← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ι. Ι., Αρ. Υπόθεσης:10571/21, 1/6/2022

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ι. Ι., Αρ. Υπόθεσης:10571/21, 1/6/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2022:31 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10571/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ι. Ι. Κατηγορούμενος -------------------------- 1 Ιουνίου, 2022 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Αριστείδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Πολυχρόνης Κατηγορούμενος παρών Αίτηση για διακοπή λόγω κατάχρησης διαδικασίας - παραβίασης τεκμηρίου της αθωότητας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στον τομέα του δικαίου και της δικαιοσύνης, το τεκμήριο της αθωότητας, έκφανση της «δίκαιης δίκης» είναι ίσως το σημαντικότερο εχέγγυο κάθε υπόπτου ή κατηγορούμενου προσώπου. Εναποθέτει το απόλυτο βάρος στην Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει συντριπτική μαρτυρία προς απόδειξη της ενοχής του. Το τεκμήριο της αθωότητας διασφαλίζεται στο άρθρο 11

(1)της Οικουμενικής Διακήρυξης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΟΔΑΔ), στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), στο Άρθρο 12.4 του Κυπριακού Συντάγματος, ενώ καινούργια ενισχυμένη μνεία γίνεται και στο άρθρο 3(Α)
(1)και
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 που εισήχθη με τον Ν. 110(Ι)/2018 για ενσωμάτωση της Ευρωπαϊκής Οδηγίας (ΕΕ) 2016/343 (βλ. Surefood Ltd v. Μιχαήλ, Ποινική Έφεση 46/15, ημερ.7.11.2018) Με την παρούσα γραπτή Αίτηση του ημερ. 11.2.2022, ο αιτητής/κατηγορούμενος ζητά τη διακοπή της διαδικασίας αφενός λόγω κατάχρησης διαδικασίας (abuse of process) και αφετέρου [αλλά συναφώς] λόγω παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας του. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή, όπου εξιστορεί τα γεγονότα στα οποία εδράζεται. Ο καθ' ου η αίτηση/Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε Ειδοποίηση περί Προθέσεως Ενστάσεως στις 17.3.2022 (εφεξής η Ένσταση) με την οποία αντιτίθεται στην Αίτηση. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Υπαστυνόμου Χ. Χ., στην οποία παραθέτει τη δική του θεώρηση των γεγονότων και τους λόγους που θεωρεί ότι θα πρέπει να οδηγήσουν την Αίτηση σε απόρριψη. Σημειώνεται ότι στην ενώπιον μας διαδικασία, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 14 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1-4 περιστρέφονται γύρω από την κατ' ισχυρισμό απόπειρα φόνου του Ν. Ρ. που φέρεται να έλαβε χώρα στις 26.11.2018, ενώ οι κατηγορίες 5-14 αφορούν αδικήματα συνωμοσίας, κατοχής, κατοχής με σκοπό την προμήθεια, προμήθειας και εισαγωγής ναρκωτικών τάξεως Α και Β. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση του ορίστηκε για ακρόαση, με δεδομένο βέβαια ότι θα προηγηθεί η εξέταση της παρούσας Αίτησης, καθοριστική προφανώς ως προς την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Σημειώνεται περαιτέρω, ότι η Αίτηση, ως διευκρίνισε ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης κ. Πολυχρόνης, αφορά μόνον τις κατηγορίες 1-4, αν και ο συνήγορος επιφύλαξε, όλα τα δικαιώματα του κατηγορούμενου και για τις υπόλοιπες κατηγορίες (βλ. σελ. 12 πρακτικού ημερ. 11.4.2022). Για ορθή και πλήρη εξέταση της Αίτησης και εξαγωγή συμπερασμάτων με ορθολογισμό, χωρίς να χρειαστεί η προσαγωγή μαρτυρίας, το Δικαστήριο ζήτησε από τα μέρη όπως καταθέσουν παραδεκτό πλαίσιο των πραγματικών γεγονότων. Με διάθεση συνεργασίας και συναντίληψης το έπραξαν, καταθέτοντας κείμενο που περιλαμβάνει τα εξής:
  1. Την 1η Δεκεμβρίου 2018 εξασφαλίστηκε δικαστικό ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου και καταζητείτο.
  2. Δεύτερο ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου εκδόθηκε στις 10.12.2018 και καταζητείτο.
  3. Στις 24.9.2019 καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 19571/19 εναντίον των A. A. και R. D. η οποία εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.
  4. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 12.3.2021 στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου στη Λευκωσία, δυνάμει των εκκρεμούντων ενταλμάτων σύλληψης. [κατά τη δικάσιμο της 11.4.2022 έγινε περαιτέρω παραδεκτό ότι μέχρι τις 12.3.2021 δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του από την Αστυνομία].
  5. Στις 19.3.2021 καταχωρήθηκε εναντίον του Κατηγορούμενου η ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 7356/21, σε σχέση με κατηγορίες που αφορούσαν την απόπειρα φόνου καθώς και η ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 7353/21, που αφορούσε σε αδικήματα που προβλέπονται από το Ν. 29/
  6. Στη συνέχεια οι δύο προαναφερθείσες ποινικές υποθέσεις αναστάλθηκαν και την 1.6.2021 καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση, στο κατηγορητήριο της οποίας συμπεριλαμβάνονται σωρευτικά κατηγορίες για όλα τα αδικήματα που προέκυπταν στα πλαίσια των δύο ως άνω υποθέσεων.
  7. Στις 3.9.2021 το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση αρ. 19517/
  8. Στις 8.9.2021 επιβλήθηκε ποινή στους δύο καταδικασθέντες.
  9. Τα αδικήματα, επίδικα γεγονότα και η μαρτυρία που αφορούσαν στην ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 19517/19 ταυτίζονται με τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3, 4 της παρούσας υπόθεσης. Κατόπιν, κατέθεσαν ενδιαφέρουσες, εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, προβαίνοντας συνάμα προφορικά και σε κάποιες στοχευμένες διευκρινίσεις και επισημάνσεις ενώπιον μας. Δεν υπάρχει διάσταση ως προς τα τεκταινόμενα μεταξύ των εκπαίδευτων συνηγόρων, εκεί που διίστανται οι απόψεις είναι στη νομική διάσταση του ζητήματος. Αμφότεροι στηρίζονται κατά κύριο λόγο σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ, δίδοντας όμως διαφορετική ερμηνεία ή εν πάση περιπτώσει καταλήγοντας σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προ το κατά πόσο παραβιάστηκε ή όχι το τεκμήριο της αθωότητας και αν διασφαλίζεται ή όχι η δίκαιη δίκη. Αναφορά σε επιμέρους θέσεις και επιχειρήματα των συνηγόρων θα γίνει στη συνέχεια, εκεί και όπου χρειάζεται για επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς. Πρώτα όμως θεωρούμε ορθό να καταγράψουμε με πληρότητα την πραγματική εικόνα των διαδραματισθέντων, ως προκύπτει κατά κύριο λόγο από το «παραδεκτό πλαίσιο γεγονότων» και ως συμπληρώνεται από κάποια άλλα, αδιαμφισβήτητα στοιχεία. Έχει ως ακολούθως: Την 1.12.2018 και 10.12.2018 αντίστοιχα εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και καταζητείτο για σχεδόν 2 ½ χρόνια, μέχρι τις 12.3.2021, οπότε και εντοπίστηκε και συνελήφθη στο οδόφραγμα Αγίου Δομετίου. Στις 24.9.2019 καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 19571/19 εναντίον των A. A. και R. D., η οποία εκδικάστηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας, υπό άλλη σύνθεση. Το Κακουργιοδικείο με την απόφαση του ημερ. 3.9.2021 καταδίκασε τα προαναφερθέντα πρόσωπα και τους επέβαλε ποινή στις 8.9.
  10. Τα αδικήματα, επίδικα γεγονότα και η μαρτυρία της υπόθεσης 19517/19 ταυτίζονται με τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4 της παρούσας υπόθεσης. Πιο συγκεκριμένα στην κατηγορία 1 της υπόθεσης 19517/19 οι εκεί κατηγορούμενοι, A. Ab. και R. D. κατηγορούνταν ότι συνωμότησαν με τον εδώ κατηγορούμενο Ι. Ι., να φονεύσουν τον Ν. Ρ. Στην κατηγορία 2 οι A. και D. κατηγορούνταν ότι μαζί με τον Ι. αποπειράθηκαν παράνομα να επιφέρουν τον θάνατο του ., στην κατηγορία 3 ότι μαζί με τον Ι. κατείχαν πυροβόλο όπλο και στην κατηγορία 4, ότι μαζί με τον Ι. κατείχαν πυρομαχικά πυροβόλου όπλου, δηλαδή φυσίγγια. Οι κατηγορίες 1-4 της παρούσας υπόθεσης είναι ταυτόσημες, με μόνη διαφορά ότι κατηγορούμενος είναι ο Ιωσήφ και οι κατονομαζόμενοι ως συνωμότες στην κατηγορία 1 και συνεργοί/συναυτουργοί στις κατηγορίες 2, 3 και 4 είναι A. και D. Είναι η θέση του αιτητή, ότι στην καταδικαστική απόφαση ημερ. 3.9.2021 του Κακουργιοδικείου, υπάρχει πλειάδα ονομαστικών αναφορών στο πρόσωπο του, τόσων και τέτοιων, που έχει και αυτός ουσιαστικά καταδικαστεί για τα εν λόγω αδικήματα, χωρίς να ήταν κατηγορούμενος και χωρίς να είχε το δικαίωμα υπεράσπισης. Με άλλα λόγια, πάντα κατά τον αιτητή, υπήρξε κατάφωρη παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας αλλά και του δικαιώματος του να τύχει δίκαιης δίκης. Για να ακυρώσει την εν λόγω απόφαση ο Αιτητής έπραξε ότι μπορούσε. Καταχώρησε την πολιτική Αίτηση 194/21 για την παραχώρηση άδειας για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari η οποία όμως απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 14.10.
  11. Στη συνέχεια άσκησε την Πολιτική Έφεση 289/21 κατά της πιο πάνω απόφασης, η οποία όμως και πάλι απορρίφθηκε με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 17.1.
  12. Το μόνο βήμα επομένως που του απομένει για να εγείρει το θέμα είναι η παρούσα υπόθεση. Νομική Πτυχή/Ετυμηγορία Ξεκινούμε την εξέταση του εγειρόμενου ζητήματος, συμφωνώντας κατ' αρχάς με τη θέση του αιτητή σε ότι αφορά το διαδικαστικό μέρος. Αυτό το Δικαστήριο και αυτή η υπόθεση, όπου είναι προσωπικά κατηγορούμενος και αντιμέτωπος με τις υπό συζήτηση κατηγορίες, είναι φρονούμε, το κατάλληλο βήμα για να εγείρει και να τύχει εξέτασης το αίτημα του. Ομοίως συμφωνούμε με τον αιτητή σε ότι αφορά την επισήμανση ότι υπάρχει πλειάδα αναφορών στο πρόσωπο του στην καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερ. 3.9.
  13. Τούτο είναι διάχυτο σε όλο το κείμενο της απόφασης. Γίνονται πολύ συγκεκριμένες αναφορές για άμεση και σαφή εμπλοκή του αιτητή στα αδικήματα που διέπραξαν οι εκεί κατηγορούμενοι. Ως γενική αρχή, δημόσιοι αξιωματούχοι, περιλαμβανομένου και του Δικαστηρίου θα πρέπει να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί στην επιλογή των λέξεων, αποφεύγοντας στον βαθμό του δυνατού να κατονομάζουν ή να φωτογραφίζουν οποιοδήποτε πρόσωπο ως ένοχο, προτού το πρόσωπο αυτό δικαστεί και καταδικαστεί συμφώνως του Νόμου, για το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Υπάρχει σημαντική διάκριση μεταξύ της περίπτωσης διατύπωσης υποψίας ότι πρόσωπο διέπραξε αδίκημα και της περίπτωσης ξεκάθαρης ρητής δήλωσης ότι το διέπραξε. Το κατά πόσο υπήρξε ή όχι παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας από αναφορά δημόσιου αξιωματούχου εξαρτάται από το συγκεκριμένο πλαίσιο υπό το οποίο έγινε. Στην υπόθεση Valakh and others v. Russia no. 33468/03, ECHR 2012, ρωσικό ποινικό δικαστήριο, καταδικάζοντας τους Σ, Ν και Κ για σοβαρά ποινικά αδικήματα, κατέληξε στο συμπέρασμα, μεταξύ άλλων, ότι ο Valakh ήταν «το άτομο που ήταν αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης», και ότι «χρηματοδοτούσε την οργάνωση, πληρώνοντας κάθε μέλος να διαπράξει τα εγκλήματα». Τούτο, χωρίς να ήταν κατηγορούμενος ενώπιον του, αφού από την ημέρα σύλληψης των Σ, Ν και Κ, έθεσε τέρμα στη ζωή του. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας επικύρωσε την εν λόγω απόφαση, διατηρώντας ανέπαφη την εν λόγω αναφορά. Ακολούθως τα θύματα των πράξεων της εγκληματικής οργάνωσης καταχώρησαν αγωγή κατά της περιουσίας του Valakh. Παρά την ένσταση των συγγενών του, το αστικό δικαστήριο επιδίκασε αποζημιώσεις στα θύματα, υιοθετώντας ουσιαστικά τα ευρήματα του ποινικού δικαστηρίου. Άσκησαν έφεση, η οποία όμως απορρίφθηκε με το σκεπτικό ότι, παρά τη διακοπή της ποινικής δίωξης εναντίον του Valakh, υπήρχε το εύρημα του ποινικού δικαστηρίου ότι ήταν αρχηγός της εγκληματικής οργάνωσης και άρα η καταδικαστική απόφαση τον καθιστούσε υπεύθυνο να αποζημιώσει τα θύματα. Σημαντικό στοιχείο της υπόθεσης είναι το γεγονός ότι, με βάση τον Αστικό Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας [άρθρο 61
(4)], τελεσίδικη ποινική απόφαση είναι δεσμευτική για δικαστήριο που εξετάζει τις προεκτάσεις της στη σφαίρα του αστικού δικαίου, σε σχέση με το κατά πόσο έγιναν ή δεν έγιναν οι πράξεις για τις οποίες αξιώνονται αποζημιώσεις. Το ΕΔΑΔ καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας δυνάμει του άρθρου 6
(2)της Σύμβασης, επισήμανε στην παράγραφο 36 τα εξής: «The Court emphasizes that there is a fundamental distinction to be made between a statement that someone is merely suspected of having committed a crime and a clear judicial declaration, in the absence of a final conviction, that the individual has committed the crime in question. Having regard to the explicit and unqualified character of the impugned statements contained in both the District Court's and the Regional Court's judgments, the Court finds that they amounted to a pronouncement on Mr Vitaliy Vulakh΄s guilt before he was proved guilty according to law. The Court underlines that there can be no justification for a court of law to make a premature pronouncement of this kind (see the above-cited case-law, and also Kaźmierczak v. Poland, no. 4317/04, § 54, 10 March 2009; Wojciechowski v. Poland, no. 5422/04, § 54, 9 December 2008; Del Latte v. the Netherlands, no. 44760/98, § 31, 9 November 2004; and, as regards subsequent civil proceedings, Y. v. Norway, no. 56568/00, § 46, ECHR 2003 II (extracts), and Baars v. the Netherlands, no. 44320/98, § 63, 28 October 2003). Such a pronouncement was also at variance with the case-law of Russian courts which considered inappropriate a reference in the criminal conviction to the identities of any alleged accomplices, the charges against whom had not yet been examined, even where such accomplices were designated by their first initials only (see paragraph 22 above). In the instant case Mr Vitaliy Vulakh΄s name was spelled out in full and he was clearly identified in all the judgments. In the circumstances, the Court finds that the declarations by the Russian courts to the effect that Mr Vitaliy Vulakh had been the head of a criminal gang which had committed serious crimes under his leadership, before he was convicted, amounted to a breach of his right to be presumed innocent (compare Popovici v. Moldova, nos. 289/04 and 41194/04, §§ 76-79, 27 November 2007).» Ο ίδιος γενικός κανόνας αναδείχθηκε και στην υπόθεση Bauras v. Lithuania no.56795/13, ECHR
  1. Δυο ουσιαστικοί λόγοι όμως στους οποίους θα αναφερθούμε στη συνέχεια οδήγησαν σε αντίθετο αποτέλεσμα. Ας δούμε όμως πρώτα τα γεγονότα. Στην υπόθεση αυτή λοιπόν, ο DA κατηγορείτο ότι εκτέλεσε τις δολοφονίες των RZ και AC και ότι αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Αιτητή. Ο Αιτητής κατηγορείτο ότι οργάνωσε τη δολοφονία των RZ και AC ενεργώντας σε συνεργασία με τον DA. Ενόψει κυρίως του γεγονότος ότι στη μια υπόθεση ο Αιτητής θα ήταν κατηγορούμενος και στην άλλη, ως θύμα, μάρτυρας κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή διαχώρισε τη διαδικασία προανάκρισης. Το ποινικό δικαστήριο καταδίκασε τον DA, λαμβάνοντας υπόψη του το περιεχόμενο μιας επιστολής που είχε ως συντάκτη τον ίδιο τον DA και στην οποία ομολογούσε κατ' ουσία ότι διέπραξε τους φόνους κατ' εντολή του Αιτητή. Το Δικαστήριο προέβη στο εξής σχόλιο: (παράγραφος 8 απόφασης του ΕΔΑΔ) (σε ελεύθερη μετάφραση) «Εφόσον τα γεγονότα που αναφέρονται στην επιστολή είναι συνεπή και αντικειμενικά, δεν υπάρχουν λόγοι να αμφισβητηθεί η αλήθεια του περιεχομένου της επιστολής : Η δήλωση που υπάρχει στην επιστολή ότι ο DA - υπό τις οδηγίες του ατόμου σε σχέση με το οποίο ξεκίνησε ξεχωριστή διαδικασία προανάκρισης - σκότωσε τον RZ, έτσι ώστε όλα τα χρήματα που τους ανήκαν από κοινού να πάνε μόνο σ' εκείνο το άτομο σε σχέση με το οποίο ξεκίνησε η ξεχωριστή διαδικασία προανάκρισης, θα πρέπει να θεωρηθεί αληθής.». "As the facts laid out in the letter are consistent and objective, there are no grounds to doubt the truthfulness of the contents of the letter; the statement in the letter that [D.A.] - upon the orders of the individual in respect of whom a separate pre-trial investigation was opened - killed [R.Ž.] so that all the profit would go to that individual alone, and that all the money which they had jointly owned would belong to the individual in respect of whom a separate pre-trial investigation was opened, must be considered true." Ο Αιτητής άσκησε έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης, επικαλούμενος, μεταξύ άλλων, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, ζητώντας τη διαγραφή από το κείμενο της απόφασης όλων των αναφορών που τον ενέπλεκαν στον φόνο, ειδικά αυτών που έγιναν σε συνάρτηση με την προαναφερθείσα επιστολή. Πλην ενός σημείου, το εφετείο απέρριψε την έφεση του Αιτητή με το σκεπτικό ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αξιολόγησε τις δικές του ενέργειες και θα είχε έτσι την ευκαιρία στη ξεχωριστή δίκη που αυτός αντιμετώπιζε, να εκθέσει ανεπηρέαστα την υπεράσπιση του. Σημειώθηκε μάλιστα ότι η αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση σε «άτομο για το οποίο εκκρεμεί ξεχωριστή ποινική δίκη», υποδήλωνε ότι δεν απέδιδε στον Αιτητή, ιδιότητα κατηγορουμένου. Η κρίση του εφετείου επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, με την υπόδειξη ότι ο Αιτητής δεν είχε καν locus standi (στερείτο της δυνατότητας δηλαδή) να εφεσιβάλει την απόφαση. Στη ξεχωριστή ποινική του δίκη, ο Αιτητής τελικά αθωώθηκε αφού το δικαστήριο που την εκδίκασε, αξιολογώντας την επιστολή εξ αρχής (afresh) την απέκλεισε, κρίνοντας την ουσιαστικά ως χαλκευμένη, αφού, βάσει των χαρακτηριστικών της φαινόταν να συντάχθηκε από τον DA για να απειληθεί ο Αιτητής να του δώσει χρήματα. Εφεσιβλήθηκε η απόφαση με το αιτιολογικό, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο όφειλε να ακολουθήσει τα ευρήματα που είχαν εξαχθεί στη δίκη του DA, η οποία τελεσιδίκησε. Η έφεση απορρίφθηκε. Παρά την αθώωση του, ο Αιτητής προσέφυγε στο ΕΔΑΔ επικαλούμενος την παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας για την περίοδο από τη σύλληψη του τον 12/2007 μέχρι την αθώωση του τον 3/
  2. Το ΕΔΑΔ, όπως προαναφέραμε, επιβεβαίωσε τον κανόνα ότι θα πρέπει να γίνεται προσεκτική επιλογή των λέξεων από πλευράς δημοσίων αξιωματούχων, προσθέτοντας και τα εξής στην παράγραφο 52 της απόφασης:
  3. Lastly, the Court has previously acknowledged that the principle of the presumption of innocence may in theory also be infringed on account of premature expressions of a suspect's guilt made within the scope of a judgment against separately prosecuted co-suspects (see Karaman v. Germany, no. 17103/10, § 42, 27 February 2014). It has held that such statements, notwithstanding the fact that they are not binding with respect to the applicant, may have a prejudicial effect on the proceedings pending against him or her in the same way as a premature expression of a suspect's guilt made by any other public authority in close connection with pending criminal proceedings (ibid., § 43). Επί των γεγονότων όμως, έκρινε ότι δεν υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και κατ' επέκταση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη για δύο ουσιαστικούς λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι το ΕΔΑΔ αναγνώρισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση του DA, έδειξε σαφώς ότι δεν αποφάσιζε για τη δική του ενοχή. Δηλαδή απέφυγε - κατά το δυνατόν - να χρησιμοποιήσει φρασεολογία που να δημιουργεί προκατάληψη ενοχής κατά του Αιτητή. Σχετική είναι η παράγραφος 54 της απόφασης του ΕΔΑΔ η οποία διαλαμβάνει, ως ακολούθως:
  4. In this connection, the Court takes note of the grounds on which the prosecutor separated the proceedings against the applicant from those against D.A. - namely the applicant having a different procedural status with regard to the two different accusations against D.A., and the case against D.A. being ready for trial, unlike the one against the applicant (see paragraph 13 above) - and sees no reason to consider those grounds unjustified (see also ibid., § 104). As to the court judgments delivered in the proceedings against D.A., the Court observes that some statements in the Vilnius Regional Court's judgment of 20 June 2011 were worded in a way which may have raised doubts as to a potential prejudgment about the applicant's guilt. In particular, that court stated "the statement in [D.A.'s] letter that [D.A.] - upon the orders of the individual in respect of whom a separate pre-trial investigation was opened - killed [R.Ž.] so that all the profit would go to that individual alone ... must be considered true" (see paragraph 18 above). However, the Court reiterates that whether a statement is in breach of the principle of the presumption of innocence must be determined in the context of the particular circumstances in which that statement was made (see, among other authorities, Paulikas, cited above, § 55). In the present case, assessing the impugned statements in their context, the Court considers that, in the proceedings against D.A., the courts made it clear that they were not determining the applicant's guilt. The Vilnius Regional Court referred to the applicant as "the individual in respect of whom a separate pre-trial investigation [had been] opened" (see paragraph 18 above), and the Court of Appeal explicitly stated that only the investigation which had been opened against the applicant could determine his guilt (see paragraph 24 above). The Court is thus satisfied that the domestic courts avoided, as far as possible, giving the impression that they were prejudging the applicant's guilt (see Karaman, §§ 69-70; compare and contrast Navalnyy and Ofitserov, § 106, both cited above). (η υπογράμμιση - όπως και όλες οι μετέπειτα - είναι δικές μας) Ο δεύτερος λόγος, ήταν ουσιαστικά, ότι το δικαστήριο που εκδίκασε την υπόθεση του Αιτητή, αξιολόγησε εξ υπαρχής το μαρτυρικό υλικό και πράγματι, σε αντίθεση με το πρώτο δικαστήριο, αποφάσισε τον αποκλεισμό της επίμαχης επιστολής και την αθώωση του Αιτητή. Σχετική είναι η παράγραφος 56 της απόφασης του ΕΔΑΔ, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
  5. The Court further observes that, in accordance with domestic law, the courts in the proceedings against D.A. were called to examine only the latter's guilt, and the legal effect of their judgments was limited to those proceedings (see paragraphs 38 and 42 above; see also Karaman, § 65; compare and contrast Navalnyy and Ofitserov, § 107, both cited above). It underlines that the courts which examined the case against the applicant carried out a new assessment of all the evidence, including D.A.'s letter, and the applicant had the opportunity to contest the truthfulness of its contents (see paragraph 28 above). Furthermore, the Court of Appeal explicitly rejected the prosecutor's argument that the findings of the courts in the proceedings against D.A. had to be followed in the proceedings against the applicant (see paragraphs 31-32 above). The Court therefore has no reason to doubt that the state of the evidence admitted in the case against D.A. remained purely relative and that its effect was strictly limited to that particular set of proceedings, as further demonstrated by the applicant's acquittal (see Navalnyy and Ofitserov, cited above, § 105). Στην προκειμένη περίπτωση, σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, του τρόπου προσέγγισης δηλαδή και της ιδιότητας που απέδωσε το άλλο Κακουργιοδικείο στον Ι., στα πλαίσια της δίκης των A. και D., έχουμε ήδη αναγνωρίσει ότι υπάρχει πλειάδα ονομαστικών αναφορών για άμεση και σαφή εμπλοκή του στα αδικήματα που διέπραξαν οι εκεί κατηγορούμενοι. Αυτού λεχθέντος, είναι ξεκάθαρο ότι οι αναφορές γίνονται στο πλαίσιο της διατύπωσης κρίσης επί της ενοχής των κατηγορουμένων που είχε ενώπιον του το Κακουργιοδικείο και όχι του ίδιου του Ι. Από δύο τουλάχιστον σημεία, καταδεικνύεται ότι το Κακουργιοδικείο δεν αποφασίζει την ενοχή του Ι. Το πρώτο είναι στη σελ. 197, παράγραφος 2 της απόφασης ημερ. 3.9.2021, όπου σημειώνεται ότι ο Ι. εθεωρείτο ύποπτος [όχι ένοχος] από την αστυνομία για την απόπειρα φόνου και διέφυγε στα κατεχόμενα. Το δεύτερο είναι στη σελ. 1 της ποινής ημερ. 8.9.2021, όπου σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι «μαζί με τρίτο πρόσωπο». Αποφεύγεται δηλαδή η ονομαστική αναφορά στον Ι., όχι μόνο στο συγκεκριμένο σημείο αλλά σε ολόκληρο το κείμενο της ποινής ημερ. 8.9.
  6. Τούτο έγινε συνειδητά πιστεύουμε. Το γιατί δεν έγινε και στο κείμενο της απόφασης, θα το σχολιάσουμε στη συνέχεια. Σε ότι αφορά το δεύτερο ζήτημα που αναδείχθηκε στη Bauras, σημειώνουμε ότι και το δικό μας Δικαστήριο, οφείλει να αξιολογήσει εξ υπαρχής την όποια μαρτυρία προσκομιστεί ενώπιον του και βάσει αυτής και μόνο, θα κρίνει την ενοχή του Ι. για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Ούτε θεσμικά, ούτε νομοθετικά, ούτε νομολογιακά οφείλει το Δικαστήριο μας να ακολουθήσει ή να εφαρμόσει ευρήματα και διαπιστώσεις επί της μαρτυρίας και των γεγονότων που είχε ενώπιον του το άλλο Κακουργιοδικείο. Ακόμα και αν η απόφαση του άλλου Κακουργιοδικείου υιοθετηθεί και επικυρωθεί στην πληρότητα της από το Ανώτατο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να υπάρχει τελεσιδικία, δεν διαφοροποιείται η κατάσταση. Είναι επί των νομικών αρχών που δημιουργείται δεσμευτικό προηγούμενο για τα πρωτόδικα Δικαστήρια και όχι από την εξαγωγή επιμέρους συμπερασμάτων επί γεγονότων. Τούτο σε πλήρη αντιδιαστολή με την ισχύουσα κατάσταση στη Ρωσία, όπως σχολιάστηκε στην Valakh (ανωτέρω). Ούτε και επηρεάζεται το Δικαστήριο μας, συνειδητά ή μη, από τις οποιεσδήποτε, μη δεσμευτικές αναφορές, άλλων δημοσίων οργάνων, μη εξαιρουμένων και Δικαστηρίων. Στο πλαίσιο αυτό, πολύ σημαντική θεωρούμε την κυπριακή υπόθεση Χρίστου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Σ' αυτή την υπόθεση, τρεις κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν διάφορες κατηγορίες ναρκωτικών. Οι δύο εξ αυτών (οι κατηγορούμενοι 1 και 3) παραδέχτηκαν ενοχή, εκτέθηκαν τα γεγονότα και τους επιβλήθηκε ποινή. Ο τρίτος (κατηγορούμενος 2/εφεσείων) κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακρόασης. Στην έφεση που άσκησε κατά της καταδίκης, υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι παραβιάστηκε εξ αντικειμένου το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη αφού στο πλαίσιο της παράθεσης των γεγονότων για επιβολή ποινής στους άλλους δύο κατηγορούμενους, παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας του με τις ρητές και εξειδικευμένες αναφορές που τον ενέπλεκαν στη διάπραξη των αδικημάτων. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε δεκτή τη θέση του εφεσείοντα για παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και διέταξε επανεκδίκαση της υπόθεσης «από άλλους δικαστές». Με τον τρόπο αυτό δηλαδή, επιβεβαίωσε την αρχή που αναφέρουμε και εμείς πιο πάνω. Ότι δηλαδή, Δικαστήριο που επιλαμβάνεται εξ υπαρχής μιας υπόθεσης, έχει τη δυνατότητα, ανόθευτα, να ακούσει την όποια μαρτυρία προσκομιστεί ενώπιον του και να αποφασίσει δυνάμει αυτής και μόνο την ενοχή του κατηγορούμενου, χωρίς δέσμευση και χωρίς υποχρέωση να ακολουθήσει ή να εφαρμόσει τα ευρήματα και της διαπιστώσεις επί των γεγονότων, άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου. Η απόλυτη προσήλωση μας σε αυτή την αρχή δικαίου, η αμεροληψία και ουδετερότητα μας, μπορεί να θεωρηθούν από τον κατηγορούμενο και τον κάθε κατηγορούμενο, δεδομένη. Με την παρατήρηση αυτή, περνούμε στην τρίτη υπόθεση του ΕΔΑΔ που θεωρούμε σημαντική. Πρόκειται για την Navalnyy v. Ofitserov v. Russia no.46632/13 and 28671/14, ECHR
  2. Στην υπόθεση αυτή οι Αιτητές, Navalnyy και Ofitserov, κατηγορούνταν μαζί με ακόμα ένα πρόσωπο, τον Χ, ότι συνωμότησαν να αποσπάσουν περιουσιακά στοιχεία κάποιας κρατικής επιχείρησης με το όνομα KIROVLES. Ο Χ αιτήθηκε και πέτυχε όπως η εναντίον του υπόθεση εκδικαστεί ταχύρρυθμα στα πλαίσια κάποιας διαδικασίας διαπραγμάτευσης της ποινής (plea bargaining) που υπάρχει στη Ρωσία. Στη διαδικασία αυτή το δικαστήριο εξέδωσε καταδικαστική απόφαση εναντίον του Χ και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 4 ετών με αναστολή. Στην εν λόγω απόφαση αναφερόταν ότι συνωμότησε με τους Ν και Ο και ότι ενήργησε μαζί τους ηθελημένα και συμφωνημένα, όπου ο Ν οργάνωσε το σχέδιο συνωμοσίας και διέταξε την εκτέλεσή του, υπό συνθήκες που ο Ν και Ο γνώριζαν ότι ο Χ παράνομα αφαιρούσε από την KIROVLES τη δυνατότητα να προβαίνει σε ανεξάρτητες πωλήσεις των προϊόντων της σε τιμές αγοράς. Στα πλαίσια της εναντίον τους υπόθεσης, οι Αιτητές ζήτησαν (α) όπως μη επιτραπεί η κατάθεση της καταδικαστικής απόφασης εναντίον του Χ ως μέρος της μαρτυρίας που θα χρησιμοποιείτο εναντίον τους και (β) όπως μη επιτραπεί στον Χ που κλήθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας να καταθέσει τις ανακριτικές καταθέσεις που έδωσε όταν βρισκόταν ακόμα υπό κατηγορία, διότι τότε είχε κίνητρο να ψευσθεί. Το δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα αυτά, έλαβε υπόψη την καταδικαστική απόφαση, έκρινε τον Χ ως αξιόπιστο και καταδίκασε τους Αιτητές. Μετά την εξάντληση όλων των ημεδαπών ένδικων μέσων, αποτάθηκαν στο ΕΔΑΔ επικαλούμενοι, μεταξύ άλλων, παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Το ΕΔΑΔ αποδεχόμενο ότι υπήρξε πράγματι παραβίαση, στήριξε την απόφαση του, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι έγινε δεχτή μαρτυρία στη δίκη των Αιτητών, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια μιας συνοπτικής, ταχύρρυθμης διαδικασίας, χωρίς να διασφαλίζονται τα απαραίτητα εχέγγυα της σχολαστικής εξέτασης της αξιοπιστίας και της δεκτότητας. Το θέμα τίθεται ως εξής από το Δικαστήριο: (παράγραφος 105 της απόφασης) "The second requirement for the conduct of concurrent proceedings is that the quality of res judicata would not be attached to facts admitted in a case to which the individuals were not party. The state of the evidence admitted in one case must remain purely relative and its effect strictly limited to that particular set of proceedings. In other words, in the present case no finding of fact made in the proceedings against X could have been admitted in the applicants' case without full and proper examination at the applicants' trial. Moreover, the procedure followed by the court in X's case had been accelerated, and the establishment of facts had been a result of plea-bargaining, not the judicial examination of evidence. Consequently, the facts relied on in that case had been legally assumed rather than proven. As such, they could not have been transposed to another set of criminal proceedings without their admissibility and credibility being scrutinised and validated in those other proceedings, in an adversarial manner, like all other evidence. Στη δική μας υπόθεση, έχουμε ήδη επισημάνει ότι θα γίνει εξ υπαρχής και εφ όλης της ύλης εξέταση της όποιας μαρτυρίας προσκομισθεί κατά την ακρόαση. Θα προσθέταμε εδώ, χωρίς ποσώς να προαποφασίζουμε οτιδήποτε, πως η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει ίσως να αναλογισθεί αν η περίπτωση είναι κατάλληλη να αιτηθεί κατά την ακρόαση - για οποιοδήποτε λόγο - την κατάθεση είτε της απόφασης του Κακουργιοδικείου είτε των πρακτικών της διαδικασίας ή άλλων συναφών στοιχείων που άπτονται αποκλειστικά της υπόθεσης 19517/
  3. Ένα άλλο επιμέρους στοιχείο που έλαβε υπόψη το ΕΔΑΔ στη διαμόρφωση της θέσης του περί παραβίασης του τεκμηρίου της αθωότητας στην πιο πάνω υπόθεση, ήταν το άρθρο 90 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ρωσίας, βάσει του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (res judicata) επί της διαπίστωσης γεγονότων από ένα δικαστήριο σε άλλο, ακόμα και όταν η διαπίστωση γίνεται σε ταχύρρυθμη διαδικασία, και τούτο, παρά το γεγονός ότι το άρθρο, αναφέρει ότι τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να προκαθορίσει την ενοχή προσώπων που δεν ήταν κατηγορούμενοι ενώπιον του Δικαστηρίου που προέβη στις διαπιστώσεις. Το ΕΔΑΔ θέτει το θέμα ως ακολούθως (παράγραφος 107). «Turning to the question of res judicata, the Court takes cognisance of the Government's argument that the courts adjudicating the applicants' criminal case had not been bound by the judgment in X's case. It notes, however, that Article 90 of the Code of Criminal Procedure, as worded at the material time, expressly afforded the force of res judicata to judgments even if issued in accelerated proceedings (see paragraph 79 above). Moreover, by stating that "Circumstances established in a judgment ... shall be accepted by a court ... without additional verification", it set forth the rule whereby not only a finding of guilt of an accused but also findings of fact would formally have potential prejudicial effect. Even though in accordance with Article 90, a judgment cannot predetermine the guilt of those who have not participated in the criminal case under consideration, the fact that the circumstances established in the judgment against X had the force of res judicata in effect contravened that prohibition». Κατέληξε το ΕΔΑΔ ότι η αποδοχή της μαρτυρίας του Χ και η χρήση της στη δίκη των Αιτητών ήταν επιρρεπής εκμετάλλευσης (suggestive of manipulation) ασυμβίβαστη με την έννοια της δίκαιης δίκης. Ήδη έχουμε αναφέρει ότι καμία προδέσμευση δεν υπάρχει για το Δικαστήριο μας σε σχέση με τα όσα έγιναν, ειπώθηκαν και γράφτηκαν στην υπόθεση 19517/19 - και τούτο το εννοούμε κατά τρόπο απόλυτα ουσιαστικό και όχι θεωρητικό. Η τελευταία υπόθεση στην οποία θα αναφερθούμε, την οποία θεωρούμε ιδιαίτερα σχετική, είναι η Karaman v. Germany no.17103/10, ECHR
  4. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κ.κ. Αριστείδης και Πολυχρόνης, στήριξαν επιχειρηματολογία στον δικαστικό λόγο της υπόθεσης αυτής. Σύμφωνα με τα γεγονότα, ο Αιτητής υποστήριξε ότι παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας του ένεκα αναφορών που έγιναν από γερμανικό δικαστήριο, σε δίκη τρίτων προσώπων (του E, G και T), στην οποία δεν συμμετείχε. Η υπόθεση αφορούσε εγκληματική οργάνωση που δρούσε στην Τουρκία και Γερμανία, διαπράττοντας οικονομικής φύσεως εγκλήματα. Το πλήρες όνομα του Αιτητή αναφέρθηκε πολλές φορές στην απόφαση του δικαστηρίου και επίσης υπήρξε εύρημα ότι ο G συντονιζόταν με τον Αιτητή και/ή λάμβανε οδηγίες απ' αυτόν σε σχέση με τη διάθεση χρημάτων. Έγινε βέβαια μνεία στην απόφαση ότι ο Αιτητής υπόκειτο σε ξεχωριστή δίκη. Στο κείμενο της απόφασης που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο, έγινε ανωνυμοποίηση και περιλήφθηκε εισαγωγική σημείωση ότι ήταν δεσμευτική μόνο σε σχέση με τους 3 καταδικασθέντες και για οποιουσδήποτε τρίτους, ίσχυε το τεκμήριο της αθωότητας. Στη συνέχεια τόσο οι διωκτικές αρχές της Γερμανίας όσο και της Τουρκίας πρόσαψαν κατηγορίες εναντίον του Αιτητή στη βάση των ιδίων γεγονότων. Καθ' ον χρόνο ήταν σε εκκρεμότητα αυτές οι διώξεις, ο Αιτητής προσέφυγε στο ΕΔΑΔ, το οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Για να καταλήξει στο εν λόγω συμπέρασμα, το Δικαστήριο εξέτασε με προσοχή το λεκτικό της απόφασης του Γερμανικού Δικαστηρίου και το κατά πόσο ήταν αναγκαία ή όχι η ονομαστική αναφορά στον Αιτητή. Ενόψει του ισχυρισμού του G ότι ενεργούσε αυτόβουλα, κατέστη επίδικο θέμα, το αν κάποιος του έδιδε ή όχι οδηγίες, με αποτέλεσμα να ήταν αναγκαία η επ' αυτού εξαγωγή συγκεκριμένου συμπεράσματος. Θα έπρεπε, σημείωσε το Δικαστήριο, να γίνει η χρήση των αρχικών του ονόματος αντί το πλήρες όνομα, αλλά το σημαντικό είναι πως κατέστη σαφές από το Γερμανικό Δικαστήριο πως δεν αποφάσιζε την ενοχή ή μη του Αιτητή. Υπήρξε και πολύ σημαντικό εύρημα του ΕΔΑΔ σε σχέση με τη φύση, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης και την ανάμειξη πολλών προσώπων. Η σχετική αναφορά που ευστόχως έχει εντοπιστεί από τον κ. Αριστείδη, είναι στην παράγραφο 64 της απόφασης. Έχει ως εξής: «The Court accepts the Government's argument that in complex criminal proceedings involving several persons who cannot be tried together, references by the trial court to the participation of third persons, who may later be tried separately, may be indispensable for the assessment of the guilt of those who are on trial. Criminal courts are bound to establish the facts of the case relevant for the assessment of the legal responsibility of the accused as accurately and precisely as possible, and they cannot present established facts as mere allegations or suspicions. This also applies to facts related to the involvement of third persons. However, if such facts have to be introduced, the court should avoid giving more information than necessary for the assessment of the legal responsibility of those persons who are accused in the trial before it. Στις κατηγορίες 1- 4 που αντιμετώπισαν οι Α. και D. στα πλαίσια της υπόθεσης 19517/19, ο εδώ αιτητής αναφέρεται ονομαστικά στις ίδιες τις λεπτομέρειες αδικήματος. Στην κατηγορία 1 κατονομάζεται ως το πρόσωπο με το οποίο συνωμότησαν για να φονεύσουν τον Ρ. και στις κατηγορίες 2-4 ως συνεργός/συναυτουργός στη διάπραξη της απόπειρας φόνου, στην κατοχή πυροβόλου όπλου και στην κατοχή πυρομαχικών αντίστοιχα. Με άλλα λόγια, το όνομα του αιτητή, δεν παρείσφρησε στην υπόθεση μέσω της μαρτυρίας, ούτε και η ονομαστική αναφορά ήταν αυτόβουλη εισαγωγή του Δικαστηρίου. Ενυπήρχε στο Κατηγορητήριο εξ αρχής. Συνεπώς, ήταν καθήκον του Κακουργιοδικείου να προβεί σε συγκεκριμένο εύρημα επί των λεπτομερειών της κάθε καταλογισθείσας στους εκεί κατηγορούμενους κατηγορίας, και όλων των αναφερθέντων στοιχείων για να μπορούσε συνακόλουθα να κρίνει και την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων με όση δυνατή περισσότερη ακρίβεια (accurately and precisely as possible). Συνεπώς, κατ' εφαρμογή του καθήκοντος αυτού ήταν αναγκαία η αναφορά στο όνομα του αιτητή αλλά και η εξαγωγή των συμπερασμάτων, στα οποία κατέληξε. Το κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετική διατύπωση από το Κακουργιοδικείο ασφαλώς δεν είναι της δικής μας αρμοδιότητας να σχολιάσουμε. Σημειώνουμε πάντως ότι, προς το τέλος της παραγράφου 63 της απόφασης Karaman, διευκρινίζει το ΕΔΑΔ ότι ακόμα και η ατυχής διατύπωση δεν είναι καθοριστική όταν γίνει συνάρτηση με τη φύση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης διαδικασίας «Even the use of some unfortunate language may not be decisive when regard is had to the nature and context of the particular proceedings (see Allen, cited above, § 126)». Εκείνο που έχει σημασία επί του προκειμένου, είναι πως καταδεικνύεται μέσα από την ετυμηγορία του Κακουργιοδικείου (απόφαση και ποινή) ότι ο αιτητής δεν ήταν κατηγορούμενο πρόσωπο ενώπιον του και δεν κρινόταν η δική του ενοχή για οποιοδήποτε αδίκημα. Τούτο καταφαίνεται και από το γεγονός ότι στην ποινή ημερ. 8.9.2021, όπου πλέον το Κακουργιοδικείο έχει ως δεδομένη την ενοχή των ενώπιον του κατηγορουμένων, δεν γίνεται καμία απολύτως ονομαστική αναφορά στον αιτητή. Υπάρχει απλά μια ακροθιγής αναφορά σε «τρίτο πρόσωπο» στη σελ. 1 του κειμένου και τίποτε πέραν τούτου. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η ξεχωριστή ποινική δίωξη αφενός των Α. και D. και αφετέρου του αιτητή δεν ήταν επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής αλλά αδήριτη ανάγκη ενόψει της διαφυγής του αιτητή στα κατεχόμενα και της μακράς εκεί διαμονής του. Όπως καταγράφεται στο πλαίσιο πραγματικών γεγονότων, από τις αρχές Δεκεμβρίου 2018 μέχρι τις 12 Μαρτίου 2021 (για σχεδόν 2 ½ χρόνια) ο κατηγορούμενος καταζητείτο από την Αστυνομία προς εκτέλεση των εναντίον του ενταλμάτων σύλληψης. Το κατά πόσο κρατείτο παρά τη θέληση του από τις κατοχικές «αρχές» δεν αλλάζει το δεδομένο. Κατά συνάφεια δεν μπορούσε κατά τη σύλληψη του, να κατηγορηθεί και να συμπεριληφθεί στη δίκη που ήδη αντιμετώπιζαν οι άλλοι δύο. Τούτο είναι πρακτικά και ουσιαστικά αδύνατο και δεν επιτρέπεται κιόλας από την ποινική μας δικονομία. Η ακρόαση εναντίον των άλλων δύο βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο, είχε σχεδόν τελειώσει, αφού ήδη κατέθεσαν 42 από τους συνολικά 44 μάρτυρες που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή. Συνεπώς, η επιλογή της διακοπής εκείνης της υπόθεσης, 18 σχεδόν μήνες μετά την καταχώρηση της και η καταχώρηση καινούργιας, ενιαίας υπόθεσης εναντίον και των τριών, θα ήταν αντιπαραγωγική, άγονη και επιζήμια εξ απόψεως σπατάλης δικαστικού χρόνου και δημόσιου χρήματος. Ακόμα σημαντικότερο - ενόψει της συσσωρευμένης χρονοβόρας εκκρεμοδικίας, θα τίθετο σε άμεσο και ορατό κίνδυνο το Συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα των άλλων δύο κατηγορουμένων, όπως η διάγνωση της ποινικής τους ευθύνης λάβει χώρα εντός ευλόγου χρόνου. Κλείνοντας, συνοψίζουμε συγκεντρωτικά τα ευρήματα μας για σκοπούς απόλυτης ευκρίνειας. Αναγνωρίζουμε και δεχόμαστε ότι υπάρχει πλειάδα αναφορών στο πρόσωπο του αιτητή στην καταδικαστική απόφαση του Κακουργιοδικείου ημερ. 3.9.
  5. Τούτο είναι διάχυτο σε όλο το κείμενο της απόφασης. Γίνονται πολύ συγκεκριμένες αναφορές για άμεση και σαφή εμπλοκή του αιτητή στα αδικήματα που διέπραξαν οι εκεί κατηγορούμενοι. Παρόλα ταύτα κρίνουμε ότι δεν έχει παραβιαστεί το τεκμήριο της αθωότητας του ούτε, συνειρμικά ή άλλως πως το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη, για τους εξής λόγους: Πρώτον, στην ετυμηγορία του Κακουργιοδικείου, ιδωθείσα ως σύνολο (απόφαση ημερ. 3.9.2021 και ποινή ημερ. 8.9.2021) καταδεικνύεται ότι το Κακουργιοδικείο δεν αποφάσιζε την ενοχή του αιτητή για οποιοδήποτε αδίκημα. Δεύτερον, η ονομαστική αναφορά στον αιτητή από το Κακουργιοδικείο ήταν απαραίτητη λόγω του γεγονότος ότι αναφέρεται ρητά και στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών. Η εξαγωγή συμπερασμάτων συνεπώς επί της αναφερθείσας εμπλοκής του αιτητή, ήταν αναγκαία για τη διαμόρφωση τελικής κρίσης για την ενοχή ή όχι των εκεί κατηγορουμένων στις υπό εξέταση κατηγορίες που αντιμετώπιζαν. Τρίτον, το δικό μας Δικαστήριο δεν δεσμεύεται και δεν θα εφαρμόσει ή ακολουθήσει τα ευρήματα και τις διαπιστώσεις του Κακουργιοδικείου ακόμα και σε περίπτωση τελεσιδικίας. Τέταρτον, το δικό μας Δικαστήριο θα εξετάσει εξ υπαρχής και εφ όλης της ύλης, την όποια προσκομισθείσα κατά την ακρόαση, μαρτυρία. Βάσει αυτής και μόνον θα αποφασίσει την ενοχή ή όχι του αιτητή στα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Στην κρίση μας συνεκτιμήσαμε τα όσα αναφέρουμε στις σελίδες 21-22 ανωτέρω. Δηλαδή το διαδικαστικά ανέφικτο, λόγω διαφυγής και μακράς διαμονής του αιτητή στα κατεχόμενα, να καταχωρείτο αρχικά μία υπόθεση εναντίον και των τριών προσώπων. Ομοίως, τη μετέπειτα δυσχέρεια να γινόταν τούτο μετά τη σύλληψη του αιτητή, σε συνάρτηση και με το Συνταγματικό διακύβευμα των κατηγορουμένων της άλλης υπόθεσης, η οποία υπενθυμίζουμε, σχεδόν είχε τελειώσει. Τέλος, σε σχέση με το επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του αιτητή, κ. Πολυχρόνη, πως αν το Δικαστήριο μας αποφασίσει διαφορετικά από το Κακουργιοδικείο στην υπόθεση 19517/19, θα δημιουργηθεί πρόβλημα για τη Δημοκρατία λόγω της έκδοσης «αντιφατικών αποφάσεων ομόβαθμων Δικαστηρίων» και της «ανασφάλειας δικαίου» που θα επέλθει, με κάθε εκτίμηση, δεν συμφωνούμε. Κατ' αρχάς δεν θεωρούμε ότι τίθεται θέμα έκδοσης «αντιφατικών αποφάσεων» ή «ανασφάλειας δικαίου». Το Κακουργιοδικείο στην 19517/19, βάσει της μαρτυρίας που προσήχθη ενώπιον του, αποφάσισε για την ενοχή και μόνον, των προσώπων που κατηγορούνταν στην εν λόγω υπόθεση. Η απόφαση αυτή υπόκειται σε έλεγχο επί της ορθότητας της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το δικό μας Δικαστήριο, βάσει της μαρτυρίας που θα προσαχθεί κατά την ακρόαση, θα αποφασίσει την ενοχή ή μη του αιτητή και μόνον για τα αδικήματα για τα οποία εδώ κατηγορείται. Και η δική μας απόφαση θα υπόκειται σε έλεγχο επί της ορθότητας της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Καμία αντίφαση και καμία ανασφάλεια δικαίου υπάρχει. Αν είναι κάτι που αναδεικνύεται από το στοιχείο αυτό είναι το αδιάβλητο του νομικού μας συστήματος, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η ακεραιότητα των δικαστηρίων, με παράδοση πολλών δεκαετιών φρονούμε, κάτι για το οποίο, δικαιούμαστε όλοι να αισθανόμαστε υπερήφανοι. Η Αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............ Στ. Σταύρου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Χρ. Παρπόττα, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.