Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστάκης Κοντζιάς, Αρ. Υπόθεσης: 12897/2018, 7/10/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B159 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12897/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- Χριστάκης Κοντζιάς Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 7/10/2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Ε. Ευσταθίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος στην παρούσα υπόθεση με 2 κατηγορίες, οι οποίες αφορούν το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπρόσωπου. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων είναι πανομοιότυπές. Διαφέρουν μόνο ως προς τα ποσά που έκαστος παραπονούμενος παρέδωσε στον κατ΄ισχυρισμό αντιπρόσωπο του, δηλαδή τον κατηγορούμενο. Αυτό λοιπόν το οποίο του καταλογίζεται είναι ότι έκλεψε, αντιστοίχως, το χρηματικό ποσό των €9.000 από τον Χρήστο Προκοπίου (1ος παραπονούμενος) (1η κατηγορία) και το ποσό των €6.000 από τον Γιούριι Γιαλή (2ος παραπονούμενος) (2η κατηγορία), το οποίο και του παρέδωσαν, έναντι προκαταβολής, με τη συμφωνία να τους εισάγει από το Ηνωμένο Βασίλειο και πωλήσει συγκεκριμένο μηχανοκίνητο όχημα της επιλογής τους. Ο κατηγορούμενος παρουσίασε στους παραπανουμένους τον εαυτό του ως πρόσωπο το οποίο ήταν σε θέση να τους εισάγει και πωλήσει ένα τέτοιο όχημα. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, αφού παρέλαβε τα πιο πάνω ποσά, τα παρέδωσε σε τρίτο πρόσωπο, στην προκειμένη σε κάποιον Αντρέα Γεωργίου (στο εξής «ο Γεωργίου»), με τον οποίο ο κατηγορούμενος συνεννοήθηκε, εν αγνοία των παραπονουμένων, ώστε αυτός να τα εισάγει. Η μεταξύ του κατηγορουμένου και Γεωργίου συνεννόηση ναυάγησε. Ο κατηγορούμενος έλαβε τα πιο πάνω χρήματα από τον Γεωργίου και αντί ο ίδιος να τα επιστρέψει πίσω στους παραπονουμένους τα οικειοποιήθηκε παρανόμως. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την ενοχή του, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, μέσω της αδιαμφισβήτητης και αναντίλεκτης μαρτυρίας, ότι ο 1ος παραπονούμενος (Μ.Κ 3), μαζί με τη σύζυγό του Αθηνά Σπύρου (Μ.Κ 4), επιθυμούσαν την αγορά νέου οχήματος. Από έλεγχο τους στο διαδίκτυο εντόπισαν ένα όχημα, τύπου NISSAN QASHQAI, με πωλητή τον κατηγορούμενο. Αφού τον κάλεσαν στο τηλέφωνο ο κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι το εν λόγω όχημα είχε ήδη πωληθεί. Τους πρότεινε όμως ότι θα μπορούσε να τους εισάγει οποιοδήποτε άλλο όχημα επιθυμούσαν από την Aγγλία. Παρεμβάλλω στο σημείο εδώ να αναφέρω ότι αποτελεί μία από τις βασικές θέσεις του κατηγορούμενου ότι ο ίδιος ενημέρωσε τόσο τον Μ.Κ 3 όσο και τον 2ο παραπονούμενο (Μ.Κ 5) ότι ενεργούσε ως μεσάζων/μεσολαβητής του Γεωργίου και πως ο τελευταίος ήταν το πρόσωπο, που θα εισήγαγε τα εν λόγω οχήματα από την Aγγλία. Ήταν η περαιτέρω θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος είχε ήδη καταρτίσει από προηγουμένως σχετική συμφωνία με τον Γεωργίου. Αυτή προέβλεπε ότι ο κατηγορούμενος θα έβρισκε υποψήφιους πελάτες για αγορά οχημάτων και στη συνέχεια θα τον ενημέρωνε ώστε να εισάγει τα εν λόγω οχήματα από την Αγγλία με δική του πρωτοβουλία και ευθύνη. Εις αντάλλαγμα ο κατηγορούμενος θα λάμβανε και την ανάλογη προμήθεια. Επί του ζητήματος αυτού είναι η αντίθεση θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι παραπονούμενοι συμφώνησαν αποκλειστικά με τον κατηγορούμενο να τους εισάγει και πωλήσει τα εν λόγω οχήματα και ουδέποτε είχαν οποιαδήποτε γνώση περί οποιασδήποτε εμπλοκής του Γεωργίου ή άλλου τρίτου προσώπου στη μεταξύ τους συμφωνία. Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, ακολούθησαν συζητήσεις μεταξύ του Μ.Κ 3 και του κατηγορούμενου. Εν τέλει ο Μ.Κ 3, μαζί με την Μ.Κ 4, αποφάσισαν να αγοράσουν ένα όχημα μάρκας Μazda, μοντέλου CX5, για το ποσό των €17.
- Για τον σκοπό αυτό, στις 18.01.2018, ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον Μ.Κ 3 στον χώρο εργασίας του τελευταίου. Εκεί ο Μ.Κ 3 παρέδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €9.000 ως προκαταβολή, έναντι της αγοράς του εν λόγω οχήματος, ως είχαν συμφωνήσει. Με την παράδοση των χρημάτων της προκαταβολής, ο κατηγορούμενος με την Μ.Κ 4 (εφόσον αυτή θα εγγράφετο ως η ιδιοκτήτρια του εν λόγω οχήματος) υπέγραψαν έγγραφο (Τεκμήριο 5), στο οποίο αναγραφόταν η παράδοση της προκαταβολής και ότι το υπολειπόμενο ποσό των €8.500, για την εξόφληση του, θα καταβαλλόταν μετά την παράδοση και τον μηχανικό έλεγχο του οχήματος. Η Μ.Κ 4 δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου εφόσον το υπέγραψε από προηγουμένως, πριν λάβει δηλαδή χώρα η πιο πάνω συνάντηση. Ταυτόχρονα, ο κατηγορούμενος παρέδωσε και τιμολόγιο (Τεκμήριο 4) στον Μ.Κ 3 στο οποίο αναγραφόταν, μεταξύ άλλων, η τιμή πώλησης του οχήματος, τα στοιχεία του και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό, αφαιρεμένης αυτής. Αυτό δε φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου και του Μ.Κ
- Επί του σημείου αυτού παρεμβάλλω επίσης να αναφέρω ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών, ως προς την έκδοση και συμπλήρωση του σχετικού τιμολογίου. Και τούτο γιατί, αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι αυτό συντάχθηκε και συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο, κατά την πιο πάνω συνάντηση του με τον Μ.Κ 3, ενώ από την Υπεράσπιση, ότι αυτό συμπληρώθηκε στην ολότητά του από τον Γεωργίου, ο οποίος με τη σειρά του το απέστειλε στον κατηγορούμενο, με σκοπό να το παραδώσει στον Μ.Κ
- Στρεφόμενος και πάλι στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, στις 6.2.18, ο κατηγορούμενος απέστειλε μήνυμα (Τεκμήριο 21), μέσω του κινητού του τηλεφώνου, στον Μ.Κ 3 ενημερώνοντας τον για τα στοιχεία του πλοίου που θα μετέφερε το όχημα του από την Αγγλία στην Κύπρο καθώς και ότι αυτό αναμενόταν να αφιχθεί στο λιμάνι Λεμεσού στις 21.2.
- Ως προς τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα που αφορούν την αγορά οχήματος από τον Μ.Κ 5 και αυτός, επίσης, ενδιαφερόταν να αγοράσει, για σκοπούς εργασίας του, διπλοκάμπινο όχημα. Γνώρισε, περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2017, μέσω διαδικτύου, τον κατηγορούμενο, ο οποίος παρουσιαζόταν ότι ήταν πωλητής οχημάτων. Στη σελίδα του κατηγορούμενου, στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης Facebook, υπήρχαν διάφορα οχήματα προς πώληση. Τον κάλεσε στο τηλέφωνο για την αγορά συγκεκριμένου οχήματος, όπου ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι το εν λόγω όχημα είχε ήδη πωληθεί. Του πρότεινε όμως ότι εάν ήθελε να αγοράσει το ίδιο όχημα θα μπορούσε να του το εισάγει από την Aγγλία. Ακολούθησαν μεταξύ τους συζητήσεις όπου και τελικά συμφώνησαν όπως ο κατηγορούμενος του εισάγει και του πωλήσει διπλοκάμπινο όχημα, μάρκας Toyota. Για το σκοπό αυτό συναντήθηκαν στις 18.12.2017 στην οικία του Μ.Κ 5, όπου ο τελευταίος του κατέβαλε το ποσό των €6.000, έναντι προκαταβολής, για την αγορά του εν λόγω οχήματος. Για την πληρωμή αυτή ο κατηγορούμενος του παρέδωσε σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 15), στο οποίο αναγραφόταν, μεταξύ άλλων, η τιμή πώλησης του οχήματος, τα στοιχεία του και το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό, αφαιρεμένης αυτής. Αυτό δε φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου αλλά και του Μ.Κ
- Παρεμβάλλω επίσης στο σημείο αυτό ότι σύνταξη και η έκδοση και του εν λόγω τιμολογίου αποτελεί επίσης επίδικο ζήτημα εφόσον υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών, κατ΄ανάλογο τρόπο που αφορούν την έκδοση του Τεκμηρίου 4, για το οποίο έγινε αναφορά ανωτέρω. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε ποσά, που έλαβε ως προκαταβολή από τους παραπονουμένους, σε τραπεζικούς λογαριασμούς συμφερόντων που ελέγχονται από τον Γεωργίου. Ως προς το ζήτημα αυτό υπάρχει μερική διάσταση των μερών. Είναι η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος δεν απέστειλε ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής αλλά μέρος αυτού στον Γεωργίου. Από την άλλη αποτελεί θέση της Υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος απέστειλε ολόκληρα τα ποσά της προκαταβολής σε αυτόν. Σε κάθε όμως περίπτωση, ως προκύπτει μέσα από την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 37, το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί, ο κατηγορούμενος προέβη στις ακόλουθες καταθέσεις μετρητών προς τους πιο κάτω λογαριασμούς: - Στις 20.11.17 κατάθεσε προς την εταιρεία A.G. Emporium Limited το ποσό των €3000, αναγράφοντας ως πληροφορία συναλλαγής «προκαταβολή για αυτοκίνητο». - Στις 12.12.17 κατάθεσε προς τον λογαριασμό του Γεωργίου το ποσό των €5.
- - Την ίδια ημέρα κατάθεσε προς την πιστωτική κάρτα του Γεωργίου το ποσό των €
- - Στις 19.12.17 κατάθεσε προς την εταιρεία A.G. Emporium Limited το ποσό των €5000, αναγράφοντας ως πληροφορία συναλλαγής «προκαταβολή για αυτοκίνητο». - Στις 5.1.18 κατάθεσε προς την εταιρεία A.G. Emporium Limited το ποσό των €4,500, αναγράφοντας ως πληροφορία συναλλαγής «προκαταβολή για αυτοκίνητο». - Στις 18.1.18 κατάθεσε προς την πιστωτική κάρτα του Γεωργίου το ποσό των €
- - Στις 12.2.18 κατάθεσε προς την πιστωτική κάρτα του Γεωργίου το ποσό των €6,
- Ως δε προκύπτει μέσω του Τεκμηρίου 34 (βλέπε 5η σελίδα), το οποίο κατατέθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο (και το οποίο αποτελεί αντίγραφο των μηνυμάτων που ο τελευταίος αντάλλαξε με τον Γεωργίου), ο λογαριασμός της εταιρείας A.G. Emporium Limited είναι συμφερόντων του Γεωργίου, εφόσον σε αυτό τον λογαριασμό ήταν που ζήτησε από τον κατηγορούμενο να κατατεθούν οι εν λόγω προκαταβολές. Ο Γεωργίου απέστειλε, μεταξύ άλλων, ως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 20, μέσω υπηρεσιών ταχυμεταφορών (courier) της εταιρείας G.A.P Akis Express (στο εξής «η Akis Express») τα ακόλουθα πακέτα προς τον κατηγορούμενο: -Στις 14.3.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο -Στις 16.3.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο καθώς και το ποσό των €2000 σε μετρητά - Στις 19.3.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο καθώς και το ποσό των €1000 σε μετρητά - Στις 3.4.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο - Στις 9.5.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο - Στις 18.5.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο καθώς και το ποσό των €1000 σε μετρητά - Στις 18.5.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο - Στις 27.7.18 απέστειλε πακέτο, το οποίο περιείχε ένα τιμολόγιο καθώς και το ποσό των €1000 σε μετρητά. Αποτελεί, επίσης, κοινό τόπο ότι τόσο ο Μ.Κ 3 όσο και ο Μ.Κ 5 ουδέποτε έχουν παραλάβει τα οχήματα τα οποία έχουν παραγγείλει εφόσον ουδέποτε αυτά αφίχθηκαν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σχετική επί του ζητήματος αυτού ήταν η μαρτυρία της Μαρίας Νικολάου (Μ.Κ 8), λειτουργού στο Τελωνείο Λεμεσού και η σχετική της κατάθεση (Τεκμήριο 29). Επίσης αποτελεί κοινό τόπο ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό πίσω στους Μ.Κ 3 και Μ.Κ
- Τα πιο πάνω αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Λαμβανομένου υπόψιν των πιο πάνω θέσεων είναι, σε γενικές γραμμές, η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ότι οι παραπονούμενοι συμφώνησαν με τον κατηγορούμενο να τους εισάγει και πωλήσει τα οχήματα της επιλογής τους. Ουδεμία γνώση είχαν αλλά ούτε και πληροφορήθηκαν περί ύπαρξης και εμπλοκής του Γεωργίου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Ο κατηγορούμενος, εν αγνοία των παραπονουμένων, ήρθε σε συνεννόηση με τον Γεωργίου με σκοπό να εισαχθούν από τον ίδιο τα οχήματα των παραπονουμένων. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν απέστειλε στον Γεωργίου ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής που έλαβε από τον Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5, αλλά μέρος αυτού, ο Γεωργίου ακύρωσε την μεταξύ τους συνεννόηση. Τα όποια δε ποσά προκαταβολής που έλαβε ο Γεωργίου από τον κατηγορούμενο, του τα απέστειλε πίσω, σταδιακά, μέσω της Akis Express, με σκοπό να τα παραδώσει πίσω στους παραπονούμενους. Ο κατηγορούμενους ουδέποτε τα επέστρεψε στους παραπονουμένους και αντίθετα τα οικειοποιήθηκε. Από την άλλη αποτελεί θέση της Υπεράσπισης ότι, αφενός οι παραπονούμενοι γνώριζαν ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως μεσολαβητής του Γεωργίου και ότι αφετέρου το εν λόγω πρόσωπο θα εισήγαγε τα εν λόγω οχήματα από την Αγγλία με δική του ευθύνη. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι τα εν λόγω χρήματα που ο κατηγορούμενος παρέλαβε από τους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5 τα απέστειλε όλα στον Γεωργίου (κάποια μέσω τραπεζικού εμβάσματος σε λογαριασμό του ενώ μέρος αυτών τα παρέδωσε σε μετρητά στη γυναίκα του). Ο Γεωργίου τον εξαπάτησε εφόσον ουδέποτε εισήγαγε τα εν λόγω οχήματα. Ουδέποτε του επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα ο Γεωργίου να οικειοποιηθεί τα χρήματα των παραπονουμένων. Προς απόδειξη της υπόθεσής της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία έδωσαν ο Αστυφύλακας 2298 (Μ.Κ 1), ο Α/Αστυφύλακας 2861 (Μ.Κ 2), ο Μ.Κ 3, η Μ.Κ 4, ο Μ.Κ 5, η Σοφία Δημητρίου (Μ.Κ 6), ο Γιώργος Γεωργίου (Μ.Κ 7), η Μαρία Νικολάου (Μ.Κ 8) και ο Λοχίας 837 (Μ.Κ 9). Αφού ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία αυτός αποφάσισε να καταθέσει ενόρκως κλητεύοντας και δύο μάρτυρες υπεράσπισης τον Σωτήρη Αραούζο (Μ.Υ 2) και τον Παναγιώτη Παναγίδη (Μ.Υ 3). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Ο Μ.Κ 1, ο οποίος ήταν ένας από τους ανακριτές της παρούσας υπόθεσης, εξήγησε, μέσω της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1), τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Μέσα στα πλαίσια αυτά έλαβε, μεταξύ άλλων, κατάθεση από την Μ.Κ 6 και Μ.Κ 4 καθώς και ήταν το πρόσωπο που προέβη σε έρευνα στην οικία και στο όχημα του κατηγορούμενου. Έλαβε επίσης δείγματα γραφής και υπογραφής του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 6, 7 και 16). Έλαβε επίσης ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 2) από τον κατηγορούμενο. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ένα μπλοκ αποδείξεων που λήφθηκε από το όχημα του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 8), μία επιταγή της Εθνικής τράπεζας (Τεκμήριο 11) καθώς και δείγματα γραφής και υπογραφής του Γεωργίου (Τεκμήρια 13 και 17). Αντεξεταζόμενος, επιβεβαίωσε το γεγονός ότι στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, συνάδελφος του έλαβε κατάθεση και από τον Γεωργίου. Ανάφερε ότι ήταν το πρόσωπο που εισηγήθηκε στη Νομική Υπηρεσία την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Σε ό,τι όμως αφορά τον Γεωργίου, διευκρίνισε ότι δεν έγινε εισήγηση από την Αστυνομία για ποινική του δίωξη, λόγω του ότι δεν εντοπίστηκε οποιανδήποτε μαρτυρία που να τον ενοχοποιεί και να τον εμπλέκει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ 2, ο έτερος ανακριτής της παρούσας υπόθεσης, εξήγησε και αυτός στο Δικαστήριο, μέσω της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 18), τις ενέργειες που είχε προβεί. Ήταν το πρόσωπο το οποίο έλαβε γραπτώς το παράπονο του Μ.Κ 5 (Τεκμήριο 26) καθώς και προφορικά το παράπονο του Μ.Κ
- Μετά την υποβολή των πιο πάνω παραπόνων αναζήτησε τον κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο, χωρίς όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. Στις 24.07.2018 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου ένταλμα σύλληψης. Προέβη σε επανειλημμένες προσπάθειες για εντοπισμό του, χωρίς και πάλι οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Στις 31.10.2018 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όπου και συνελήφθη. Στις 07.11.2018 συνέλαβε κατόπιν δικαστικού εντάλματος τον Γεωργίου. Ανέκρινε, επίσης, γραπτώς τον Γεωργίου, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι πράγματι παρέλαβε κάποιο χρηματικό ποσό από τον κατηγορούμενο, σε σχέση με την αγορά και πώληση των επίδικων οχημάτων της παρούσας υπόθεσης, αλλά επειδή το ποσό που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος ήταν ανεπαρκές, δεν προχώρησε στην αγορά των εν λόγω οχημάτων ακυρώνοντας την μεταξύ τους συμφωνία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας, επέστρεψε σταδιακά τα χρήματα στον κατηγορούμενο που ο τελευταίος του έδωσε. Την 8.11.18 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 19). Πάντα μέσα στα πλαίσια της μαρτυρίας του κατέθεσε δέσμη 18 αποδείξεων (Τεκμήριο 20) της Akis Express. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι τις πιο πάνω αποδείξεις του τις παρέδωσε ο Γεωργίου με σκοπό να τεκμηριώσει τις θέσεις του. Διευκρίνισε επίσης ότι προσφάτως επικοινώνησε με τον διευθυντή της πιο πάνω εταιρείας, ο οποίος του επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του πρώτου, ότι δεν επιτρέπεται να αποσταλεί οποιοδήποτε πακέτο που να περιέχει χρηματικό ποσό σε μετρητά, πέραν του ποσού των €2.
- Aνακρίνοντας τον Γεωργίου ο τελευταίος του ανέφερε ότι μέσα σε κάποια πακέτα απέστειλε ποσό πέραν των €2.000, πράγμα το οποίο απέκρυψε από την εν λόγω εταιρεία λόγω του ότι αυτή δεν θα τα απέστελνε. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι οι αποδείξεις του Τεκμηρίου 20, καθόλου δεν συνάδουν με τους ισχυρισμούς του Γεωργίου. Αρνήθηκε ότι δεν προέβη σε ενδελεχή έρευνα σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Γεωργίου, ως προς τις αποδείξεις που του παρέδωσε ο τελευταίος, διευκρινίζοντας ότι η Akis Express δεν θα μπορούσε να τον προμηθεύσει με περαιτέρω πληροφορίες, εφόσον είχε αποκρυφθεί από αυτήν ότι σε κάποια πακέτα περιέχοντο χρήματα. Εξήγησε ότι ο λόγος που ζητήθηκε γραφολογική εξέταση από εμπειρογνώμονα, σε σχέση με την γραφή και συμπλήρωση των τιμολογίων (Τεκμήρια 4 και 12), ήταν για να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτά είχαν συνταχθεί και συμπληρωθεί από τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι με βάση το αποτέλεσμα της γραφολογικής εξέτασης επιβεβαιώνεται η θέση του κατηγορούμενου ότι τα τιμολόγια ετοιμάστηκαν και αποστάληκαν από τον Γεωργίου, προσθέτοντας ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που είχε ενώπιόν του τα τιμολόγια τα υπέγραψε ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, τις γραπτές του καταθέσεις (Τεκμήριο 23 και 24). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι το πλοίο που μετέφερε το όχημα του αφίχθη στην Κύπρο στις 21.02.
- Του ανάφερε, επίσης, ότι εντός μιας εβδομάδας θα διευθετούσε τα έγγραφα για την εκτελώνισή του. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και ο κατηγορούμενος του προέβαλλε διάφορες δικαιολογίες. Μετά την παρέλευση της ημερομηνίας (21.2.18) που ο κατηγορούμενος ανάφερε στον Μ.Κ 3 ότι το όχημα του αφίχθη στο λιμάνι Λεμεσού, πλην όμως δεν μπορούσε να το εκτελωνίσει λόγω του ότι είχαν κάποια πρόβλημα τα χαρτιά του, στη συνέχεια, σε κάποια χρονική στιγμή (σίγουρα της 21.2.18, ημερομηνία άφιξης, κατά τον κατηγορούμενο του πλοίου) ο Μ.Κ 3 ασκούσε πιέσεις στον κατηγορούμενο ως προς το γεγονός ότι ακόμη δεν του παραδόθηκε το όχημα, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος, περί τον Απρίλιο του 2018, να του παραδώσει προσωρινά ένα όχημα για διάστημα 15 ημερών, ώστε να μπορεί να διακινείτε μέχρι την άφιξη του οχήματος του. Μετά από 15 μέρες ο Κατηγορούμενος ήρθε και παρέλαβε το εν λόγω όχημα, παραδίδοντας του επιταγή (Τεκμήριο 11), για το ποσό των €8.500, με σκοπό να του επιστρέψει τα χρήματα που του έδωσε. Ο ίδιος δεν αποδέχθηκε να την παραλάβει λόγω του ότι, αφενός δεν ήταν ολόκληρο το ποσό που του έδωσε και αφετέρου εκδότης ήταν μία άγνωστη προς αυτόν εταιρεία και όχι ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος δεν ανταποκρινόταν στα τηλέφωνα του. Ήταν η θέση του ότι ως προς το Τεκμήριο 4 που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος, αυτό εκδόθηκε από τον τελευταίο, στο όνομα της εταιρείας του (Chris Auto Trade Ltd), και πέραν του κατηγορούμενου υπέγραψε πάνω σ' αυτό και ο ίδιος. Ο κατηγορούμενος κρατούσε ένα μπλοκ τιμολογίων από το οποίο συμπλήρωσε και απέκοψε το εν λόγω τιμολόγιο. Αντεξεταζόμενος, εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι το Τεκμήριο 4 το συμπλήρωσε την ίδια στιγμή ο κατηγορούμενος κατά την συνάντηση τους και ότι όλα τα αναγραφόμενα σε αυτό συμπληρώθηκαν από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος διατηρούσε οποιαδήποτε επιχείρηση πώλησης και εισαγωγής οχημάτων, διευκρινίζοντας ότι το μόνο που ήξερε, ως τον πληροφόρησε ο κατηγορούμενος, ήταν ότι ο αδελφός του βρισκόταν στην Aγγλία και θα έλεγχε μηχανικά το όχημα πριν αυτό αποσταλεί στην Κύπρο. Ούτε και ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος λειτουργούσε σαν μεσάζων πρόσωπο αλλά και ούτε πληροφορήθηκε ότι τρίτο άλλο πρόσωπο θα εισήγαγε το όχημα που θα αγόραζε. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ως προς την εταιρεία που αναγράφεται στο τιμολόγιο, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είναι δική του εταιρεία. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το τιμολόγιο συντάχθηκε και υπεγράφη από τον Γεωργίου. Ανάφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος τον πληροφόρησε μεταγενέστερα ότι η επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι αν δεχόταν εγκαίρως την επιταγή αυτή θα εξαργυρωνόταν. Η Μ.Κ 4 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 25). Επανέλαβε σε γενικές γραμμές τα όσα ο Μ.Κ 3 ανέφερε. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση της ότι όταν παρήλθε το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τους ανέφερε πως θα τους παραδώσει το όχημα, αρχικά ο τελευταίος τους καθησύχαζε αναφέροντας τους ότι υπήρχε μία μικρή καθυστέρηση, λόγω του ότι είχαν πρόβλημα κάποια χαρτιά του και ο ίδιος δεν μπορούσε να το εκτελωνίσει. Στην συνέχεια όμως δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις τους. Όταν και τους παρέδωσε ο κατηγορούμενος, μέσω του υιού του, ένα άλλο όχημα για τις διακινήσεις τους, ο τελευταίος τους ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην Ελλάδα, επειδή είχε ατύχημα η αδελφή του. Όταν ήρθε να παραλάβει το εν λόγω όχημα ο κατηγορούμενος τους παρέδωσε μία επιταγή, ύψους €8.500, με σκοπό να τους επιστρέψει τα χρήματα της προκαταβολής, αλλά ο Μ.Κ 3 δεν την αποδέχθηκε. Αντεξεταζόμενη ήταν η θέση της ότι η ίδια συμπλήρωσε το όνομα του κατηγορούμενου, αφήνοντας κενό τον αριθμό της ταυτότητάς του, εφόσον το στοιχείο αυτό δεν ήταν εις γνώση της. Σε σχέση με την επιταγή ήταν η θέση της ότι ο Μ.Κ 3 δεν την κράτησε και την επέστρεψε πίσω στον κατηγορούμενο την ίδια ημέρα που ο τελευταίος του την έδωσε. Ο Μ.Κ 5 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, τις γραπτές του καταθέσεις (Τεκμήρια 26 και 27). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο κατηγορούμενος στις 18.12.2017, όταν και τον επισκέφθηκε στην οικία του, του παρέδωσε σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 15), το οποίο υπέγραψαν σε αυτό και οι δύο. Ο κατηγορούμενος σε κάποια στιγμή του ανέφερε ότι στις 17.01.2018 το όχημα του φορτώθηκε σε πλοίο, με σκοπό τη μεταφορά του στην Κύπρο. Το εν λόγω πλοίο αναχώρησε από την Αγγλία. Αφού πέρασαν δύο μήνες και το όχημα δεν του είχε παραδοθεί, ο Μ.Κ 5 επικοινωνούσε τακτικά με τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι το όχημα βρισκόταν στο τελωνείο αλλά δεν μπορούσε να το εκτελωνίσει λόγω του ότι αυτό παρουσίαζε πρόβλημα στα χαρτιά του. Στις 19.4.18 ο κατηγορούμενος σταμάτησε εντελώς να του απαντά στα διάφορα τηλεφωνήματα του. Ως προς το Τεκμήριο 15 ήταν η θέση του ότι το συμπλήρωσε και το υπέγραψε ο κατηγορούμενος στην παρουσία του. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίσθηκε ότι ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι είχε κάποιο αδελφό ή κουμπάρο στην Aγγλία, ο οποίος του στέλνει τα οχήματα. Ως προς το πρόσωπο που συνέταξε το Τεκμήριο 15 εξέφρασε την βεβαιότητα ότι τα αναγραφόμενα σε αυτό στην αγγλική γλώσσα τα είχε συμπληρώσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Σε ό,τι αφορά όμως τα αναγραφόμενα σε αυτό στην Ελληνική γλώσσα δεν εξέφρασε την ίδια βεβαιότητα. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το εν λόγω τιμολόγιο ουδέποτε συντάχθηκε και συμπληρώθηκε μπροστά του από τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ 6 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 22). Ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 αλλά και όταν ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον Μ.Κ 3 το Τεκμήριο
- Ήταν η θέση της ότι ήταν ο κατηγορούμενος που συμπλήρωσε το Τεκμήριο 4, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν ήταν σε θέση να πληροφορήσει το Δικαστήριο τι ακριβώς ο κατηγορούμενος κατέγραψε σε αυτό. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι δεν ήταν βέβαιη και δεν θυμόταν κατά πόσον το Τεκμήριο 4 συμπληρώθηκε εκείνη την ώρα από τον κατηγορούμενο. Πιθανόν, ήταν η θέση της, να συμπληρώθηκε από αυτόν. Ο Μ.Κ 7 υιοθέτησε για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 28). Ήταν παρών κατά την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 5). Σε ό,τι αφορά το τιμολόγιο Τεκμήριο 4, ήταν η θέση του ότι αυτό συμπληρώθηκε από τον κατηγορούμενο, προτού αυτός το παραδώσει στον Μ.Κ
- Αντεξεταζόμενος, ανέφερε, σε σχέση με το Τεκμήριο 4, ότι ο κατηγορούμενος έβγαλε ένα μπλοκ τιμολογίων και έγραψε κάτι σε αυτό με την πέννα του. Δεν γνωρίζει όμως τι ακριβώς κατέγραψε ο κατηγορούμενος εφόσον ήταν μακριά του. Ίσως ανάφερε ο κατηγορούμενος να έγραψε το όνομά του και να το υπέγραψε. Ο Μ.Κ 9, ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας, υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας και ειδικός στην εξέταση γραφής και υπογραφής, υιοθέτησε τις δύο γραφολογικές εκθέσεις που συνέταξε σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης (Τεκμήριο 31 και Τεκμήριο 32, αντιστοίχως). Στην 1η γραφολογική εξέταση (Τεκμήριο 31) του είχαν υποβληθεί δύο έγγραφα ως αμφισβητούμενα. Δηλαδή το Τεκμήριο 4, με αμφισβητούμενη γραφή και συμπλήρωση και το συμφωνητικό έγγραφο Τεκμήριο 5, με αμφισβητούμενη γραφή του αριθμού ταυτότητας «701477». Του τέθηκαν δείγματα γραφής και υπογραφής τόσο του κατηγορούμενου όσο και του Αντρέα Γεωργίου. Το αποτέλεσμα της εξέτασής του, και αφού έχει συγκρίνει τα αμφισβητούμενα έγγραφα με τα δείγματα γραφής των πιο πάνω προσώπων, ήταν ότι η αμφισβητούμενη γραφή και συμπλήρωση στο Τεκμήριο 4 δεν μπορεί να συνδεθεί ούτε με τον κατηγορούμενο αλλά ούτε και με τον Γεωργίου. Σε ό,τι αφορά την γραφή του αριθμού ταυτότητας, επί του Τεκμηρίου 5, λόγω του ότι πρόκειται για περιορισμένη γραφή, είναι επισφαλή η εκφορά απόλυτης γνώμης, ως προς τον καθορισμό του προσώπου που το έγραψε. Παρόλο τούτο δήλωσε ρητά ότι κανένας από τον κατηγορούμενο και τον Γεωργίου δεν μπορεί να συνδεθεί με αυτό. Στην 2η γραφολογική εξέταση (Τεκμήριο 32) του είχε υποβληθεί ένα έγγραφο ως αμφισβητούμενο, δηλαδή το τιμολόγιο Τεκμήριο 15, με αμφισβητούμενη γραφή και συμπλήρωση. Του δόθηκαν επίσης 10 φωτοαντίγραφα τιμολογίου με δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον κατηγορούμενο και στον Γεωργίου. Το συμπέρασμά του ήταν ότι κανένα από τα πιο πάνω πρόσωπα, δεν μπορεί να συνδεθεί με τα αναγραφόμενα σε αυτό. Σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά πόσο η γραφή του αριθμού της ταυτότητας επί του Τεκμηρίου 5 θα μπορούσε να γίνει κατόπιν προσποίησης του γράφοντος, ο εν λόγω μάρτυρας εξέφρασε τη γνώμη ότι αυτή η πιθανότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί, λόγω της περιορισμένης έκτασης της γραφής. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι όσον αφορά τα Τεκμήρια 4 και 15 αυτά δεν μπορούν να συνδεθούν με τον κατηγορούμενο όχι γιατί ο κατηγορούμενος προσποιήθηκε δίνοντας δείγματα της γραφής του αλλά επειδή υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των γραφομένων και των σχετικών δειγμάτων. Ο κατηγορούμενος, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε το περιεχόμενο των ανακριτικών του καταθέσεων (Τεκμήρια 2, 19 και 32, αντιστοίχως). Κατέθεσε στα πλαίσια της μαρτυρίας του τις συνομιλίες (Τεκμήριο 34) που είχε ο ίδιος μέσω τηλεφώνου με τον Γεωργίου. Διευκρίνισε ότι η οποιαδήποτε αναφορά που υπάρχει στις εν λόγω συνομιλίες σε σχέση με τις λέξεις «κοντός», αυτές παραπέμπουν στον Γεωργίου εφόσον αυτό είναι το παρατσούκλι του. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι οι παραπονούμενοι δεν γνώριζαν τον Γεωργίου αλλά και ούτε είχαν οποιαδήποτε πληροφόρηση ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο θα εισήγαγε τα οχήματα για λογαριασμό τους. Το γεγονός ότι το γνώριζαν, ως ισχυρίσθηκε, αποδεικνύεται αφενός και από το ότι το όχημα που παρέδωσε προσωρινά στον Μ.Κ 3 ήταν ιδιοκτησίας του Γεωργίου, γεγονός για το οποίο ήταν ενήμερος ο Μ.Κ 3 και αφετέρου ο Μ.Κ 5 είδε σχετικές φωτογραφίες του οχήματος που θα αγόραζε, τις οποίες του τις είχε αποστείλει ο Γεωργίου. Εξάλλου, ως διευκρίνισε, ο ίδιος δεν γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, ώστε να είναι σε θέση να εισάγει οποιαδήποτε οχήματα από την Aγγλία. Αρνήθηκε ότι ανέφερε στον Μ.Κ 3 και στον Μ.Κ 5 ότι έχει αδελφό στην Aγγλία, εφόσον ο αδελφός του διαμένει μόνιμα στην Πάφο. Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 4 ισχυρίσθηκε ότι του το απέστειλε ο Γεωργίου, αφού προηγουμένως το συνέταξε, με σκοπό να το παραδώσει στον Μ.Κ
- Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είναι αυτός που το συνέταξε. Ισχυρίσθηκε επίσης ότι ουδέποτε ο ίδιος είχε πρόθεση να εξαπατήσει τους παραπονούμενους και όλες του οι πράξεις δείχνουν ακριβώς το αντίθετο. Σε ό,τι αφορά την προκαταβολή που έλαβε από τον Μ.Κ 3 και από τον Μ.Κ 5 ως αποδεικνύεται, μέσα από την απόδειξη ημερομηνίας 18.01.2018 (μέρος του Τεκμηρίου 9) και την απόδειξη ημερομηνίας 19.10.2017 (επίσης μέρος του Τεκμηρίου 9), αυτή απεστάλη στον Γεωργίου, εφόσον κατέθεσε σε λογαριασμό του το ποσό των €8,000 και €5,000, αντιστοίχως. Τα υπολοιπόμενα ποσά τα παρέδωσε σε μετρητά στην σύζυγο του, κατόπιν υπόδειξης του Γεωργίου. Ως προς τον λόγο που στα τιμολόγια (Τεκμήρια 4 και 15) αναγράφεται η εταιρεία Chris Αuto Trade Ltd εξήγησε ότι η εταιρεία αυτή ανήκει στον Γεωργίου και ο τελευταίος ήθελε να αποκρύψει από τον συνέταιρό του ότι φέρνει οχήματα μόνος του. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι αφενός ουδέποτε έδωσε οποιανδήποτε μετρητά στη γυναίκα του Γεωργίου και αφετέρου ότι δεν του παρέδωσε όλα τα ποσά της προκαταβολής που έλαβε από τους παραπονούμενους. Αρνήθηκε το γεγονός ότι ο Γεωργίου επειδή λάμβανε μειωμένα ποσά ακύρωσε την μεταξύ τους συμφωνία, προσθέτοντας ότι ο τελευταίος δέχτηκε να γίνουν με αυτόν τον τρόπο διάφορες μεταξύ τους πράξεις. Ο Γεωργίου του έλεγε διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις ως προς τον λόγο που δεν είχαν εισαχθεί τα οχήματα. Ως προς τον λόγο που η επιταγή που παρέδωσε στον Μ.Κ 3 αφορούσε το ποσό των €8.500 και όχι το ποσό των €9.000 που ο Μ.Κ 3 του παρέδωσε, ο κατηγορούμενος ανάφερε ότι ο Γεωργίου του είπε ότι μόνο αυτό το ποσό είχε στην κατοχή του και το υπόλοιπο ποσό θα του το έδινε σε μετρητά, μετά από λίγες μέρες. Αρνήθηκε ότι ο Γεωργίου του επέστρεψε, υπό μορφή μετρητών, μέσω της Akis Express τα ποσά της προκαταβολής, προσθέτοντας ότι ο Γεωργίου του έστειλε μόνο τιμολόγια. Ο ίδιος έγινε δέκτης απειλών από τον Μ.Κ 3 και τον Γεωργίου και είναι για τον λόγο αυτό που ο ίδιος δεν κατήγγειλε τον τελευταίο στην Αστυνομία, παρά το γεγονός ότι έπεσε και ο ίδιος θύμα εξαπάτησης. Ο Μ.Υ 2, λειτουργός στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας, κατέθεσε αναλυτική κατάσταση των στοιχείων του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 35), ως αυτή καταγράφεται από το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού του Υπουργείου Εσωτερικών. Κατέθεσε επίσης αντίγραφο της παλιάς ταυτότητας (Τεκμήριο 36) του κατηγορούμενου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος υπογράφεται ως Χριστάκης Κοτζιάς και στην παλιά του ταυτότητα είχε προστεθεί και το όνομα Θεοδώρου σαν επίθετο, το οποίο ήταν το όνομα του πατέρα του, πράγμα σύνηθες. Ο Μ.Υ 3, λειτουργός στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος κατέθεσε 5 αποδείξεις καταθέσεων μετρητών (Τεκμήριο 37). Διευκρίνισε ότι οι τρεις καταθέσεις έχουν γίνει σε λογαριασμό της εταιρείας Α.G Emporium Ltd, για το συνολικό ποσό των €12.500, ενώ οι άλλες δύο, που αφορούν το ποσό των €6.900, κατατέθηκαν από τον κατηγορούμενο στην πιστωτική κάρτα του Γεωργίου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ 1 στην ολότητα της. O εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο, με πειστικό τρόπο, τις ενέργειες τις οποίες ο ίδιος είχε προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών του καθηκόντων. Αυτές δε, αφενός, επιβεβαιώνονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια και αφετέρου, επί της ουσίας, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση, με αποτέλεσμα αυτές να έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Θετικές εντυπώσεις έχω αποκομίσει και από τον Μ.Κ 2 και ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του, πλην ενός μέρους της για τον οποίο προβαίνω σε ειδική αναφορά κατωτέρω. Επίσης o εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο τις ενέργειες που προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Οι ενέργειες του επιβεβαιώνονται μέσα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια και έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Σε ό,τι αφορά όμως την έκφραση γνώμης από μέρους του εν λόγω μάρτυρα ότι οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του Γεωργίου που τέθηκαν στον ίδιο, κατά την ανάκριση του τελευταίου, επιβεβαιώνονται από τις σχετικές αποδείξεις του Τεκμηρίου 20, καθώς επίσης και ότι ο ίδιος δεν εντόπισε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τον εμπλέκει στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω εξ αρχής ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει σε αυτές οποιαδήποτε βαρύτητα. Και τούτο γιατί τα πιο πάνω είναι ζητήματα αμιγώς νομικά και τελικός κριτής τους είναι το ίδιο το Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας γεγονότων και ως τέτοιος θα κριθεί. Ούτε βεβαίως και οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του Γεωργίου, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο Δικαστήριο από τον εν λόγω μάρτυρα, μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία. Επισημαίνεται ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται υπόψη, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η κατηγορούσα αρχή δεν κάλεσε ως μάρτυρα τον Γεωργίου, άγνωστο το γιατί προς το Δικαστήριο, και δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί το εν λόγω πρόσωπο ως μάρτυρας στη διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή, θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Επίσης δεν μπορεί να αγνοηθεί και το γεγονός ότι, ως προκύπτει, λήφθηκε από τον Γεωργίου ανακριτική κατάθεση, η οποία ούτε καν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Τα όσα ανάφερε ο Μ.Κ 2 στο Δικαστήριο αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Γεωργίου πρόκειται για φερόμενες δηλώσεις του τελευταίου, οι οποίες δεν έχουν μεταφερθεί στο Δικαστήριο ως αυτούσιες, αφού κατά τα άλλα δεν κατατέθηκε η κατάθεση του Γεωργίου. Τα όσα ο εν λόγω μάρτυρας μετέφερε στο Δικαστήριο είναι μία αναπαραγωγή των όσων ο ίδιος έχει αντιληφθεί, τόσα χρονιά μετά από τον επίδικο χρόνο λήψης της κατάθεσης του Γεωργίου. Με βάση το άρθρο 27
(2)(ε) του Κεφ. 9 και λαμβάνοντας υπόψιν τα πιο πάνω δεδομένα το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι οι αναφορές του Γεωργίου μεταφέρθηκαν από τον Μ.Κ 2 επακριβώς ή όχι. Εν κατακλείδι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, για την αποδοχή ή μη εξ ακοής μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιανδήποτε βαρύτητα στα όσα ο Μ.Κ 2 μετέφερε στο Δικαστήριο αναφορικά με τα όσα του είπε ο Γεωργίου. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου αφορά μόνο όμως στο βαθμό που αποδίδονται στον Γεωργίου δηλώσεις προς τον Μ.Κ
- Από την άλλη όμως στο βαθμό που ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκαν δηλώσεις του Γεωργίου, οι οποίες δεν αμφισβητούνται από τις δύο πλευρές (για παράδειγμα το Τεκμήριο 34, το οποίο κατατέθηκε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο) ότι έγιναν και έχουν κατατεθεί αυτούσιες θα προσδοθεί η αναγκαία βαρύτητα και θα τύχουν χρήσης από το Δικαστήριο. Ο Μ.Κ 3 άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετικές εντυπώσεις και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Περιέγραψε στο Δικαστήριο με απλοϊκό τρόπο το πως ο ίδιος βίωσε τα επίδικα γεγονότα και ήταν φανερή η έντονη ενόχληση του σε σχέση με την εξαπάτηση που υπέστη τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, αλλά και της οικονομικής ζημιάς που υφίσταται μέχρι και σήμερα. Η εκδοχή του έχει λογική συνοχή, είναι ειλικρινής αλλά και αληθοφανής. Παρά την αντεξέταση του ο ίδιος παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό ώστε να ανατρέψει τη θετική εικόνα που αποκόμισε το Δικαστήριο γι' αυτόν. Το μεγαλύτερο δε της μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Επίσης, η όλη εκδοχή του παραπονούμενου υποστηρίζεται αφενός και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα τεκμήρια αλλά και αφετέρου από την υπόλοιπη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας δηλαδή της Μ.Κ 4, Μ.Κ 6 αλλά και του Μ.Κ 7, τους οποίους επίσης κρίνω αξιόπιστους για τους λόγους που εξηγώ κατωτέρω. Το γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε γνώση περί οποιασδήποτε εμπλοκής του Γεωργίου για την εισαγωγή του οχήματος συνάγεται αφενός από την ύπαρξη του Τεκμηρίου 5, το οποίο αποτελεί την συμφωνία που η Μ.Κ 4 και ο κατηγορούμενος κατάρτισαν και υπέγραψαν. Αυτό δε φέρει την υπογραφή του κατηγορουμένου, κάτι το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί, και στη βάση αυτού ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται ως ο πωλητής για την αγορά του οχήματος, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή του ονόματος του Γεωργίου. Επίσης, με βάση το Τεκμήριο 21, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι έχει αδελφό στην Αγγλία και ότι αυτός θα έλεγχε το όχημα πριν αυτό αποσταλεί στην Κύπρο. Και τούτο γιατί, ως συνάγεται μέσα από το περιεχόμενο του, ο Μ.Κ 3 ρωτά τον κατηγορούμενο κατά πόσο είχε συνομιλήσει με τον αδελφό του. Ο κατηγορούμενος, εις απάντηση του, απέστειλε τα στοιχεία του πλοίου που θα μετέφερε το όχημα του. Ουδεμία αναφορά και πάλι περί οποιασδήποτε εμπλοκής του Γεωργίου αλλά και περί άρνησης του κατηγορουμένου ότι δεν έχει αδελφό στην Αγγλία. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος παρέδωσε σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 4) στον Μ.Κ
- Εκδότης του τιμολογίου φέρεται να είναι η εταιρεία Chris Auto Trade Ltd, για την οποία, σύμφωνα με τον Μ.Κ 3, ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι είναι δική του. Ουδεμία αναφορά υπάρχει και σε αυτό στο όνομα του Γεωργίου. Αντιθέτως είναι ο κατηγορούμενος που έθεσε την υπογραφή του επ' αυτού και όχι ο Γεωργίου. Δεν παραγνωρίζω τη θέση του κατηγορουμένου ότι η εν λόγω εταιρεία ανήκει στον τελευταίο. Από την άλλη όμως, στη κατάθεση του, ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι δεν γνωρίζει σε ποιον ανήκει η εν λόγω εταιρεία. Πέραν της αντιφατικότητας των θέσεων του κατηγορουμένου επί του ιδίου ζητήματος, καμία εκ των δύο θέσεων του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και τούτο γιατί ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου διαψεύδεται από το γεγονός ότι, μέσα στα πλαίσια δικαστικού εντάλματος έρευνας της Αστυνομίας στο όχημα του κατηγορουμένου, εντοπίσθηκε στην κατοχή του ένα μπλοκ αποδείξεων (Τεκμήριο 8), εντός του οποίου υπάρχει, μεταξύ άλλων, η απόδειξη με αριθμό 12758 που βεβαιώνει ότι η εταιρεία Chris Auto Trade Ltd παρέλαβε από κάποια Μαρία Πρωτοπαπά το ποσό των €9.
- Επομένως συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη αυτής. Για τα πιο πάνω προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Παρά το γεγονός όμως ότι ο Μ.Κ 3 κρίθηκε από το Δικαστήριο ως αξιόπιστος μάρτυρας, δεν αποδέχομαι την θέση του ότι ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο το οποίο έγραψε και συμπλήρωσε τα όσα αναγράφονται στο Τεκμήριο
- Το ίδιο βεβαίως ισχύει και σε ό,τι αφορά το μέρος της μαρτυρίας των M.K 6 και Μ.Κ 7, οι οποίοι εξέφρασαν την ίδια θέση με τον Μ.Κ
- Σύμφωνα με τη νομολογία ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης v. Αστυνομίας
(1985)1 Α.Α.Δ. 56). Στη προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο μπορεί να κάνει αποδεκτό μέρος της μαρτυρίας του παραπονούμενου από τη στιγμή που αυτός έχει κριθεί αξιόπιστος, για τους πιο πάνω λόγους που έχω εξηγήσει. Επανερχόμενος στις θέσεις του Μ.Κ 3 αλλά και των υπόλοιπων μαρτύρων σε ό,τι αφορά την γραφή και συμπλήρωση του Τεκμηρίου 4, αποδέχομαι επί του ζητήματος αυτού πλήρως την μαρτυρία του Μ.Κ 9, τον οποίο επίσης προσκόμισε η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή. Ο εν λόγω μάρτυρας σημειώνω εξ αρχής ότι κατάθεσε ως εμπειρογνώμονας σε σχέση με την εξέταση γραφής και υπογραφής ενός εγγράφου. Προτού αξιολογήσω επί της ουσίας την μαρτυρία του αναφέρω, καταρχάς, ότι έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v . Ambizas
(1982)1 C.L.R.41) αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Όπως έχει νομολογηθεί η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Με βάση τα προσόντα του και την πείρα του δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Μ.Κ 9 ήταν σε θέση να πληροφορήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Αποδέχομαι πλήρως τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε επί της ουσίας εφόσον ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός και επεξηγηματικός προς το Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις ώστε αυτό να είναι σε θέση να καταλήξει σε ανεξάρτητα ευρήματα, ότι δηλαδή η γραφή και η συμπλήρωση τόσο στο Τεκμήριο 4 αλλά όσο και στο Τεκμήριο 15, δεν μπορούν να συνδεθούν με τον κατηγορούμενο αλλά ούτε και με τον Γεωργίου, εφόσον υπάρχουν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της γραφής και συμπλήρωσης των εν λόγω Τεκμηρίων με τα δείγματα γραφής των πιο πάνω προσώπων. Για τα πιο πάνω προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Ως έχω προαναφέρει η αποδοχή των θέσεων του Μ.Κ 9 επί του ζητήματος αυτού σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία τόσο του Μ.Κ 3 όσο και της Μ.Κ 6 και
- Και τούτο γιατί λαμβάνω αφενός υπόψιν τον χρόνο που έχει παρέλθει και που πιθανόν να είχε ως αποτέλεσμα οι εν λόγω μάρτυρες λόγω αδυναμίας μνήμης να μην ήταν σε θέση να θυμούνται με ακρίβεια τα γεγονότα αλλά και αφετέρου του γεγονότος ότι οι εν λόγω μάρτυρες, ως όλοι δήλωσαν, δεν έβλεπαν, λόγω απόστασης από τον κατηγορούμενο, τι ακριβώς αυτός έγραφε. Επομένως δεν ήταν σε θέση, λόγω ανεπαρκούς παρατήρησης, να διαφωτίσουν πλήρως το Δικαστήριο ως προς το ζήτημα αυτό. Την ίδια στιγμή δεν παραγνωρίζω και το γεγονός ότι, κατά την αντεξέταση τους, οι Μ.Κ 6 και Μ.Κ 7 δεν ήταν απολύτως βέβαιοι κατά πόσο τα γραφόμενα επί των εν λόγω Τεκμηρίων είχαν συμπληρωθεί και γραφτεί από τον κατηγορουμένο, δείγμα και της ειλικρίνειας τους. Η θέση τους αυτή όχι μόνο δεν κλονίζει την αξιοπιστία τους, αντίθετα θα έλεγα την ενδυναμώνει. Σε κάθε όμως περίπτωση ήταν βέβαιοι ότι ο κατηγορούμενος πήρε στα χέρια του την πένα και συμπλήρωσε κάτι επ' αυτού. Δεδομένο είναι ότι ο κατηγορούμενος υπέγραψε το εν λόγω τιμολόγιο. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω η διαφοροποίηση τους αυτή από τον Μ.Κ 9 δεν αποτελεί, ως θα παρατεθεί κατωτέρω, βαρύνουσας σημασίας ως προς την νομική πτυχή της υπόθεσης και είναι έξω από το βασικό ερώτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα που του καταλογίζονται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η εκδοχή του παραπονούμενου (Μ.Κ 3), πλην του σημείου για το οποίο έκανα ρητή αναφορά ανωτέρω, γίνεται αποδεκτή. Ως εκ τούτου προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Η Μ.Κ 4 άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετικές εντυπώσεις και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Περιέγραψε στο Δικαστήριο, με απλοϊκό τρόπο, το πως η ίδια βίωσε τα επίδικα γεγονότα καθώς και την δική της εμπλοκή με αυτά. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν ειλικρινής και η εκδοχή της είναι και λογική αλλά και αληθοφανής. Παράμεινε δε σταθερή κατά την αντεξέταση της και δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα ήταν ικανό να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε από αυτήν. Εξάλλου το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση και υποστηρίζεται από την ήδη αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ
- Αποδεχόμενος την μαρτυρία της προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Αποδέχομαι επίσης την μαρτυρία των Μ.Κ 6 και 7, οι οποίοι ήταν τα πρόσωπα τα οποία υπέγραψαν ως μάρτυρες στην μεταξύ της Μ.Κ 4 και κατηγορουμένου συμφωνίας αλλά και ήταν παρόντα κατά την συνάντηση του Μ.Κ 3 με τον κατηγορούμενο. Ανάφεραν στο Δικαστήριο όλα όσα προσωπικά περιήλθαν στην αντίληψη τους. Δεν διέκρινα να είχαν οποιαδήποτε πρόθεση κατά την μαρτυρία τους είτε να αποκρύψουν την αλήθεια ή να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Θεωρώ ότι και οι δύο μάρτυρες ήταν ειλικρινείς. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας τους δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Αποδεχόμενος την μαρτυρία τους προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω δεν αποδέχομαι μόνο τη θέση τους, για τους λόγους που έχουν παρατεθεί, ότι είναι ο κατηγορούμενος που συμπλήρωσε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ο Μ.Κ 5 άφησε στο Δικαστήριο, επίσης, πολύ θετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Ήταν απόλυτα ειλικρινής και η εκδοχή του υποστηρίζεται, μερικώς, και από την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο. Ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με αμεσότητα και απόλυτη βεβαιότητα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα, παραμένοντας σταθερός στις θέσεις του. Δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση η οποία θα είναι ικανή ώστε η μαρτυρία του να μην γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα η εκδοχή του να παραμείνει στέρεη και αναλλοίωτη. Αποδεχόμενος την μαρτυρία του προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Ως προς την θέση του ότι ήταν ο κατηγορούμενος που έγραψε και συμπλήρωσε το Τεκμήριο 15, ισχύουν τα όσα έχω αναφέρει ανωτέρω κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ 3 και την πανομοιότυπη θέση του ότι ήταν ο κατηγορούμενος που το συμπλήρωσε. Η διαφοροποίηση του αυτή από τον Μ.Κ 9 δεν κλονίζει κατ΄ουδένα λόγο την αξιοπιστία του για τους λόγους που έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ 3 και δεν κρίνω σκόπιμο να τους επαναλάβω αφού τα όσα εκεί σχολιάζονται τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής και στην περίπτωση του Μ.Κ
- Θα προχωρήσω στην συνέχεια με την αξιολόγηση των μαρτύρων υπεράσπισης και θα αφήσω για το τέλος την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Η μαρτυρία του Μ.Υ 2 γίνεται πλήρως αποδεκτή. Τα όσα παρέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο τεκμηριώνονται μέσα από τα Τεκμήρια που έχει καταθέσει, η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου αυτή έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Αποδεχόμενος την μαρτυρία του προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Το ίδιο ισχύει και για τον Μ.Υ 3, η μαρτυρία του οποίου βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με αυτή της Κατηγορούσας Αρχής, επομένως αποτελεί κοινό τόπο. Και τούτο γιατί το Τεκμήριο 37 , το οποίο ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε, αποτελεί το πρωτότυπο των αντιγράφων του Τεκμηρίου 9 που η ίδια η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο. Αποδεχόμενος την μαρτυρία του προβαίνω και σε ανάλογα ευρήματα. Προχωρώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου. Εξ αρχής σημειώνω ότι αυτός δεν άφησε στο Δικαστήριο καθόλου θετικές εντυπώσεις και ως εκ τούτου η εκδοχή του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και πιστευτή. Ήταν καθαρή η προσπάθεια του να αποποιηθεί των οποιονδήποτε ενδεχομένως ποινικών του ευθυνών. Στη δε προσπάθεια του αυτή δεν απέφυγε τις ουσιαστικές αντιφάσεις, κατέφυγε ως προς ουσιώδη ζητήματα σε ψεύδη, ενώ κάποιοι ισχυρισμοί του διαψεύδονται μέσα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Η εκδοχή του επίσης συγκρούεται τόσο με την κοινή λογική αλλά με την λογική συνέχεια των πραγμάτων, ως θα αναδείξω αμέσως κατωτέρω. Ο κατηγορούμενος, μέσα στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, υιοθέτησε, μεταξύ άλλων, το περιεχόμενο των ανακριτικών του καταθέσεων. Για τις καταθέσεις ενός κατηγορούμενου υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σε αυτήν (Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Η εκδοχή του κατηγορουμένου, μέσω των 2 ανακριτικών του καταθέσεων (Τεκμήρια 33 και 19, αντιστοίχως (αξίζει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος στην 1η ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 2) άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, ως ήταν άλλωστε συνταγματικό του δικαίωμα, λόγω επιθυμίας του να συμβουλευθεί τον δικηγόρο του) ήταν η εξής: Τον Γεωργίου τον γνώρισε στην προσπάθειά του να αγοράσει όχημα για τη θυγατέρα της συντρόφου του. Προς το σκοπό αυτό εντόπισε στο διαδίκτυο μία ιστοσελίδα μάντρας οχημάτων, με την επωνυμία "I car sale", η οποία διαφήμιζε ότι πωλούσε μεταχειρισμένα οχήματα καθώς και ότι εισήγαγε τέτοια, κατόπιν παραγγελίας από την Aγγλία. Κατόπιν συνομιλιών με τον Γεωργίου, ο κατηγορούμενος του ζήτησε να του εισάγει όχημα της επιλογής του. Το εν λόγω όχημα ο Γεωργίου του το παρέδωσε σε διάστημα ενάμιση μηνός. Λόγω του ότι έμεινε ευχαριστημένος από την μεταξύ τους συνεργασία, τον συνέστησε σε ακόμα δύο πελάτες. Ο Γεωργίου του έδωσε προμήθεια €100 για κάθε έκαστο πελάτη. Λόγω των πιο πάνω ανέπτυξαν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις. Ο Γεωργίου του πρότεινε, πράγμα το οποίο ο ίδιος αποδέχθηκε, να συνεργαστούν, δηλαδή να του βρίσκει ο ίδιος υποψήφιους πελάτες και να λαμβάνει προς τούτο σχετική προμήθεια. Για το λόγο αυτό ο Γεωργίου του έστειλε διάφορες φωτογραφίες οχημάτων και ο κατηγορούμενος, μέσω δικής του ιστοσελίδας στο διαδίκτυο, προέβη σε διαφήμιση τους, τοποθετώντας τον δικό του αριθμό τηλεφώνου. Ως προς τον λόγο που ο ίδιος τοποθέτησε τον δικό του αριθμό τηλεφώνου και όχι του Γεωργίου ήταν γιατί ο τελευταίος ήθελε να εισάγει και πωλεί δικά του οχήματα, εν αγνοία του συνέταιρου του. Περί τα τέλη του 2017 δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Μ.Κ 5, ο οποίος ενδιαφερόταν να αγοράσει διπλοκάμπινο όχημα. Ανέφερε σε αυτόν ότι θα επικοινωνήσει με τον Γεωργίου κατά πόσο υπήρχε ένα τέτοιο διαθέσιμο όχημα. Σε αντίθετη περίπτωση θα τον ρωτούσε κατά πόσο ήταν σε θέση να του εισάγει ένα τέτοιο όχημα από την Αγγλία. Ο Γεωργίου, στη συνέχεια, έστειλε στο κινητό του κατηγορουμένου διάφορες φωτογραφίες ενός τέτοιου οχήματος από την Aγγλία. Ο Μ.Κ 5 αποφάσισε να το αγοράσει, αφού είχαν προηγηθεί συζητήσεις μεταξύ τους, και ο ίδιος τον ενημέρωσε για το κόστος αγοράς του (περί τις 11 με 12 χιλιάδες ευρώ). Του ανέφερε ότι με την παραγγελία θα πρέπει να καταβάλει, ως προκαταβολή, το μισό κόστος αγοράς του, πράγμα το οποίο ο Μ.Κ 5 αποδέχθηκε. Στη συνέχεια ο Μ.Κ 5 του κατέβαλε την σχετική προκαταβολή. Αφού ο ίδιος την έλαβε στην συνέχεια την κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του Γεωργίου. Μετά από λίγες μέρες, τον κάλεσε στο τηλέφωνο ο Μ.Κ 3, ο οποίος ενδιαφερόταν για την αγορά ενός οχήματος μάρκας Mazda, αξίας περίπου 17 με 18 χιλιάδων ευρώ. Ακολούθησε την ίδια διαδικασία με αυτήν που ακολούθησε για την αγορά του οχήματος του Μ.Κ
- Ακολούθως ο ίδιος συναντήθηκε με τον Μ.Κ 3, στην εργασία του τελευταίου. Εκεί ο Μ.Κ 3 του κατέβαλε, ως προκαταβολή, την μισή αξία του κόστους αγοράς του εν λόγω οχήματος. Ακολούθως, μέρος του εν λόγω ποσού το κατέθεσε σε τραπεζικό λογαριασμό του Γεωργίου ενώ το υπόλοιπο μέρος (χωρίς να θυμάται το ακριβές ποσό) το κατέβαλε σε μετρητά στη γυναίκα του Γεωργίου, λόγω του ότι ο τελευταίος απουσίαζε στην Αγγλία. Όταν ο Μ.Κ 3 και ο Μ.Κ 5 του κατέβαλαν το ποσό της προκαταβολής, ο ίδιος τους παρέδωσε σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 4 και 15). Τις εν λόγω αποδείξεις του τις απέστειλε ο Γεωργίου, μετά που ο ίδιος έλαβε τα ποσά προκαταβολής από τους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5, αντιστοίχως. Ισχυρίσθηκε δε ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει την εταιρεία Chris Auto Trade Ltd, η οποία ήταν η εκδότρια των σχετικών αποδείξεων. Ήταν η θέση του ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα εξαπάτησης από τον Γεωργίου εφόσον, πριν ο ίδιος γνωρίσει τους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5, παράγγειλε και αυτός όχημα από τον Γεωργίου, καταθέτοντας στον λογαριασμό του τελευταίου το ποσό των €4.
- Ο Γεωργίου ουδέποτε του εισήγαγε οποιοδήποτε όχημα, κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας. Όταν δεν εισήχθησαν τα οχήματα των Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5, εντός των διοριών που του υποσχέθηκε ο Γεωργίου, ο ίδιος ακολούθως ενημέρωσε τους παραπονούμενους ότι τα οχήματά τους θα εισαχθούν περί τον Μάιο με Ιούνιο. Όταν δε παρήλθαν 2 με 3 μήνες και ο Γεωργίου δεν εισήγαγε τα εν λόγω οχήματα του ζήτησε εξηγήσεις. Ο Γεωργίου του έλεγε διάφορες δικαιολογίες για την μη άφιξη τους. Όταν ο ίδιος διαπίστωσε ότι ο Γεωργίου δεν θα εισάγει τα οχήματα, τον προέτρεψε ότι θα πρέπει να επιστρέψει πίσω τα ποσά προκαταβολής των Μ.Κ 3 και Μ.Κ
- Ο Γεωργίου του συνέστησε να κάνει ακόμη λίγη υπομονή και θα του παρέδιδε μία επιταγή, με σκοπό να την παραδώσει στον Μ.Κ
- Λόγω του ότι ο Μ.Κ 3 δεν είχε όχημα για τις μετακινήσεις του, περί τον Απρίλιο του 2018, πίεσε τον Γεωργίου να του παραδώσει ένα όχημα με σκοπό στη συνέχεια ο ίδιος να το παραδώσει στον Μ.Κ 3 για τις μετακινήσεις του. Στη συνέχεια ο Γεωργίου του έδωσε μία επιταγή (Τεκμήριο 11) (χωρίς αυτή να αναγράφει το όνομα του δικαιούχου) και την παρέδωσε στον Μ.Κ 3, ο οποίος του την επέστρεψε μετά από λίγες μέρες. Δοκίμασε ο ίδιος να την εξαργυρώσει, πλην όμως αυτή δεν εξαργυρώθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων. Ισχυρίσθηκε ότι ο Γεωργίου δεν του επέστρεψε κανένα ποσό από τις προκαταβολές των Μ.Κ 3 και Μ.Κ
- Ήταν η θέση του ότι, μέσω της Akis Express, ο Γεωργίου του απέστειλε μόνο τιμολόγια. Ο λόγος που δεν κατήγγειλε τον Γεωργίου στην Αστυνομία ήταν γιατί ο τελευταίος τον απείλησε. Εξηγώ ευθύς αμέσως τους λόγους για τους οποίους η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή: 1) Καταρχάς σε ό,τι αφορά τον ένα εκ των βασικών του ισχυρισμών, ότι δηλαδή οι παραπονούμενοι αφενός γνώριζαν ότι ο ίδιος ενεργούσε ως μεσάζων/μεσολαβητής του Γεωργίου αλλά και ότι αφετέρου ήταν εις γνώση τους ότι ήταν ο Γεωργίου που θα εισήγαγε τα οχήματα τους από την Αγγλία και όχι ο ίδιος, αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Πέραν του γεγονότος ότι η αναφορά του είναι αόριστη, γενική και στερείται οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού υποβάθρου, αυτή διαψεύδεται και από το ίδιο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Και τούτο γιατί, ως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος που δήλωσε ότι έχει λάβει το ποσό της προκαταβολής για την αγορά του οχήματος που οι Μ.Κ 3 και Μ.Κ 4 αποφάσισαν να αγοράσουν και ότι το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό θα καταβάλλετο από τα πιο πάνω πρόσωπα με την παράδοση και τον μηχανικό έλεγχο του οχήματος. Συνάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι, τουλάχιστο στη βάση των συμφωνηθέντων με τους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 4, ήταν ο κατηγορούμενος το πρόσωπο το οποίο θα εισήγαγε και πωλούσε το εν λόγω όχημα. Ουδεμία αναφορά υπάρχει στο εν λόγω Τεκμήριο είτε άμεση είτε έμμεση για τον Γεωργίου. Αν οι παραπονούμενοι γνώριζαν επί τούτου, ως ήταν η θέση του κατηγορούμενου, για ποιο λόγο τότε να καταρτίσουν οποιαδήποτε συμφωνία με τον κατηγορούμενο, ο οποίος δεν θα είχε την οποιαδήποτε ευθύνη, και όχι απευθείας με τον Γεωργίου (ο οποίος θα ήταν ο νομικά υπεύθυνος) είναι ένα ερώτημα που βεβαίως έχει παραμείνει αναπάντητο από τον ίδιο. Επιπρόσθετα, είναι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ο οποίος διαφήμιζε στο διαδίκτυο ότι εισήγαγε και πωλούσε οχήματα, καταχωρώντας μάλιστα το δικό του τηλέφωνο επικοινωνίας. Είναι στη βάση αυτού του γεγονότος που οι παραπονούμενοι επικοινώνησαν μαζί του. Ουδεμία αναφορά υπήρχε στην εν λόγω ιστοσελίδα και πάλι στο όνομα Γεωργίου, αλλά ούτε και υπήρχε το οτιδήποτε το οποίο να ενημέρωνε τους παραπονουμένους ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως μεσάζων. Ουδόλως πειστική ήταν η θέση του κατηγορουμένου ότι ο λόγος που ανέγραψε το δικό του τηλέφωνο ήταν επειδή ο Γεωργίου επιθυμούσε να εισάγει κρυφά οχήματα, εν αγνοία του συνεταίρου του. Πέραν του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι πολύ γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος, αν δεχθώ έστω και για χάριν συζήτησης ότι αυτός ήταν ο λόγος, τί εμπόδιζε τότε τον κατηγορούμενο να αναγράψει στην εν λόγω ιστοσελίδα ότι ο ίδιος λειτουργεί ως μεσάζων/μεσολαβητής ή έστω συνεργάζεται με τρίτο πρόσωπο για την εισαγωγή οχημάτων από την Αγγλία, χωρίς να προσδιορίζονται τα στοιχεία του τελευταίου, είναι επίσης ένα ερώτημα το οποίο έχει παραμείνει αναπαντάτητο. 2) Καμία εξήγηση δεν έδωσε ο κατηγορούμενος για ποιο λόγο τα σχετικά τιμολόγια (Τεκμήρια 4 και 15) που ο ίδιος παρέδωσε στους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5 φέρουν την δική του υπογραφή και όχι του Γεωργίου. Ούτε και στα εν λόγω τιμολόγια γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον Γεωργίου. Πέραν τούτου, εκδότης των τιμολογίων φέρεται να είναι κάποια εταιρεία Chris Auto Trade Ltd. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ο κατηγορούμενος, για να πείσει το Δικαστήριο ότι οι παραπονούμενοι γνώριζαν περί ύπαρξης του Γεωργίου, ισχυρίσθηκε ενόρκως ότι η εν λόγω εταιρεία είναι του τελευταίου. Σημειώνω, ειρρήθω εν παρόδω, την αντιφατικότητα του ισχυρισμού του αυτού εφόσον στην κατάθεση του προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει την εν λόγω εταιρεία. Η τελευταία θέση του όμως, εν πάση περιπτώσει, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα για τους λόγους που έχω εξηγήσει κατά την αξιολόγηση του Μ.Κ 3, δηλαδή λόγω της ύπαρξης του Τεκμηρίου
- Και τούτο γιατί εντοπίσθηκε στην κατοχή του ένα μπλοκ αποδείξεων εντός του οποίου υπάρχει, μεταξύ άλλων, η απόδειξη, με αριθμό 12758, της εταιρείας Chris Auto Trade Ltd. Επομένως ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε περί την ύπαρξη αυτής της εταιρείας κρίνεται ως ανεδαφικός. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης και της λοιπής μαρτυρίας οδηγούν το Δικαστήριο στο ασφαλές εύρημα ότι οι παραπονούμενοι δεν είχαν γνώση αλλά ούτε και είχαν ενημερωθεί για την οποιαδήποτε εμπλοκή του Γεωργίου. 3) Ως ο ίδιος ο κατηγορούμενος παραδέχεται στην κατάθεση του, ο Γεωργίου του έλεγε διάφορες δικαιολογίες και προφάσεις ως προς τον λόγο που δεν εισήχθηκαν τα οχήματα από την Αγγλία. Ο κατηγορούμενος από την άλλη ενημέρωνε και προέβαινε σε παραστάσεις ότι αυτά είχαν εισαχθεί και ότι βρίσκονται στο τελωνείο του λιμανιού της Λεμεσού. Επομένως συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος στην ουσία γνώριζε, παραδεχόμενος το γεγονός αυτό στην κατάθεση του, ότι ο ίδιος πληροφορήθηκε και γνώριζε από τον Γεωργίου ότι πράγματι τα οχήματα που οι παραπονούμενοι είχαν παραγγείλει όντως δεν είχαν εισαχθεί. Και ενώ ήταν γνώστης του γεγονότος αυτού παρουσίαζε τον εαυτό του προς τους παραπονουμένους ότι υλοποιείτο η μεταξύ τους συμφωνία αλλά και ότι χρησιμοποίησε τα χρήματα τους για την εισαγωγή των οχημάτων (αφήνοντας, προφανώς, να εννοηθεί ότι μέρος αυτών δόθηκε στον πωλητή στην Αγγλία), σκοπός για τον οποίο τα εν λόγω χρήματα δόθηκαν. Σε συνάφεια με τα πιο πάνω ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι αυτός μετέφερε στους παραπονούμενος τα όσα του έλεγε ο Γεωργίου. Και τούτο γιατί ο κατηγορούμενος ουδέποτε τους ενημέρωσε ότι ο Γεωργίου του ανάφερε ότι δεν εισήχθησαν τα οχήματα τους. Αντίθετα τους έλεγε ότι αρχικά είχαν πρόβλημα με τα χαρτιά τους και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να αναχωρήσουν από την Αγγλία και στην συνέχεια ότι τα εν λόγω οχήματα αφίχθησαν στο τελωνείο αλλά δεν μπορούν να εκτελωνιστούν λόγω και πάλι προβλημάτων στα χαρτιά τους. 4) σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του, μέσω της 2ης του ανακριτικής κατάθεσης ότι απέστειλε στον Γεωργίου ολόκληρο το ποσό προκαταβολής που ο Μ.Κ 5 του κατέβαλε ενώ σε ό,τι αφορά την προκαταβολή που ο Μ.Κ 3 του έδωσε, μέρος της το απέστειλε στον Γεωργίου, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, και το υπόλοιπο το παρέδωσε σε μετρητά στη γυναίκα του τελευταίου και πάλι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Όπως προκύπτει μέσα από τις καταθέσεις αποδείξεων της Ελληνικής Τράπεζας (Τεκμήρια 9 και 34, αντιστοίχως), και ήταν σε αυτές τις αποδείξεις που ο ίδιος ο κατηγορούμενος παρέπεμψε το Δικαστήριο με σκοπό να τεκμηριώσει τις θέσεις του (βλέπε απόδειξη με ημερομηνία κατάθεσης την 19.12.17 και απόδειξη με ημερομηνία κατάθεσης 18.1.18), ο εν λόγω ισχυρισμός του καταρρίπτεται. Και τούτο γιατί ενώ είναι αποδεκτό από τον κατηγορούμενο ότι έλαβε από τον Μ.Κ 5 το ποσό των €6.000 και από τον Μ.Κ 3 το ποσό των €9.000, από το περιεχόμενο των εν λόγω αποδείξεων προκύπτει το συμπέρασμα ότι αυτός απέστειλε μόνο το ποσό των €5.000 και €8.000, αντιστοίχως. Δεν παραγνωρίζω, βεβαίως, ότι ενόρκως προέβαλε μία νέα εκδοχή σε σχέση ειδικά με την καταβολή της προκαταβολής του Μ.Κ 5 προς το Γεωργίου, υποστηρίζοντας ότι το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή το ποσό των €1000 το κατέβαλε σε μετρητά στην γυναίκα του. Πέραν του ότι αυτή η θέση προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου αυτή είναι αόριστη, γενική και ατεκμηρίωτη. Τίποτα δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο ο κατηγορούμενος που να τεκμηριώνει έστω και κατ' ελάχιστο τον εν λόγω ισχυρισμό του. Για παράδειγμα δεν προσκόμισε οποιαδήποτε βεβαίωση ή έστω ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Γεωργίου ότι ο τελευταίος του έδωσε πράγματι τέτοιες οδηγίες. Ούτε την γυναίκα του Γεωργίου κάλεσε ως μάρτυρα στο Δικαστήριο ώστε να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του. Τουναντίον, ως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο των συνομιλίων μεταξύ του κατηγορουμένου και του Γεωργίου (Τεκμήριο 34), ο ίδιος ο Γεωργίου ρητά του αναφέρει ότι σε σχέση με το όχημα του Μ.Κ 5 η προκαταβολή που ήθελε δεν ήταν €5.000, ως του πρότεινε ο κατηγορούμενος, αλλά ο ίδιος ζήτησε όπως του αποσταλεί προκαταβολή για το ποσό των €6.000 ώστε προφανώς να προχωρήσει με την παραγγελία του εν λόγω οχήματος. Επιπρόσθετα ούτε και μέσα από τις συνομιλίες μπορεί να συναχθεί το γεγονός ότι ο Γεωργίου του έδωσε οδηγίες να καταβάλει σε μετρητά στην γυναίκα του το ποσό των €1,
- Ούτε και βεβαίως πείθει η δικαιολογία του κατηγορουμένου, εφόσον αυτή στερείτε παντελώς λογικής, ότι ο λόγος που παρέδωσε το ποσό των €1000 στη γυναίκα του ήταν επειδή ο Γεωργίου απουσίαζε στην Αγγλία και ήθελε επείγον χρήματα. Προκύπτει το εύλογο ερώτημα για ποιό λόγο να μην καταθέσει το εν λόγω ποσό στις πιστωτικές κάρτες του Γεωργίου, τις οποίες ο ίδιος γνώριζε, ως τεκμαίρεται από το Τεκμήριο 9, ώστε ο Γεωργίου να είχε άμεση πρόσβαση στα χρήματα του παρά να τα δώσει στην σύζυγο του και ακολούθως να τα αποστείλει στην Αγγλία αποτελεί άξιον απορίας. Στην ίδια βάση βεβαίως ούτε και η αναφορά του ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι απέστειλε ολόκληρο το ποσό της προκαταβολής στον Γεωργίου που έλαβε από τον Μ.Κ
- Δεν αποδέχομαι ότι το υπόλοιπο ποσό το παρέδωσε σε μετρητά στην γυναίκα του Γεωργίου για τους ίδιους λόγους στους οποίους έκανα αναφορά ανωτέρω. 5) Ο ισχυρισμός του ενόρκως ότι όσον αφορά τα Τεκμήρια 4 και 15, που ο ίδιος παρέδωσε στους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5, αντιστοίχως, του τα απέστειλε ο Γεωργίου μετά που οι παραπονούμενοι του παρέδωσαν την προκαταβολή κρίνεται ανεδαφικός. Και τούτο γιατί ως προκύπτει από τις ημερομηνίες των εν λόγω τιμολογίων αυτά φέρουν ως ημερομηνία έκδοσης τους την ημερομηνία που ο ίδιος αποδέχεται ότι είχε κατ' ιδίαν συνάντηση με τα πιο πάνω πρόσωπα. 6) Ο ισχυρισμός του ότι τα πιο πάνω τιμολόγια συμπληρώθηκαν από τον Γεωργίου διαψεύδεται μέσω της αποδεκτής επιστημονικής μαρτυρίας του Μ.Κ
- 7) Στερείται, επίσης, λογικής η θέση του ότι και ο ίδιος έπεσε θύμα εξαπάτησης του Γεωργίου, πριν δεχθεί τηλεφώνημα από τους παραπονουμένους. Προφανώς ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου έγινε στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι ιθύνων νους της όλης εξαπάτησης των πιο πάνω προσώπων ήταν ο Γεωργίου και όχι ο ίδιος. Πέραν του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν προσκόμισε το οτιδήποτε στο Δικαστήριο που να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό του με αποτέλεσμα να παραμείνει γενικός και ατεκμηρίωτος, αποτελεί άξιον απορίας για ποιό λόγο αφενός ο ίδιος δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία αλλά και αφετέρου πως ο ίδιος αποδέχθηκε να συνεργαστεί με τον Γεωργίου ενώ ήδη ως ισχυρίσθηκε ήταν θύμα απάτης. Επίσης γιατί ο κατηγορούμενος να εμπιστευθεί τον Γεωργίου και να του παραδώσει €15.000 που του έδωσαν οι παραπονουμένοι με δεδομένο ότι ο ίδιος έπεσε θύμα απάτης του και ήταν ορατό το ενδεχόμενο και οι παραπονούμενοι να εξαπατηθούν, είναι ένα ερώτημα που και πάλι έχει παραμείνει αναπάντητο. Ακόμη και σήμερα που ο κατηγορούμενος βρίσκεται αντιμέτωπος με ποινικές κατηγορίες τίποτα δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είτε προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία περί εξαπάτησης του ιδίου από τον Γεωργίου (σε σχέση με το ποσό που του έκλεψε ο ίδιος) μήτε ότι έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του προς είσπραξη των χρημάτων του που του παρέδωσε ο ίδιος για την αγορά δικού του οχήματος. Αν διαβάσει κανείς επίσης το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 34 (συνομιλίες μεταξύ κατηγορουμένου και Γεωργίου) είναι αβίαστα που μπορεί να καταλήξει κανείς ότι ουδέποτε έλαβε χώρα ένα τέτοιο γεγονός με βάση το ύφος και το περιεχόμενο των μεταξύ τους συνομιλιών. 8) Η θέση του ότι ουδέποτε ο Γεωργίου του επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων συγκρούεται με έτερο ισχυρισμό του ότι ήταν ο Γεωργίου που του παρέδωσε την επιταγή (Τεκμήριο 11), με σκοπό να την παραδώσει στον Μ.Κ 3, ανεξαρτήτως του γεγονότος κατά πόσο αυτή τιμήθηκε ή όχι. Πως είναι δυνατόν ο κατηγορούμενος να προβάλει την θέση περί του ότι ουδέποτε ο Γεωργίου του επέστρεψε χρήματα αλλά κατά τα άλλα ο κατηγορούμενος να επιστρέφει στον Μ.Κ 3 την σχετική επιταγή που σύμφωνα με τον ίδιο του την απέστειλε ο Γεωργίου; Ακόμη ένα ερώτημα το οποίο έχει παραμείνει αναπάντητο. Δεικνύει επίσης και την μεγάλη ευκολία του κατηγορουμένου να προβάλλει διάφορους πλασματικούς ισχυρισμούς σε μία καταφανή προσπάθεια του την πλήρη απεμπλοκή του από τις οποιεσδήποτε παράνομες πράξεις της παρούσας υπόθεσης. 9) Ως προς τον ισχυρισμό του ότι ο ίδιος ουδέποτε ανέφερε στους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5 ότι έχει αδελφό στην Aγγλία, ο οποίος θα ήλεγχε τα οχήματα που είχαν παραγγείλει οι παραπονούμενοι αυτός καταρρίπτεται από τον περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21 (συνομιλία μεταξύ Μ.Κ 3 και κατηγορουμένου). Σε αυτό ο Μ.Κ 3 ρώτησε τον κατηγορούμενο κατά πόσο ο ίδιος είχε συνομιλήσει με τον αδελφό του στην Αγγλία. Αν ουδέποτε ο κατηγορούμενος είχε ενημερώσει τον Μ.Κ 3 περί αδελφού αποτελεί άξιον απορίας ποιός ο λόγος να θέσει ένα τέτοιο ερώτημα στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν διέψευσε τον Μ.Κ 3 σε σχέση με το ζήτημα αυτό αλλά εις απάντηση του απέστειλε και τα στοιχεία του πλοίου που θα μετέφερε το όχημα. Δεν χρειάζεται να παραθέσω οτιδήποτε άλλο για να καταδείξω του λόγω το αληθές, ότι η μαρτυρία του έχει κλονιστεί σε τόσο μεγάλο βαθμό αλλά και στερείτε πειστικότητας ώστε αυτή να μην δύναται να γίνει αποδεκτή. Οι υπό τις ως άνω 2 και 4 αριθμητικές παραγράφοι καθώς και οι παραστάσεις του κατηγορουμένου προς τους παραπονουμένους ότι τα οχήματα τους είχαν αφιχθεί στο λιμάνι Λεμεσού, γεγονός το οποίο διαψεύδεται παντελώς από την Μ.Κ 8 εφόσον στην βάση της δικής της μαρτυρίας ουδέποτε αυτά αφίχθηκαν στην Κύπρο, αποτελούν ψεύδη, τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η νομολογία, ώστε να θεωρηθούν ως ενισχυτική της κατηγορούσας αρχής εκδοχής. Όπως είναι νομολογημένο (Kωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260, Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου κ.ά., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 94/10, 95/10, 96/10, 97/10, 98/10 και 99/10, ημερομηνίας 16.12.2011, Γενικός Εισαγγελέας v Eυριπίδη Χρίστου, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2015) τα ψεύδη ενός κατηγορουμένου είτε εντός είτε εκτός Δικαστηρίου, κάτω υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του και αποτελούν ενισχυτικό της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, ότι αυτός διέπραξε το υπό κρίση αδίκημα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω): «
(3)Ψέματα που λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο, είτε εντός είτε εκτός δικαστηρίου, μπορούν να αποτελέσουν περιστατική μαρτυρία σε βάρος του εφόσον ικανοποιούνται τα ακόλουθα τέσσερα κριτήρια:- (α) Το ψέμα πρέπει να είναι ηθελημένο. (β) Πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδες ζήτημα. (γ) Το κίνητρο για το ψέμα πρέπει να είναι η επίγνωση της ενοχής και ο φόβος της αλήθειας. Το δικαστήριο πρέπει να έχει κατά νου ότι είναι ενδεχόμενο κάποιος να λέει ψέματα στην προσπάθεια του, για παράδειγμα, να προβάλει μια δίκαιη υπόθεση ή από ντροπή ή από πανικό. (δ) Το ψέμα πρέπει να αποδεικνύεται με ανεξάρτητη μαρτυρία, δηλαδή είτε με παραδοχή είτε με μαρτυρία από ανεξάρτητο μάρτυρα.» Στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται σωρευτικά όλα τα πιο πάνω κριτήρια. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι τα ψέματα του κατηγορουμένου, ως έχουν αναδειχθεί ανωτέρω, ήταν και ηθελημένα αλλά και επί ουσιωδών ζητημάτων. Επίσης, στη βάση της αξιολόγησης της εκδοχής του κατηγορουμένου, αβίαστα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι αυτά ειπώθηκαν από τον κατηγορούμενο έχοντας επίγνωση της ενοχής του αλλά και του φόβου του να αποκαλυφθεί η όλη αλήθεια. Τέλος, τα ψεύδη του κατηγορουμένου έχουν αποδειχθεί με ανεξάρτητη μαρτυρία (βλέπε Τεκμήρια 8,9 και 37 αλλά και την μαρτυρία της Μ.Κ 8). Οι υπό τον ως άνω 3 και 8 αριθμητικές παραγράφοι μου επιτρέπουν να καταλήξω με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είχε δόλια πρόθεση, γνώση και ένοχη σκέψη να οικειοποιηθεί τα χρήματα των παραπονουμένων, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο ίδιος παρέδωσε χρήματα στον Γεωργίου αλλά και πόσα ο Γεωργίου του επέστρεψε πίσω. Ως έχει νομολογηθεί η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, 218-219 και Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Χρίστος Χριστοδουλίδης v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2013, ημερομηνίας 16/2/15). Στην υπόθεση Μάριος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 52/2011, 29/7/2014 σχολιάστηκε τι είναι η περιστατική μαρτυρία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Περιστατική μαρτυρία, ο ορισμός και η ανάλυση που της δόθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι η μαρτυρία εκείνη η οποία διαφέρει της άμεσης, η οποία αφ΄ εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα όπως η μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων (Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Δίδεται και προσφέρεται, κατά κύριο λόγο από την Κατηγορούσα Αρχή, ώστε να αποδειχθούν γεγονότα τα οποία συνιστούν την υπόθεση και πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Αν προκύπτει, από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας, βεβαιότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τότε διαγιγνώσκεται και η ενοχή του κατηγορουμένου (Παφίτης κ.α. (ανωτέρω)).» Το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου. Η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του. (Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258 και Υoussef v Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα οχήματα των παραπονουμένων δεν έχουν αφιχθεί. Και τούτο γιατί: i. ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η μεταξύ του ιδίου και Γεωργίου συνεννόηση ναυάγησε εφόσον ο τελευταίος του απέστειλε, ήδη από τα μέσα Μαρτίου, δύο πακέτα στα οποία αναγραφόταν ότι περιέχοντο χρηματικά ποσά συνολικού ύψους €3,
- Επ' αυτού σημειώνω ότι δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι πράγματι εντός αυτών περιείχετο το εν λόγω ποσό με αποτέλεσμα να μην μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια και σε ανάλογο εύρημα επί τούτου. Από την άλλη όμως αυτό είναι αρκετό για να καταλήξω με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος παραλαμβάνοντας τα εν λόγω πακέτα, κάτι το οποίο ουδόλως αμφισβήτησε, έλαβε γνώση για την αντίδραση του Γεωργίου ότι ο τελευταίος δεν θα υλοποιούσε την μεταξύ τους συνεννόηση και δεν θα εισήγαγε τα οχήματα των παραπονουμένων. ii. το γεγονός ότι ο ίδιος γνώριζε ότι ο Γεωργίου με μήνυμα του (βλέπε Τεκμήριο 34) του δήλωσε ρητώς ότι επιθυμεί να του αποστείλει το ποσό των €6,000 σε σχέση με την προκαταβολή του Μ.Κ 5 ενώ ο ίδιος απέστειλε το ποσό των €5,000, iii. το γεγονός, ως παραδέχεται στην ανακριτική του κατάθεση, ότι ενημερώθηκε ότι όντως τα οχήματα δεν είχαν εισαχθεί. Παρά την πιο πάνω γνώση του περί μη άφιξης των εν λόγω οχημάτων ο ίδιος ο κατηγορούμενος συνέχιζε να παρουσιάζει τον εαυτό του ότι διαχειρίζεται τα χρήματα των παραπονουμένων στην βάση της αρχικής εντολής τους αλλά και για τον σκοπό που είχαν δοθεί, δηλαδή για την αγορά και εισαγωγή από την Αγγλία των οχημάτων τους. Αντί ο κατηγορούμενος να τους ενημερώσει για την πιο πάνω αλήθεια και αντί να επιστρέψει τα χρήματα στους παραπονουμένους (ανεξαρτήτως του γεγονότος κατά πόσο τα απέστειλε στον Γεωργίου αλλά και κατά πόσο ο τελευταίος του τα απέστειλε πίσω) δήλωνε αντίθετα (μέχρι και τις 19.4.18, ημερομηνία που σταμάτησε να απαντά στις οχλήσεις του Μ.Κ 5 και μέχρι που ίδιος σταμάτησε την επικοινωνία του με τον Μ.Κ 3 περί τα μέσα του Απρίλη εφόσον με βάση τα γεγονότα ο κατηγορούμενος παρέδωσε κατά την πιο πάνω περίοδο στον Μ.Κ 3 όχημα και μετά από 15 ημέρες ήρθε και το παρέλαβε ενώ στην συνέχεια τον ενημέρωσε ότι η σχετική επιταγή που δεν την αποδέκτηκε ο τελευταίος δεν μπορούσε να τιμηθεί) την ετοιμότητα του για την παράδοση των οχημάτων τους λέγοντας τους αρχικά ότι αυτά δεν μπορούσαν να αναχωρήσουν από την Αγγλία λόγω προβλημάτων τους στα χαρτιά τους, στην συνέχεια τους ενημέρωσε ότι αυτά είχαν αφιχθεί στο λιμάνι Λεμεσού, πλην όμως δεν μπορούσαν να εκτελωνισθούν λόγω και πάλι προβλημάτων στα χαρτιά τους. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έβρισκε συνεχώς προφάσεις και δικαιολογίες αναφέροντας στους κατηγορουμένους ότι τα οχήματα τους θα αφιχθούν περί τον Μάιο με Ιούνιο του
- Για να γίνει ακόμη πιο πειστικός ο ίδιος παρέδωσε, προσωρινά όχημα, στον Μ.Κ 3 για τις διακινήσεις του μέχρι ο κατηγορούμενος να του παραδώσει το όχημα του ενώ στην συνέχεια ο ίδιος ο κατηγορούμενος επιχείρησε να επιστρέψει χρηματικό ποσό στον Μ.Κ 3, μέσω επιταγής (Τεκμήριο 11), αποδεχόμενος αυτός ότι είναι το πρόσωπο το οποίο οφείλει να επιστρέψει πίσω τα χρήματα στους παραπονουμένους γιατί πλέον ενεργούσε κατά παράβαση των αρχικών εντολών τους. Ακολούθως όταν προφανώς στέρεψαν οι οποιεσδήποτε δικαιολογίες και οι παραπονούμενοι έγιναν δικαιολογημένα πιεστικοί σταμάτησε να τους απαντάει στα διάφορα τηλεφωνήματα τους. Σε συνάρτηση με το πιο πάνω γεγονός σημειώνω ότι ούτε και τέθηκε καν ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο ότι μετά που ενημερώθηκε από τον τελευταίο ότι ουδέποτε εισήχθηκαν τα οχήματα ότι ο ίδιος προέβη σε οποιεσδήποτε ενέργειες ώστε να εισάγει τα εν λόγω οχήματα σε μία προσπάθεια του να υλοποιήσει τα με τους παραπονουμένους συμφωνηθέντα. Από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει για το μόνο σκοπό που του δόθηκαν τα χρήματα από τους παραπονουμένους άρα όφειλε και είχε καθήκον να τους τα επιστρέψει πίσω, όχι μόνο επέλεξε να μην τα επιστρέψει περιοριζόμενος μόνο σε αυτό αλλά, ως σημειώθηκε ανωτέρω, παρουσίαζε τον εαυτό του ως πρόσωπο που συνεχίζει να διαχειρίζεται τα χρήματα για τον μοναδικό σκοπό που του παραδόθηκαν με αποτέλεσμα να τα οικειοποιείται παρανόμως, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε εμπλοκής του Γεωργίου, δεικνύει το δόλιο των ενεργειών του. Η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία οδηγεί το Δικαστήριο σε ένα μόνο και λογικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος είχε την απαραίτητη γνώση και ένοχη σκέψη να καταδολιεύσει τους παραπονουμένους αλλά και να υλοποιήσει τους παράνομους σκοπούς του (Αντώνης Φανιέρος v Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 104). Την ένοχη σκέψη να καταδολιεύσει τους παραπονουμένους, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής μαρτυρίας, ο κατηγορούμενος την σχημάτισε, τουλάχιστον, σε χρόνο μετά που του παραδόθηκαν τα χρήματα καθότι είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει ότι αυτός είχε τέτοια πρόθεση κατά το στάδιο απόσπασης των χρημάτων από τους παραπονουμένους. Ως εκ τούτου η μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορουμένου απορρίπτεται στον βαθμό που αυτή συγκρούεται με τη λοιπή αποδεκτή από το Δικαστήριο αποδεκτή μαρτυρία. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω, επιπρόσθετα, τελικά ευρήματα: Ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τους Μ.Κ 3 και Μ.Κ 5 να τους εισάγει και πωλήσει οχήματα από την Αγγλία, τα οποία οι ίδιοι είχαν επιλέξει από προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος ήταν ο πωλητής και οι παραπονούμενοι ήταν αγοραστές των εν λόγω οχημάτων. Αφού ο κατηγορούμενος έλαβε από τα πιο πάνω πρόσωπα τις δοθείσες προκαταβολές (€9.000 από τον Μ.Κ 3 και €6,000 από τον Μ.Κ 5), εν αγνοία των παραπονουμένων απέστειλε λεφτά στον Γεωργίου. Ο κατηγορούμενος συνεννοήθηκε με τον Γεωργίου ώστε αυτός να εισάγει τα οχήματα, χωρίς και πάλι οι παραπονούμενοι να ενημερωθούν επί τούτου. Σε κάποια στιγμή, για άγνωστο λόγο προς το Δικαστήριο, η μεταξύ του κατηγορούμενου και Γεωργίου συνεννόηση ναυάγησε, γεγονός το οποίο ήταν εις γνώση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος γνώριζε επίσης ότι τα οχήματα των παραπονουμένων ουδέποτε είχαν αφιχθεί στην Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος ουδέποτε ενημέρωσε τους παραπονουμένους ότι τα οχήματα τους δεν είχαν αφιχθεί αλλά ούτε και ο ίδιος προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ώστε να εισάξει από μόνος του. Αντί ο κατηγορούμενος να αναφέρει την πιο πάνω αλήθεια στους παραπονουμένους προέβαινε, αντίθετα, σε διάφορες παραστάσεις προς αυτούς ότι ο ίδιος συνεχίζει να υλοποιεί τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και ότι ο ίδιος συνεχίζει να διαχειρίζεται τα χρήματα των παραπονουμένων στην βάση των εντολών αλλά και για τον σκοπό που του είχαν δοθεί, δηλαδή για την αγορά και εισαγωγή των οχημάτων τους. Ο Μ.Κ 2, μετά την υποβολή παραπόνων από τους παραπονούμενους, αναζήτησε τον κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο, ο οποίος δεν ανταποκρινόταν. Στις 24.07.2018 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου ένταλμα σύλληψης. Προέβη σε επανειλημμένες προσπάθειες για εντοπισμό του χωρίς και πάλι οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Στις 31.10.2018 ο κατηγορούμενος εντοπίστηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας, όπου και συνελήφθη. Τα τιμολόγια (Τεκμήρια 4 και 15) παραδόθηκαν την ίδια ημέρα που ο κατηγορούμενος συνάντησε τους παραπονουμένους και έλαβε τις σχετικές προκαταβολές. Τα εν λόγω τιμολόγια είναι υπογεγραμμένα από τον ίδιο. Εκδότης τους είναι η εταιρεία την Chris Auto Trade Ltd η οποία είναι συμφερόντων του κατηγορουμένου ή τουλάχιστον ως τέτοια παρουσιαζόταν. Τα γραφόμενα στα εν λόγω τιμολόγια δεν συμπληρώθηκαν ούτε από τον κατηγορούμενο ούτε και από τον Γεωργίου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η νομική βάση του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου (1η και 2η κατηγορία), εδράζεται στο άρθρο 270[1] του Ποινικού Κώδικα, το οποίο πρέπει πάντοτε να διαβάζεται με το άρθρο 255[2], επίσης, του Ποινικού Κώδικα, που αφορά γενικά το αδίκημα της κλοπής. Το άρθρο 270 όμως είναι ξεχωριστό αδίκημα, στο όμως οποίο εμπεριέχεται η έννοια της κλοπής (Παναγή ν. Αστυνομίας,
(2012)2 ΑΑΔ 794, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ 486). Στην υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) προσδιορίστηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής και της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Συγκεκριμένα επισημάνθηκε ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής θα πρέπει
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη,
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης, και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως. Περαιτέρω, στην έκταση που η κλοπή συναρτάται με την ιδιότητα του δράστη, ήτοι αντιπρόσωπος, όπως είναι και τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο, απόδειξης χρήζει ότι
(1)η περιουσία έχει εμπιστευθεί στον υπαίτιο,
(2)για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση και
(3)για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (Παναγή ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Νοείται ότι το αντικείμενο της κλοπής, θα πρέπει να έχει αξία (εδάφιο 3 του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14 αλλά και στην υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι η φράση με δόλιο τρόπο («fraudulently») που περιλαμβάνεται στο άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Όπως αναφέρεται στο Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 36η έκδ., σελ. 364, παρ. 1010, η πρόθεση στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατά κανόνα ανευρίσκεται ως εξυπακουόμενο γεγονός μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα. Άτομο θεωρείται ότι έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του. Καθοριστικό για την ποινική ευθύνη του κατηγορουμένου είναι ποιες ήταν οι πραγματικές προθέσεις του όταν αποδέχθηκε να πάρει τα χρήματα που του εμπιστεύθηκε ο παραπονούμενος, αν οι προθέσεις του ήταν δόλιες, τότε αποδεικνύεται το αδίκημα της κλοπής. Στην περίπτωση κλοπής υπό αντιπροσώπου εμπεριέχεται το στοιχείο του δόλου και της κατάχρησης της σχέσης εμπιστοσύνης, κάτι που πρέπει να αποδειχθεί. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Τουμαζή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση. 79/2013, ημερομηνίας 11.5.2017, η φράση «περιουσία εμπιστευμένη» (που γίνεται αναφορά στο άρθρο 270) δεν παραπέμπει σε ανάγκη να αποδειχθεί αυστηρά σχέση συμβατικού δικαίου αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου. Είναι αρκετό από τα πραγματικά περιστατικά να προκύπτει η «εμπίστευση». Με δεδομένη την κρίση του Δικαστηρίου ότι το ποσό των των €2.000 (€1.000 από την μη δοθείσα προκαταβολή που έλαβε από τον Μ.Κ 3 και €1.000 από την μη δοθείσα προκαταβολή που έλαβε από τον Μ.Κ 5) ουδέποτε δόθηκε από τον κατηγορούμενο στο Γεωργίου και συνεπώς ο τελευταίος ουδέποτε το επέστρεψε πίσω σε αυτόν κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει με ακρίβεια τις λεπτομέρειες του αδικήματος που θέλουν τον κατηγορούμενο να δίδει στον Γεωργίου το ποσό των €9.000 και €6.000, αντιστοίχως. Ωστόσο δεν θα προχωρήσω να εξετάσω και να αποφανθώ πόσα ο κατηγορούμενος εν τέλει έδωσε στον Γεωργίου αλλά και πόσα του απέστειλε ο τελευταίος πίσω, ως οι αναγραφόμενες σε αυτές λεπτομέρειες αποδίδουν σε αυτόν. Και τούτο γιατί το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έδωσε χρήματα στον Γεωργίου και ακολούθως τούτος του τα επέστρεψε, και πόσα, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος παρά μόνο μέρος των λεπτομερειών που αντιμετωπίζει. Εξ αρχής σημειώνω ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης δεν περιορίστηκε στο να αντεξετάσει τους μάρτυρες κατηγορίας ή να προσφέρει μαρτυρία με σκοπό να αντιμετωπίσει επ' ακριβώς τα όσα αποδίδονται στον κατηγορούμενο με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Προχώρησε να προωθήσει συγκεκριμένη εκδοχή, στην βάση της οποίας οι παραπονούμενοι γνώριζαν εξ αρχής ότι ο Γεωργίου ήταν το πρόσωπο που θα τους εισάγει τα οχήματα τους και ότι γνώριζαν ότι ο ίδιος απλά λειτουργούσε ως μεσάζων, ουδέποτε ο κατηγορούμενος έχει οικειοποιηθεί χρήματα των παραπονουμένων και ότι εξ αρχής προέβαλε την εκδοχή ότι ο ίδιος έχει εξαπατηθεί και θυματοποιηθεί από Γεωργίου, προβάλλοντας στην ουσία την θέση ότι από την πρώτη στιγμή έλαβε τα χρήματα με πρόθεση να ενεργήσει ως οι παραπονούμενοι του ενεπιστεύθηκαν τα χρήματα τούτα, δηλαδή να τα παραδώσει στον Γεωργίου και ότι ακολούθως συνεπεία παράνομων ενεργειών του τελευταίου κατέστη και ο ίδιος θύμα αλλά και του ότι ο ίδιος ουδεμία ενέργεια έπραξε. Η γραμμή που ακολουθήθηκε από τον κατηγορούμενο αλλά και η αντεξέταση που έγινε από την υπεράσπιση καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος δεν επηρεάστηκε δυσμενώς ή προκλήθηκε σε αυτόν οποιαδήποτε παραπλάνηση ή αδικία από την διατύπωση των λεπτομερειών των κατηγοριών εφόσον η όλη του εκδοχή δεν εστιάστηκε αποκλειστικά στο γεγονός κατά πόσο ο ίδιος απέστειλε στον Γεωργίου αλλά και αν ο Γεωργίου του απέστειλε και πόσα πίσω από τα χρήματα των παραπονουμένων (Σ.Π. v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, ημερομηνίας 25.6.2014). Διαφορετική ενδεχομένως να ήταν η αντιμετώπιση μου ή έστω και η κρίση μου αν γινόταν αντιληπτό ότι με τον τρόπο που αντιμετώπισε ο κατηγορούμενος την υπόθεση του τόσο σε σχέση με την αντεξέταση των μαρτύρων κατηγορίας όσο και σε σχέση με την μαρτυρία που προσπάθησε να παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου περιόρισε την υπεράσπιση του βασισμένος αποκλειστικά στις λεπτομέρειες των κατηγοριών και μόνο και όχι ως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, ως έχω αναδείξει ανωτέρω. Τα πιο πάνω έχουν ως αποτέλεσμα ώστε το κατά πόσο ο ίδιος κατέβαλε στον Γεωργίου χρήματα και κατά πόσο ο Γεωργίου επέστρεψε σε αυτόν (χωρίς να παραγνωρίζω ως γεγονός ότι δόθηκαν χρήματα από τον κατηγορούμενο στο Γεωργίου, θεωρώ όμως ότι είναι άσχετο ως προς την τελική κρίση μου αλλά θα ληφθεί υπόψιν στα πλαίσια άλλων διαδικασιών και όχι της παρούσας) και πόσα να μην αποτελεί τόσο σημαντικό κρίκο της αλυσίδας των γεγονότων για να πρέπει το Δικαστήριο να κρίνει ότι με την μη ενδεχομένως απόδειξη τους στην ολότητα τους θα πρέπει να αθωωθεί από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στη βάση επομένως των πιο πάνω κρίνω ότι επιτρέπεται στο Δικαστήριο να προχωρήσει και να εξετάσει την τυχόν ενοχή του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στη βάση των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και έξω από τις λεπτομέρειες που αποδίδονται σε αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση εξόφθαλμα ο κατηγορούμενος σε κάποιο στάδιο που έλαβε τα χρήματα από τους παραπονουμένους, και ενώ ουδέποτε τους ενημέρωσε για τρίτο πρόσωπο αλλά και ήταν εις γνώση του ότι η συνεννόηση του με τον Γεωργίου ναυάγησε αλλά και του ότι τα οχήματα τους δεν είχαν εισαχθεί, αντί να ενημερώσει προς τούτο τους παραπονουμένους συνέχιζε να παρουσιάζει τον εαυτό του ότι διαχειρίζεται τα χρήματα τους, για τον σκοπό τον οποίο του είχαν δοθεί, αναφέροντας σε αυτούς διάφορες προφάσεις και δικαιολογίες ότι αυτά όντως είχαν αφιχθεί στην Κύπρο και ότι θα τους τα παραδώσει. Ανεξάρτητα του πότε, και υπό ποιές συνθήκες, ενημερώθηκε ο κατηγορούμενος ότι η συνεννόηση του με τον Γεωργίου ναυάγησε, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι τα χρήματα που έδωσαν οι παραπονουμένοι ουδέποτε απεστάλησαν, έστω, σε οποιονδήποτε πωλητή στην Αγγλία για σκοπούς αγοράς τέτοιου οχήματος. Παραταύτα, η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου προς τους παραπονουμένους, ήταν ότι αυτό είχε ήδη επισυμβεί και ότι απλά είναι θέμα χρόνου μέχρι να ξεπεραστούν τα οποιαδήποτε προβλήματα ανέκυψαν, να τους παραδοθούν τα, κατά τα άλλα, αγορασθέντα οχήματα. Ενόψει αυτών ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του και με δόλιο τρόπο, οικειοποιήθηκε τα χρήματα των παραπονουμένων που του ενεπιστέυθησαν, ως ο αντιπρόσωπος τους, για την αγορά οχημάτων εφόσον πλέον ενεργούσε κατά παράβαση των εντολών τους. Στη βάση επομένως των πιο πάνω ο κατηγορούμενος όφειλε να επιστρέψει τα χρήματα πίσω σε αυτούς εφόσον δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει για το μόνο σκοπό για τον οποίο του δόθηκαν και επέλεξε να μην επιστρέψει τούτα. Και αυτό ανεξάρτητα της οποιασδήποτε εμπλοκής του Γεωργίου. Ενδεικτικό δε της αντίληψης και του ιδίου ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που όφειλε να επιστρέψει τα χρήματα στους παραπονουμένους και συνάμα ότι δεν μπορούσε να κρυφτεί πίσω από την οποιαδήποτε εμπλοκή του Γεωργίου είναι το γεγονός ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της οποιασδήποτε ρήξης του ιδίου με τον Γεωργίου επιχείρησε να επιστρέψει €8.500, δια επιταγής, στον Μ.Κ 3, ενέργεια η οποία καταδεικνύει ακριβώς την αντίληψη και του ιδίου ότι αυτός είναι το πρόσωπο που έπρεπε να τα επιστρέψει στους παραπονουμένους. Θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένη περιουσία για συγκεκριμένο σκοπό, στη βάση συγκεκριμένων εντολών προσώπου με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σχέση εμπίστευσης μεταξύ τους συνεπεία ακριβώς των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση όπως στην προκειμένη, μπορεί να κρυφτεί πίσω από την οποιαδήποτε παρανομία τρίτου προσώπου έναντι του. Πόσο μάλλον που η ύπαρξη τρίτου προσώπου και η όποια εμπλοκή του δεν είναι γνωστή ή συμβατή με την αρχική σχέση του ιδίου με τον αρχικό εντολέα του. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι δόθηκαν από τους παραπονουμένους το ποσό των €15.000 στον κατηγορούμενο, δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι δοθήκαν για συγκεκριμένο σκοπό (αγορά και εισαγωγή οχημάτων από Αγγλία), δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι σε κάποια στιγμή αυτός ο σκοπός δεν μπορούσε να υλοποιηθεί και ο ίδιος αντί την στιγμή εκείνη να ενεργήσει ώστε να επιστρέψει πίσω τα χρήματα, σχημάτισε τουναντίον δόλια πρόθεση παρουσιάζοντας τον εαυτό του δολίως και ψευδώς ως πρόσωπο που συμβαδίζει και υλοποιεί τα συμφωνηθέντα με τους παραπονούμενους εν γνώσει του ότι αυτό δεν θα γίνει. Αυτό από μόνο του αποτελεί οικειοποίηση, δόλια ενέργεια, σκοπό να αποστερήσει από τους παραπονούμενους την περιουσία τους παντοτινά και παραβίαση της θέσης εμπίστευσης που είχε με τους παραπονουμένους. Κατά συνέπεια και έξω από την οποιαδήποτε εξέταση του αν ο Γεωργίου επέστρεψε και πόσα χρήματα σε αυτόν η κατηγορούσα αρχή κατάφερε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έλαβε από τον Μ.Κ 3, στα πλαίσια της 1ης κατηγορίας, €9,000 υπό μορφή προκαταβολής, από τον Μ.Κ 5, στα πλαίσια της 2ης κατηγορίας, €6,000 υπό μορφή προκαταβολής. Σκοπός και στις δύο κατηγορίες ήταν αυτά, δηλαδή τα πιο πάνω χρήματα, να χρησιμοποιηθούν ώστε να αγορασθούν από τον κατηγορούμενο και εισαχθούν στην Κύπρο οχήματα για λογαριασμό των παραπονουμένων κάτι το οποίο ναυάγησε. Ο κατηγορούμενος μέχρι και σήμερα δεν τους επέστρεψε οποιοδήποτε ποσό με αποτέλεσμα να αποστερεί παντοτινά την περιουσία αυτή από τους παραπονούμενους και αφετέρου στο τέλος της ημέρας με αυτόν τον τρόπο έχει εκμεταλλευτεί την σχέση εμπίστευσης που δημιουργήθηκε μεταξύ των τους ως εκ της σχέσης αγοραστού και πωλητού. Κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις 2 κατηγορίες, όχι όμως υπό την εκεί αναφερόμενη αναφορά στις λεπτομέρειες των αδικημάτων ότι παρέδωσε στον Γεωργίου τα χρήματα των παραπονουμένων και ο τελευταίος του τα επέστρεψε πίσω και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος δεν τα επέστρεψε στους παραπονουμένους. Ως προς την πιο πάνω ανωτέρω κατάληξη μου έχω ενεργήσει λαμβάνοντας υπόψιν και τις πρόνοιες του άρθρου 85
(1)[3] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Κρίνω ότι στη προκειμένη περίπτωση δεν είναι αναγκαία η τροποποίηση του κατηγορητηρίου και δη των λεπτομερειών του αδικήματος. Και τούτο γιατί, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, κατά πόσο ο ίδιος κατέβαλε στον Γεωργίου χρήματα και κατά πόσο ο Γεωργίου επέστρεψε σε αυτόν και πόσα δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου, ως το αδίκημα που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο και επομένως δεν κρίνεται αναγκαία η οποιαδήποτε τροποποίηση του κατηγορητηρίου (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 182/2014, 23/10/2015, Ζακακιώτης Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 175 Fatma Mehmet v. The Police
(1970)2 C.L.R. 62, Issa and Another v. Republic
(1989)2 C.L.R. 39, Θωμά ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 255, Λάζαρος Χατζηφοράδος & Υιοί Λτδ v. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 Α.Α.Δ. 167, Mehmet v. Police
(1970)2 CLR 62. Κρίνω ότι με τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δεν αφήνονται να αιωρούνται οποιεσδήποτε άλλες λογικές διαζευκτικές εξηγήσεις που δεν συνάδουν με ενοχή, και δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα έτσι ώστε να δημιουργείται μία υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt) περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Ως έχει νομολογηθεί (Ayres v. The Republic
(1971)2 CLR 16) για την υπεράσπιση είναι αρκετό να δώσει εξήγηση που να εισηγείται μια διαζευκτική θεωρία, η οποία να είναι πιθανή και να συνάδει με τη μαρτυρία ή, με άλλα λόγια, μια εξήγηση ικανή να προκαλέσει εύλογη αμφιβολία, χωρίς να είναι ανάγκη η εξήγηση αυτή να γίνει δεκτή από το δικαστήριο ως αληθινή. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος δεν ήταν λογικοφανείς και έχουν απορριφθεί από το Δικαστήριο. Αντίθετα, η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής παρέμεινε ακλόνητη από την υπεράσπιση. Τα πιο πάνω τελικά ευρήματα αλλά και συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι ισχυρά ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να καταλήξει στην ενοχή του κατηγορουμένου. Συνεπακόλουθα η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις 2 κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή [1] «270. Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή- (α).. (β) περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για την ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο (γ)... (δ)...» [2] «
(1)"Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν ενώ είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη." [3] «Απόδειξη μέρους του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο ή ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται σε αυτά: 85.-
(1)Αν μέρος μόνο του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο αποδεικνύεται και το μέρος που αποδείχτηκε συνιστά ποινικό αδίκημα, ο κατηγορούμενος δύναται, χωρίς μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο, να καταδικαστεί για το ποινικό αδίκημα το οποίο αποδεικνύεται ότι διέπραξε». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο