή του, μεταξύ άλλων δέχθηκε ο μάρτυρας ότι ένα αντίγραφο μπορεί να δεχθεί αλλοιώσεις και παρεμβάσεις και ότι το κατά πόσον η παρέμβαση μπορεί να διαφανεί αυτό θα προκύψει εάν εντοπιστεί το πρωτότυπο που θα γίνει η σύγκριση. Επισήμανε ότι στην υπό διερεύνηση υπόθεση υπάρχουν 3 αντίγραφα με 3 υπογραφές των οποίων αναζητείται ο συγγραφέας και δεν μπορεί να καταλήξει κάποιος σε ασφαλές συμπέρασμα. Μ.Κ.
- Ο Μ.Κ.
- Κ.Παπαθεοδώρου, Λοχίας [ ] υπηρετεί στη Διεύθυνση Επαγγελματικών Προτύπων και Επιθεωρήσεων. Ετοίμασε κατάθεση Τεκμήριο 6 ημερ. 26/12/215, σε σχέση με το παράπονο Παντελίδη όπου και αναφέρεται σε ανακριτικές του ενέργειες για την εν λόγω υπόθεση ως εξεταστής. Ως αναφέρει στο Τεκμήριο 6 μεταξύ άλλων, ο παραπονούμενος Στ. Παντελίδης κατάγγειλε την 1/7/14 στον Α.Σ Κοκκινοτριμιθιάς, ότι μετά από εξετάσεις στις οποίες προέβηκε ο ίδιος, διαπίστωσε ότι αποδείξεις παραλαβής κλήσεων στις οποίες ήταν Κατηγορούμενος, ενώ φαίνεται να παραλήφθηκαν από τον ίδιο, αυτός ουδέποτε τις παρέλαβε - υπέγραψε και σύμφωνα με τα φωτοαντίγραφα των εντύπων της ένορκης δήλωσης επίδοσης κλήσεως και τις αποδείξεις παραλαβής των κλήσεων που παρουσίασε ο παραπονούμενος φαίνεται ως επιδότης ο Κατηγορούμενος . Έλαβε επίσης κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, Τεκμήριο
- Σε αυτήν παρατηρώ ότι ο Κατηγορούμενος δέχεται ότι συμπλήρωσε κι υπέγραψε την Ένορκη Δήλωση επιδόσεων και συμπλήρωσε την απόδειξή παραλαβής και η υπογραφή είναι του Στ. Παντελίδη και για τις 2 υποθέσεις. Επίσης αναφέρει ότι κάθε φορά που επιδίδει, μπορεί να ορκιστεί σε οποιοαδήποτε αρμόδιο πρόσωπο. Ετοίμασε επίσης ο Μ.Κ.2 κατάθεση Τεκμήριο 10, ημερ. 26/12/
- Αναφέρει σε αυτήν ότι είναι εξεταστής υπόθεσης όπου ο παραπονούμενος είναι ο Χ. Αχιλλέως, ο οποίος κατάγγειλε στις 23/10/14 ότι μετά από εξετάσεις στις οποίες προέβηκε ο ίδιος, διαπίστωσε ότι η απόδειξη παραλαβής κλήσης της υπόθεσης 19823/13 στην οποία ενώ φαίνεται να παραλήφθηκε από τον ίδιο, εκείνος ουδέποτε την παρέλαβε/υπέγραψε. Σχετική κατάθεση λήφθηκε στις 29/4/15 από τον Κατηγορούμενο- Τεκμήριο 11-, ο οποίος και αναγνωρίζει όπως στο Τεκμήριο 7 ότι στο αντίγραφο που του επιδεικνύεται συμπλήρωσε και υπέγραψε την ένορκη δήλωση επίδοσης και συμπλήρωσε την απόδειξη παραλαβής και η υπογραφή είναι του Χ. Αχιλλέως. Επίσης αναφέρει ότι κάθε φορά που επιδίδει, μπορεί να ορκιστεί σε οποιοδήποτε αρμόδιο πρόσωπο. Αναφέρθηκε επίσης κατά την παρουσίασή του στο Δικαστήριο στις δύο υποθέσεις που διερεύνησε, δηλαδή σε σχέση με τις 2 επιδόσεις στο Στ. Παντελίδη και την 1 στο Χ. Αχιλλέως. Αναφέρθηκε επίσης σε προσπάθειές του για εξασφάλιση των αποδείξεων παραλαβών και στους λόγους μη εξασφάλισης πρωτοτύπων των εγγράφων. Τα έγγραφα σε δύο από τις υποθέσεις πιστοποιούνται από την Πρωτοκολλητή Α. Μακρή (19823/13 και 15508/12 ενώ για τα έγγραφα επίδοσης στην υπόθεση 19339/13 δεν υπάρχει σχετική πιστοποίηση). Δεν δέχθηκε καθυστέρηση στη διερεύνηση της υπόθεσης. Κατατέθηκαν καταθέσεις που έλαβε από την Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λ/σιας κα Α. Μακρή (Μ.Κ.5), υπεύθυνη του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων . Αναφέρεται στην πρώτη από αυτές (Τεκμ. 14) ότι στις ποινικές υποθέσεις 15508/12 και 19823/13 παρέλαβε επιστολή από τη Νομική Υπηρεσία και πιστοποίηση αντίγραφα ενόρκων δηλώσεων και αποδείξεων παραλαβής που αφορούν τις ποινικές υποθέσεις 15508/12 και 19823/13 με παραλήπτη στην πρώτη τον Στέλιο Παντελίδη και στη δεύτερη το Χαρίλαο Αχιλλέως. Τα πρωτότυπα των εν λόγω φακέλων βρίσκονται σε φακέλους που δεν έχουν ανευρεθεί. Η πιστοποίηση έγινε με γνώμονα τη σφραγίδα που υπήρχε ήδη στα αντίγραφα. Αναφορικά με έγγραφα που ζητήθηκαν στην ποινική υπόθεση 19339/13, η υπογραφή πρωτοκολλητή που φαίνεται να υπάρχει δεν της είναι αναγνωρίσιμη και δεν φέρει παλαιότερη σφραγίδα της που να την καθιστά πιστό αντίγραφο και δεν μπορεί να προβεί σε πιστοποίησή της. Ούτε εκείνης της υπόθεσης ο φάκελος είχε ανευρεθεί. Στη δεύτερη κατάθεση (Τεκμ.15) γίνεται αναφορά σε απόρριψη αιτήματος της αστυνομία για εξαγωγή εγγράφων από φακέλους ποινικών υποθέσεων 15508/12 και 19993/
- Μ.Κ.3 O Στέλιος Παντελίδης Μ.Κ.3., παραπονούμενος σε σχέση με τις Κατηγορίες 1-6, ιδιωτικός υπάλληλος υιοθέτησε το περιεχόμενο κατάθεσής του 1/7/
