← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. A.A. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23042/2015, 16/9/2022

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. A.A. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23042/2015, 16/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23042/2015 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν.

  1. A.A.
  2. B.B.
  3. Γ.Γ. Κατηγορούμενων -------------------------- Ημερομηνία: 16 Σεπτεμβρίου,
  4. Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Σιαπανή. Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Ευτυχίου. Κατηγορούμενοι 1 και 2, παρόντες. ΠΟΙΝΗ (Αναφορικά με τους Κατηγορούμενους 1 και 2) (Δοθείσα Αυθημερόν)
  5. Το αρχικό κατηγορητήριο αποτελείτο από 79 κατηγορίες. Προστέθηκαν ακολούθως οι κατηγορίες 80 - 117 (80 - 89, την 10/11/2015 και 90 - 117, την 24/8/2016). Οι κατηγορίες 9, 10, 38, 39, 52, 53, 65, 66, 68 και 76 διακόπηκαν.
  6. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
  7. Στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως και για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση μου ημερ. 4/3/2022, οι κατηγορίες 4 - 8, 11 - 37, 40, 41 και 112 - 117 απορρίφθηκαν και ο κατηγορούμενος 1 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτές.
  8. Παρέμειναν ως εκ τούτου οι κατηγορίες 1 - 3, 42 - 51, 54 - 64, 67, 69 - 75 και 77 -
  9. Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετώπιζε τις κατηγορίες 1 - 3, 46 - 51, 54 -59, 62 - 64, 77 - 79, 88 - 91, 94 - 99, 102 και 111 μόνος του και τις κατηγορίες 42 - 45, 60, 61, 67, 69 - 75, 80 - 87, 92, 93, 100, 101, 103 - 110 από κοινού με τον κατηγορούμενο
  10. Με απόφαση μου ημερ. 7/9/2022, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι, στις κατηγορίες 92, 93, 100, 101, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109 και 110 που αντιμετώπιζαν μαζί.
  11. Ο κατηγορούμενος 1 κρίθηκε επίσης ένοχος στις κατηγορίες 94, 95, 96, 97, 98, 99 και 111 που αντιμετώπιζε μόνος του.
  12. Οι κατηγορίες 1, 2, 3, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 67, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91 και 102 απορρίφθηκαν.
  13. Όλες οι κατηγορίες στις οποίες κρίθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αφορούν αδικήματα κατάχρησης εξουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 («ΠΚ»).
  14. Ο κατηγορούμενος 1, κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ήταν πρόεδρος Κοινοτικού Συμβουλίου και ο κατηγορούμενος 2 αντιπρόεδρος.
  15. Οι κατηγορίες καλύπτουν την περίοδο Δεκεμβρίου 2005 - Μαρτίου
  16. Αφορούν 19 διαφορετικές περιπτώσεις εξασφάλισης επιταγών από την Ελμένι Λατομεία Λτδ και την Λατομεία Λατούρος Λτδ.. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ενώ ήταν δημόσιοι λειτουργοί, πρόεδρος και αντιπρόεδρος Κοινοτικού Συμβουλίου, αντίστοιχα, ο κατηγορούμενος 1 (κατηγορίες 94, 95, 96, 97, 98, 99 και 111) ή και οι δύο μαζί (κατηγορίες 92, 93, 100, 101, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109 και 110), κατά κατάχρηση εξουσίας που αναγόταν στα καθήκοντα τους, προέβησαν σε αυθαίρετες πράξεις που παράβλαπταν τα δικαιώματα άλλων, αφού δηλαδή εξασφάλιζαν τις εν λόγω επιταγές για να βοηθήσουν άπορες οικογένειες τις εξαργύρωναν και οικειοποιούνταν τα ποσά. Όλες οι επιταγές είχαν εκδοθεί στο όνομα του κατηγορούμενου 1 ή στην «ΠΕΟ [Δ]».
  17. Σύμφωνα με τα ευρήματα μου οι επιταγές, και επομένως τα χρήματα, δίδονταν στον κατηγορούμενο 1, ως εκ της θέσεως του, ως προσώπου εμπιστοσύνης δηλαδή ως προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου και όχι απλώς ως προσώπου εμπιστοσύνης που γνώριζε τα κοινά. Ο κατηγορούμενος 1 επομένως, δεν θα λάμβανε τα χρήματα αν δεν ήταν πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Ο σκοπός της παραχώρησης των χρημάτων ήταν να διατεθούν ακολούθως σε πρόσωπα που έχρηζαν βοήθειας.
  18. Περαιτέρω, η ΠΕΟ [Δ] ήταν μη συγκροτημένο σώμα (unincorporated association) νομικά ανύπαρκτο. Λειτουργούσε ως σύλλογος - καφενείο - ταβέρνα σε υποστατικό που ενοικίαζε, Τουρκοκυπριακής Ιδιοκτησίας, από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Παρά το γεγονός ότι αποτελούσε μη συγκροτημένο σώμα, η διεξαγωγή εκδηλώσεων και η συντήρηση του υποστατικού, συνεπάγονταν σε λειτουργικές ανάγκες. Προς τούτο δέχθηκε κρατική οικονομική βοήθεια ύψους €9.000 τον Δεκέμβριο του 2011 (€8.000) και τον Ιανουάριο του 2012 (€1.000).
  19. Η ΠΕΟ [Δ] λειτουργούσε χωρίς συγκεκριμένους κανόνες ή καταστατικό και δεν τύγχανε οποιουδήποτε οικονομικού ελέγχου. Ούτε τηρούνταν λογαριασμοί ή καταστάσεις εξόδων. Είχε μόνο τραπεζικό λογαριασμό σε ΣΠΕ. Οι εκλογές γίνονταν «δια βοής» ετήσια. Δεν φαίνεται επίσης να είχε πέραν των 5 μελών, μεταξύ των οποίων οι κατηγορούμενοι 1 και
  20. Η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηριζόταν στη θέση ότι ο τραπεζικός λογαριασμός της ΠΕΟ [Δ] τύγχανε διαχείρισης από τους κατηγορούμενους 1 και 2 ωσάν να ήταν προσωπικός τους λογαριασμός. Ότι δηλαδή χρησιμοποιούσαν τα χρήματα ωσάν να ήταν δικά τους. Η πιο πάνω θέση έγινε δεκτή με το εξής σκεπτικό: «

(1)Ο κατηγορούμενος 1 δεν είχε κανένα ενδοιασμό να δίδει οδηγίες όπως οι επιταγές εκδίδονται με δικαιούχο την ΠΕΟ [Δ] γνωρίζοντας ότι μπορούσε να τις εξαργυρώσει και ή να προβεί σε αναλήψεις χωρίς πρόβλημα. Και ο ίδιος, άλλωστε, επιβεβαίωσε ότι εκδίδονταν είτε στο όνομα του είτε στην ΠΕΟ [Δ] για ευκολία του. Σε κάποιες περιπτώσεις (2 φορές) πληρώθηκαν και ασφάλιστρα οχημάτων του. Η όλη εικόνα των συναλλαγών έδειχνε ότι μπορούσε να καταθέτει επιταγές, να προβαίνει σε αναλήψεις και να διευθετεί την έκδοση επιταγών χωρίς να υπάρχει λογοδοσία. Σε αρκετές περιπτώσεις προέβαινε μετά την εξαργύρωση επιταγών σε καταθέσεις σε προσωπικούς του λογαριασμούς μεγάλων ποσών και ενώ, σύμφωνα με τον ίδιο, αντιμετώπιζε επίσης οικονομικές δυσκολίες.
(2)Ο κατηγορούμενος 2 χρησιμοποιούσε χρήματα που είχαν κατατεθεί στον λογαριασμό της ΠΕΟ [Δ] για πληρωμή λογαριασμών του, ήτοι τηλεφώνου (σε 6 περιπτώσεις), ηλεκτρικού ρεύματος (σε 8 περιπτώσεις), συντήρησης του ιδιωτικού του οχήματος (σε 4 περιπτώσεις) ακόμη και ασφαλίστρων για πελάτες του (σε μία περίπτωση). Εκδόθηκαν επίσης στο όνομα του επιταγές χιλιάδων ευρώ (σε 5 περιπτώσεις) χωρίς να υπάρχει εμφανής λόγος.
(3)Οι ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 2 γίνονταν με τη σύμπραξη και συνεννόηση και των δύο αφού στις πλείστες περιπτώσεις ήταν οι υπογράφοντες και αυτοί οι οποίοι μετέβαιναν στα πιστωτικά ιδρύματα για διεκπεραίωση των συναλλαγών. Ο ΜΚ 36 απλά υπέγραφε κενές επιταγές για διευκόλυνση. Η θέση του αυτή δεν αντικρούστηκε και γίνεται δεκτή.
(4)Η ίδια η ΠΕΟ [Δ] δεν φαινόταν να τηρεί οποιουσδήποτε λογαριασμούς εξόδων - εσόδων. Ως εκ τούτου οι προβληθείσες θέσεις των κατηγορουμένων 1 και 2 ότι κάλυπταν έξοδα που είχαν υποστεί εκ μέρους της δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Τέτοια θέση θα μπορούσε να γίνει δεκτή μόνο αν υπήρχαν λογαριασμοί. Παρά το γεγονός ότι φαίνεται να υπήρχαν άλλα μέλη, όπως ο ΜΚ 36, δεν αναφέρθηκε κάτι που να δείχνει ότι οι διαχειριστές των χρημάτων λογοδοτούσαν σε οποιονδήποτε.»
  1. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν απόλυτο έλεγχο του τραπεζικού λογαριασμού της ΠΕΟ [Δ] τον οποίο διαχειρίζονταν ως δικό τους.
  2. Το γεγονός ότι ωφελήθηκαν κάποιοι άποροι (ΜΥ 1 - ΜΥ 3), κατά καιρούς, δεν μετέβαλλε το γεγονός ότι η οικειοποίηση του ποσού γινόταν είτε με την κατάθεση των επιταγών σε λογαριασμό τον οποίο διαχειρίζονταν ως δικό τους ή με την μετατροπή των επιταγών σε μετρητά και επακόλουθη διάθεση των ποσών χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε λογαριασμού. Η θέση τους ότι τα χρήματα είχαν δοθεί σε πρόσωπα που είχαν ανάγκη απορρίφθηκε. Απορρίφθηκε επίσης η θέση του κατηγορούμενου 1 ότι σε 2 περιπτώσεις η οικονομική βοήθεια ήταν για τον ίδιο (αφορούσε 2 επιταγές των €2.500 η κάθε μια - κατηγορίες 97 και 98).
  3. Όπως ανέφερα, ο κατηγορούμενος 1 δεν θα λάμβανε τα ποσά αν δεν ήταν πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου. Κατέστη επομένως εμπιστευματοδόχος αυτών λόγω της θέσης του. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, είναι γεγονός ότι ο ίδιος δεν είχε προσεγγιστεί για να αναλάβει τέτοιο καθήκον. Γνώριζε όμως (και το παραδέχθηκε), το σκοπό που δίδονταν αυτά τα χρήματα. Γνώριζε επίσης ότι οι επιταγές εκδίδονταν στην ΠΕΟ [Δ] κατόπιν εισήγησης του κατηγορούμενου
  4. Ως πρόσωπο επομένως που ήλεγχε μαζί του τον λογαριασμό της ΠΕΟ [Δ] καθίστατο συνυπεύθυνος για την ορθή διαχείριση του ποσού. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι ενεργούσε μόνο εκ μέρους της ΠΕΟ [Δ] ή ως άτομο. Δεν έπαυε σε κάθε περίπτωση να είναι ο αντιπρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου και ως εκ τούτου ενεργούσε με αυτή την ιδιότητα.
  5. Με τον τρόπο που ενεργούσαν καθιστούσαν τα χρήματα δικά τους, αφού ο κατηγορούμενος 1, είτε εξαργύρωνε τις επιταγές και λάμβανε τα χρήματα σε μετρητά, κάποτε καταθέτοντας τα εκ νέου σε λογαριασμό του, ή και οι δύο τους τα κατέθεταν στον λογαριασμό της ΠΕΟ [Δ] και έχοντας απόλυτο έλεγχο τα χρησιμοποιούσαν για να αποπληρώσουν δικές τους υποχρεώσεις. Οι πράξεις τους αυτές ήταν αυθαίρετες. Καταχρώμενοι της εξουσίας τους, δηλαδή των θέσεων τους, είχαν σκοπό πρωτίστως το δικό τους όφελος. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα μου, δόθηκαν κάποια χρήματα σε άπορες οικογένειες ή στους συνδέσμους γονέων των σχολείων δεν μετέβαλλε το γεγονός της αρχικής οικειοποίησης δηλαδή της μετατροπής τους σε χρήματα δικά τους και με σκοπό την ικανοποίηση πρώτα δικών τους αναγκών ή υποχρεώσεων.
  6. Συνολικά οι κατηγορούμενοι 1 και 2, την περίοδο Δεκεμβρίου 2005 - Μαρτίου 2015, οικειοποιήθηκαν το ποσό των €59.107 (κατηγορίες 92, 93, 100, 101, 103 - 110) μαζί. Ο κατηγορούμενος 1 οικειοποιήθηκε επιπρόσθετα το ποσό των €19.500 (κατηγορίες 94 - 99 και 111).
  7. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου.
  8. Ο συνήγορος Υπεράσπισης υιοθέτησε τις εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από το Γραφείο Ευημερίας. Παρέδωσε επίσης στο Δικαστήριο γραπτώς τις εισηγήσεις του μαζί με πιστοποιητικά. Τόνισε στο Δικαστήριο τη σημασία των προσωπικών περιστάσεων των κατηγορουμένων 1 και
  9. Ανέφερε ότι είναι πρόσωπα που χαίρουν εκτίμησης στην κοινότητα τους, ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ότι συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη της Κοινότητας. Λόγω της σταδιακής ανάπτυξης της αυξήθηκε ο πληθυσμός της. Και οι δύο κατηγορούμενοι από το 2015 έπαυσαν να αναμειγνύονται στα κοινά. Προηγουμένως ασχολήθηκαν σε αριθμό κοινωφελών οργανισμών της Κοινότητας. Εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινών φυλάκισης όπως αυτές ανασταλούν.
  10. Ο κατηγορούμενος 1 είναι ηλικίας 62 ετών. Είναι νυμφευμένος και με τη σύζυγο του απέκτησαν 4 τέκνα, τα οποία σήμερα είναι ενήλικα. Όλα έχουν δημιουργήσει δικές τους οικογένειες (υπάρχουν και δύο εγγόνια) και είναι ανεξάρτητα. Ο κατηγορούμενος 1 είναι πρόσφυγας. Μετά την εισβολή κατοίκησε στη Λεμεσό. Φοίτησε στο Ανώτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο και αποφοίτησε ως ηλεκτρολόγος μηχανικός. Ολοκλήρωσε κανονικά τη στρατιωτική του θητεία. Εργάστηκε σε Τράπεζα από το 1984 μέχρι το
  11. Ακολούθως, εργάστηκε μέχρι το 2012 σε βιολογική φάρμα. Στη συνέχεια, μέχρι και το 2015, εργάστηκε σε ιδιωτική εταιρεία. Παρέμεινε άνεργος μέχρι την 1/2/2020, οπότε εργοδοτήθηκε σε ιδιωτική εταιρεία με μηνιαίες απολαβές €
  12. Το καθαρό του εισόδημα είναι περί τα €692,82 μηνιαίως. Λαμβάνει επίσης σύνταξη Κοινοτάρχη €250,95 μηνιαίως. Από το ποσό αυτό αποκόπτονται €100 μηνιαίως για οφειλόμενους φόρους. Τα χρέη της οικογένειας ανέρχονται στα €245.000 περίπου. Έχει εκποιηθεί περιουσία άλλου προσώπου για κάλυψη μέρους της οφειλής και εκκρεμεί αγωγή εναντίον του.
  13. Η σύζυγος του κατηγορούμενου 1 δεν εργάζεται. Αντιμετωπίζει από το 2010 σωρεία ιατρικών προβλημάτων. Σύμφωνα με τη βεβαίωση της Δρ. Χ. ημερ. 9/9/2022 πάσχει από Σακχαρώδη Διαβήτη, Μεικτή Υπερλιπιδαιμία, Υπέρταση, ευερέθιστο έντερο και Υπερκοιλιακή Ταχυκαρδία. Λαμβάνει ως εκ τούτου φαρμακευτική αγωγή. Ο κατηγορούμενος 1, ήταν η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης αν και θα μπορούσε να εξεύρει εργασία με μεγαλύτερες απολαβές δεν μπορεί να το πράξει, αφού πρέπει να εργάζεται κοντά στον τόπο διαμονής τους ώστε να της παρέχει την αναγκαία φροντίδα και προστασία.
  14. Ο κατηγορούμενος 2 είναι ηλικίας 67 ετών. Είναι άγαμος. Είναι απόφοιτος ιδιωτικού σχολείου. Αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία δραστηριοποιήθηκε εμπορικά ανοίγοντας κατάστημα πώλησης ειδών ένδυσης. Η επιχείρηση δεν πήγε καλά με αποτέλεσμα να δημιουργήσει μεγάλες οφειλές σε πιστωτικά ιδρύματα. Ακολούθως, από το 1993 και μετά, δραστηριοποιήθηκε ως ασφαλιστής μέχρι και την αφυπηρέτηση του. Προτού αφυπηρετήσει οι απολαβές του από προμήθειες ανέρχονταν στα €300 - €400 μηνιαίως. Τώρα λαμβάνει σύνταξη €445 μηνιαίως. Οι οικογενειακές του συνθήκες δεν ήταν ποτέ εύκολες. Η μητέρα του απεβίωσε στα 45 της, όταν αυτός ήταν μόλις 20 ετών. Ανέλαβε τη φροντίδα του πατέρα του, πρώην σιδερά, που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Κατοικούσαν σε ιδιόκτητη πλινθόκτιστη κατοικία η οποία, εν τέλει, κατέστη ακατάλληλη για κατοίκηση. Μετά το θάνατο του πατέρα του το 2010, ο κατηγορούμενος 2 ενοικίασε άλλη οικία και από το 2015 κατοικεί σε σπίτι που του παραχώρησε συγγενικό του πρόσωπο. Οι οφειλές του ανέρχονται σήμερα στις €150.000 περίπου.
  15. Το άρθρο 105 ΠΚ προνοεί τα ακόλουθα: «Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος. Αν ο υπαίτιος απέβλεπε με τέτοια πράξη σε κέρδος, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.»
  16. Αν η πράξη δεν αποβλέπει σε κέρδος τότε το αδίκημα είναι πλημμέλημα, που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 2 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 1.500 (€2.562[1]) ή και τις δύο ποινές[2]. Αν αποβλέπει σε κέρδος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 3 έτη[3].
  17. Στην προκειμένη περίπτωση επειδή οι κατηγορούμενοι απέβλεπαν σε κέρδος διέπραξαν κακουργήματα.
  18. Το ύψος της προβλεπόμενης ποινής προδιαγράφει και τη σοβαρότητα που θέλησε ο νομοθέτης να προσδώσει στο κάθε συγκεκριμένο αδίκημα και κατ' επέκταση τον βαθμό προστασίας του έννομου αγαθού που προστατεύεται, στοιχείο το οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250).
  1. Το αδίκημα του άρθρου 105 ΠΚ ανήκει στο μέρος του νόμου που αφορά τη δίωξη αδικημάτων διαφθοράς και κατάχρησης. Στην Μιχαηλίδης κ.α. v Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017, 131/2017, 28/4/2018, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα ως προς τον τρόπο που πρέπει να αντιμετωπίζονται γενικά τα αδικήματα διαφθοράς από δημόσια πρόσωπα: «Είναι γεγονός - και το διαπιστώνουμε καθημερινά - από τις υποθέσεις που άγονται ενώπιον μας, ότι αδικήματα διαφθοράς ταλανίζουν ιδιαίτερα τη χώρα μας. Το Ανώτατο Δικαστήριο, εκφράζοντας την έντονη απαξία ιδίως επί του ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων πλήττει καίρια την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, έχει διακηρύξει την ανάγκη αυστηρής προσέγγισης στο θέμα της ποινής με κυρίαρχο στόχο την αποτρεπτικότητα για προστασία του κοινωνικού συνόλου από εγκληματικές συμπεριφορές τέτοιου είδους, συμπεριφορές που ως εκ της φύσεως τους αλλά και του γεγονότος ότι διαπράττονται από θεσμικούς ή άλλως πως αξιωματούχους, καταλήγουν να είναι ιδιαίτερα βλαπτικές για την ίδια τη δημοκρατία.»
  2. Στη Μαληκκίδη v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 40/2015, 25/11/2016 αναφέρθηκε ότι σε αδικήματα κατάχρησης θέσης: «. με εμπλεκόμενα δημόσια πρόσωπα, η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει έντονα το στοιχείο της αποτροπής. Όπου δε εντοπίζεται τέτοια ανάγκη ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου.»
  3. Τέλος, στην Georghiou v R
(1984)2 CLR 65, 101[4], τονίστηκε ότι, όσο πιο ψηλή είναι η θέση του κατηγορούμενου, τόσο αυξάνεται και το καθήκον του να τηρεί τον νόμο. Μέσω της δικής του συμπεριφοράς πρέπει να αποτελεί παράδειγμα υπακοής στον νόμο.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση και οι δύο κατηγορούμενοι ήταν εκλεγμένα μέλη Κοινοτικού Συμβουλίου, πρόεδρος και αντιπρόεδρος. Εκμεταλλεύτηκαν τις θέσεις τους, ο καθένας με τον τρόπο του, ώστε να οικειοποιηθούν χρήματα που είχαν σκοπό να βοηθήσουν μέλη της κοινότητας που είχαν ανάγκη. Οι ενέργειες τους ήταν επαναλαμβανόμενες. Η περίοδος διάπραξης των αδικημάτων αφορούσε 10 συνεχόμενα έτη. Η παραβατική συμπεριφορά ήταν κατ' εξακολούθηση και επαναλαμβανόμενη. Μπορεί να μην υπήρξε αρχικά προσχεδιασμός, στην προσέγγιση δηλαδή του ΜΚ 19, όμως η εκ των υστέρων συμπεριφορά τους είχε το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, της επανάληψης και της εκμετάλλευσης των θέσεων τους. Η οικειοποίηση αφορούσε στο σύνολο μεγάλο ποσό. Όλα τα στοιχεία αυτά επενεργούν επιβαρυντικά στην ποινική τους ευθύνη αλλά και στη σοβαρότητα των αδικημάτων.
  2. Είναι γεγονός ότι ο ΜΚ 19 ανέφερε ότι δεν είχε πλέον παράπονο. Αν και το έχω λάβει υπ' οψιν μου η σημασία αυτής της θέσης είναι περιορισμένη, υπό το φώς του ότι τα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι αφορούν το ευρύτερο κοινό και την κοινωνία. Τα αδικήματα διαφθοράς και κατάχρησης πλήττουν την κοινωνία στο σύνολο.
  3. Στα πλαίσια επιμέτρησης της ποινής λαμβάνεται υπ' όψιν και ο βαθμός συμμετοχής και ο ρόλος του κάθε κατηγορούμενου στην τέλεση των αδικημάτων, που οπωσδήποτε διαβαθμίζεται και προσμετρά ανάλογα στον καθορισμό του είδους και του ύψους της ποινής (βλ. Hassan v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 356, 360 και Κάττος v Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 195, 200 - 201). Ο βαθμός συμμετοχής των κατηγορουμένων στο έγκλημα, αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για το κατά πόσο θα πρέπει να διαφοροποιηθούν οι ποινές που θα επιβληθούν (βλ. Θεοχάρους v Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 67, 70 και Ιωάννου v Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 251, 255 - 256).
  1. Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που, εκ της θέσεως του, ως πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου, κατέστη το πρόσωπο στο οποίο ο ΜΚ 19 έδειξε εμπιστοσύνη ότι θα εκπλήρωνε τον σκοπό που του δίδονταν οι επιταγές. Ήταν αυτός που καθόριζε το πού θα ήταν πληρωτέες οι επιταγές. Αντιμετώπισε επίσης περισσότερες κατηγορίες αφού σε αρκετές περιπτώσεις οικειοποιήθηκε τα χρήματα μόνος του. Κρίνω, ως εκ τούτου, ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε αυξημένη ευθύνη σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  2. Η συμμετοχή του κατηγορούμενου 2, δεν ήταν τόσο στην αρχική λήψη των χρημάτων αλλά στην επακόλουθη οικειοποίηση των χρημάτων σε συνέργεια με τον κατηγορούμενο 1 όταν αυτά κατέληγαν στην ΠΕΟ [Δ]. Και οι δύο βέβαια εκμεταλλεύτηκαν τις θέσεις τους ώστε να χειρίζονται τα χρήματα κατά το δοκούν.
  3. Εξέτασα όλες τις προσωπικές περιστάσεις τους όπως αυτές τέθηκαν ενώπιον μου με βάση τις εκθέσεις του γραφείου ευημερίας και τα όσα ανέφερε ο συνήγορος Υπεράσπισης. Δεν παραγνωρίζω επίσης τις ηλικίες τους, είναι και οι δύο άνω των 60 ετών. Ο κατηγορούμενος 1 ειδικά θα έχει μειωμένες πιθανότητες επαγγελματικής επαναδραστηριοποίησης. Έλαβα υπ' όψιν τις οικονομικές και οικογενειακές συνθήκες του καθενός ξεχωριστά και τις επιπτώσεις που θα έχει στους ίδιους και στις οικογένειες τους ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης. Ειδικά σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 θα υπάρχουν επιπτώσεις στην σύζυγο του που ασθενεί. Έλαβα επίσης υπ' οψιν μου, σε συνάρτηση με την ηλικία τους, τον πρότερο έντιμο βίο τους. Τέλος δεν παραγνωρίζω ότι, τουλάχιστον από το 2015 και μετά, αντιμετωπίζουν και οι δύο μεγάλες οικονομικές δυσκολίες.
  4. Σημαντική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν είναι η καθυστέρηση που προκλήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης. Καθυστέρηση εκ μέρους των αρμοδίων αρχών να παρουσιάσουν κατηγορούμενο ενώπιον της δικαιοσύνης αποτελεί παράβαση των ουσιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις λαμβάνουν υπόψη αυτό το γεγονός προς μετριασμό της ποινής (βλ. Παντελίδης v Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 309, 312 και Temenos v Republic
(1984)2 CLR 425, 429). 38. Στη ΓΕ v Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271, αναφέρθηκε ότι η αποτίμηση κατά το πέρας της διαδικασίας της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται, ως προς το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. επίσης ΓΕ v Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, και ΓΕ v Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361). Όπου υπάρχει καθυστέρηση δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής (βλ. Memic v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 276, 284 με αναφορά στις ΓΕ v Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617 και Βασιλείου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104). 39. Όπως αναφέρθηκε στην Σάββα v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 78/2021, 9/11/2021: «Έχει νομολογιακά, κατ΄ επανάληψη διακηρυχτεί ότι μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος η φυλάκιση είναι ανεπιθύμητη και πρέπει να αποφεύγεται εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο (Αστυνομία v Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021, Γενικός Εισαγγελέας v Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, 277-8 και Γενικός Εισαγγελέας v Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, 361)». 40. Αν για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις ΓΕ ν Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). 41. Στον καθορισμό του μέτρου για το εύλογο του χρόνου για την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, με αφετηρία την ημέρα σύλληψης του κατηγορουμένου, λαμβάνονται υπ' όψιν τα περιστατικά και το περίπλοκο της υπόθεσης, η συμπεριφορά των ανακριτικών και Δικαστικών Αρχών, καθώς και εκείνη του κατηγορουμένου (βλ. Καυκαρής v Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 203, 222 - 223). Το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις Δικαστικές Αρχές (βλ. Agapiou v Panayiotou
(1988)1 CLR 257, 259 - 260).
  1. Στην προκειμένη περίπτωση η καταχώριση του κατηγορητηρίου έγινε σχεδόν αμέσως μετά τη διερεύνηση της υπόθεσης, στις 16/10/
  2. Την ίδια ημέρα ορίστηκε και για απάντηση των κατηγοριών. Δεν υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς διωκτικών αρχών στην καταχώριση της υπόθεσης. Η Υπόθεση αναβλήθηκε 2 φορές για απάντηση μέχρι και την 15/11/2015, οπότε και τροποποιήθηκε το κατηγορητήριο με την προσθήκη κάποιων κατηγοριών και την προσθήκες άλλων. Αναβλήθηκε εκ νέου για απάντηση αρκετές φορές για να εξεταστούν ζητήματα πολλαπλότητας. Την 24/8/2016 προστέθηκαν νέες κατηγορίες και την 26/8/2016 όλοι οι κατηγορούμενοι απάντησαν μη παραδοχή.
  3. Ορίστηκε για ακρόαση για πρώτη φορά την 2/11/
  4. Αναβλήθηκε άλλες δύο φορές. Ο κατηγορούμενος 1 την 28/2/2017 υπέβαλε αίτημα για νομική αρωγή το οποίο εγκρίθηκε 2/6/
  5. Διόρισε δικηγόρο και η υπόθεση ορίστηκε την 6/10/
  6. Την εν λόγω ημερομηνία αναβλήθηκε γιατί ο τότε δικηγόρος του κατηγορούμενου 1 αιτήθηκε αναβολή για προσωπικό ζήτημα. Νέα αναβολή δόθηκε την 28/11/2017 γιατί ο κατηγορούμενος 3 επιθυμούσε να αιτηθεί αναστολή δίωξης αλλά και γιατί ο κατηγορούμενος 2 αιτήθηκε επίσης νομική αρωγή. Νέα αναβολή δόθηκε και στις 30/4/2018, γιατί και ο κατηγορούμενος 1 (ο οποίος δεν ήταν παρών, λόγω φυλάκισης του) ζήτησε επίσης να κάνει αίτημα αναστολής δίωξης. Την 20/9/2018 δόθηκε νέα αναβολή γιατί ο δικηγόρος του κατηγορούμενου 3 ασθενούσε.
  7. Η ακρόαση άρχισε κανονικά στις 26/2/2019 για να ολοκληρωθεί την 3/12/2021 η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Μεσολάβησαν, δίκη εντός δίκης για τα τραπεζικά δεδομένα (ολοκληρώθηκε την 25/7/2019), αλλαγή δικηγόρου του κατηγορούμενου 1 (χωρίς αυτό να επηρεάσει χρονικά), αναστολή εκδίκασης υποθέσεων λόγω της πανδημίας την περίοδο 23/3/2020 - 17/6/2020, πρόβλημα ασθενείας του συνηγόρου Υπεράσπισης (17/6/2020 - 19/10/2020) και αλλαγή δημόσιου κατηγόρου (17/10/2020 - 17/11/2020). Θα πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν επίσης ότι το κατηγορητήριο ήταν εκτενές. Εκτενής ήταν και η μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Ακολούθως, μετά την παρουσίαση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής υπήρξαν δύο αναβολές λόγω διάγνωσης του κατηγορούμενου 1 με κορονοϊό (21/1/2022 και 4/2/2022). Ακολούθησε μετά το εκ πρώτης όψεως, και την απόρριψη μέρους του κατηγορητηρίου, η μαρτυρία της Υπεράσπισης.
  8. Οι λόγοι επομένως αναβολών ήταν πολλοί και δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στους κατηγορούμενους 1 και 2, αν και μέχρι την έναρξη της διαδικασίας ευθύνονταν για αρκετές από τις αναβολές. Η Κατηγορούσα Αρχή επίσης ευθυνόταν για μέρος της καθυστέρησης με τις μεταβολές του κατηγορητηρίου. Η απώλεια 7 μηνών λόγω πανδημίας και λόγων υγείας του συνηγόρου των κατηγορουμένων 1 και 2 δεν μπορεί βέβαια να ληφθεί υπ' όψιν σε βάρος τους. Ο όγκος της μαρτυρίας όμως ήταν τέτοιος που εκ των πραγμάτων θα απαιτούσε, και απαίτησε, μεγάλο αριθμό δικασίμων.
  9. Αντικειμενικά έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να παραγνωριστεί.
  10. Παρά τα όσα αναφέρθηκαν, δεδομένων και των προβλεπόμενων ποινών και των νομολογιακών αρχών που παρέθεσα, οι ποινές δεν μπορεί να είναι άλλες από ποινές φυλάκισης. Οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν μόνο τη χρονική διάρκεια των ποινών. Ο παράγων της καθυστέρησης, ιδιαίτερα, δικαιολογεί σοβαρή μείωση στο χρόνο διάρκειας, όχι όμως μεταβολή του είδους της ποινής, χωρίς να παραγνωρίζω και τη νομολογία επί του θέματος. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, όχι μόνο θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής, αλλά θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα. Κρίνω ότι οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αυτή είναι αναπόφευκτη (βλ. Σάββα, ανωτέρω). Σημειώνω ότι, εκτός από την εργόδοτηση του κατηγορούμενου 1 το 2020, δεν υπήρξε άλλη μεταβολή στις συνθήκες τους. Τα οικονομικά τους προβλήματα χρονολογούνται. Η κακή υγεία της συζύγου του κατηγορούμενου 1 υφίσταται από το
  11. Τέλος έλαβα υπ' όψιν το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων 1 και 2, που όπως ανέφερα, σε συνάρτηση με την ηλικία τους συνιστά σοβαρό μετριαστικό παράγοντα.
  12. Αφού συνυπολόγισα και στάθμισα όλους τους σχετικούς με την επιμέτρηση της ποινής παράγοντες, εξαντλώντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στους κατηγορούμενους 1 και 2 τις ακόλουθες ποινές:
(1)Στον κατηγορούμενο 1: Στις κατηγορίες 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100, 101, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110 και 111, ποινή φυλάκισης 18 μηνών σε κάθε κατηγορία.
(2)Στον κατηγορούμενο 2: Στις κατηγορίες 92, 93, 100, 101, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109 και 110, ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε κατηγορία.
  1. Οι ποινές φυλάκισης εκάστου κατηγορουμένου να συντρέχουν.
  2. Τα έξοδα €1.000 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
  3. Εξέτασα κατά πόσο υφίστανται λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/
  4. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, 702 και Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, 584). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 11/2016, 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν είναι (βλ. Demetriou v R
(1976)2 JSC 386, 388 - 389 και ΓΕ v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303, 309 - 310), η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
  1. Έλαβα υπ' όψιν όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στην απόφαση μου, τόσο σε σχέση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όσο και με τις προσωπικές τους συνθήκες και αποφάσισα ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι έκδηλο ότι τα αδικήματα για τα οποία επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Έλαβα υπ' όψιν:
(1)τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, οι οποίες περιέχουν το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, της επανάληψης, του μεγάλου χρηματικού οφέλους και της βλάβης στην κοινωνία αφού και οι δύο κατηγορούμενοι ήταν εκλεγμένα μέλη Κοινοτικού Συμβουλίου.
(2)τη μη ύπαρξη ιδιαίτερων προσωπικών περιστάσεων των κατηγορουμένων 1 και 2 ούτε την ύπαρξη οποιασδήποτε σοβαρής μεταβολής λόγω της παρέλευσης χρόνου.
(3)Την αναγκαιότητα αποτροπής τέτοιας φύσεως αδικημάτων.
  1. Συνεπώς, η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων, σε συνδυασμό με τις συνθήκες διάπραξης τους και οι μετριαστικοί παράγοντες, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν στους κατηγορούμενους 1 και 2 δεν μπορούν να θεωρηθούν αρκετοί, ώστε να δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας, τυχόν αναστολή των ποινών φυλάκισης, έχοντας κατά νου τη διαπιστωθείσα αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, των συνθηκών διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και των συνεπειών που επιφέρουν, θα εξέπεμπε εσφαλμένα μηνύματα και θα υπονόμευε τον σκοπό της αποτελεσματικής εφαρμογής του νόμου.
  2. Οι ποινές φυλάκισης, επομένως, θα εκτελεστούν αμέσως. (Υπ.).............. Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] βλ. Κ.Δ.Π. 312/2007, Ε.Ε. Παρ. ΙΙΙ (Ι), Αρ. 4210, 20/7/
  3. [2] Άρθρο 35 ΠΚ. [3] Με τον Ν.27(Ι)/2021 η ποινή φυλάκισης αυξήθηκε στα 7 έτη. [4] 'It has been said time and again and, now we repeat, that the higher one stands, the higher becomes his duty to observe the law; in fact, give by his conduct an example of obedience to the law.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.