← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσία ν. S. S., Αρ. Υπόθεσης: 139/22, 3/6/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσία ν. S. S., Αρ. Υπόθεσης: 139/22, 3/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B149 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ξ. Ξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 139/22 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσία εναντίον S. S. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 3/6/22 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θεμιστοκλέους Για Κατηγορούμενο: κ. Μαρκίδης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος έχει δηλώσει παραδοχή σε δύο Κατηγορίες: ότι στις 26/7/19 στη Λευκωσία κυκλοφόρησε πλαστό έγγραφο, δηλαδή εν γνώσει του, έθεσε με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία ενοικιαστήριο συμβόλαιο, με σκοπό να εξασφαλίσει άδεια παραμονής στη Δημοκρατία ως σύζυγος ευρωπαίας πολίτη (Πρώτη Κατηγορία - προβλεπόμενη από το Κεφ. 154 φυλάκιση 3 ετών-) και για εξασφάλιση εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις και συγκεκριμένα για εξασφάλιση άδειας παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία ως σύζυγος Ευρωπαίας πολίτη με τη χρήση του πιο πάνω πλαστού εγγράφου (Δεύτερη Κατηγορία - προβλεπόμενη από το Κεφ. 154 φυλάκιση 3 ετών). Ως αναφέρεται σε λεπτομερή Έκθεση Γεγονότων που η Κατηγορούσα Αρχή παρέδωσε στο Δικαστήριο, ο Κατηγορούμενος παντρεύτηκε στις 24/7/2019, αποτάθηκε μαζί της στις 26/7/19 στο Αρχείο Πληθυσμού και Μετανάστευσης με τις σχετικές αιτήσεις για εξασφάλιση άδειας παραμονής και βεβαίωση εγγραφής τους στην Κύπρο. Κατά την υποβολή των αιτήσεων, οι Κατηγορούμενοι παρουσίασαν αντίγραφο ενοικιαστηρίου εγγράφου, στο οποίο δήλωναν ως τόπο διαμονής τους την οδό [ ] 45Β , διαμέρισμα 103 στη Λευκωσία. Από εξετάσεις που έγιναν κατά τη διενέργεια ελέγχου γνησιότητας του γάμου, διαπιστώθηκε ότι δεν υπάρχει κτίριο στην εν λόγω οδό και συνεπώς το ενοικιαστήριο έγγραφο, ήταν πλαστό. Στις 31/8/20 εκδόθηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης του Κατηγορούμενου και της συζύγου του. Ο Κατηγορούμενος αφίχθηκε από την Ουγγαρία την 1/8/20, οπόταν και συνελήφθηκε και κατά την ανακριτική του κατάθεση ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο του το έδωσε ο ατζέντης του τον οποίον δεν γνωρίζει προσωπικά κι απλά το υπέγραψε χωρίς να γνωρίζει τι αναγραφόταν σε αυτό. Έχουν ακυρωθεί τόσο η άδεια παραμονής του ιδίου όσο και η βεβαίωση εγγραφής της συζύγου του. Ως αναφέρεται σε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ο Κατηγορούμενος είναι 32 ετών, έγγαμος, κατάγεται από την Ινδία, είναι μέλος πολυμελούς οικογένειας, βρίσκεται και εργάζεται σε αγροτικές εργασίες στην Πορτογαλία ενώ η σύζυγός του, μετά από ένα χρόνο παραμονής επέστρεψε στη Ρουμανία. Ο ίδιος θέλει να επιστρέψει στην Πορτογαλία εξ' όσων αναφέρει γιατί εξασφαλίζει εισόδημα εκεί μέρος του οποίου αποστέλλει στην οικογένειά του στην Ινδία. Η σύζυγός του Ρουμανικής καταγωγής έχει επιστρέψει, στη χώρα της σύμφωνα με τον Αιτητή. Σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορούμενου, ο Κατηγορούμενος υπέβαλε το πλαστό έγγραφο, αφού τον παρέσυρε κάποιο τρίτο πρόσωπο ('ατζέντης» ως τον χαρακτήρισε) του οποίου ανέφερε ο Κατηγορούμενος ένα γενικό όνομα ([ ]). Επίσης ανέφερε ότι μπορούσε εύκολα από το περιεχόμενο του εγγράφου να γίνει αντιληπτό ότι δεν ήταν αυθεντικό (το προσκόμισε και όντως αναφέρεται ως ιδιοκτήτης κάποιος "C. C." όνομα που από μόνο του ως διατυπώνεται όντως εγείρει αμφιβολίες για την αυθεντικότητα του εγγράφου και ζήτησε -ως το συνάγω- να ληφθεί υπόψη αυτή η ολιγωρία των κυπριακών αρχών). Όσον αφορά τη σοβαρότητα των αδικημάτων, κατ' αρχήν επισημαίνω ότι συνήθως επιβάλλονται σε αδικήματα πλαστογραφίας ποινές στερητικές της ελευθερίας (βλ. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας

(2001)2 ΑΑΔ 540, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Khaknegad ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 192, όπου υπήρχε άμεση παραδοχή και λευκό ποινικό μητρώο, κρίθηκαν ως ορθές οι συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (διαβατηρίου και ταυτότητας), 3 μηνών για πλαστοπροσωπία και 2 μηνών για παράνομη είσοδο και παραμονή στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τέτοια δε αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση από αλλοδαπά πρόσωπα που τις πλείστες φορές βρίσκονται σε δεινή οικονομική θέση και προσπαθούν να εξασφαλίσουν ένα καλύτερο μέλλον για τους ίδιους μακριά από τις χώρες τους και στα πλαίσια αυτά καταφεύγουν σε διάφορες ενέργειες για να εξασφαλίσουν με κάθε τρόπο διαμονή στην Κυπριακή Δημοκρατία και πολλές φορές μέσω αυτής και πρόσβαση σε άλλα κράτη της Ε.Ε.. Φαίνεται όμως -κι έχει δίκαιο στην επισήμανσή του για το πλαστό έγγραφο ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου- ότι υπήρξε απαράδεκτη ολιγωρία-προχειρότητα των αρμόδιων κυπριακών αρχών, αφού ήταν τέτοιο το περιεχόμενο του ενοικιαστηρίου εγγράφου που ήγειρε άμεσα με την πρώτη ανάγνωση - η οποία προφανώς δεν υπήρξε- υποψίες για τη μη αυθεντικότητά του. Σε κάθε περίπτωση και να μην ήταν τέτοιο το περιεχόμενο του ενοικιαστηρίου εγγράφου, καθίσταται περισσότερο από προφανές το τρωτό του συστήματος παραλαβής τέτοιων αιτήσεων, αφού ο έλεγχος θα έπρεπε να είναι αποτελεσματικότερος και ουσιαστικότερος για να δίδεται άδεια παραμονής στη Δημοκρατία (π.χ. στην προκειμένη να ήταν παρών κατά την υποβολή της Αίτησης ο φερόμενος ιδιοκτήτης για να ελεγχόταν καλύτερα η αυθεντικότητα του ενοικιαστηρίου ή σε άλλες περιπτώσεις ο φερόμενος εργοδότης- αν και δεν είναι στο Δικαστήριο, που δεν αποτελεί εκτελεστική ή νομοθετική εξουσία να εισηγηθεί βεβαίως ποια ακριβώς μέτρα θα ληφθούν-). Τούτα καταγράφονται καθηκόντως, καθότι πλέον αποτελεί συχνό φαινόμενο η καταχώρηση παρόμοιων υποθέσεων στα Δικαστήρια. Δεν μπορώ να μη λάβω υπόψη ότι ένα τόσο τρωτό σύστημα ελέγχου, διευκολύνει, για να μην πω ενθαρρύνει τη διάπραξη τέτοιων αδικημάτων (τα οποία ως Δικαστήρια βλέπουμε να διαπράττονται σε τεράστια συχνότητα) και αυτό θα ληφθεί υπόψη. Τούτο καθότι, χωρίς βεβαίως να παραβλέπω την ανάγκη της προστασίας της οργανωμένης κοινωνίας μέσω επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεν θεωρώ ορθό να επωμίζονται όλες τις συνέπειες-ως ο τελευταίος τροχός της αμάξης και ως εξιλαστήρια θύματα ή αποδιοπομπαίοι τράγοι- αλλοδαπά πρόσωπα που επιδιώκουν μία καλύτερη ζωή και σε αυτή τους την προσπάθεια εκμεταλλεύονται κενά, παραλείψεις ή ολιγωρία του διοικητικού ελέγχου. Συνυπολογίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων, με τις ειδικές βεβαίως περιστάσεις διάπραξής τους, ως πιο πάνω αναλύθηκαν, το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του και τις προσωπικές του συνθήκες, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 5 μηνών Στην Κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Οι ποινές να συντρέχουν. Όσον αφορά το κατά πόσο η ποινή φυλάκισης θα ανασταλεί, η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου, ως τροποποιήθηκε με το νόμο 186(Ι)/2003, αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Μεταξύ των παραγόντων, που λαμβάνονται υπόψη, όπως επισημαίνεται στη Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1976)2 J.S.C. 386, είναι η σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής, και η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930, 939 τονίστηκαν τα ακόλουθα: «Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, πρόκειται για αδικήματα που βρίσκονται σε έξαρση. Τυχόν αναστολή θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα για τέτοιες συμπεριφορές (βλ. απόφαση στην Iulian Cotorcenau v. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις αρ. 84/2020 και 87/2020, απόφαση ημερ. 17/2/2021 που αφορά στο αδίκημα της ληστείας, αλλά εφαρμοζεται θεωρώ στα γεγονότα της παρούσας το σχετικό σκεπτικό για τη μη αναστολή), αλλά και θα εξασθένιζε σημαντικά την αποτρεπτικότητα της ποινής φυλάκισης για τόσο σοβαρά αδικήματα -και τη σχετική ανάγκη για να στέλνονται τα αναγκαία μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες-. Οπότε αναστολή δεν θα χορηγηθεί στην υπό κρίση περίπτωση. Η ποινή φυλάκισης θα υπολογίζεται από σήμερα αλλά θα έχει τη μείωση που το άρθρο 117 του Κεφ. 155, Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου προνοεί, δεδομένου ότι τελεί ο Κατηγορούμενος υπό κράτηση ως υπόδικος από τις 30/5/22 μέχρι και σήμερα. ............ Ξενής Ξενοφώντος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.