- Σύμφωνα με αυτήν, διαμένει στην Κοκκινοτριμιθιά. Στην οικία του δεν διαμένει άλλο πρόσωπο εκτός από εκείνον και την σύζυγό του. Κατά το μήνα Δεκέμβριο 2013 έλαβε μία επιστολή με το ταχυδρομείο από τον Αστ. Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς, με την οποία πληροφορείτο ότι εκκρεμούσε εναντίον του πρόστιμο. Μετά από λίγες μέρες μετέβηκε σε αστυνομικό σταθμό για να ρωτήσει τι αφορούσε το πρόστιμο και πληροφορήθηκε ότι του επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε ποινική υπόθεση που αφορούσε κοινοτικούς φόρους. . Ουδέποτε παρουσιάστηκε ενώπιον Δικαστηρίου για την υπόθεση. Από έρευνα που έκανε μόνος του ζήτησε να δει την απόδειξη παραλαβής κλήσης από την Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και όταν του έδειξαν την απόδειξη παραλαβής, διαπίστωσε ότι η επιταγή που έφερε το όνομά του δεν ήταν δική του ούτε μέλους της οικογένειάς του (παρέδωσε φωτοαντίγραφο της απόδειξης παραλαβής υπογεγραμμένο από εκείνον στις 1/7/14). Ο λόγος που μπήκε στη διαδικασία ανεύρεσης στοιχείων ήταν γιατί τον Ιανουάριο 2014 έλαβε ακόμη μία επιστολή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας που αφορούσε πρόστιμο που επιβλήθηκε σε εκείνον σε άλλη υπόθεση. Όταν ερεύνησε εκ νέου την υπόθεση διαπίστωσε ότι υπήρχε στο επιδοτήριο που αφορούσε την εν λόγω υπόθεση δεν υπήρχε δική του υπογραφή (παρέδωσε και για αυτή την υπόθεση σχετικό έγγραφο). Και στα δύο επιδοτήρια το όνομα του επιδότη ήταν αυτό του Κατηγορούμενου. Ουδέποτε παρέλαβε ο ίδιος κλήσεις για τις 2 υποθέσεις. Κανένας δεν ήρθε στο σπίτι του για να επιδώσει σε εκείνον ή στη σύζυγό του κλήση για να παραστεί στο Δικαστήριο. Επίσης δεν ήρθε κάποιος στο χώρο εργασίας του για να επιδώσει σε εκείνον ή στους εργοδότες του. Εξήγησε περαιτέρω πως εξασφάλισε έγγραφα με επισκέψεις του στο Δικαστήριο αρκετές φορές μέχρι να πάρει τα αντίγραφα που ήθελε. Αρχικά μέσω ΤΑΕ είχε επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Κατηγορούμενο. Απόρησε πως δεν ήξερε το που διαμένει αφού του επέδωσε κλήσεις και ο ίδιος ταλαιπωρείτο σε κάθε του ταξίδι στο αεροδρόμιο λόγω απλήρωτων προστίμων. Μεταγενέστερα άφησε σκόπιμα απλήρωτη φορολογία, επειδή έμαθε ότι ο Κατηγορούμενος επιδίδει στην περιοχή. Όταν τον πήρε τηλέφωνο για να του εξηγήσει που είναι το σπίτι του για να του παραδώσει την κλήση διάβασε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος και όταν τον ρώτησε αν είναι το συγκεκριμένο πρόσωπο, του είπε ναι, έσκυψε το κεφάλι και έφυγε. Ήταν η μόνη φορά που τον είδε εκτός Δικαστηρίου. Δεν τον γνωρίζει. Η σύζυγός του δεν μιλούσε ελληνικά. Ο ίδιος και στις 2 περιπτώσεις είδε το μπλε χαρτί (εννοούσε το αυθεντικό της βεβαίωσης προφανώς . Παρέδωσε τα αντίγραφα που έλαβε στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Αναγνώρισε κάποια έγγραφα και το γραφικό του χαρακτήρα σε δείγματα που έδωσε. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε ότι το Κοινοτικό Συμβούλιο του απέστειλε επιστολή για να πληρώσει φορολογία. Πλήρωσε ένα μέρος λόγω οικονομικών δυσκολιών. Μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε τους κοινοτικούς φόρους των υποθέσεων, ούτε και τον τρίτο, αφού άφησε τον Κατηγορούμενο να έρθει για να τον δει. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν πλήρωσε τους φόρους ήταν γιατί στερήθηκε την ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο Δικαστήριο. Όταν ερωτήθηκε αν αμφισβητεί ότι οφείλει κοινοτικούς φόρους, ανέφερε ότι δεν αμφισβήτησε ποτέ την οφειλή. Διευκρίνισε περαιτέρω ότι για την πρώτη φορολογία πλήρωσε ένα μέρος και μετά ξεχάστηκε. Την επόμενη χρονιά δεν του ήρθε επιστολή για φορολογία. Επισκέφθηκε δύο φορές το Δικαστήριο. Επισκέφθηκε το Πρωτοκολλητείο λίγο μετά το Δεκέμβριο του 2013, μπορεί να ήταν Ιανουάριος 2014, αλλά δεν θυμάται. Ο λόγος που δόθηκε η κατάθεσή του τον Ιούλιο 2014 ήταν γιατί μεσολάβησαν κάποιες ενέργειες κι έπρεπε να δοθεί η κατάθεσή του με τη δειγματοληψία. Ο ίδιος, αν το διατάξει το Δικαστήριο θα πληρώσει άμεσα τις φορολογίες, αλλά επικοινώνησε και προσφέρθηκε να πληρώσει τους φόρους του, αλλά δεν του το επιτρέπουν. Ο ίδιος δεν ισχυρίζεται ότι υπέγραψε ο Κατηγορούμενος (εννοούσε στη θέση του), αλλά υπέγραψε κάποιος άλλος από τον ίδιο. Αν θυμάται καλά, πήρε και τα 2 έγγραφα (εννοούσε αντίγραφα των βεβαιώσεων παραλαβής Κατηγορητηρίου) από το Δικαστήριο. M.K.
- Ο Μ.Κ.4 Γ. Μαυρικίου, υιοθέτησε κατάθεσή του με την οποία αναφέρει ότι κατέγραψε παράπονο από τον Σ.Παναγίδη σε σχέση με ισχυρισμό πλαστογραφίας της υπογραφής του. Μετά από γραπτή συγκατάθεση λήφθηκαν 20 δείγματα γραφής από εκείνον για σκοπούς εξέτασης και σύγκρισης και στις 8/8/14 παρέδωσε στον Μ.Κ.
- τις 2 αποδείξεις παραλαβής κλήσεων και τα 20 δείγματα γραφής. Πρόσθεσε ότι το ΤΑΕ παρέπεμψε αρχικά την υπόθεση στον Α.Σ. Κοκκινοτριμιθιάς αλλά μετά συνέχισε το ΤΑΕ τη διερεύνηση γιατί τα φερόμενα αδικήματα έγιναν στην περιοχή του Δικαστηρίου, την οποίαν εξετάζει το ΤΑΕ Λ/σιας. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι το Τεκμήριο 22 (αντίγραφα ένορκων δηλώσεων επίδοσης και αποδείξεων για παραλαβής σε 2 υποθέσεις του Σ.Παντελίδη) παραδόθηκε στο Μ.Κ.2 στις 8/8/14 κι έκτοτε δεν ήταν στην κατοχή του. Δεν γνωρίζει ο ίδιος αν υπέγραψε ο Κατηγορούμενος, ο ίδιος απλά έλαβε ένα παράπονο. Η εμπλοκή του ιδίου στη διερεύνηση ήταν η λήψη κατάθεσης και γραφικού χαρακτήρα του παραπονούμενου. Μ.Κ.5 Η Μ.Κ.5 Α. Μακρή υιοθέτησε το περιεχόμενο καταθέσεών της και κατάθεσε ως Τεκμήρια τους ποινικούς φακέλους των 3 ποινικών υποθέσεων όπου υπήρξε ισχυρισμός περί μη επίδοσης στους Κατηγορούμενους σε εκείνες (Σ. Παναγίδη και Χ. Αχιλλέως). Αναγνώρισε την υπογραφή της σε διάφορα έγγραφα. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με απώλεια φακέλων, εξήγησε ότι παλαιότερα υπήρξε πρόβλημα με ανεύρεση κάποιων φακέλων. Οι φάκελοι που κατέθεσε ανευρέθηκαν πρόσφατα όταν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία και είχε ζητήσει να γίνει έρευνα και λόγω του ότι υπάρχουν αποθηκάριοι και προσπάθησαν και μπήκαν σε κάποια σειρά κάποιοι φάκελοι στην αποθήκη βρέθηκαν οι φάκελοι. Όσον αφορά αντίγραφα πρωτοτύπων, ανέφερε ότι για να πιστοποιήσει έγγραφο, είχε το πρωτότυπο μπροστά της και το έκανε πιστό αντίγραφο. Σε σχέση με έγγραφα που ανέφερε ότι δεν μπορούσε να τα πιστοποιήσει, ανέφερε ότι αν δεν ήταν έγγραφο που είχε πιστοποιήσει η ίδια, επειδή δεν γνωρίζει τις υπογραφές όλων των Πρωτοκολλητών, δεν μπορούσε να γίνει πιστό αντίγραφο από την ίδια. Δεν μπορεί να γνωρίζει πως βρέθηκε στα χέρια του παραπονούμενου Αχιλλέως έγγραφο που δεν είχε πιστοποίηση του Πρωτοκολλητείου. Η ίδια δεν θυμάται στο Σ. Παντελίδη να ζήτησε προσωπικά να του δοθούν αντίγραφα, γιατί δεν γίνονται όλες οι διαδικασίες μέσω εκείνης αλλά μέσω του Πρωτοκολλητείου κι εκείνης και δεν θυμάται λόγω της παρόδου του χρόνου και γιατί πολύς κόσμος έρχεται στο Πρωτοκολλητείο για αιτήματα. Ανώμοτη δήλωση Κατηγορούμενου O Κατηγορούμενος υιοθέτησε ανώμοτη δήλωση στην οποίαν κι αναφέρει τα κατωτέρω: Υιοθετεί το περιεχόμενο των καταθέσεων του στην Αστυνομία. Ο ίδιος δεν είχε κανένα οικονομικό όφελος να υπογράψει στη θεση του οποιουδήποτε απόδειξη παραλαβής αφού όταν μεταβεί στην δοθείσα διεύθυνση είτε εντοπίσει το άτομο στο οποίο πρέπει να επιδωσει είτε όχι προπληρώνεται από τον εντολέα της επίδοσης. Επίσης θα ήθελε να αναφέρει ότι σύμφωνα με τους Κανονισμούς δεν έχει ούτε εξουσία ούτε δικαίωμα να ζητεί την ταυτότητα του ατόμου στο οποίο επιδίδει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ταυτοποιήσει τα άτομα. Γ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Αναφέρονται τα ακόλουθα στο σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν.Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014, σελ. 135: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489) αλλά αντιπαραβάλλεται και διρευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεών της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 159/09, ημ. 4.5.12).» Στην υπόθεση Αθηνής Σωτήρης ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, τονίστηκε ότι: « Ο δικάζων, επομένως, δικαστής βρίσκεται στην πλεονεκτική θέση να παρακολουθεί τη ζωντανή διαδικασία και να κρίνει από το σύνολο της συμπεριφοράς του μάρτυρα την έμφυτη κλίση του προς την φιλαλήθεια ή το ψεύδος. Όταν βεβαίως αναφερόμαστε σε συμπεριφορά του μάρτυρος δεν εννοούμε το ύφος με το οποίο εξωτερικεύει τη μαρτυρία του, γιατί μπορεί π.χ. να έχει υποκριτικές ικανότητες ή αντίθετα κάποια εγγενή αδυναμία στην εκφορά του λόγου. Εννοούμε, κατά κύριο λόγο, το περιεχόμενο της μαρτυρίας το οποίο ελέγχεται με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Ασφαλώς στην αξιολόγηση όλων των πιο πάνω κυρίαρχο ρόλο έχει ο δικαστής που χρησιμοποιεί εκτός από τις νομικές του γνώσεις και την εμπειρία και κοινή λογική. Με αυτά τα κριτήρια, και στη βάση του συνόλου της συμπεριφοράς του μάρτυρα, κρίνει για την αξιοπιστία ενός μάρτυρα.». Ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε ολικώς, είτε μερικώς. (Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207) Το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση την οποίαν αποκομίζει από «καθημερινές ανθρώπινες εμπειρίες» (βλ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη «Το Δικαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές - Λευκωσία 2014 σελ. 257). Τέλος, έχω πάντα κατά νουν ότι σε μία ποινική υπόθεση το επίπεδο απόδειξης είναι υψηλότατο. Στο σύγγραμμα των Τ.Ηλιάδη και Ν.Γ.Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», σελ. 355, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την αξιολόγηση του περιεχομένου εγγράφων: «Τόσο στην περίπτωση κατάθεσης πρωτότυπου εγγράφου όσο και στην περίπτωση κατάθεσης αντιγράφου του, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια, στα πλαίσια της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, να αξιολογεί το περιεχόμενο του και αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης να το δεχθεί ολόκληρο ή μέρος του, αναλόγως και του βαθμού στον οποίο το θέμα αποτελεί επίδικο γεγονός (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422)» (σελ. 355) Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου εξετάζεται υπό το πρίσμα των αρχών που συνοψίστηκαν στα πλαίσια της Δρουσιώτης Φίλιππος Τάσου ν. Αστυνομίας 2013 2 ΑΑΔ 505: «Συνοψίζοντας τις αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη σχετική με το συγκεκριμένο θέμα νομολογία, μπορεί να λεχθεί ότι μια ανώμοτη δήλωση, ενώ δεν συνιστά μαρτυρία με την αυστηρή έννοια του όρου, εντούτοις, δεν είναι χωρίς καμιά απολύτως αποδεικτική αξία και ισχύ. Μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας υπό κάποια διαφορετική σκοπιά. Μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα ότι έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία. Όπως ενδεικτικά λέχθηκε στην υπόθεση R. v. Cambell [1979] 69 Cr. App. R. 221: "... μια ανώμοτη κατάθεση του κατηγορούμενου, με την πρακτική που επικρατεί σήμερα, φαίνεται να πήρε κάπως σκιερό χαρακτήρα που βρίσκεται στο μισό δρόμο, σε ότι αφορά αξία και βάρος, ανάμεσα σε ένορκη κατάθεση και απλή εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν μπορεί να λέγεται στους ενόρκους ότι οφείλουν να την αγνοήσουν εξ' ολοκλήρου. Πρέπει να τους λέγεται ότι μπορούν να της δώσουν το βάρος που νομίζουν ότι της αξίζει, αλλά ότι δεν μπορεί να έχει την ίδια αξία, όπως η ένορκη μαρτυρία που δοκιμάστηκε με την αντεξέταση.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί επίσης να γίνει στις υποθέσεις Anastasiades v. Republic
(1997)2 C.L.R. 97, Khadar a.o. v. The Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91.» Είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας τους μάρτυρες, σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του στο εδώλιο. Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, μέσα από το ύφος, τις αντιδράσεις, την αμεσότητα των απαντήσεών, το περιεχόμενό της και τη λογική των διατυπωθέντων ισχυρισμών. Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι ο κ. Γαβριηλίδης εγείρει μία σειρά ζητημάτων, κάποια από το εκ πρώτης όψεως στάδιο και κάποια και μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Μεταξύ άλλων: - Εγείρει ζητήματα για τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε κατά τη γραφολογική έρευνα. Επισημαίνει ότι δεν λήφθηκαν τυχαία δείγματα από τον παραπονούμενο. Δεν θα εξετάσω όμως αυτές τις εισηγήσεις. Τούτο, διότι δεν καταλήγει σε οιοδήποτε πόρισμα ο Μ.Κ.1 περί εμπλοκής του Κατηγορούμενου στο σχηματισμό κάποιας αμφισβητούμενης υπογραφής. Άλλωστε ο κ. Γαβριηλίδης, ουδέποτε πρόβαλε θέση ή υπέβαλε στον παραπονούμενο ότι παρέλαβε τα Κατηγορητήρια ή ότι έθεσε την υπογραφή του στις σχετικές βεβαιώσεις, όπως και δεν ζήτησε οιεσδήποτε διευκρινίσεις από το Μ.Κ.1 ως προς τη σχετική μεθοδολογία του. - Εγείρει επίσης ο κ. Γαβριηλίδης διάφορα ζητήματα για τη διακίνηση των Τεκμηρίων. Εισηγείται ότι διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε σωστή διακίνηση των Τεκμηρίων από τους εμπλεκομένους. Τονίζει ότι το Τεκμήριο 22 είναι τα φωτοαντίγραφα των αποδείξεων παραλαβής που έλαβε ο ίδιος από τον παραπονούμενο Μ.Κ.3 και τα οποία σύμφωνα με τη δική του κατάθεση Τεκμήριο 21 τα είχε δώσει στον εξεταστή από τις 8/8/14 και βρίσκονταν έκτοτε στην κατοχή του ΜΚ
- Εγείρει επίσης ζήτημα σε σχέση με την κατάθεση των Τεκμηρίων 23 - 25 με τα οποία ουσιαστικά η Κατηγορούσα Αρχή θα καλέσει το Δικαστήριο να υπεισέλθει στη θέση του γραφολόγου και θα διαπιστώσει αν αυτό που εξέτασε ο ΜΚ1 περιέχεται όντως στα Τεκμήρια 23 -
- Περαιτέρω προωθεί τη θέση ότι παραβιάστηκαν συνταγματικά δικαιώματα του Κατηγορούμενου για διασφάλιση δίκαιης δίκης αφού τα αναφερόμενα στις κατηγορίες αδικήματα διαπράχθηκαν το 2012 και 2013, αλλά και παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των όπλων. Ως προσθέτει, η υπεράσπιση μέχρι τις 28/9/2 1 και αφού ήδη είχαν αντεξεταστεί η ΜΚ1 4 δεν είχε τη δυνατότητα να δει τα γνήσια των επίδικων δικαστικών εγγράφων αφού τόσο στις καταθέσεις του εξεταστή ΜΚ2 όσο και της ΜΚ5 κυρίας Μακρή γινόταν ξεκάθαρη η αναφορά (βλέπε Τεκμήρια 6, 14 και 15) ότι οι φάκελοι δεν είχαν ανευρεθεί. Το γεγονός ότι αποκαλύφθηκε ουσιώδες μαρτυρικό υλικό μετά την κατάθεση των τεσσάρων αυτών μαρτύρων είχε ως ξεκάθαρο αποτέλεσμα η υπεράσπιση να στερηθεί της δυνατότητας να αντεξετάσει επί αυτών των ουσιωδών θεμάτων. Τα ζητήματα αυτά άπτονται της ουσίας της διακίνησης των Τεκμηρίων. Επί αυτού σημειώνω ότι στις 22/9/21 έγινε η ακόλουθη δήλωση από την κα Θεμιστοκλέους και στη συνέχεια η ακόλουθη δήλωση από τον κ. Γαβριηλίδη: «Κα Χ. Θεμιστοκλέους: Θα κάνουμε δήλωση ότι τα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και αφορούν την υπόθεση έχουν διακινηθεί ορθά και νομότυπα. Δικαστήριο: Έτσι είναι; Κος Χ. Γαβριηλίδης: Βεβαίως Δικαστήριο: Σημειώνεται ως παραδεκτό. Κος Χ. Γαβριηλίδης: Ό,τι κατατέθηκε μέχρι σήμερα, η διακίνησή τους έγινε νομότυπα, είναι παραδεκτό.» (υπογράμμιση δική μου) Η δήλωση αφορούσε τα Τεκμήρια 1-
- Σε αυτά όμως περιλαμβάνονταν και τα έγγραφα που εξετάστηκαν από το Μ.Κ.
- γραφολόγο. Εφόσον ο κ. Γαβριηλίδης προέβη σε παραδοχή ορθής διακίνησης των Τεκμηρίων, θεωρώ ότι εμποδίζεται να εγείρει σχετικά ζητήματα για τα Τεκμήρια 22 και 23 και για τα οιαδήποτε πρωτότυπα ή τα αντίγραφα των εξετασθέντων εγγράφων που βρίσκονται στους φακέλους των ποινικών υποθέσεων που αφορούσαν τον παραπονούμενο Παντελίδη ή τον παραπονούμενο Αχιλλέως. Όμως σε κάθε περίπτωση, δεν υπήρξε επηρεασμός του Κατηγορουμένου, με δεδομένο ότι δεν κατέληξε ο Μ.Κ.1 σε εύρημα περί σχηματισμού της υπογραφής οιουδήποτε παραπονούμενου από τον Κατηγορούμενο. Προχωρώ στη συνέχεια σε αξιολόγηση της διά ζώσης μαρτυρίας, εξετάζοντας παράλληλα και τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Όσον αφορά το Μ.Κ.1., η γενική εντύπωση που μου άφησε ήταν καλή, κρίνεται ως αξιόπιστος, δεν ήταν μάρτυρας με κάποιο συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης και μπορώ από τη μαρτυρία του να καταλήξω στο ότι με βάση τα ευρήματά του και τα συμπεράσματά του, δεν μπορούσε κάποιος να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα σε σχέση με το πρόσωπο που τοποθέτησε τις υπογραφές (άρα δεν εξάγεται συμπέρασμα ότι ήταν ο Κατηγορούμενος). Και ο Μ.Κ.
- μου έκανε καλή εντύπωση. Επρόκειτο για ανεξάρτητο μάρτυρα, που αναφέρθηκε στις ανακριτικές του ενέργειες και δεν προέκυψε οτιδήποτε από την αντεξέτασή του. Έρχομαι στον παραπονούμενου Μ..Κ.
- Δεν μπορώ να βασιστώ πάνω στη μαρτυρία του παραπονούμενου Μ.Κ. 3 για να προβώ σε κάποιο εύρημα περί εμπλοκής του Κατηγορούμενου άμεσα ή έμμεσα στη σύνταξη των υπογραφών τις οποίες ο Μ.Κ.
- αρνείται ότι ήταν δικές του. Υπάρχουν καίριες αντιφάσεις και κενά στη μαρτυρία του, αλλά και μπορεί να συναχθεί από αυτήν, ότι τα κίνητρα της καταγγελίας του είναι συνδεδεμένα με άρνησή του να συμμορφωθεί σε κάποιες κοινοτικές φορολογικές του υποχρεώσεις. Συγκεκριμένα:
- Ως ο ίδιος δέχθηκε δεν ήταν συνεπής στις φορολογικές του υποχρεώσεις και δεν πλήρωσε ποτέ τα ποσά που του επιβλήθηκαν όχι μόνο σε σχέση με τις υποθέσεις που τον αφορούσαν, αλλά και σε μεταγενέστερο έτος, όπου άφησε ως ισχυρίστηκε απλήρωτη τη φορολογία για να τον επισκεφθεί ο Κατηγορούμενος. Είχε δε και από μία δικαιολογία για κάθε απλήρωτη φορολογία: Για το πρώτο έτος (που αφορούσε η ποινική υπόθεση 15508/12) επέμενε ότι πλήρωσε ένα μέρος και θα πλήρωνε τα υπόλοιπα, για το έτος που αφορούσε η 19339/2013 ότι δεν έλαβε επιστολή, για την επόμενη φορολογία ότι δεν πλήρωσε για να έρθει ο Κατηγορούμενος, ώστε εκείνος να τον δει. Σε κάθε μία από τις επιβληθείσες φορολογίες είχε και μία έτοιμη δικαιολογία γιατί παρέλειψε να πληρώσει, δικαιολογίες όμως οι οποίες δεν με έπεισαν , με δεδομένο ότι όπως δέχθηκε δεν πλήρωσε ποτέ τις 3 φορολογίες του. Η εξήγηση όμως που έδωσε ως προς το γιατί να μην πληρώσει τελικά τις 3 φορολογίες -ότι δηλαδή του στερήθηκε η ευκαιρία να υπερασπιστεί τον εαυτό του, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί ουσιαστικά τις οφειλές, αλλά και το ότι άφησε και απλήρωτη τρίτη φορολογία, για την οποίαν δέχεται ο ίδιος ότι παρέλαβε Κατηγορητήριο από τον Κατηγορούμενο- δεν ήταν καθόλου πειστική και δημιουργεί πολλά ερωτηματικά. σε σχέση με την αγνότητα των κινήτρων της καταγγελίας του. Εδώ επισημαίνω και την αντίφασή του, ότι ενώ ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί τις οφειλές, είπε ότι αν το κρίνει το Δικαστήριο θα πληρώσει και τις δ'υπ φορολογίες που αφορούσαν οι ποινικές υποθέσεις και την τρίτη που σκόπιμα δεν πλήρωσε. Είπε δε σε άλλο σημείο ότι επικοινώνησε για να πληρώσει αλλά δεν του το επιτρέπουν (απορώ γιατί σε κάθε περίπτωση να επιμένει να παραλείπει να πληρώσει την τρίτη φορολογία της οποίας σε σχέση με την επίδοση για δικαστική διαδικασία δεν αμφισβήτησε ή γιατί να του αναφέρθηκε ότι δεν επιτρέπεται να πληρώσει κοινοτικές φορολογίες που επιβλήθηκαν και τις οποίες δεν αμφισβητεί) .
- Δεν αιτιολόγησε επίσης επαρκώς το ότι καθυστέρησε να γίνει η καταγγελία του, αφού η κατάθεση που του λήφθηκε ήταν αρκετούς μήνες μετά τη μετάβασή του στο Δικαστήριο σε σχέση με λήψη αντιγράφων για τις ποινικές υποθέσεις, όπως και φαίνεται από τους φακέλους τους (Τεκμήρια 24 και 25 ότι έγινε έρευνα στις 11/2/14 από τον παραπονούμενο στην 7044/13, ενώ στην 15508/12 έγινε έρευνα από δικηγόρο του (Δ. Συρίμη) στις 13/2/14). Αναφέρθηκε σε παραπομπή του από τον Α.Σ. Κοκκινοτριμιθιάς στο ΤΑΕ και αντίστροφα και ουσιαστικά ενδοαστυνομική διαφωνία για την αρμοδιότητα, αλλά ακόμη και η ύπαρξη της διαφοράς για την αρμοδιότητα, στην οποίαν άλλωστε έγινε και αναφορά από το Μ.Κ.4, δεν δικαιολογεί την πολύμηνη καθυστέρηση στην υποβολή του παραπόνου.
- Ενώ ανέφερε ότι μετέβηκε ο ίδιος στο Δικαστήριο και για τις δύο υποθέσεις για να ζητήσει αντίγραφο, από το φάκελο της υπόθεσης 15508/12 φαίνεται ότι αντίγραφο ζητήθηκε από δικηγόρο που ο ίδιος εξουσιοδότησε και όχι από τον ίδιο. Ο ίδιος δε σε καμία περίπτωση δεν αναφέρθηκε σε δικηγόρο τον οποίον εξουσιοδότησε αλλά μόνο σε δική του μετάβαση. Όσον αφορά το Μ.Κ.
- σε σχέση με τη διακίνηση των Τεκμηρίων, πιθανόν και να προέκυπτε κάποιο ζήτημα σε σχέση με τα Τεκμήρια, εφόσον υπήρχε κάποια σύγχυση για τη διακίνησή τους, αλλά με δεδομένη τη δήλωση του κ. Γαβριηλίδη για την αποδοχή της ορθής διακίνησης των Τεκμηρίων δεν θα εξετάσω οτιδήποτε σχετικό. Μπορώ από τη μαρτυρία του, να προβώ σε εύρημα ως προς το ότι έλαβε παράπονο από τον παραπονούμενο Παντελίδη και το ότι παραπέμφθηκε αρχικά η υπόθεση στον Α.Σ. Κοκκινοτριμιθιάς αλλά συνέχισε το ΤΑΕ τη διερεύνηση γιατί τα φερόμενα αδικήματα έγιναν στην περιοχή του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τη Μ.Κ.5, η μαρτυρία της ήταν περισσότερο τυπικής φύσεως, ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας χωρίς κάποιο συμφέρονσ την έκβαση της υπόθεσης, κατέθεσε έγγραφα που ομιλούν από μόνα τους και που ήταν η αρμόδια για να τα καταθέσει ως Πρωτοκολλητής στο Τμήμα Ποινικών Υποθέσεων του Ε.Δ. Λ/σιας - αν και έτυχε αντεξέτασης σε κάποια σημειωτέα έκταση- κι εφόσον δεν εξετάζεται οτιδήποτε σε σχέση με τη διακίνηση των Τεκμηρίων, δεν έχω λόγο να μην αποδεχθώ τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Λαμβάνω επίσης σε κάποιο βαθμό, χωρίς να εξισώνεται βεβαίως με ένορκη μαρτυρία, την Ανώμοτη Δήλωση του Κατηγορούμενου. Επίσης λαμβάνω υπόψη, μαζί με τη διά ζώσης μαρτυρία και το υπόλοιπο έγγραφο μαρτυρικό υλικό, ανάμεσα στο οποίο και τις καταθέσεις του ίδιου του Κατηγορούμενου, σε σημεία που συνιστούν παραδοχές γεγονότων (βλ. ευρήματα αμέσως πιο κάτω). Μπορώ με βάση τη μαρτυρία να προβώ στα ακόλουθα ευρήματα:
- Ο Κατηγορούμενος συμπλήρωσε τα στοιχεία του Στέλιου Παντελίδη από την Κοκκινοτριμιθιά στις αποδείξεις παραλαβής Κατηγορητηρίου των Ποινικών Υποθέσεων 15508/12 και 19339/2013 (παραδεκτό από τον Κατηγορούμενο μέσα από κατάθεσή του και προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1)
- Στις 26/7/2012 δήλωσε ενόρκως ενώπιον Πρωτοκολλητών ότι επέδωσε τα κατηγορητήρια στις 2 πιο πάνω Ποινικές Υποθέσεις (βλ. καταθέσεις Τεκμ. 17 και 18 και κατάθεση Κατηγορούμενου Τεκμήριο 7 ημερ. 23/4/15)
- Έγιναν έρευνες από τον παραπονούμενο Παντελίδη και το δικηγόρο του Δ. Συρίμη στους φακέλους των ποινικών υποθέσεων 15508/12 και 19339/2013
- Έγινε καταγγελία την 1/7/14 από τον παραπονούμενο Παντελίδη ότι ουδέποτε παρέλαβε ή υπέγραψε τις κλήσεις στις υποθέσεις 15508/12 και 19339/2013 (βλ. Μ.Κ.
- και Τεκμήριο 6 κατάθεσή του ημερ. 26/12/2015)
- Οι φορολογίες που αφορούν οι 2 πιο πάνω υποθέσεις δεν εξοφλήθηκαν από τον παραπονούμενο Παντελίδη, ως επίσης και μία μεταγενέστερη όπου του έγινε επίδοση από τον Κατηγορούμενο.
- Ο Κατηγορούμενος συμπλήρωσε τα στοιχεία του Χαρίλαου Κώστα Αχιλλέως στην απόδειξη παραλαβής του Κατηγορητηρίου στην Ποινική Υπόθεση 19823/2013 (γίνεται παραδεκτό από τον Κατηγορούμενο σε κατάθεσή του Τεκμ. 11).
- Στις 15/10/13 δήλωσε ενόρκως σε προσωπικό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ότι επέδωσε Κατηγορητήριο στον Χαρίλαο Κώστα Αχιλλέως (γίνεται παραδεκτό από τον Κατηγορούμενο στο Τεκμ.11 κατάθεσή του ημερ. 23/4/15). Δ. Νομική Βάση Τα άρθρα που αφορούν τα αδικήματα είναι τα ακόλουθα στον Ποινικό Κώδικα, Κεφ. 154: «Ορισμός πλαστογραφίας
- Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης. Έγγραφο
- Ο όρος έγγραφο στο Μέρος αυτό δεν περιλαμβάνει εμπορικό σήμα ή οποιοδήποτε άλλο σήμα που χρησιμοποιείται σε συνάφεια με εμπορικά είδη και αν ακόμη αυτό είναι γραπτό ή εκτυπωμένο. Καταρτισμός πλαστού εγγράφου
- Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (δ) υπογράφει έγγραφο- (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι (ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου (iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι. Πρόθεση καταδολίευσης
- Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου, ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο. Γενική ποινή πλαστογραφίας
- Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργημα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή.
- Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό, πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης, περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων.
- Όποιος πλαστογραφεί δικαστικό ή επίσημο έγγραφο, υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων. Φυλάκιση επτά χρόνων
- Όποιος- (α) πλαστογραφεί χαρτόσημο, σφραγιστό ή κινητό που χρησιμοποιείται για σκοπούς προσόδων από οποιαδήποτε Κυβέρνηση ή (β) χωρίς νόμιμη δικαιολογία (της οποίας έχει και το βάρος της απόδειξης) κατασκευάζει ή γνωρίζει ότι έχει στην κατοχή του βαφή ή όργανο που δύναται να χρησιμοποιηθεί για την αποτύπωση τέτοιου χαρτοσήμου ή (γ) με δόλιο τρόπο κόβει, σχίζει με οποιοδήποτε τρόπο ή αποσπά από οποιοδήποτε πράγμα χαρτόσημο που χρησιμοποιείται για σκοπούς προσόδων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας με σκοπό άλλης χρήσης αυτού ή μέρους του ή (δ) με δόλιο τρόπο ακρωτηριάζει τέτοιο χαρτόσημο όπως αναφέρονται στα αμέσως πιο πάνω, με σκοπό άλλης χρήσης του ή (ε) με δόλιο τρόπο βάζει ή τοποθετεί σε οποιοδήποτε πράγμα ή σε τέτοιο χαρτόσημο όπως αναφέρονται στα αμέσως πιο πάνω, χαρτόσημο ή μέρος του, το οποίο δόλια ή όχι κόπηκε, σχίστηκε ή με άλλο τρόπο αποσπάστηκε από οποιοδήποτε άλλο πράγμα ή άλλο χαρτόσημο ή (στ) με δόλιο τρόπο απαλείφει ή με άλλο τρόπο, είτε πραγματικά είτε προφανώς, αφαιρεί από χαρτοσημασμένο πράγμα όνομα, ποσό, ημερομηνία ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή πράγμα που είναι γραμμένο σε αυτό, με σκοπό άλλης χρήσης του χαρτοσήμου σε τέτοιο πράγμα ή (ζ) σε γνώση του και χωρίς νόμιμη δικαιολογία (της οποίας έχει και το βάρος της απόδειξης) έχει στην κατοχή του χαρτόσημο ή μέρος του το οποίο αποκόπηκε δόλια, σχίστηκε ή αποσπάστηκε με άλλο τρόπο από οποιοδήποτε πράγμα ή χαρτόσημο το οποίο δόλια ακρωτηριάστηκε ή χαρτοσημασμένο πράγμα από το οποίο απαλείφτηκε δόλια ή με άλλο τρόπο, πραγματικά ή προφανώς, αφαιρέθηκε οποιοδήποτε όνομα, ποσό, ημερομηνία ή άλλο στοιχείο ή πράγμα, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Να θέτει σε κυκλοφορία πλαστά έγγραφα
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος. Η πρόθεση καταδολίευσης στο κυπριακό δίκαιο ως ερμηνεύθηκε από τη νομολογία είναι ταυτισμένη με την πρόθεση καταδολίευσης ως έχει στο αγγλικό δίκαιο και συνεπώς εφαρμόζεται η αρχή ότι αυτή «..δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το ψεύτικο έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως.» (βλ. Georghiou v. Republic 1984 2 CLR 65, μετάφραση Λ.Λουκαΐδη, αναλυτικότερο απόσπασμα από τη μετάφραση έπεται αμέσως). Στην απόφαση μειοψηφίας στην Τσιέλεπος Χριστόδουλος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 457 , γίνεται αναφιορά στο μεταφρασμένο σε μελέτη του Λ.Λουκαΐδη απόσσπασμα από τη Georghiou v. Republic, ως ακολούθως: « Στη Georghiou v. Republic
(1984)2 C.L.R 65 το Εφετείο αναφέρθηκε εκτενώς στην αγγλική νομολογία από την οποία θα μπορούσε να αντληθεί καθοδήγηση αναφορικά με την ερμηνεία των διατάξεων του Ποινικού Κώδικα που διέπουν το αδίκημα της πλαστογραφίας με επίκεντρο κυρίως το νομοθετικό τεκμήριο που καθιερώνεται από το Άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα ως προς την ύπαρξη «πρόθεσης καταδολίευσης» σε σχέση βέβαια με τον ορισμό της πλαστογραφίας. Χρήσιμη και άκρως βοηθητική είναι η καθοδήγηση που μπορεί να αντληθεί για το ίδιο θέμα από την εμπεριστατωμένη μελέτη του ευπαίδευτου νομικού, πρώην Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα και μέχρι πρόσφατα Δικαστή του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ. Λ. Λουκαϊδη με τίτλο «Η πρόθεση καταδολιεύσεως (Ιntent to defraud)» η οποία είναι δημοσιευμένη στα «Θέματα Κυπριακού Δικαίου» ΙΙ, υπό Λ.Γ. Λουκαΐδη. Από την εν λόγω μελέτη θα δανειστώ και τη μετάφραση του πιο κάτω αποσπάσματος από την απόφαση στην Georghiou (ανωτέρω) που θεωρώ ότι ρίχνει αρκετό φως στο θέμα. «Το κακουργιοδικείο καθοδηγούμενο από τη νομική ανάλυση των συστατικών της προθέσεως καταδολιεύσεως που έγινε από το Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1960)αποφάσισε ότι η «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση με το Άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα δεν συνεπάγεται την ύπαρξη προθέσεως προκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο. Πέραν τούτου η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική βλάβη. Το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το ψεύτικο έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο - όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο - να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως. Στην υπόθεση Welham το δικαστήριο συζήτησε σε έκταση την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» και έδωσε έμφαση στη διάκριση μεταξύ «προθέσεως εξαπατήσεως» και «προθέσεως καταδολιεύσεως». Όπως επεξήγησε ιδιαίτερα ο Λόρδος Denning ούτε στο κοινό δίκαιο ούτε δυνάμει του περί Πλαστογραφίας Νόμου η « πρόθεση καταδολιεύσεως» συνδεόταν με την πρόκληση οικονομικής βλάβης σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόσωπο σαν αποτέλεσμα της απάτης που χρησιμοποιείται. Όπως το διατύπωσε ο ευπαίδευτος δικαστής «ένα οποιοδήποτε πρόσωπο γενικά αρκεί». Επίσης η βλάβη δεν περιορίζεται σε οικονομική απώλεια - «όχι στην ιδέα αποστερήσεως από κάποιο κάτι που έχει αξία». Η πιθανότητα βλάβης, όπως επεξηγείται στην απόφαση, είναι αρκετή. Από την απόφαση στην υπόθεση R. v. Peter Martin [E.R. 168, 1354] που μας υπέδειξε ο κ. Λουκαΐδης, φαίνεται ότι το κοινοδίκαιο ουδέποτε απαιτούσε απόδειξη προθέσεωςπροκλήσεως βλάβης σε συγκεκριμένο πρόσωπο ούτε απαιτούσε ζημιά οικονομικής φύσεως. Η καταδίκη ενός υπαλλήλου που πλαστογράφησε μια απόδειξη με σκοπό να εξαπατήσει τον εργοδότη του έτσι που ο τελευταίος να πιστέψει ότι χρήματα που πήρε απ' αυτόν ο καταδικασθείς χρησιμοποιήθηκαν για το σκοπό που δόθηκαν ήταν νομικά έγκυρη (βλ. επίσης R. v. Hill 173 E.R. 492). Η νομική ανάλυση που έγινε στην υπόθεση Welham πάνω στο θέμα της «προθέσεως καταδολιεύσεως» υποστηρίζεται από ισχυρές απόψεις που εκφράστηκαν σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων (βλ. Scott v. Comr. of Police [1974] 2 All E.R. 1032 and A-G's Reference (No. 1 of 19812) [1982] 2 All E.R. 417). Στην υπόθεση R. v. Allsop 64 Cr. App. R. 29 έγινε μια προσπάθεια να εξετασθεί η πραγματική φύση της εγκληματικής προθέσεως που απαιτείται για τη διάπραξη του αδικήματος της πλαστογραφίας. Υπογραμμίστηκε δε ότι ο στόχος των πλαστογράφων είναι γενικά να ωφελήσουν τον εαυτό τους· η βλάβη στα θύματα είναι δευτερεύουσας σημασίας. Ο κύριος στόχος των πλαστογράφων που έχουν την απαιτούμενη εγκληματική πρόθεση είναι (όπως το αντιλαμβανόμαστε) να αλλοιώσουν μια εικόνα πραγμάτων προς όφελος τους. Αν, σαν αποτέλεσμα αυτής της εξαπατήσεως, ένα άλλο πρόσωπο οδηγείται στο να ενεργήσει σε βλάβη του, όπως τούτο έχει καθορισθεί προηγουμένως, τότε διαπράττεται το έγκλημα της πλαστογραφίας. Το νομοθετικό τεκμήριο που καθιερώνεται με το Άρθρο 334 του Κεφ. 154 ως προς την ύπαρξη «προθέσεως καταδολιεύσεως», ρίχνει αρκετό φως την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» σε σχέση με το έγκλημα της πλαστογραφίας που καθορίζεται στο Άρθρο
- .. Το Άρθρο 334 δείχνει καθαρά ότι η εν λόγω «πρόθεση καταδολιεύσεως» σε σχέση με τον ορισμό της «πλαστογραφίας» είναι ταυτόσημη με την έννοια της «προθέσεως καταδολιεύσεως» σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο στο θέμα της πλαστογραφίας. Συνεπώς το κακουργιοδικείο ορθά επεδίωξε καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση στην υπόθεση Welham. Το δικαστήριο σωστά προσέγγισε το θέμα της φύσεως της προθέσεως που είναι αναγκαία για να στηρίξει το αδίκημα της πλαστογραφίας τα δε πορίσματα του ήταν απόλυτα δικαιολογημένα.» Όσον αφορά τις Κατηγορίες 3, 6 και 9 (Δόση Ψευδούς Όρκου), σχετικό είναι το άρθρο 117 του Κεφ. 154, σύμφωνα με το οποίο: «Δόση ψευδούς όρκου
- Όποιος ορκίζεται με ψευδή όρκο ή προβαίνει σε ψευδή βεβαίωση ή δήλωση ενώπιον προσώπου εξουσιοδοτημένου να επαγάγει όρκο ή να δεχτεί δήλωση υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε αν ο ψευδής όρκος δινόταν ή η ψευδής δήλωση γινόταν σε δικαστική διαδικασία θα ισοδυναμούσε με ψευδορκία, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Όπως έχω ήδη αναφέρει στη σχετική μου απόφαση επί του εκ πρώτης όψεως, ως ζήτημα λογικής - με δεδομένο προσθέτω σε αυτή μου την απόφαση ότι αποδίδεται στον Κατηορούμενο στις Κατηγορίες 1, 4 και 7 η υπογραφή από τον ίδιο στη θέση των παραπονουμένων ως η πράξη της σχετικής πλαστογραφίας,. οι Κατηγορίες 2 και 3 , 5 και 6 και 8 και 9, εξαρτώνται και προκύπτουν από τις Κατηγορίες 1 , 4 και 7 αντίστοιχα. Η συμπλήρωση των στοιχείων των παραπονουμένων δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο. Έγινε παραδεκτή. Άμεση μαρτυρία όμως περί θέσεως της αμφισβητούμενης υπογραφής τους από εκείνον δεν δεν παρουσιάστηκε. Αυτό που είναι ουσιαστικό να κριθεί είναι κατά πόσον ο Κατηγορούμενος, εφόσον του αποδίδεται ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο έθεσε υπογραφή αποδιδόμενη στους παραπονούμενους Παντελίδη και Αχιλλέως χωρίς εξουσιοδότησή τους ως του αποδίδεται στις Κατηγορίες 1, 4 και
- Εάν η απάντηση σε αυτό είναι θετική, τότε, με δεδομένη την κυκλοφορία και χρήση των εγγράφων σε ποινική διαδικασία εναντίον τους, εάν στοιχειοθετείτο πρόθεση καταδολίευσης. Στα πλαίσια της Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 318/2015, απόφαση στις 7/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:B285, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: « Στην υπόθεση Γιαννίδη (ανωτέρω) αναφέρεται ότι: «Η μαρτυρία μπορεί να είναι άμεση ή και περιστατική». Στην υπόθεση Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104 σημειώθηκε ότι: ″Η φύση και σημασία της περιστατικής μαρτυρίας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 55, οι διαζευκτικές πιθανότητες κατά την προσέγγιση της περιστατικής μαρτυρίας, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλιώς τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους, κάτι που δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Έργο της κατηγορούσας αρχής παραμένει βέβαια πάντοτε η απόδειξη της ενοχής κάθε κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από τη νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120). Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε τρωτό στη συλλογιστική που ακολουθήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο. Η μαρτυρία την οποία αποδέκτηκε δεν μπορούσε να οδηγήσει σε οποιαδήποτε άλλη λογική εξήγηση πλην της ενοχής του εφεσείοντα. Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή που έδωσε ο εφεσείων απορρίφθηκε ως αντιφατική και μη αληθής. Ακόμα μπορεί να σημειωθεί πως, η μαρτυρία του αφήνει πολλά ερωτηματικά, σε ορισμένα μάλιστα σημεία, τείνει σε απόδειξη της γνώσης και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος.″ Στην υπόθεση Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 505, ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την κατηγορία της πλαστογραφίας και η μαρτυρία που είχε δοθεί ήταν περιστατική αφού η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν μπορούσε να συνδεθεί επιστημονικά και γραφολογικά με τον εφεσείοντα, όπως και στην παρούσα έφεση. Τονίστηκε δε στην εν λόγω υπόθεση ότι η περιστατική μαρτυρία: «.. ποιοτικά δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία, η μαρτυρία αυτή όχι μόνο θα πρέπει να συμβιβάζεται με την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά και δεν θα πρέπει να συμβιβάζεται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα από το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα». Επί του προκειμένου, η περιστατική μαρτυρία, επί της οποίας στηρίχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο είχε ως επίκεντρο τη συμπεριφορά και τις ενέργειες του εφεσείοντα. Η μαρτυρία αυτή, όπως ορθώς αποφασίστηκε πρωτοδίκως, δεν άφηνε περιθώρια για άλλο λογικό συμπέρασμα, παρά το ότι ήταν ο εφεσείων που είχε πλαστογραφήσει το πωλητήριο έγγραφο. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016, στην παράγραφο F 1.18, σελ. 2393, αναφέρεται ότι: «Circumstantial evidence is evidence of relevant facts i.e. facts from which the existence or non-existence of facts in issue may be inferred». Ε. Η κρίση του Δικαστηρίου για την αθωότητα ή ενοχή του Κατηγορουμένου Κατηγορίες 7 - 9 (παραπονούμενος Χ.Αχιλλέως) Για τις Κατηγορίες 7-9 προβληματίστηκα ιδιαίτερα από το εκ πρώτης όψεως στάδιο. Έκρινα ότι υπάρχει κάποια μαρτυρία για λήψη παραπόνου από τον παραπονούμενο Αχιλλέως, για δείγματα υπογραφών του, για κατάθεση του Κατηγορούμενου σχετικά και υπάρχει ο φάκελος της σχετικής υπόθεσης με την κλήση του Αχιλλέως για παρουσίαση στο Δικαστήριο που φέρει κάποια υπογραφή. Η ποιότητα της προσαχθείσας μαρτυρίας όμως, είχα αναφέρει ότι θα αξιολογείτο με την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Φθάνοντας λοιπόν σε αυτό το στάδιο, κρίνω, αξιολογώντας την στο σύνολό της, ότι δεν είναι αρκετή η εν λόγω μαρτυρία, ειδικά ένα παράπονο για το οποίο δεν παρουσιάστηκε η κατάθεση του παραπονουμένου, ο οποίος, λόγω και του ότι απεβίωσε δεν έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο για να αντεξεταστεί επί αυτής, ώστε να σχηματίσω πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εύρημα διασύνδεσης του Κατηγορούμενου με την τοποθέτηση της υπογραφής του Αχιλλέως στην βεβαίωση παραλαβής Κατηγορητηρίου για παρουσίαση στην ποινική υπόθεση 19823/
- Με δεδομένη και την έλλειψη σχετικής διασύνδεσής με την αμφισβητούμενη υπογραφή του Κατηγορούμενου από τον εμπειρογνώμονα Μ.Κ.1, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί η υπογραφή του Κατηγορουμένου στη βεβαίωση παραλαβής και άρα δεν έχει αποδειχθεί η Κατηγορία 7 και εκθεμελιώνονται οι βασιζόμενες σε εκείνην Κατηγορίες 8 και
- Κατηγορίες 1-6 (παραπονούμενος Στ. Παντελίδης) Κι εδώ, από την υφιστάμενη αξιολόγηση και τα ευρήματά μου και ειδικά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας του παραπονούμενου αλλά και την έλλειψη ταύτισης του Κατηγορούμενου με την αμφισβητούμενη υπογραφή μέσα από τα συμπεράσματα του εμπειρογνώμονα, καταλήγω στο ότι δεν είναι αρκετή η ενώπιόν μου μαρτυρία για να με πείσει στον απαραίτητο βαθμό, υψηλότατο για μία ποινική υπόθεση, ότι ο Κατηγορούμενος τοποθέτησε την υπογραφή του παραπονούμενου στις δύο βεβαιώσεις των Κατηγορητηρίων. Ακόμη όμως και να με έπειθε ο Μ.Κ.3 και να δεχόμουν πλήρως τη μαρτυρία του και πάλι δεν θα μπορούσα με την απαραίτητη για μία ποινική υπόθεση βεβαιότητα να καταλήξω στο ότι οι υπογραφές που αποδίδονται στο Στ. Παντελίδη, τέθηκαν από τον Κατηγορούμενο- με δεδομένη τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ότι δεν θα μπορούσε να καταλήξει στο ποιο πρόσωπο σχημάτισε την εν λόγω υπογραφή, αλλά και την αναφορά του ίδιου του παραπονούμενου ότι δεν ισχυρίζεται ότι είναι ο Κατηγορούμενος που σχημάτισε την (πλαστογραφημένη κατ' εκείνον) υπογραφή του-. Με τη μη απόδειξη των Κατηγοριών 1 και 4 εκθεμελιώνονται και οι συναφείς Κατηγορίες 2,3 και 5 και
- Εδώ θα αναφέρω και τα εξής, που αφορούν όλες τις Κατηγορίες (1-9) τα οποία αυξάνουν την ήδη σχηματισθείσα λογική αμφιβολία του να είναι ο Κατηγορούμενος το πρόσωπο που έθεσε τις εν λόγω υπογραφές που του αποδίδονται, σε όλες τις Κατηγορίες: Η πρακτική αδυναμία της ταυτοποίησης από έναν επιδότη του προσώπου στο οποίο επιδίδεται ένα δικαστικό έγγραφο -κάτι το οποίο αναφέρθηκε στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου, αλλά συνάγεται και από την ανυπαρξία πρόβλεψης τέτοιας εξουσίας ιδιώτη επιδότη σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη- είναι ένα σύστημα που εμπεριέχει αδυναμίες στην ταυτοποίηση κι εγείρει ενίοτε αμφιβολίες ως προς το πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται ένα έγγραφο. Π.χ. ένας Κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση, θα μπορούσε θεωρητικά να σχηματίσει άλλη υπογραφή από τη δική του και στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι ουδέποτε υπέγραψε. 'Ή ένα οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο μπορεί δυνητικά να δηλώνει ότι είναι ο Κατηγορούμενος χωρίς να είναι και να παραλαμβάνει την κλήση. Κατάληξη Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, δεν μπορώ να καταλήξω με την απαραίτητη βεβαιότητα σε εύρημα ενοχής του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με βάση και τις πιο κάτω παρατιθέμενες αδυναμίες στην υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις Κατηγορίες (1-9) οι οποίες τον αφορούν. ................ Ξ.Ξενοφώντος, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο