← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λ. Χ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης:243/2018, 9/12/2022

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λ. Χ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης:243/2018, 9/12/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B161 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:243/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και-

  1. Λ. Χ.
  2. Γ. Χ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 9/12/2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Ε. Θεοδότου Για Κατηγορούμενο 1: Ο κ. Ρ. Μαππουρίδης Κατηγορούμενος 1 παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Έρεισμα για την καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης αποτέλεσε η καταγγελία που υπέβαλε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου («η Κεφαλαιαγορά») προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με το ενδεχόμενο πιθανής διάπραξης ποινικών αδικημάτων από τον 1ο κατηγορούμενο («ο κατηγορούμενος») καθώς και από άλλα πρόσωπα (Τεκμήριο 14). Σημειώνω εξ αρχής ότι για τον 2ο κατηγορούμενο (αδελφό του κατηγορουμένου) η παρούσα ποινική υπόθεση αναστάληκε λόγω μη επίδοσης της. Στα πλαίσια της εν λόγω καταγγελίας η Κεφαλαιαγορά απέστειλε και έκθεση γεγονότων, την οποία συνέταξε, επισυνάπτοντας όλα τα στοιχεία και έγγραφα που έλαβε στην κατοχή της, κατόπιν διεξαγωγής σχετικής έρευνας. Με οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας η Αστυνομία ξεκίνησε την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης που εν τέλει οδήγησε στην καταχώρηση του παρόντος κατηγορητηρίου. Η διεξαγωγή έρευνας από τους λειτουργούς της Κεφαλαιαγοράς κρίθηκε αναγκαία όταν η τελευταία πληροφορήθηκε την ύπαρξη της αγωγής υπ' αριθμόν 10444/2010 (Τεκμήριο 3) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που ο κατηγορούμενος καταχώρησε εναντίον της εταιρείας Αdvantage Capital Holdings Plc («η Advantage»). Η Advantage, η οποία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο Δημόσια εταιρεία και εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Κύπρου (ΧΑΚ), αρχικά έφερε το όνομα Marketrends Financial Services Ltd. Στη συνέχεια μεταονομάστηκε σε MFS Holdings Public Company Ltd, στη συνέχεια σε ΑΣΠΙΣ Holdings Public Co Ltd (ΑΣΠΙΣ) και περί τα τέλη του 2009 σε Advantage. Λόγω των πολλών αλλαγών που υπήρξαν αναφορικά με την ονομασία της πιο πάνω εταιρείας, η οποιαδήποτε αναφορά σε αυτή, ανεξαρτήτως της ονομασίας που είχε κατά τους επίδικους χρόνους που έλαβαν χώρα τα διάφορα γεγονότα που καταγράφονται στην παρούσα απόφαση και για σκοπούς αποφυγής οποιασδήποτε σύγχυσης, η εν λόγω εταιρεία θα αναφέρεται από τούδε και στο εξής ως Advantage. Ο κατηγορούμενος ήταν μέχρι και τις 11.09.2008 ο 1ος Εκτελεστικός Διευθύνων Σύμβουλος της. Η αγωγή υπ' αριθμό 10444/2010 καταχωρίστηκε στις 09.12.
  3. Λίγες ημέρες αργότερα, δηλαδή στις 17.12.2010, εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση (Τεκμήριο 4), βάση της οποίας η Advantage όφειλε να καταβάλει στον κατηγορούμενο το ποσό των €5.910.052, πλέον τόκο 7,5% από 04/07/2001, μέχρι εξοφλήσεως. Την εκπροσώπηση της Advantage (με βάση το περιεχόμενο της κατάθεσης του δικηγόρου Κ. Δ. (Τεκμήριο 126), το οποίο κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του) ανέλαβε το δικηγορικό γραφείο Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ. Οδηγίες, για λογαριασμό της Advantage, αναφορικά με τον χειρισμό της εν λόγω υπόθεσης δόθηκαν από τον Κ. Χ., τότε διευθυντή της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στη βάση των πιο πάνω οδηγιών η Advantage εξουσιοδότησε τον συνήγορο της να δεχθεί απόφαση, ως η απαίτηση του κατηγορουμένου. Στα πλαίσια των οδηγιών αυτών, είχε αποσταλεί στον συνήγορο της γραπτή απόφαση (resolution)/πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ) της Advantage, ημερομηνίας 12.10.2004 (Τεκμήριο 29) («το επίδικο πρακτικό»), στο οποίο αποφασίστηκε όπως η εν λόγω εταιρεία αποζημιώσει εξ ολοκλήρου τον κατηγορούμενο με οποιοδήποτε ποσό που τυχόν επιδικαστεί εναντίον του στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 7821/
  4. Κρίνω σκόπιμο να παρατεθεί, αυτούσιο, μέρος του επίδικου πρακτικού, λόγω της ουσιώδης σημασίας του στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εφόσον αποτελεί τον πυρήνα όλων των κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει: «Συμφωνία Εξαγοράς MarketTrends Insurance Ltd (πρώην ΙΡΙΣ Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ) και δικαστικά μέτρα που έχουν λάβει οι πρώην μέτοχοι της εναντίον του Πρώτου Εκτελεστικού Συμβούλου του Ομίλου Κυρίου Λ. Χ. Αγωγή με Αριθμό 7821/2001 . Οι Σύμβουλοι αφού μελέτησαν την συμφωνία εξαγοράς της ΙΡΙΣ, την συμφωνία επαναγοράς μετοχών με τον Π. Γ. και την αγωγή με αριθμό 7821/2001 εναντίον του κύριου Λ. Χ., συζήτησαν διεξοδικά την υπόθεση και συμφώνησαν ομόφωνα ότι οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του Λ. Χ. για την εν λόγω δικαστική υπόθεση αφορούν την συμφωνία της MarkeTrends Financial Services για την αγορά των μετοχών της ΙΡΙΣ και κακώς απεδέχθη και ο ίδιος κατά την υπογραφή της συμφωνίας να είναι μέρος της συμφωνίας προσωπικά έστω και εάν όπως εξήγηση δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά στον δεδομένο χρόνο εξαγοράς. ... Προς επίλυση του προβλήματος το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα όπως οποιοδήποτε είναι το αποτέλεσμα της αγωγής και των άλλων μελλοντικών αγωγών/ενεργειών που θα λάβουν οι πρώην μέτοχοι της ΙΡΙΣ εναντίον του Λ. Χ., η Εταιρεία θα του καταβάλει όλα τα δικαστικά έξοδα για την υπεράσπισή του. Επιπρόσθετα αποφάσισε ομόφωνα όπως η Εταιρεία αποζημιώσει εξ ολοκλήρου τον κύριο Λ. Χ. με οποιοδήποτε ποσό επιδικαστεί εναντίον του για την αγωγή με αριθμό 7821/2001 πλέον τόκους και επιβαρύνσεις υπό τον όρο ότι ο Λ. Χ. καθ'όλη την διάρκεια της αγωγής μέχρι και την τελεσίδικη απόφαση του δικαστηρίου δεν θα στραφεί καθ οιονδήποτε τρόπο εναντίον της Εταιρείας. Παράλληλα εις αντάλλαγμα της πιο πάνω εγγύησης για αποζημίωση του από την MarkeTrends Financial Servises, θα φροντίσει ο ίδιος προσωπικά και θα κάνει ότι είναι απαραίτητο ούτως ώστε η Εταιρεία να μείνει εκτός αυτής της δικαστικής διαδικασίας. Επιπρόσθετα θα πρέπει να δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και μαρτυρίες στους Δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η εν λόγω αγωγή μέχρι και την επίτευξη τελεσίδικης απόφασης από το Δικαστήριο.» Το επίδικο πρακτικό φέρεται να υπογράφεται από τα τότε μέλη του Δ.Σ της Advantage (πλην του Δ. Π. (Μ.Κ 5), ο οποίος ήταν απών κατά τον ουσιώδη χρόνο που έλαβε χώρα η εν λόγω συνεδρία) δηλαδή τον κατηγορούμενο, τον Γ. Κ. (Μ.Υ 1), τον Π. Κ. και τον Κ. Χ. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 132 (το οποίο κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχόμενου του) τα πιο πάνω πρόσωπα αποτελούσαν τα τότε μέλη του Δ.Σ της εν λόγω εταιρείας. To επίδικο πρακτικό φέρεται επίσης να υπογράφεται και από την Γραμματέα της εταιρείας, την Marketrends Secretarial Services Ltd (Τεκμήριο 132). Εκ μέρους της τελευταίας το επίδικο πρακτικό υπογράφεται από τον Γ. Χ. Αποτελεί κοινό τόπο ότι διευθυντές της ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο, ο Γ. Χ. και Χ. Λ. (Μ.Κ 6). Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής υπ' αριθμόν 1044/2010 υπεγράφη, στις 04.07.2000, συμφωνία μεταξύ της Advantage και της Iris Insurance Company Ltd («Iris») και των μετόχων της τελευταίας (Τεκμήριο 30). Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε την πώληση του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου της Iris στην Advantage, έναντι συνολικού τιμήματος των τότε Λ.Κ 9.000.000, εκ των οποίων τότε Λ.Κ 3.000.000 θα καταβάλλονταν σε μετρητά και το υπόλοιπο ποσό, των τότε Λ.Κ 6.000.000, με την παραχώρηση μετοχών της Marketrends Insurance Ltd, όπως θα μετονομαζόταν η Iris, μετά την εξαγορά. Μετά την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας καταβλήθηκε στους μετόχους της Iris το ποσό των Λ.Κ 3.000.000 και οι 6.000.000 μετοχές της Marketrends Insurance Ltd. Προηγουμένως, δηλαδή στις 20.06.2000, υπεγράφη άλλη συμφωνία (Τεκμήριο 31) μεταξύ του κατηγορούμενου και των μετόχων της Iris, με την οποία παραχωρείτο δικαίωμα επιλογής (option) στους μετόχους της Iris να πωλήσουν τις 6.000.000 μετοχές της Marketrends Insurance Ltd, εντός 21 ημερών, στον κατηγορούμενο, έναντι του ποσού της μίας λίρας για έκαστην μετοχή. Οι μέτοχοι της Iris εξάσκησαν το πιο πάνω δικαίωμά τους αλλά ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε το αξιούμενο ποσό, εντός του συμφωνηθέντος χρονικού πλαισίου. Για τον λόγο αυτό, οι μέτοχοι της Iris καταχώρησαν την αγωγή υπ' αριθμό 7821/2001 εναντίον του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 33). Στις 21.09.2007 εκδόθηκε δικαστική απόφαση προς όφελός τους και εναντίον του κατηγορουμένου για το συνολικό ποσό των Λ.Κ 3.549.000 πλέον τόκους μέχρι εξοφλήσεως. Έναντι της πρωτόδικης απόφασης ο κατηγορούμενος άσκησε έφεση (Τεκμήριο 34), η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 12.07.2010 (Τεκμήριο 77). Στη βάση του επίδικου πρακτικού ο κατηγορούμενος αξίωνε από την Advantage την καταβολή του πιο πάνω ποσού (δυνάμει της απόφασης του τότε Δ.Σ για κάλυψη και υπόσχεσης αποκατάστασης του), που κλήθηκε να καταβάλει προς τους μετόχους της Iris, στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  5. Αποτελεί θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι το επίδικο πρακτικό ήταν πλαστογραφημένο εφόσον αφενός αυτό ουδέποτε καταρτίσθηκε το 2004 αλλά μεταγενέστερα της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του κατηγορουμένου στην ως άνω αγωγή αλλά και ότι ουδέποτε λήφθηκε τέτοια απόφαση από τo τότε Δ.Σ της Advantage αφετέρου. Στη βάση αυτού ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 3 συνολικά κατηγορίες, αυτές της πλαστογραφίας εγγράφου (1η κατηγορία), της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (2η κατηγορία) και της συνωμοσίας για καταδολίευση (3η κατηγορία). Αυτό το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι ότι τον Δεκέμβριο του 2010, κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή το επίδικο πρακτικό καθώς και το έθεσε σε κυκλοφορία, ενώ γνώριζε ότι τέτοια συνεδρία δεν έγινε. Επίσης ο κατηγορούμενος, κατά το πιο ίδιο πιο πάνω χρονικό διάστημα, συνωμότησε με τον Γ. Χ. να καταδολιεύσει τους μετόχους της Advantage και τους πιστωτές της Iris. Ο κατηγορούμενος δήλωσε την μη παραδοχή του οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί κοινό τόπο των μερών, είτε μέσω των παραδεκτών γεγονότων είτε μέσω της μη αμφισβητούμενης και αναντίλεκτης μαρτυρίας, ότι η Advantage, ως Δημόσια εταιρεία, είχε υποχρέωση, με βάση την σχετική νομοθεσία, μέχρι το τέλος Απριλίου κάθε ημερολογιακού έτους να ετοιμάζει τις οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες θα έπρεπε να υπογράφονται από τα μέλη του Δ.Σ της. Οι οικονομικές αυτές καταστάσεις ετοιμάζονταν με την βοήθεια των ελεγκτών της, οι οποίοι ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η KPMG LTD (KPMG). Μετά την ετοιμασία των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων η KPMG υπέγραφε την σχετική έκθεση ελεγκτών. Ακολούθως τόσο οι οικονομικές καταστάσεις όσο και οι εκθέσεις ελεγκτών υποβάλλονταν προς ανακοίνωση τόσο στο ΧΑΚ όσο και στην Κεφαλαιαγορά. H KPMG συνεργάστηκε με την Advantage για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της για τα έτη 2004 μέχρι και 2008 (Τεκμήρια 5, 16, 17,18 και 19, αντιστοίχως, οι οποίες έχουν κατατεθεί και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους). Στα πλαίσια των εργασιών της KPMG για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Advantage, ομάδα ελεγκτών επισκέπτονταν τα γραφεία της από τον μήνα Φεβρουάριο μέχρι Απρίλιο εκάστου έτους και είχαν συναντήσεις τόσο με τον τότε Οικονομικό Διευθυντή της (Μ.Κ 9) αλλά και με υφιστάμενους του λογιστηρίου της, μεταξύ των οποίων ήταν και η τότε Βοηθός Λογιστηρίου (Μ.Υ 3). Για την ετοιμασία των ετήσιων εκθέσεων επί των οικονομικών καταστάσεων, η ομάδα ελέγχου διενεργούσε αξιολόγηση του κινδύνου (risk assessment) και ακολούθως προέβαινε σε δειγματολογικό έλεγχο επί των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων. Στις εν λόγω συναντήσεις οι ελεγκτές, για τη διεκπεραίωση της εργασίας τους, ζητούσαν αποδεικτικά στοιχεία, όπως αποδείξεις και τιμολόγια, τραπεζικές καταστάσεις, επιβεβαίωση υπολοίπων χρεωστών και πιστωτών μαζί με καταστάσεις αυτών, αλληλογραφία με νομικούς συμβούλους για θέματα που αφορούσαν αγωγές εναντίον της εταιρείας, αλλά και αγωγές της εταιρείας εναντίον άλλων φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και έλεγχαν και τα πρακτικά του Δ.Σ της. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της Advantage, για το έτος που έληξε στις 31.12.2004 (Τεκμήριο 5) αλλά και στις μεταγενέστερες οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2005, 2006, 2007 και 2008 και πιο συγκεκριμένα στη σημείωση 40, κάτω από τον τίτλο «Ενδεχόμενες και Ανειλημμένες Υποχρεώσεις» της εν λόγω εταιρείας, δεν έγινε οποιανδήποτε αναφορά για την υποχρέωση που ανέλαβε η Advantage, στη βάση του επίδικου πρακτικού, να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο στην περίπτωση που αυτός καλείτο να πληρώσει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στην βάση της αγωγής υπ' αριθμόν 7828/
  6. Ούτε επίσης γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις για την ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής. Η διαδικασία που ακολουθείτο σε σχέση με την συμπερίληψη των «ενδεχομένων και ανειλημμένων υποχρεώσεων» της εταιρείας στις οικονομικές της καταστάσεις ήταν, μεταξύ άλλων, ότι η KPMG ζητούσε από την Advantage να τους πληροφορήσει για το ποιοι είναι όλοι οι εξωτερικοί της νομικοί σύμβουλοι. Στην συνέχεια η KPMG ζήτησε από αυτούς, μέσω σχετικής επιστολής της, όπως της παραδώσουν όλα τα στοιχεία που αναφέρονται σε αγωγές που έχουν εγερθεί εναντίον της εταιρείας, το μέγεθος των υποχρεώσεων της που μπορεί να έχει και ταυτόχρονα ζητά όπως της δοθεί καθοδήγηση ως προς το στάδιο που βρίσκονται οι εν λόγω αγωγές αλλά και ποιες είναι οι πιθανότητες να προκύψουν απαιτήσεις εναντίον της. Ο λόγος που πρέπει να φαίνονται οι «ενδεχόμενες και ανειλημμένες υποχρεώσεις» στις οικονομικές καταστάσεις μίας εταιρείας είναι ούτως ώστε οι μέτοχοι αλλά και οποιοιδήποτε πιθανοί επενδυτές να έχουν μία δίκαιη εικόνα της. Σε σχέση με τις «Ενδεχόμενες και Ανειλημμένες Υποχρεώσεις» που είχαν δοθεί από τους λογιστές της Advantage προς την KPMG, αναφορικά με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της για το 2004, η τελευταία ενημερώθηκε ότι εναντίον της Advantage εκκρεμούσαν νομικές αγωγές εναντίον του ομίλου των εταιρειών του συγκροτήματος, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ 3.011,941 πλέον τόκους και έξοδα, για τις οποίες δεν έγινε οποιαδήποτε πρόνοια στις οικονομικές καταστάσεις. Και τούτο στη βάση επιστολών (Τεκμήρια 101 και 102) που απέστειλε το δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες, προς την KPMG. Για τις εν λόγω αγωγές είχε μεν γίνει γνωστοποίηση στις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις (βλέπε σημείωση 40

(2)στη σελίδα 52) πλην όμως το Δ.Σ της Advantage, δεν είχε προβεί σε οποιανδήποτε πρόβλεψη αφού έλαβε υπόψη τις πιο πάνω νομικές συμβουλές. Στις δε πιο πάνω επιστολές δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά για την ύπαρξη της αγωγής υπ' αριθμό 7821/
  1. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι αποτελεί θέση της κατηγορούσας αρχής ότι το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνετο στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage καθώς και ότι αυτό θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί ή/και να είχε προβλεφθεί ως υποχρέωση της εταιρείας στις ειλημμένες υποχρεώσεις της, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων 24 και
  2. Από την άλλη αποτελεί θέση της υπεράσπισης ότι δεν είχαν τέτοια υποχρέωση να το συμπεριλάβουν στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage. Και τούτο γιατί το Δ.Σ της αποφάσισε αφενός να μην το συμπεριλάβει στις οικονομικές της καταστάσεις αλλά και αφετέρου να μην γνωστοποιήσει το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού στους ελεγκτές της, με βάση νομική συμβουλή που έλαβε από τους τότε εξωτερικούς της νομικούς συμβούλους, λόγω του ότι η αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας και συνεπακόλουθα ήταν απομακρυσμένο το σενάριο η Advantage να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο στην βάση του επίδικου πρακτικού. Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 37 (Τεκμήριο 22) αναφέρεται στις πιθανότητες υλοποίησης μιας ενδεχόμενης υποχρέωσης της εταιρείας. Οι πιθανότητες αυτές όμως μπορεί να είναι διαφορετικές σε κάθε περίπτωση. Στην περίπτωση που η υλοποίηση μιάς απαίτησης εκ μέρους της εταιρείας έχει λίγες πιθανότητες πιθανόν η κρίση του ελεγκτή να είναι τέτοια, αξιολογώντας πάντοτε όλο το περιεχόμενο της ελεγκτικής μαρτυρίας, ώστε να μην γίνει οποιαδήποτε αναφορά στις οικονομικές καταστάσεις της διότι το ενδεχόμενο αυτό θεωρείτε απίθανο και μπορεί να δώσει και λάθος πληροφόρηση στους μετόχους, για κάτι το οποίο ενδεχομένως να μην υλοποιηθεί ποτέ. Στην περίπτωση όμως όπου οι πιθανότητες υλοποίησής της απαίτησης εκ μέρους της εταιρείας είναι τέτοιες που μάλλον θα υπάρχει κάποιου είδους οικονομική υποχρέωση της, τότε θα πρέπει να γίνει αναφορά στις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις. Στη βάση του εν λόγω Λογιστικού Προτύπου, ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι επέβαλλε στην Advantage τουλάχιστον την υποχρέωση γνωστοποίησης του επίδικου πρακτικού εφόσον το περιεχόμενο του αποτελούσε «ενδεχόμενη υποχρέωση» και ενδεχομένως την αναγνώριση σχετικής πρόβλεψης, ανεξαρτήτως της όποιας εκτίμησης υπήρχε τον ουσιώδη χρόνο για την πιθανότητα η εταιρεία να αναγκαζόταν να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο. Με βάση δε το Λογιστικό Πρότυπο 24 (Τεκμήρια 20 και 21), αυτό επιβάλλει ότι όταν υπάρχουν πράξεις, μεταξύ της εταιρείας και συγγενικών μερών, τα οποία καθορίζονται, περιλαμβανομένου και του μετόχου, ο οποίος είναι μέλος του Δ.Σ της εταιρείας, τότε υπάρχει υποχρέωση τέτοιου είδους συναλλαγές να καταχωρούνται στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων, διότι αφορούν άμεσα τους μετόχους έτσι ώστε να γνωρίζουν πώς συναλλάσσεται ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός επίσης επί του προκειμένου ότι ο κατηγορούμενος ήταν συνδεδεμένο μέρος, ως αυτό καθορίζεται στο Λογιστικό Πρότυπο 24, εφόσον το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού αφορά συναλλαγή συνδεδεμένων μεταξύ τους μερών, δηλαδή της Advantage και του κατηγορουμένου. Ως εκ τούτου το επίδικο πρακτικό θα έπρεπε να είχε γνωστοποιηθεί στους ελεγκτές. Αποτελεί επίσης κοινό τόπο των μερών ότι στις ενημερώσεις των λειτουργών/λογιστών της Advantage προς τους ελεγκτές της KPMG, οι τελευταίοι ουδέποτε είχαν πληροφορηθεί από τους πρώτους για την ύπαρξη του επίδικου πρακτικού αλλά και ουδέποτε τους κοινοποιήθηκε αυτό. Η KPMG δεν ήταν ποτέ ενήμερη για το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού και ούτε διατηρούσε αρχείο (Τεκμήριο 12) με αντίγραφα των πρακτικών των συνεδριάσεων του Δ.Σ της Αdvantage για το έτος
  3. Σύμφωνα όμως με το φύλλο εργασίας (working paper) της KPMG (Τεκμήριο 103) (memo for board minutes), το οποίο ετοιμάστηκε από την Χ. Λ. (Μ.Κ 10), και αποτελεί την εργασία που επιτελέστηκε όταν οι ελεγκτές είχαν μελετήσει όλα τα πρακτικά της Advantage από την 01.01.2004 μέχρι 25.04.2005 (ημερομηνία που υπογράφηκαν οι οικονομικές καταστάσεις για το έτος 2004) το επίδικο πρακτικό δεν εντοπίστηκε και δεν συμπεριλαμβανόταν στα πρακτικά της εν λόγω εταιρείας. Σύμφωνα δε με τις γραπτές διαβεβαιώσεις (Τεκμήριο 7) που η Advantage έδωσε στην KPMG, αναφορικά με τα έτη 2004 εώς 2008 (και οι οποίες δίδονται στους ελεγκτές, σαν μέρος του ελέγχους τους, πριν αυτοί υπογράψουν την έκθεση ελεγκτών που συνοδεύει τις οικονομικές καταστάσεις), η πρώτη διαβεβαίωσε τους ελεγκτές της για τα ακόλουθα (παρατίθεται αυτούσια περικοπή μέρος αυτών): «2:"We have made available to you: (b) all minutes of the meetings of shareholders, directors, and committees of directors, or summaries of actions of recent meetings for which minutes have not yet benn prepared"
  4. "There are no: a. Unasserted claims or assessments that our lawyers has advised us are probable of assertion that must be disclosed in accordance with International Accounting Standards (IAS) No.37, Provisions, Contingent Liabilities and Contingent Assets. b. Other liabilities or gain or loss contingencies that are required to be accrued or disclosed by IAS No.37..." 9."The following have been properly recorded or disclosed in the financial statements: a. Related party transactions and related amounts receivable or payable, including sales, purchases, loans, transfers, leasing arrangements, and guarantees. b. Guarantees whether written or oral, under which the Holding Company and is subsidiaries are contingently liable"..» Στις πιο πάνω γραπτές διαβεβαιώσεις δεν γινόταν οποιαδήποτε αναφορά ούτε στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 αλλά και ούτε γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στο επίδικο πρακτικό. Αυτές δε φέρουν την υπογραφή του κατηγορουμένου, πλην της γραπτής διαβεβαίωσης του 2008, η οποία υπεγράφη από τον Γ. Κ. (Μ.Υ 1). Με τις εν λόγω γραπτές διαβεβαιώσεις η Advantage επιβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν οποιαδήποτε στοιχεία στην κατοχή της εν λόγω εταιρείας τα οποία δεν είχαν δοθεί στους ελεγκτές. Στη βάση της έρευνας της αλλά και των στοιχείων που είχαν προσκομισθεί στην Κεφαλαιαγορά αυτή κατέληξε ότι δύο ήταν τα πιθανά σενάρια σε σχέση με το επίδικο πρακτικό. Το 1ο πιθανόν σενάριο ήταν πως αυτό ενδεχομένως να μην υπήρχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 12.10.2004, διότι εάν υπήρχε αυτό θα έπρεπε να είχε γνωστοποιηθεί και να είχε προβλεφθεί ως υποχρέωση, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage, για το έτος 2004, αλλά και για τα μεταγενέστερα έτη. Θα έπρεπε επίσης το επίδικο πρακτικό να είχε αναφερθεί στις γραπτές διαβεβαιώσεις (management representation letters) για τα έτη 2004 εώς 2008 που δόθηκαν από το Δ. Σ της Advantage, εφόσον δεν είχε περιληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις, επεξηγώντας τους λόγους της μη συμπερίληψης τους καθώς αυτό θα έπρεπε να είχε εντοπιστεί από τους ελεγκτές της KPMG, όταν αυτοί είχαν επιθεωρήσει όλα τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ για το έτος
  5. Το 2ο πιθανόν σενάριο ήταν ότι στην περίπτωση που τελικά αποδειχθεί ότι το επίδικο πρακτικό υπήρχε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, τότε, ενδεχομένως να προέκυπταν ποινικά αδικήματα που σχετίζονται με ψευδείς λογαριασμούς της Advantage, αφού αυτό δεν είχε γνωστοποιηθεί και δεν είχε προβλεφθεί ως υποχρέωση, σύμφωνα με τις πρόνοιες των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Όπως γίνεται αντιληπτό η Αστυνομία, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, κατέληξε, στη βάση των δικών της ανακρίσεων, στο 1ο σενάριο εξου και ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις επίδικες κατηγορίες. Στις 03.09.2010 το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου διέγραψε τους τίτλους, τις κινητές αξίες και τις μετοχές της Advantage. Στις 28.12.2010, μετά την έκδοση της Δικαστικής απόφασης στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 10444/10, παραδόθηκε στην Advantage επιστολή του κατηγορούμενου (Τεκμήριο 57) με την οποία ζητούσε, στη βάση της πιο πάνω προς όφελος του δικαστικής απόφασης και ενόψει της αδυναμίας της εταιρείας να του καταβάλει το πιο πάνω υπέρ του σε μετρητά επιδικασθέν ποσό, όπως του το πιστώσουν στην προσωπική του μερίδα που διατηρούσε στην εν λόγω εταιρεία. Στη βάση της εν λόγω απαίτησης του κατηγορουμένου η Advantage υπολόγισε ότι οφείλει στον κατηγορούμενο το συνολικό ποσό των €11.745.929,86, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Ακολούθως η Advantage προχώρησε στην πίστωση του εν λόγω ποσού στον λογαριασμό του κατηγορουμένου με βάση τις ημερολογιακές εγγραφές (Journal entries) που έλαβαν χώρα από το λογιστήριο της στις 28 και 29.12.10, αντιστοίχως. Ακολούθως, μετά από εντολή του κατηγορούμενου, εξοφλήθηκαν είτε οι προσωπικές του υποχρεώσεις προς την Advantage είτε οικονομικές υποχρεώσεις τρίτων εταιρειών δικών του όμως συμφερόντων προς αυτήν (Τεκμήριο 58, 59, 60 και 61). Όλες οι ημερολογιακές εγγραφές έγιναν από την Μ.Υ
  6. Πριν την υποβολή της απαίτησης του ο κατηγορούμενος όφειλε στην Advantage το ποσό των €2.913.710,98 και μετά τις πιο πάνω λογιστικές πράξεις κατέληξε να έχει πιστωτικό υπόλοιπο στην εν λόγω εταιρεία το ποσό των €4.766.484,
  7. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι το οφειλόμενο ποσό του κατηγορουμένου προς την Advantage (πριν την πίστωση του λογαριασμού του με το πιο πάνω επιδικασθέν ποσό) τελεί υπό αμφισβήτηση από την υπεράσπιση. Θέση της ήταν ότι ο κατηγορούμενος όφειλε πολύ λιγότερα. Σύμφωνα δε με το περιεχόμενο της κατάθεσης του Σ. Π. (Τεκμήριο 131, το οποίο κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του) διευθύνων συνεταίρου στη δικηγορική εταιρεία Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε, ο ίδιος αναφέρει ότι δεν είχε υπόψιν του το επίδικο πρακτικό αλλά σίγουρα έγινε αναφορά στον ίδιο από τον κατηγορούμενο για την ύπαρξη κάποιας απόφασης του Δ.Σ σε σχέση με το περιεχόμενο του, σε μεταγενέστερο χρόνο, ενώ χειριζόταν για λογαριασμό του την αγωγή με αριθμόν 7821/
  8. Ο ίδιος ανέλαβε την εκπροσώπηση του κατηγορούμενου στην πιο πάνω αγωγή, στις αρχές του 2006, μετά που η ακρόαση της αγωγής είχε ήδη αρχίσει. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν ταυτόχρονα και μέρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Είναι, συνοπτικά, η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι μέσα από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα περιστατική μαρτυρία προκύπτει ως μόνο και λογικό συμπέρασμα ότι το επίδικο πρακτικό ήταν προϊόν πλαστογραφίας εφόσον ουδέποτε τέτοια συνεδρία και συνεπακόλουθα τέτοια απόφαση λήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή στις 12.10.2004 από το Δ.Σ της Advantage. Από την άλλη η Υπεράσπιση, συνοπτικά, αρνείται ότι το επίδικο πρακτικό ήταν προϊόν πλαστογραφίας και αντίθετα υποστηρίζει ότι τα όσα αναγράφονται σ' αυτό είναι αληθή. Αυτό δε καταρτίστηκε στα πλαίσια απόφασης που το Δ.Σ της Advantage έλαβε τον ουσιώδη χρόνο. Ως προς το γεγονός ότι αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage ήταν η θέση της ότι με βάση τις νομικές συμβουλές που αυτή έλαβε από τους εξωτερικούς της συμβούλους, η αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 δεν είχε ορατές πιθανότητες επιτυχίας και συνεπακόλουθα η υποχρέωση της εν λόγω εταιρείας που προέκυπτε στη βάση του επίδικου πρακτικού να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο, με το όποιο ποσό αυτός θα καλείτο να πληρώσει, ήταν απομακρυσμένη. Εξάλλου, ήταν πάντοτε η θέση της υπεράσπισης, και άλλες εγγυήσεις που είχαν δοθεί από την εταιρεία στον κατηγορούμενο ούτε αυτές είχαν συμπεριληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Καθίσταται προφανές ότι μοναδικό επίδικο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο το επίδικο πρακτικό αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας καθώς και αν έλαβε χώρα, την 12.10.2004, τέτοια συνεδρία του Δ.Σ της εταιρείας βάση της οποίας καταρτίστηκε αυτό. Σημειώνω εξ αρχής ότι η όλη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής με σκοπό να αποδείξει τα πιο πάνω γεγονότα στηρίζεται αποκλειστικά σε περιστατική μαρτυρία εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία ότι οποιοδήποτε πρόσωπο είδε τον κατηγορούμενο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να πλαστογραφεί το επίδικο πρακτικό. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία έδωσαν ο Α/Λοχίας [ ] (Μ.Κ 1), η Γ/Αστυφύλακας [ ] (Μ.Κ 2), ένας Ανώτερος Λειτουργός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (Μ.Κ 3), ο Λοχίας [ ] (Μ.Κ 4), ο Δ. Π. (Μ.Κ 5) ένας εκ των μελών του Δ.Σ της Advantage, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής και κατάρτισης του επίδικου πρακτικού, η τότε γραμματέας της Advantage τον ουσιώδη χρόνο, Χ. Λ. (Μ.Κ 6), ένας εκ των τότε Διευθυνόντων Συμβούλων και συνέταιρος στην KPMG, Σ. Σ. (Μ.Κ 7), ο υπεύθυνος της ομάδας ελέγχου της KPMG που πραγματοποίησαν έλεγχο στην Advantage, Π. Θ. (Μ.Κ 8), ο τότε οικονομικός διευθυντής της Advantage, Α. Α. (Μ.Κ 9) και η Χ. Γ. (Μ.Κ 10), μία εκ των ελεγκτριών, η οποία αποτελούσε μέλος της ομάδας ελέγχου της KPMG που πραγματοποίησε δειγματολογικό έλεγχο στην Advantage. Αφού το Δικαστήριο κάλεσε σε απολογία τον κατηγορούμενο, αυτός αποφάσισε να καταθέσει ενόρκως, κλητεύοντας και τρεις μάρτυρες υπεράσπισης, τον Γ. Κ. (Μ.Υ 1) έναν εκ των μελών του τότε Δ.Σ της Advantage, κατά τον ουσιώδη χρόνο, την τότε βοηθό λογιστηρίου της Marketrends, Α. Π. (Μ.Υ 2) και τον δικηγόρο Κ. Κ. (Μ.Υ 3), έναν εκ των εξωτερικών νομικών συμβούλων της Advantage. Κατατέθηκαν συνολικά και 154 Τεκμήρια. ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Θα παραθέσω μέρος της μαρτυρίας λαμβανομένου υπόψιν των επίδικων ζητημάτων ως έχουν αναδειχθεί ανωτέρω. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το Δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Ο Μ.Κ 1, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο γραφείο διερεύνησης οικονομικού εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας, υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 1). Εξήγησε σε αυτήν αφενός τις ενέργειες στις οποίες o ίδιος προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και αφετέρου κατάθεσε και τα σχετικά Τεκμήρια που περισυνέλλεξε (Τεκμήρια 2 εώς 83). Ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 84). Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς σχετικά ως προς τον λόγο που δεν ζητήθηκε γραφολογική έκθεση και δείγματα υπογραφών από τα πρόσωπα που φέρεται να υπογράφουν το επίδικο πρακτικό ο εν λόγω μάρτυρας διευκρίνισε ότι ήταν επειδή η Αστυνομία δεν είχε στην κατοχή της το πρωτότυπο έγγραφο αυτού αλλά αντίγραφο του. Επιβεβαίωσε δε ότι το πρωτότυπο έγγραφο δεν είχε ανευρεθεί. Η Μ.Κ 2 υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 89). Εξήγησε επίσης τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί, κατά την εμπλοκή της στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Μεταξύ άλλων, έλαβε ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 90) από τον Κ. Χ. (μέλος του τότε Δ.Σ και ένα από τα πρόσωπα που φέρεται να υπογράφει το επίδικο πρακτικό). Έλαβε επίσης κατάθεση από τον Μ.Υ 1 (Τεκμήριο 91), ο οποίος επίσης φέρεται να το υπογράφει. Στην ανακριτική του κατάθεση ο τελευταίος παρέδωσε στην Αστυνομία και τρία πρακτικά του Δ.Σ της Advantage, ημερομηνίας 17.09.2001, 22.11.2001 και 27.6.2001, αντιστοίχως, προβάλλοντας την θέση ότι το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού αποτελεί συνέχεια των αποφάσεων του Δ.Σ που λήφθηκαν κατά τις πιο πάνω συνεδρίες. Ο Μ.Κ 3 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τις γραπτές του καταθέσεις (Τεκμήρια 92 και 93, αντιστοίχως). Ήταν το πρόσωπο το οποίο διεξήγαγε έρευνα εκ μέρους της Κεφαλαιαγοράς. Εξήγησε σε αυτές τις ενέργειες που είχε προβεί αλλά και τα έγγραφα που περισυνέλλεξε στα πλαίσια αυτής. Το περιεχόμενο των καταθέσεων του συνάδει με την πιο πάνω κοινώς αποδεκτή μαρτυρία. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι στις γραπτές διαβεβαιώσεις (Representations letters) που η Advantage απέστειλε στην KPMG θα έπρεπε να συμπεριληφθούν οι οποιεσδήποτε ανειλημμένες υποχρεώσεις της εταιρείας στη βάση των υποδείξεων των εξωτερικών νομικών συμβούλων της. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος στα πλαίσια της έρευνας του ουδέποτε ζήτησε τις νομικές συμβουλές που απέστειλαν οι τότε εξωτερικοί νομικοί σύμβουλοι της Advantage (δικηγορικό γραφείο Γιώργος Σαββίδης), για το έτος 2004 λόγω του ότι δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό. Δήλωσε επίσης ότι δεν ήταν ενήμερος κατά πόσο η Advantage κατέβαλε για λογαριασμό του κατηγορουμένου οποιοδήποτε ποσά (Τεκμήρια 134,135,136 και 137, αντιστοίχως) προς τη δικηγορική εταιρεία Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, η οποία εκπροσωπούσε τον τελευταίο, από το 2006, στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  1. Ο Μ.Κ 4, ο οποίος υπηρετούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο στο ΤΑΕ Αρχηγείου Αστυνομίας, υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 94). Εξήγησε σε αυτήν τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί καθώς και τα Τεκμήρια που περισυνέλλεξέ στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ο Μ.Κ 5, μέλος του τότε Δ.Σ κατά τον επίδικο χρόνο υπογραφής του επίδικου πρακτικού, υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, τις γραπτές του καταθέσεις (Τεκμήρια 95 και 96, αντιστοίχως). Παρά το γεγονός ότι ήταν μέλος του τότε Δ.Σ κατά το έτος 2004, ο ίδιος δεν ήταν παρών στην συνεδρία, ημερομηνίας 12.10.04, βάση της οποίας συντάχθηκε το επίδικο πρακτικό. Είναι για το λόγο αυτό που το επίδικο πρακτικό δεν φέρει την δική του υπογραφή. Ήταν επίσης σε γενικές γραμμές η θέση του ότι λόγω του ότι τα θέματα που απασχολούσαν το Δ.Σ της Advantage παρουσιάζονταν στα μέλη με πάρα πολύ βιαστικό τρόπο, χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες και επεξηγήσεις, και αφού διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οποιανδήποτε βελτίωση υπέβαλε την παραίτησή του, στις 18.04.2005, με επιστολή του (Τεκμήριο 68) προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ, δηλαδή τον κατηγορούμενο αισθανόμενος νομική ευθύνη για τις πράξεις και ενέργειες της εν λόγω εταιρείας. Διευκρίνισε ότι στις συνεδρίες του Δ.Σ κάποιες φορές παρίστατο και ο εκάστοτε Οικονομικός Διευθυντής της. Δεν γνωρίζει το πρόσωπο που ετοίμαζε τα πρακτικά, τα οποία υπογράφοντο λίγες ημέρες αργότερα από την ημερομηνία λήψης της ανάλογης απόφασης του Δ.Σ. Προσκόμισε σχετική επιστολή (Τεκμήριο 71) στην οποία καταγράφονται οι ημερομηνίες στις οποίες ο ίδιος έλαβε μέρος σε συνεδρίες του Δ.Σ και στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η συνεδρία του Δ.Σ ημερομηνίας 12.10.
  2. Δεν γνωρίζει αν, κατά τη διάρκεια της θητείας του, έλαβαν χώρα συνεδριάσεις του Δ.Σ στις οποίες δεν κλήθηκε. Δεν θυμάται επίσης να έγινε ενημέρωση στο Δ.Σ κατά πόσον ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε οποιαδήποτε προσωπική αγωγή. Αν το γνώριζε θα υπέβαλλε άμεσα την παραίτησή του. Ουδέποτε είδε και ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του το επίδικο πρακτικό αλλά και ουδέποτε κλήθηκε να λάβει μέρος σε τέτοια συνεδρίαση. Αντεξεταζόμενος, δεν ήταν βέβαιος κατά πόσο τα μέλη του Δ.Σ της Advantage ενημερώνονταν, πριν την εκάστοτε συνεδρίασή του, για το ποια ήταν η ημερησία διάταξη της. Η Μ.Κ 6, η οποία εργαζόταν από τον Αύγουστο του 2000 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2005, ως εσωτερικός νομικός σύμβουλος στην Advantage, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Τεκμήριο 97). Κατά τη διάρκεια της απασχόλησης της, της ζητήθηκε να διοριστεί ως μία εκ των διευθυντών της εταιρείας Marketrends Secretarial Services Ltd (γραμματέας της Advantage). Ανάμεσα στα καθήκοντά της ήταν η τήρηση, από το 2002, των πρακτικών των συνεδριάσεων του Δ.Σ, η φύλαξη καθώς και η αρχειοθέτηση τους στο γραφείο της. Ως προς τον τρόπο που συγκαλούνταν οι συνεδριάσεις του Δ.Σ ανέφερε ότι την ενημέρωνε προσωπικά ο Γ. Χ., για τις ημερομηνίες και ώρες των προγραμματισμένων συνεδριάσεων, καθώς και για τα θέματα της ημερησίας διάταξης. Η ίδια ετοίμαζε τις σχετικές προσκλήσεις με τα θέματα και τις απέστελλε με τηλεομοιότυπο (fax) προς στα μέλη του Δ.Σ καθώς και τους ενημέρωνε τηλεφωνικώς. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις που έτυχε να απουσιάζει, τα καθήκοντά της τα εκτελούσε ο Γιάννος Χριστοφή. Κατά τις συνεδριάσεις, στις οποίες η ίδια παρευρισκόταν, τηρούσε χειρόγραφες σημειώσεις, τις οποίες στην συνέχεια τις δακτυλογραφούσε και ακολούθως τις επικύρωνε πρωτίστως ο κατηγορούμενος. Ακολούθως τα πρακτικά τα υπέγραφε η ίδια και ακολούθως αυτά αποστέλλονταν στους Διοικητικούς Συμβούλους οι οποίοι και τα υπέγραφαν με τη σειρά τους. Σε κάθε συνεδρίαση το πρώτο θέμα της ημερήσιας διάταξης ήταν η έγκριση των πρακτικών της προηγούμενης συνεδρίας. Ουδέποτε τα πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ δακτυλογραφούνταν και εκτυπώνονταν σε έγγραφο με το λογότυπο της Advantage. Σε σχέση με το επίδικο πρακτικό και κατά πόσον η ίδια γνωρίζει το περιεχόμενό του, ήταν η θέση της ότι αυτό ουδέποτε είχε παρουσιαστεί ενώπιον της είτε για σκοπούς αρχειοθέτησης στον φάκελο των πρακτικών της εταιρείας ούτε και για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Λόγω του ότι το περιεχόμενό του δεν είναι κάτι τυπικό αλλά ήταν, σύμφωνα με τις θέσεις της, πολύ σημαντικό για την εταιρεία, αν η ίδια το έβλεπε ποτέ σίγουρα θα το θυμόταν. Επίσης ήταν η θέση της ότι από το επίδικο πρακτικό έχει παρατηρήσει ότι στην 1η του σελίδα αναγράφεται η λέξη «Προεδρεύων» αντί της λέξης «Πρόεδρος», την οποία η ίδια χρησιμοποιούσε. Ούτε επίσης γίνεται σε αυτό οποιανδήποτε αναφορά για την έγκριση των πρακτικών της προηγούμενης συνεδρίας. Είναι βέβαιη ότι η ίδια σε καμία περίπτωση δεν απέστειλε πρόσκληση προς τα μέλη του Δ.Σ για σύγκληση συνεδρίας, σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Κατά την αποχώρησή της από την εταιρεία, παρέδωσε τους φακέλους με το αρχείο των πρακτικών της Advantage στον Γ. Χ. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι κατά την ετοιμασία των πρακτικών η ίδια διατηρούσε πάντοτε τον ίδιο τύπο, τον οποίο υιοθέτησε από τον προηγούμενο διευθυντή των νομικών υπηρεσιών της Advantage. Διατηρούσε δε ένα ευρετήριο πρακτικών στο γραφείο της με σκοπό να έχει εύκολη πρόσβαση ανά πάσα στιγμή σε αυτά. Αφού της υποδείχθηκαν τα πρακτικά που ο Μ.Υ 1 επισύναψε στην κατάθεση του (μέρος του Τεκμηρίου 91) αποδέχθηκε τη θέση ότι αυτά είναι διαφορετικού τύπου από αυτά που η ίδια ετοίμαζε, προσθέτοντας ότι όμως αυτά ετοιμάστηκαν όταν η ίδια δεν ήταν υπεύθυνη για την ετοιμασία τους. Διευκρίνισε επίσης ότι της προκαλεί τεράστια εντύπωση γιατί το επίδικο πρακτικό, με ένα τόσο σημαντικό για την ίδια περιεχόμενο, να μην της δοθεί να το αρχειοθετήσει μέσα στα πρακτικά της εταιρείας εφόσον μόνο η ίδια κρατούσε ένα τέτοιο αρχείο. Ο Μ.Κ 7, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην KPMG κατέχοντας τη θέση του Διοικητικού της Συμβούλου, υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 98). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι η ελεγκτική τους εργασία είχε σκοπό να εκθέσει στα μέλη της Advantage εκείνα τα θέματα που απαιτούνται από την KPMG ώστε να συμπεριληφθούν στις οικονομικές της καταστάσεις. Επιβεβαίωσε το γεγονός ότι σε σχέση με το επίδικο πρακτικό αυτό δεν αποτελεί μέρος των εγγράφων εργασίας που τηρούσαν ως KPMG και το περιεχόμενο και η σημασία του περιήλθε στην αντίληψή του για πρώτη φορά κατά την λήψη της κατάθεσης του. Ουδέποτε αυτό τους γνωστοποιήθηκε από την Advantage. Επιβεβαίωσε ότι με βάση την γραπτή επιστολή διαβεβαίωσης (Τεκμήριο 7) της Advantage, αναφορικά με το οικονομικό έτος 2004, η τελευταία τους επιβεβαίωσε ότι τους έχει προσκομίσει όλα τα στοιχεία, δεν έχει αποκρύψει το οτιδήποτε και δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο δεν έχει τεθεί στη διάθεσή τους για αξιολόγηση και επισκόπηση του από τους ελεγκτές. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι αν όντως την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 την ανέλαβε από το 2006 το δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, εις αντικατάσταση του δικηγορικού γραφείου Γιώργου Σαββίδη, τότε το εν λόγω γραφείο θα έπρεπε να τους ενημερώσει με σχετική επιστολή που θα απέστελλε το 2006 ( αναφορικά με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2005) για τις εκκρεμούσες αγωγές της εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και θα έπρεπε να συμπεριληφθεί και αυτή. Διευκρίνισε ότι είναι καθήκον του νομικού συμβούλου και οφείλει να ενημερώσει τον ελεγκτή για όλες τις εκκρεμούσες αγωγές και να μην αποκρύπτει οτιδήποτε. Αφού τεθούν ενώπιον των ελεγκτών όλα τα στοιχεία και δεδομένα οι τελευταίοι θα τα αξιολογήσουν, αφού έχουν πρώτα τη δική του άποψη, κατά πόσον η εν λόγω οικονομική υποχρέωση που προκύπτει με τις εν λόγω αγωγές θα συμπεριληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας. Ήταν η περαιτέρω η θέση του ότι αν οι νομικοί σύμβουλοι ή οι διευθυντές της εταιρείας παρερμηνεύουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και δεν αναφέρουν οτιδήποτε στους ελεγκτές, έστω και αν ο κίνδυνος να χαθεί μία υπόθεση ήταν απομακρυσμένος, διαπράττουν αδίκημα εναντίον των κανονισμών της Κεφαλαιαγοράς και παραβιάζουν επίσης τα πιο πάνω Πρότυπα. Σημαίνει επίσης ότι η επιστολή διαβεβαίωσης (representation letter) που αποστέλλει η εταιρεία δεν είναι αληθής και ότι η εταιρεία με την μη γνωστοποίηση της ψεύδεται προς τους ελεγκτές. Ως προς το πρακτικό του Δ.Σ, ημερομηνίας 22.11.2001 (μέρος του Τεκμηρίου 91), το οποίο στην παράγραφο του 5 αναφέρει ότι για τις υφιστάμενες δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων των μελών του Δ.Σ, οι οποίοι κατά καιρούς εγγυήθηκαν την Advantage, όπου αποφασίστηκε από την τελευταία «ότι έχει υποχρέωση μόλις έχει την ευχέρεια να αποδεσμεύσει όλα τα άτομα που ενεχυρίασαν περιουσιακά στοιχεία για λογαριασμό της και εξουσιοδότησε την Εκτελεστική Επιτροπή να βρεί τρόπους να τους ανταποδώσει την στήριξη που προσέφεραν» ο εν λόγω μάρτυρας εξέφρασε τη θέση ότι επειδή αυτές αφορούν συναλλαγές μελών του εν λόγω Δ.Σ της εταιρείας αλλά και μετόχων που την έχουν εγγυηθεί και η τελευταία θα έπρεπε να τους καλύψει, εμπίπτει, κατά την γνώμη του, στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24 και ως εκ τούτου το εν λόγω πρακτικό θα έπρεπε και αυτό να τους γνωστοποιηθεί. Ο Μ.Κ 8, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο προΐστατο της ομάδας ελέγχου της KPMG η οποία ήταν υπεύθυνη για τη διεξαγωγή του ετήσιου ελέγχου των οικονομικών καταστάσεων της Advantage, υιοθέτησε, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 105). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι μέσα στα πλαίσια της εργασίας τους ήταν και ο έλεγχος των θεμάτων των πρακτικών για τις συνεδριάσεις του Δ.Σ της Advantage, έτσι ώστε να εντοπιστούν θέματα, τα οποία θα έπρεπε να περιληφθούν στις οικονομικές της καταστάσεις. Σε σχέση με το επίδικο πρακτικό αυτό ουδέποτε τους έχει γνωστοποιηθεί ή υποδειχθεί ή εντοπιστεί στα πρακτικά του Δ.Σ της εν λόγω εταιρείας για το έτος 2004 με αποτέλεσμα αυτό να μην έχει καταχωριστεί στην εργασία τους (working paper) και να μην συμπεριληφθεί στο Τεκμήριο
  3. Σίγουρα αν τους παρουσιαζόταν αυτό θα καταχωρείτο στην πιο πάνω εργασία. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι με βάση το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού αυτό θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στις ενδεχόμενες υποχρεώσεις της Advantage. Ανέφερε ότι δεν είχε σημασία, κατά την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2004, ως προς το ποιος εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  4. Και τούτο γιατί η KPMG πάντα ζητά από την εταιρεία όπως της γνωστοποιήσει τις εκκρεμούσες αγωγές μεταξύ της εταιρείας και τρίτων. 'Ήταν ευθύνη της εταιρείας και του Δ.Σ να τους ενημερώσει για αυτές. Ως προς τα πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ ημερομηνίας 27.6.01, 17.9.01 και 22.11.01 (μέρος του Τεκμηρίου 91) ήταν η θέση του ότι με βάση το περιεχόμενο τους πιθανόν να συνιστούσε ανάληψη υποχρέωσης από την εταιρεία και θα έπρεπε να εγείρει την υποψία του ελεγκτή, ώστε να τη διερευνήσει, κατά πόσον αυτή θα έπρεπε να περιληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις. Σε σχετική ερώτηση και στο ενδεχόμενο οι τότε εξωτερικοί σύμβουλοι της Advantage να είχαν γνωματεύσει ότι το ενδεχόμενο, η εταιρεία να είναι υπόλογοι σε αποζημιώσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο των πιο πάνω πρακτικών, ήταν απομακρυσμένο και ότι αυτός ήταν ο λόγος που αυτά δεν είχαν γνωστοποιηθεί, ο εν λόγω μάρτυρας ανάφερε ότι και πάλι κακώς το Δ.Σ δεν τα υπέδειξε στους ελεγκτές γιατί είναι δική τους αποκλειστική ευθύνη να τους τα γνωστοποιούν. Ο Μ.Κ 9 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, τη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 106). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο ίδιος εκτελούσε, ανεπίσημα, καθήκοντα οικονομικού διευθυντή της Advantage από το 2004, με την αποχώρηση του τότε προηγούμενου Οικονομικού Διευθυντή (Μάριου Χριστοφίδη). Ανέλαβε επίσημα καθήκοντα το
  5. Ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν η ετοιμασία των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της εν λόγω εταιρείας. Ο ίδιος ετοίμασε τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007,
  6. Λόγω της θέσης του ήταν παρών σε όλες τις συνεδρίες του Δ.Σ, μέχρι και τον Ιανουάριο του 2011, όπου και παραιτήθηκε αποχωρώντας από τον πιο πάνω όμιλο. Σε σχέση με το επίδικο πρακτικό ήταν η θέση του ότι αυτό ήταν πλαστό εφόσον δεν καταρτίστηκε στις 12.10.2004, ως αυτό αναληθώς αναφέρει, αλλά το
  7. Το γεγονός αυτό το γνωρίζει λόγω του ότι, όπως ο ίδιος διαπίστωσε, κατά το έτος 2010 ο Γ. Χ. μαζί με τον κατηγορούμενο, στο γραφείο του τελευταίου, έψαχναν να εντοπίσουν παλιά πρακτικά της Advantage, στα οποία γινόταν αναφορά στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/
  8. Τα πιο πάνω πρόσωπα του εξήγησαν ότι έψαχναν να εντοπίσουν πρακτικό απόφασης του Δ.Σ της Advantage, βάση του οποίου αποφασίστηκε όπως η εν λόγω εταιρεία καλύψει οικονομικά τον κατηγορούμενο σε σχέση με την πιο πάνω αγωγή που ο τελευταίος αντιμετώπιζε. Τους απάντησε ότι ποτέ του δεν ήρθε στην αντίληψή του ένα τέτοιο πρακτικό. Διαπίστωσε επίσης ότι τα πιο πάνω πρόσωπα μετέφεραν τους φακέλους των πρακτικών της Advantage στο γραφείο του κατηγορούμενου και στη συνέχεια είδε τον Γ. Χ. να βγάζει συνεχώς φωτοτυπίες. Το γεγονός αυτό του έκανε εντύπωση γιατί για πρώτη φορά έβλεπε το συγκεκριμένο πρόσωπο, ως Διευθύνων Σύμβουλο της Liberty Insurance Ltd, να εκτελεί γραμματειακές εργασίες. Κατά τον ίδιο χρόνο θυμάται ότι είχε απορριφθεί η έφεση που καταχώρησε ο κατηγορούμενος στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  9. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage, η τελευταία δεν περιέλαβε οποιανδήποτε πρόνοια για το περιεχόμενο της πιο πάνω αγωγής γιατί ουδέποτε περιήλθε εις γνώση του το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού. Εάν το γνώριζε, ήταν η θέση του, αυτό θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στις ενδεχόμενες υποχρεώσεις της εταιρείας. Επίσης ήταν η θέση του ότι μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης στην πιο πάνω αγωγή θα έπρεπε να γινόταν πρόβλεψη στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας στη βάση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι τις οικονομικές καταστάσεις της Advantage για το έτος 2004 είναι ο ίδιος που τις ετοίμασε, πλην όμως δεν είναι αυτός που τις υπέγραψε για λογαριασμό της λόγω του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν επίσημα ο οικονομικός διευθυντής της. Διευκρίνισε, επίσης, ότι ο ίδιος παρακάθησε στις συνεδρίες του Δ.Σ της εν λόγω εταιρείας όταν ο ίδιος ανέλαβε και επίσημα καθήκοντα οικονομικού διευθυντή, δηλαδή κατά το έτος
  10. Αποδέχθηκε την θέση ότι τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο Γ. Χ. για να ψάχνουν να εντοπίσουν πρακτικά, κατά το 2010, αυτό σήμαινε ότι είχαν μέσα στο μυαλό τους ότι κάτι υπήρχε και ήταν για το λόγο αυτό που έψαχναν να το εντοπίσουν. Ήταν όμως η θέση του ότι επειδή τα πιο πάνω πρόσωπα δεν εντόπισαν ένα τέτοιο πρακτικό το δημιούργησαν μετά. Αφού του υποδείχθηκε το πρακτικό 27.6.2001 (μέρος του Τεκμηρίου 91), ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό είναι πολύ αόριστο και κάνει μία γενική αναφορά για εγγυήσεις που δόθηκαν από μεγαλομετόχους (και ως εκ τούτου ουδεμία σχέση είχε με το επίδικο πρακτικό) ενώ αντίθετα αποδέχθηκε το γεγονός ότι στη βάση του πρακτικού, ημερομηνίας 17.09.2001, το Δ.Σ της Advantage είχε όντως τύχει ενημέρωσης για την πορεία της υπόθεσης υπ' αριθμόν 7821/
  11. Ερωτηθείς σχετικά, αποδέχθηκε μεν το γεγονός ότι είναι ο ίδιος που υπέγραψε επιταγή εκδοθείσα από την Advantage (Τεκμήριο 136) αναφορικά με την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων του δικηγορικού γραφείου Πατρίκιος Παύλου (Τεκμήριο 135) στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/01 ξεκαθαρίζοντας όμως ότι δεν είναι η Advantage που κάλυψε τα δικηγορικά έξοδα του κατηγορουμένου σε σχέση με αυτή. Εξήγησε δε ότι ο λόγος που η Advantage προχώρησε στην πληρωμή του εν λόγω ποσού, για λογαριασμό του κατηγορουμένου, ήταν επειδή ήταν η υπάρχουσα πρακτική η εν λόγω εταιρεία να προχωρά σε διάφορες πληρωμές εκ μέρους του, κατόπιν οδηγιών του, και ακολούθως χρεωνόταν ο λογαριασμός του κατηγορουμένου που διατηρούσε στην Advantage με το εκάστοτε ποσό πληρωμής. Ο ίδιος πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής το 2007, μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης, εξού και η πιο πάνω επιταγή εκδόθηκε στις 25.10.
  12. Ήταν η θέση του περαιτέρω ότι μόλις είδε για πρώτη φορά στην Αστυνομία το επίδικο πρακτικό το συνέδεσε με το γεγονός αναζήτησης των πρακτικών από τον κατηγορούμενο και τον αδελφό του κατά το έτος 2010, γιατί τα ποσά που αναγράφονται στο επίδικο πρακτικό με την αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 είναι τα ίδια. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι επειδή ήταν εις γνώση του το επίδικο πρακτικό αυτός ήταν και ο λόγος που προχώρησε στην πληρωμή της απαίτησης του κατηγορουμένου αναφορικά με την αγωγή υπ' αριθμόν 10444/10, ξεκαθαρίζοντας ότι ο λόγος ήταν επειδή υπήρχε Δικαστική απόφαση με την οποία θα έπρεπε να συμμορφωθεί. Αποδέχθηκε δε ότι ούτε το πρακτικό ημερομηνίας 10.12.2005 (Τεκμήριο 118), βάση του οποίου η Advantage, αποφάσισε να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο, για εγγυήσεις που ο τελευταίος έδωσε προς όφελος της εταιρείας στην περίπτωση που είτε αυτός είτε κάποια εταιρεία επ' ονόματι WhiteMoon Services Ltd καλούνταν να καταβάλουν οποιεσδήποτε αποζημιώσεις μέχρι του ποσού των €500.000, συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της για το έτος
  13. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι όπως και το Τεκμήριο 118 δεν συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage έτσι και το επίδικο πρακτικό δεν συμπεριλήφθηκε σε αυτές, παρά το γεγονός ότι ήταν και τα δύο εις γνώση της εν λόγω εταιρείας. Η Μ.Κ 10, μέλος της ομάδας εργασίας της KPMG που προέβη σε δειγματολογικούς ελέγχους στην Advantage αναφορικά με την ετοιμασία των οικονομικών της καταστάσεων, υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Τεκμήριο 122). Ήταν το πρόσωπο που ετοίμασε το έγγραφο που φέρει τον τίτλο «memo for board minutes» (Τεκμήριο 103) όπου και κατέγραψε τα ευρήματα της από τον έλεγχο των πρακτικών του Δ.Σ της Advantage για το έτος
  14. Για να ετοιμάσει το πιο πάνω έγγραφο έλεγξε το περιεχόμενο όλων των πρακτικών της Advantage για το έτος
  15. Σε ό,τι αφορά το επίδικο πρακτικό ήταν η θέση της ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα που αναφέρονται σε αυτό και ουδέποτε το έχει δει στο παρελθόν. Ούτε και έχει καταγεγραμμένο στις πιο πάνω σημειώσεις της οποιονδήποτε πρακτικό με αυτήν την ημερομηνία αλλά και ούτε το εντόπισε ποτέ. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι τα πρακτικά της Advantage δεν είχαν αύξοντες αριθμούς. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η ίδια δεν έλεγξε όλους τους φακέλους των πρακτικών του Δ.Σ για το έτος
  16. Αφού της υποδείχθηκε το πρακτικό ημερομηνίας 15.12.2005 (Τεκμήριο 118) ήταν η θέση της ότι αν αυτό περιέρχετο στην αντίληψή της θα το φωτοτυπούσε και θα το υπεδείκνυε στον διευθυντή της, ούτως ώστε να συζητήσουν κατά πόσον αυτό θα περιληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις. Ήταν πάντως η θέση της ότι ούτε το πιο πάνω πρακτικό συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage για το έτος
  17. Ο 1ος κατηγορούμενος υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 84) αλλά και τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 133). Εξήγησε σε αυτές τις συμφωνίες που η Marketrends κατάρτισε με την Iris αλλά και το περιεχόμενο τους. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος προχώρησε σε διάφορες προσωπικές δεσμεύσεις έναντι των μετόχων της Iris, στην βάση των πιο πάνω συμφωνιών, με σκοπό να βοηθήσει στην ολοκλήρωση της πιο πάνω πράξης προς όφελος της Advantage. Ο ίδιος δεν έλαβε κανένα αντάλλαγμα πέραν της διαβεβαίωσης του Δ.Σ της εν λόγω εταιρείας ότι η τελευταία θα αναλάμβανε οποιεσδήποτε τυχόν υποχρεώσεις προέκυπταν από την υπογραφή της δικής του εγγύησης προς τους μετόχους της Iris. Η πιο πάνω συμφωνία ήταν γνωστή στο Δ.Σ γι΄ αυτό είχε επανειλημμένα τεθεί το ζήτημα σε αυτό, το οποίο τον διαβεβαίωνε πως αν τελικά υπήρχε πρόβλημα και θα έπρεπε να πληρωθεί αυτή η εγγύηση η εταιρεία θα τον κάλυπτε πλήρως. Γι΄αυτό και μετά την έγερση της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/01 το ζήτημα είχε τεθεί στο Δ.Σ. Ενδεικτικά είναι τα πρακτικά που ο Μ.Υ 1 επισύναψε στην κατάθεση του (μέρος του Τεκμηρίου 91). Το γεγονός ότι η πιο πάνω αγωγή δεν ήταν προσωπική του υπόθεση, αλλά αφορούσε την εταιρεία, αποτελεί και το γεγονός, ως φαίνεται στο πρακτικό ημερομηνίας 17.09.2001, η ενόχληση του τότε μέλους του Δ.Σ, δικηγόρου κ. Τριανταφυλλίδη, ότι δεν του είχε ανατεθεί η υπόθεση. Τον Οκτώβριο του 2004, όταν ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω αγωγής, ο τότε δικηγόρος του κ. Σαββίδης, τον ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να χειριστεί την υπόθεση. Τότε ο ίδιος αναζήτησε εναλλακτικές λύσεις, ώστε αν κάτι δεν πάει καλά να μην εκτεθεί με την περιουσία του. Προς τούτο ενημέρωσε το Δ.Σ ότι σε τέτοια περίπτωση δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να στραφεί εναντίον της εταιρείας, ούτως ώστε αυτή να ήταν υποχρεωμένη να συνεισφέρει καλύπτοντας τον για όποιο ποσό τυχόν θα καταδικαζόταν. Tον ουσιώδη χρόνο είχαν ξεκινήσει οι συζητήσεις για εξαγορά της Advantage από τον όμιλο ΑΣΠΙΣ και επομένως θα έπρεπε το θέμα που προέκυπτε από την πιο πάνω αγωγή να είχε ρυθμιστεί. Αυτό και έγινε με ξεκάθαρη απόφαση του Δ.Σ, ως αυτή αποτυπώνεται στο επίδικο πρακτικό (Τεκμήριο 29). Το εν λόγω πρακτικό υπεγράφη από όλους τους παριστάμενους στην εν λόγω συνεδρίαση συμβούλους. Όπως αναφέρει ο Σ. Π. στην κατάθεσή του (Τεκμήριο 131) στις αρχές του 2016, ανέλαβε την υπεράσπισή του στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 . Είναι για τον λόγο αυτό που στις ετήσιες επιστολές, προς τους ελεγκτές της εταιρείας για το 2004, το δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ δεν κάνει αναφορά στην εν λόγω υπόθεση. Ήταν η διαβεβαίωση του κ. Παύλου ότι η πιο πάνω αγωγή δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας. Τα πρακτικά δεν είχαν συγκεκριμένη δομή αλλά ούτε και αρίθμηση. Ο Μ.Κ 9, ως εκ της θέσης του, γνώριζε την ύπαρξη της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/01 και όπως έπραξε και σε άλλες περιπτώσεις δεν την περιέλαβε στις οικονομικές καταστάσεις των ετών που ο ίδιος υπέγραψε, γιατί η εταιρεία είχε τη διαβεβαίωση των δικηγόρων της ότι ο κίνδυνος να εκδοθεί απόφαση εναντίον του και κατά συνέπεια να ζητήσει κάλυψη από αυτήν ήταν ελάχιστος. Ούτε από την καταχώρηση της αγωγής υπ' αριθμόν 10444/10 ο ίδιος είχε να προσμένει σε οποιονδήποτε όφελος. Ο λόγος που τον παρακίνησε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, ήταν γιατί ο ίδιος γνώριζε ότι είχαν ξεκινήσει διαδικασίες διάλυσης και εκκαθάρισης της Advantage (Τεκμήριο 114) με αποτέλεσμα να μην μπορούσε να εκτελέσει οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εκδιδόταν προς όφελος του. Απλά ήταν ο μόνος τρόπος να διασφαλίσει τους πιστωτές του, αφού είχε αρχίσει και για τον ίδιο η διαδικασία προσωπικής του πτώχευσης. Στα πλαίσια της διαδικασίας ελέγχου (due diligence) που έγινε για την εξαγορά της Advantage από τον όμιλο ΑΣΠΙΣ, ο ίδιος παρουσίασε το επίδικο πρακτικό. Το γεγονός αυτό μπορεί να το επιβεβαιώσει και ο M.Y 3, ο οποίος ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση. Το γεγονός ότι το επίδικο πρακτικό δεν ετοιμάστηκε το 2010 το επιβεβαιώνει και ο τότε δικηγόρος του κ. Παύλου στην κατάθεσή του, ο οποίος αναφέρει ότι πριν το 2007 του είχε αναφερθεί ότι η Advantage θα τον αποζημίωνε, σε περίπτωση που θα έπρεπε να καταβάλει αποζημιώσεις στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  18. Ήταν η θέση του επίσης ότι ο Μ.Κ 9 δεν περιέλαβε στις οικονομικές καταστάσεις της Αdvantage, για τα έτη 2005 έως 2009, τόσο την ύπαρξη της αγωγής του Τεκμηρίου 118 όσο και τις απαιτήσεις τις Τράπεζας Κύπρου έναντι της Advantage και συνεπακόλουθα η KPMG δεν είχε ενημερωθεί γι'αυτές επειδή ακριβώς δεν τους δόθηκαν. Ο λόγος ήταν γιατί ο Μ.Κ 9, με τη σύμφωνη γνώμη του Δ.Σ, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε κίνδυνος για την εταιρεία, μετά από νομική γνωμάτευση που λήφθηκε. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο λόγος που έβγαλε φωτοτυπίες το 2010 στα γραφεία της Advantage ήταν γιατί επειδή ο ίδιος, ως εξωτερικός σύμβουλος που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν σε θέση να πάρει τα αρχεία της εν λόγω εταιρείας στο δικό του γραφείο, προσθέτοντας ότι τα αρχεία των πρακτικών τα είχε στην κατοχή του ο Γ. Χ. Αν όντως ήθελαν ένα τέτοιο πράγμα κανένας δεν εμπόδιζε τον Γ. Χ. να τα πάρει σπίτι του. Ήταν η θέση του ότι από την έρευνα τους στα αρχεία των πρακτικών της εταιρείας εντόπισαν και το επίδικο πρακτικό όπου και το φωτοτύπησαν. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι πλαστογράφησε το επίδικο πρακτικό προσθέτοντας ότι όλοι όσοι το υπέγραψαν δήλωσαν στις καταθέσεις τους ότι είναι δικές τους οι υπογραφές. Ουδείς δεν ανέφερε ότι δεν υπέγραψε το επίδικο πρακτικό. Ως προς τον λόγο που δεν έχει το πρωτότυπο επίδικο πρακτικό στην κατοχή του είναι γιατί πολύ πιθανόν, όταν διερευνάτο άλλη ποινική υπόθεση εναντίον του από την Αστυνομία και η τελευταία κατάσχεσε όλα τα έγγραφα της εταιρείας, αυτό να είχε απωλεσθεί. Επίσης ο ίδιος πιθανόν να το έχασε. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι το πρακτικό ημερομηνίας 17.09.2001 (μέρος του Τεκμηρίου 91) είναι αόριστο και πως ουδεμία σχέση είχε αυτό με την εγγύηση που θα του έδινε η Advantage σε αναφορικά με την αγωγή υπ' αριθμόν 7821/
  19. Ως προς τον λόγο, τέλος, που μόλις εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 ο ίδιος δεν ενημέρωσε το Δ.Σ για το επίδικο πρακτικό, ο εν λόγω μάρτυρας απάντησε ότι ενήργησε αστραπιαία μπροστά στον κίνδυνο πτώχευσης της Αdvantage. Ο M.Y 1 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 91), καθώς και τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 149). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο ίδιος ήταν Διοικητικός Σύμβουλος από το 2000 μέχρι το 2008 στην Advantage, πλην του έτους
  20. Κατά καιρούς το Δ.Σ ενημερωνόταν για την αγωγή υπ' αριθμό 7821/
  21. Ενημερώθηκε πρώτη φορά για το θέμα αυτό στην συνεδρία του Δ.Σ στις 17.09.2001 από τον κατηγορούμενο (μέρος του Τεκμηρίου 91). Οι διαβεβαιώσεις που έπαιρναν από τον κατηγορούμενο ήταν ότι η υπόθεση κυλά ομαλά. Το έτος 2004 είχε ληφθεί απόφαση του Δ.Σ, με την οποία η εταιρεία όφειλε να καλύψει τον κατηγορούμενο με το σκεπτικό ότι η πιο πάνω αγωγή αφορούσε την ίδια την εταιρεία και όχι προσωπικά τον κατηγορούμενο. Εξου και υπεγράφη το επίδικο πρακτικό. Το θέμα της αγωγής αυτής συσχετίζεται με τις κατά καιρούς εγγυήσεις, εξασφαλίσεις και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων που δόθηκαν από τον κατηγορούμενο και άλλους με σκοπό να βοηθήσουν την εταιρεία. Στις 22.11.2001 το Δ.Σ (βλέπε πρακτικό μέρος του Τεκμηρίου 91) είχε πάλι αποφασίσει όπως η εταιρεία έχει υποχρέωση να ανταποδώσει τη στήριξη των ανθρώπων που την εγγυήθηκαν. Σε σχέση με το επίδικο πρακτικό, ο ίδιος ανέφερε ότι επειδή είναι φωτοαντίγραφο, δεν είναι σίγουρος ότι αυτό είναι το περιεχόμενο της απόφασης που λήφθηκε το
  22. Δεν θυμάται ποιος συγκάλεσε τη συνεδρία, θυμάται όμως ότι λήφθηκε μία τέτοια απόφαση για το πιο πάνω θέμα. Αναγνωρίζει όμως στο επίδικο πρακτικό τη μονογραφή του στο τέλος της κάθε σελίδας ως επίσης και την υπογραφή του που φαίνεται στην τελευταία του σελίδα. Δεν απέκρυψαν τίποτε σκόπιμα ή για οποιουσδήποτε άλλους αλλότριους λόγους στους ελεγκτές τους. Δεν είχαν κανέναν λόγο σαν σύμβουλοι να γίνει οποιανδήποτε αναφορά αυτού, γιατί το 2004 δεν είχε δικαστεί ακόμη η αγωγή υπ' αριθμόν 7821/
  23. Ήταν η θέση του ότι αυτό δεν συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για τα έτη 2005 εώς 2008 αφενός γιατί ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει την υποχρέωση να μην στραφεί εναντίον της Advantage και αφετέρου γιατί ήταν απομακρυσμένη η πιθανότητα άμεσης πληρωμής οποιουδήποτε ποσού από την εταιρεία. Καθ' όλη τη διάρκεια που η πιο πάνω αγωγή εκδικαζόταν, οι δικηγόροι που την χειρίζονταν, δηλαδή αρχικά το δικηγορικό γραφείο Γιώργος Σαββίδης και στη συνέχεια το δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου, θεωρούσαν ότι ο κίνδυνος να χαθεί η υπόθεση ήταν απομακρυσμένος και ως Δ.Σ δεν είχαν λόγο να αμφισβητήσουν την εν λόγω νομική συμβουλή. Η μη συμπερίληψη του επίδικου πρακτικού, στις οικονομικές καταστάσεις του 2004, έγινε με κοινή απόφαση των μελών του Δ.Σ κατόπιν αξιολόγησης του κινδύνου για την εταιρεία τη δεδομένη εκείνη στιγμή. Αντεξεταζόμενος, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο λόγος που δεν προσκόμισε στην Αστυνομία το επίδικο πρακτικό ήταν γιατί αυτό δεν υπήρχε, προσθέτοντας ότι αυτό υπήρχε εφόσον ο ίδιος το υπέγραψε. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι τα πρακτικά που προσκόμισε στην Αστυνομία δεν είχαν καμία σχέση με το επίδικο πρακτικό, προσθέτοντας ότι αυτό καταρτίστηκε για να διευκρινίσει τις αποφάσεις του Δ.Σ το
  24. Αρνήθηκε τέλος σχετική υποβολή ότι το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού δεν συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις του
  25. Η Μ.Υ 2, η οποία εκτελούσε καθήκοντα βοηθού λογιστηρίου μέχρι το 2004, οπόταν και προήχθηκε σε λειτουργό λογιστηρίου στην Advantage, υιοθέτησε τη γραπτή της δήλωση (Τεκμήριο 150). Η τήρηση αρχείου των πρακτικών του Δ.Σ δε ήταν στα καθήκοντά της. Τα διάφορα έγγραφα φυλάσσονταν σε φακέλους. Όταν αποχώρησε ο Οικονομικός Διευθυντής, στο τέλος του 2004, η ίδια μαζί με μία συνάδελφό της ανάλαβαν να συνεργάζονται με την KPMG για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων του
  26. Ο Μ.Κ 9 δεν είχε οποιανδήποτε ανάμειξη στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος
  27. Κατά το τέλος του 2010 έλαβε οδηγίες από τον Μ.Κ 9 να προχωρήσει στις λογιστικές εγγραφές που έπρεπε να γίνουν με τη λήξη του έτους. Όταν παρουσιάστηκε στον κατηγορούμενο το Τεκμήριο 61 ο τελευταίος προέβη σε παρατηρήσεις και με βάση αυτές τις παρατηρήσεις του προχώρησαν στις διορθώσεις των λογιστικών εγγραφών που καταχωρήθηκαν στο σύστημα στις 31.12.2010 (Τεκμήριο 152). Αντεξεταζόμενη, εξήγησε ότι ο λόγος που όσα αναφέρει σήμερα ενόρκως δεν τα ανέφερε κατά την λήψη της κατάθεσης της (Τεκμήριο 151) ήταν γιατί όταν της λήφθηκε η κατάθεση κάποια πράγματα αφενός δεν τα θυμόταν και αφετέρου ήταν έγκυος αλλά και τρομοκρατημένη. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι η KPMG τους ζήτησε όλα τα πρακτικά του Δ.Σ για το έτος 2004 όπου και τους δόθηκαν. Αρνήθηκε σχετικές υποβολές ότι το Τεκμήριο 152 δεν είναι αληθές, ότι κατασκευάστηκε εκ των υστέρων και ότι υπήρχε αρχειοθετημένο σύστημα στην Advantage για τα πρακτικά της εν λόγω εταιρείας. Ο Μ.Υ 3 υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο 153). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι ο ίδιος ενεργούσε ως δικηγόρος της Advantage από το 2000 και λάμβανε μέρος στη συζήτηση διάφορων νομικών ζητημάτων. Ο όμιλος ΑΣΠΙΣ υπέβαλε Δημόσια πρόταση για εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου της εν λόγω εταιρείας. Η εξαγορά ολοκληρώθηκε τον Αύγουστο του
  28. Κατά τη διαδικασία διαπραγματεύσεων η ΑΣΠΙΣ διενήργησε διαδικασία δέουσας επιμέλειας, για όλα τα θέματα (νομικά και οικονομικά) της εταιρείας. Μετά την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου, πολλές από τις συναντήσεις και αποφάσεις του Δ.Σ γίνονταν στην Αθήνα. Σε μία από αυτές παρών ήταν και ο ίδιος. Ο κ. Ψ. (διευθύνων σύμβουλος της ΑΣΠΙΣ) έθεσε προς τον κατηγορούμενο το θέμα της διευθέτησης των απαιτήσεων που προέκυψαν από την αγωγή υπ' αριθμόν 7821/2001 λόγω του ότι ήταν οικονομική υποχρέωση της Advantage. Ουδέποτε ο ίδιος είδε το επίδικο πρακτικό. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι βλέποντας το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού δεν τίθετο θέμα για τον ίδιο να ζητούσε ο κατηγορούμενος να τον καλύψει η Αdvantage και οποιοσδήποτε από τα μέλη του Δ.Σ να αρνείτο. Είναι η θέση του ότι δεν τίθεται οποιοσδήποτε ζήτημα πλαστογραφίας του επίδικου πρακτικού γιατί αυτό επικυρώθηκε από τους νυν Διοικητικούς Συμβούλους που υπήρχαν στον όμιλο ΑΣΠΙΣ, οι οποίοι το επικύρωσαν. Ουδείς εξάλλου αμφισβητεί ότι υπέγραψε το επίδικο πρακτικό και ουδείς ισχυρίζεται ότι η υπογραφή του έχει πλαστογραφηθεί. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απόφαση του Δ.Σ της Advantage να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο σε περίπτωση που ο τελευταίος θα αναγκάζετο να καταβάλει αποζημιώσεις στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  29. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία σε σχέση με το ζήτημα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v . A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820 C & Α Pelekanos Associates Limited v.Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401). Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία. Ο Μ.Κ 1, Μ.Κ 2 και Μ.Κ 4, όλοι τους Αστυνομικοί, άφησαν στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις. Οι εν λόγω μάρτυρες περιέγραψαν στο Δικαστήριο, με πειστικό τρόπο, τις ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών τους καθηκόντων. Αυτές δε, αφενός, επιβεβαιώνονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια και αφετέρου, επί της ουσίας, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, με αποτέλεσμα αυτές να έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Αποδέχομαι, επίσης, τη μαρτυρία του Μ.Κ 3, ο οποίος ήταν το πρόσωπο το οποίο εκ μέρους της Κεφαλαιαγοράς διεξήγαγε την σχετική έρευνα, με το που περιήλθε στην αντίληψη τους η Δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 10444/
  1. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον ως προς την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και η μαρτυρία του ήταν αντικειμενική και ειλικρινής. Εξήγησε όλες τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί στα πλαίσια των ερευνών του, οι οποίες επιβεβαιώνονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι αυτές ουδόλως δεν έχουν αμφισβητηθεί. Εξου και το γεγονός ότι η αντεξέταση του από την υπεράσπιση ήταν πολύ περιορισμένη και θα πρόσθετα δε όχι επί ουσιωδών επίδικων ζητημάτων. Τα δε στοιχεία και έγγραφα που περισυνέλλεξε αποτελούν στο συντριπτικό τους βαθμό κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Θετικές εντυπώσεις έχω αποκομίσει και για τον Μ.Κ 5 και αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο την οποιαδήποτε εμπλοκή του με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση εφόσον δεν αντεξετάσθηκε και ως εκ τούτου αυτή έχει παραμείνει αναντίλεκτη. Θετικές εντυπώσεις άφησε στο Δικαστήριο η Μ.Κ 6 και ως εκ τούτου αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία της. Η εν λόγω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητη και αντικειμενική. Ήταν σταθερή στη θέση της και η μαρτυρία της είχε λογική συνοχή. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με ευθύτητα και αμεσότητα και δεν έχω εντοπίσει το οτιδήποτε, το οποίο θα ήταν ικανό, ώστε να ανατρέψει την θετική εικόνα που το Δικαστήριο αποκόμισε απ' αυτήν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της. Ο Μ.Κ 7 άφησε στο Δικαστήριο επίσης πολύ θετικές εντυπώσεις και δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεκτώ την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ήταν το πρόσωπο το οποίο παρέδωσε τόσο στην Αστυνομία, όσο και στην Κεφαλαιαγορά, τις οικονομικές καταστάσεις της Αdvantage για τα έτη 2004 έως
  2. Επίσης ήταν το πρόσωπο που απέστειλε επιστολή στην Κεφαλαιαγορά, για λογαριασμό της KPMG, πληροφορώντας την ότι ουδέποτε ήταν ενήμεροι για το επίδικο πρακτικό και ήταν για τον λόγο αυτό για τον οποίο δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά επ' αυτού στις οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω εταιρείας. Επί του προκειμένου η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Αντίθετα, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι αφενός το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στην KPMG, κατόπιν απόφασης του Δ.Σ. Κατάθεσε επίσης αντίγραφο του 'working paper΄ της KPMG, αναφορικά με τα πρακτικά συνεδριάσεων της Advantage για το έτος 2004, και στο οποίο δεν περιλαμβανόταν το επίδικο πρακτικό. H μαρτυρία του ήταν αντικειμενική και ανεξάρτητη. Πέραν του γεγονότος ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν μάρτυρας γεγονότων, σε σχέση με τα όσα προσωπικά περιήλθαν στην αντίληψη του υπό την επαγγελματική του ιδιότητα, ο εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε και ως εμπειρογνώμονας αναφορικά με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και τι υποχρεώσεις επιβάλλουν αυτά σε μία εταιρεία ώστε οι οποιεσδήποτε οικονομικές της υποχρεώσεις να συμπεριληφθούν και να γνωστοποιηθούν στις οικονομικές της καταστάσεις. Έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v . Ambizas
(1982)1 C.L.R.41) αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι ο εν λόγω μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας και συνεπώς, κατ΄εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). Εξάλλου η εμπειρογνωμοσύνη του δεν έχει αμφισβητηθεί. Όπως έχει νομολογηθεί η μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα του επιτρέψουν να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων τους και να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία. Με βάση τα προσόντα του και την πείρα του δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήταν σε θέση να πληροφορήσει το Δικαστήριο σε σχέση με τα πιο πάνω ζητήματα. Αποδέχομαι πλήρως τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε επί της ουσίας εφόσον ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός και επεξηγηματικός προς το Δικαστήριο. Έδωσε σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις ώστε αυτό να είναι σε θέση να καταλήξει σε ανεξάρτητα ευρήματα, για το πότε μία οικονομική υποχρέωση επιβάλλεται δυνάμει των πιο πάνω Λογιστικών προτύπων να γνωστοποιηθεί. Επί τούτου αποδέχομαι την θέση του ότι το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού εμπίπτει στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα 24 και 27 και ως εκ τούτου θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί στους ελεγκτές, οι οποίοι με την σειρά τους θα το αξιολογούσαν, στην βάση της ενώπιον τους ελεγκτικής μαρτυρίας, και ακολούθως θα αποφάσιζαν κατά πόσο το περιεχόμενο του θα συμπεριληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage. Δείγμα της ειλικρίνειάς και αντικειμενικότητας του εν λόγω μάρτυρα αποτέλεσε και το γεγονός ότι αποδέχθηκε τη θέση της υπεράσπισης και δεν διαφώνησε με αυτήν, ότι το πρακτικό ημερομηνίας 22.11.2001 (μέρος του Τεκμηρίου 91) εμπίπτει στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24 και θα έπρεπε να τους γνωστοποιηθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά του, εφόσον αυτή, επί των ουσιωδών βασικών του θέσεων, δεν έχει αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση. Στην ίδια πιο πάνω βάση αποδέχομαι και τη μαρτυρία του Μ.Κ 8 αλλά και τη μαρτυρία της Μ.Κ
  1. Οι εν λόγω μάρτυρες εξήγησαν την εμπλοκή τους στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ο μεν Μ.Κ 8 υπό την ιδιότητα του προϊστάμενου της ομάδας ελέγχου της KPMG που επισκέφτηκε τα γραφεία της Αdvantage, στα πλαίσια της ετοιμασίας των οικονομικών της καταστάσεων, και η μεν Μ.Κ 10 ως μέλος της πιο πάνω ομάδας. Επιβεβαίωσαν και αυτοί με τη σειρά τους ότι ουδέποτε τους έχει γνωστοποιηθεί το επίδικο πρακτικό αλλά ούτε και οι ίδιοι το έχουν εντοπίσει και είναι για τον λόγο αυτό που δεν περιλήφθηκε στην εργασία τους (Τεκμήριο 103). Οι εν λόγω μάρτυρες απάντησαν σε όλες τις ερωτήσεις που τους είχαν υποβληθεί κατά την αντεξέτασή τους, ήταν σταθεροί και απάντησαν με άμεσο και ευθύ τρόπο. Η μαρτυρία τους έχει λογική συνοχή και νιώθω ασφάλεια να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Ειδικότερα αποδέχομαι, μεταξύ άλλων, τη θέση του Μ.Κ 8 ότι ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε γνωμάτευσης των εξωτερικών νομικών συμβούλων της Advantage, το Δ.Σ είχε καθήκον και αποκλειστική ευθύνη να τους γνωστοποιήσουν το επίδικο πρακτικό, πράγμα το οποίο βεβαίως δεν έπραξαν. Ο Μ.Κ 9, επίσης, άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και τον κρίνω ως αξιόπιστο μάρτυρα. Η μαρτυρία του έχει λογική συνοχή, είναι αληθοφανής και υποστηρίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Παρά την έντονη αντεξέτασή του ο εν λόγω μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις βασικές του θέσεις και δεν περιέπεσε σε οποιανδήποτε ουσιώδη αντίφαση, η οποία θα ήταν ικανή να κλονίσει την όλη εκδοχή του. Αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία του στην ολότητά της, πλην της πιο κάτω διευκρίνισης για την οποία προβαίνω σε ειδική αναφορά κατωτέρω. Το γεγονός ότι ο ίδιος είχε εμπλοκή στις οικονομικές καταστάσεις του 2004 υποστηρίζεται και επιβεβαιώνεται μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Κ 8 και Μ.Κ 10 εφόσον οι εν λόγω μάρτυρας επιβεβαίωσαν ότι στα πλαίσια της ετοιμασίας των οικονομικών καταστάσεων της Advantage, για το πιο πάνω έτος, είχαν διάφορες συναντήσεις μαζί του. Η θέση του επίσης ότι το επίδικο πρακτικό αφενός δεν γνωστοποιήθηκε στους ελεγκτές και αφετέρου δεν συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω εταιρείας αποτελεί κοινό τόπο των μερών. Εξάλλου το γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε είχε γνώση επ' αυτού υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ 6 εφόσον το επίδικο πρακτικό ουδέποτε δόθηκε σε αυτήν να αρχειοθετηθεί στα πρακτικά της εταιρείας αλλά και ούτε αυτό εντοπίστηκε από τους ελεγκτές. Αποδεκτή γίνεται επίσης η θέση του ότι ουδέποτε η Αdvantage πλήρωσε τα δικηγορικά έξοδα του κατηγορούμενου, στα πλαίσια της αγωγής υπ'αριθμόν 7821/
  2. Επί τούτου ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι τα δικηγορικά έξοδα του κατηγορούμενου τα κατέβαλλε η Αdvantage με σκοπό να καταδείξει ότι αφενός η εν λόγω εταιρεία ήταν γνώστης της εν λόγω αγωγής και αφετέρου ότι αυτή δεν αφορούσε προσωπικά τον ίδιο, αλλά την ίδια την εταιρεία, και ήταν για τον λόγο αυτό που το Δ.Σ έλαβε σχετική απόφαση ως αυτή αποτυπώνεται στο επίδικο πρακτικό. Ο εν λόγω μάρτυρας εξήγησε με απόλυτα πειστικό τρόπο ότι κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου η Αdvantage προέβαινε σε πληρωμή εκ μέρους του και ακολούθως χρεωνόταν η προσωπική του μερίδα που διατηρούσε στην εν λόγω εταιρείας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και ότι τα τιμολόγια της δικηγορικής εταιρείας Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ εκδίδονταν προσωπικά στο όνομα του κατηγορούμενου (Τεκμήρια 137 και 134) καθώς επίσης και οι σχετικές αποδείξεις, παρά το γεγονός ότι κάποια ποσά είχαν πληρωθεί από την Advantage (Τεκμήριο 136). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και μέσα από τα Detailed Ledger Reports (Τεκμήρια 61 και 152) εφόσον περιέχονται διάφορες πληρωμές της Advantage προς τρίτα πρόσωπα και εταιρείες που πραγματοποιούσε για λογαριασμό του κατηγορουμένου. Δείγμα επίσης της ειλικρίνειάς και αντικειμενικότητας του εν λόγω μάρτυρα αποτελεί και το γεγονός ότι ο ίδιος αποδέχθηκε πως ούτε και το Τεκμήριο 118 περιλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Αdvantage, ενώ αυτό θα έπρεπε, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν γνώστης του εφόσον ήταν ένα από τα πρόσωπα που το υπέγραψαν. Από την άλλη όμως το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στον ισχυρισμό του και στη θέση του ότι το επίδικο πρακτικό δεν συντάχθηκε το 2004 αλλά, ως ισχυρίστηκε, το 2010 θέλοντας προφανώς να πείσει το Δικαστήριο ότι αυτό είναι πλαστογραφημένο. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι μάρτυρας γεγονότων εξου και αποδέχομαι τη θέση του ότι πράγματι ο κατηγορούμενος μαζί με τον Γιάννο Χριστοφή βρισκόντουσαν στα γραφεία της εταιρείας, κατά το έτος 2010, αναζητώντας πρακτικά, γεγονός το οποίο ουδόλως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Το κατά πόσο όμως η ύπαρξη του πιο πάνω γεγονότος μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι το επίδικο πρακτικό ήταν πλαστογραφημένο είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί αποκλειστικά από αυτό, αφού σταθμίσει και αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία. Η πιο πάνω θέση του Μ.Κ 9 πρόκειται αποκλειστικά για δικό του προσωπικό συμπέρασμα αλλά και δικούς του συνειρμούς. Επομένως δεν θα προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην θέση του αυτή. Την ίδια όμως στιγμή δεν μπορώ να μην αγνοήσω όμως ότι η θέση του αυτή συγκρούεται και με την κοινή ανθρώπινη λογική. Και τούτο γιατί αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο να ψάχνει ο κατηγορούμενος και ο Γ. Χ. ένα πρακτικό το οποίο δεν υπήρχε; Για να προσπαθήσουν να εντοπίσουν συγκεκριμένο πρακτικό σημαίνει ότι κάτι είχαν υπόψη τους ότι υπήρχε. Δεν θα έψαχναν κάτι το οποίο δεν υπήρχε. Το γεγονός αυτό εξάλλου το αποδέχθηκε και ο ίδιος ο μάρτυρας στα πλαίσια της αντεξέτασης του, όπου και παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «E. Και λέτε ότι έψαχναν να εντοπίσουν πρακτικά. Δηλαδή είχαν μέσα στο μυαλό τους ότι κάτι υπήρχε και έψαχναν να το βρουν, αυτό εννοείτε; Α. Ίσως να είναι έτσι. Ε. Ίσως να είναι έτσι; Δηλαδή σας είπαν ποτέ κύριε Αντωνίου «ψάχνουμε να το βρούμε και εάν δεν το βρούμε θα κάτσουμε να το κάνουμε τώρα»; Α. Όχι, δεν είναι έτσι. Με ρώτησαν εάν ήρθε υπόψη μου κάποιο πρακτικό που είχαν υπόψη τους γι' αυτό το θέμα και είπα ποτέ μου δεν ήρθε στην αντίληψή μου.» Αν δεν υπήρχε το επίδικο πρακτικό η λογική και μόνο επιτάσσει ότι ασφαλώς και δεν θα το έψαχναν αλλά θα προχωρούσαν απευθείας σε ετοιμασία νέου πλαστού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ 9, πλην της πιο πάνω διευκρίνησης στην οποία έχω προβεί. Προτού ολοκληρώσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι το κατάλληλο σημείο να αναφέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν και οι καταθέσεις των Κ. Χ. (Τεκμήρια 86 και 90, αντιστοίχως) και Π. Κ. (Τεκμήριο 87). Ως έχει αναφερθεί και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα ήταν τότε μέλη του Δ.Σ, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής του επίδικου πρακτικού και φέρονται, σύμφωνα με το περιεχόμενου αυτού, να το υπογράφουν. Οι εν λόγω καταθέσεις κατατέθηκαν από τους ανακριτές της υπόθεσης και τα πιο πάνω πρόσωπα δεν κλήθηκαν να καταθέσουν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αρχικής κατάθεσης του Κ. Χ. (Τεκμήριο 90), ημερομηνίας 2.4.12, ήταν η θέση του ότι στις 12.10.14 έλαβε χώρα συνεδρία με την οποία το Δ.Σ της Advantage ενημερώθηκε για την αγωγή υπ' αριθμόν 7821/
  3. Λήφθηκε απόφαση όπως η Advantage αποζημιώσει τον κατηγορούμενο. Ακολούθως ετοιμάστηκε το επίδικο πρακτικό όπου και το υπέγραψε. Αναγνωρίζει τις μονογραφές και την υπογραφή του επ' αυτού. Κατά την 2η ανακριτική του κατάθεση, ημερομηνίας 3.12.2015 (Τεκμήριο 90), υποστήριξε ότι αν και το επίδικο πρακτικό είναι φωτοαντίγραφο, η υπογραφή που βλέπει σε αυτό ομοιάζει με τη δική του. Δεν θυμάται αφενός κατά πόσο έχει υπογράψει το επίδικο πρακτικό και αφετέρου δεν θυμάται αν το Δ.Σ της Advantage αποφάσισε να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο. Ο δε Π. Κ. ισχυρίστηκε, μέσω της κατάθεσης του (Τεκμήριο 87), ότι δεν θυμάται το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού. Θυμάται όμως ότι υπήρχε αντιδικία μεταξύ του κατηγορούμενου με τους μετόχους της IRIS. Δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα όσα αναφέρονται επί του συγκεκριμένου πρακτικού. Βλέπει μία υπογραφή στο πρακτικό, η οποία ομοιάζει με τη δική του. Δεν θυμάται όμως κατά πόσον το έχει υπογράψει και δεν θυμάται επίσης αν το Δ.Σ της Advantage έλαβε μία τέτοια απόφαση. Τα όσα έχουν τεθεί από τους πιο πάνω μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν βεβαίως εξ ακοής μαρτυρία. Επισημαίνεται εξ αρχής ότι η εξ' ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ' ακοής (άρθρο 24 του Κεφ.9). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων παραγόντων που καθορίζει το άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου, λαμβάνεται υπόψιν, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει την εξ ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση. Η αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας είναι και παραμένει η εξαίρεση στον κανόνα και η αποδοχή της επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σε αυτό στόχευε ο Νομοθέτης με τον Ν.32
(1)/2004 στο Κεφ. 9, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων απόδειξης (Pakistan Cables Ltd v. NBS General Trading (Overseas) Co. Ltd.
(2012)1 A.A.Δ., 1711 και Τριφταρίδης ν. Xiaodan Liu, Έφεση αρ. 13/2015, ημερ. 5.10.2016). Σε σχέση με το περιεχόμενο της πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρία δεν θα προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα από το Δικαστήριο μολονότι ότι πρόκειται για 1ου βαθμού μαρτυρία αφού ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν οι καταθέσεις που λήφθηκαν από τα πιο πάνω πρόσωπα και οι δηλώσεις τους που περιέχονται σε αυτές είναι αυτούσιες. Εντούτοις όμως οι σχετικοί ισχυρισμοί τους παρουσιάζουν ασάφεια, γενικότητα αλλά και περιβάλλονται και από μεταξύ τους αλληλοσυγκρουόμενες θέσεις, σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να αποτελέσουν ένα στέρεο υπόβαθρό για την εξαγωγή ασφαλών σχετικών ευρημάτων ακόμη και αν αυτή η μαρτυρία τίθετο ενώπιον του Δικαστηρίου όχι ως εξ ακοής αλλά ως πραγματική πρώτη δήλωση. Υπενθυμίζω ότι προφανώς η κατηγορούσα αρχή εδράζει, επί του περιεχομένου των πιο πάνω καταθέσεων, το επιχείρημα ότι τα πιο πάνω πρόσωπα δεν θυμούνται να έγινε οποιαδήποτε σύγκληση του Δ.Σ ώστε να ετοιμαστεί το επίδικο πρακτικό. Σε ό,τι αφορά τον Π. Κ. από την μια ισχυρίζεται ότι δεν θυμάται ότι έγινε μία τέτοια συνάντηση του Δ.Σ και την ίδια ώρα όμως δεν δίδει καμία εξήγηση γιατί βρίσκεται στο επίδικο πρακτικό ομοιάζουσα υπογραφή της δικής του υπογραφής, χωρίς να αμφισβητεί αλλά ούτε και να προβάλλει ότι η υπογραφή του επί του επίδικου πρακτικού είναι πλαστογραφημένη. Ούτε και δίδει οποιαδήποτε εξήγηση πως η υπογραφή του μπορούσε να τεθεί επί οποιουδήποτε άλλου κενού εγγράφου και χωρίς να δίδει οποιαδήποτε άλλη εξήγηση για το πως αλλιώς αυτή μπορούσε να βρεθεί στο επίδικο πρακτικό (για παράδειγμα, και τούτο για να διαφανεί καλύτερα ο συλλογισμός του Δικαστηρίου, ελλείπει η θέση ότι ο κατηγορούμενος ή έστω η θέση ότι είτε ο κατηγορούμενος είτε ο Γ. Χ. κατείχαν την υπογραφή του σε λευκή κόλα την οποία μετέπειτα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να γίνει το έγγραφο ή κάποιο άλλο τρίτο πρόσωπο κατείχε την υπογραφή του). Κατά συνέπεια αυτές οι δύο εντελώς μεταξύ τους συγκρουόμενες θέσεις καθιστούν τις πιο πάνω δηλώσεις του τέτοιας μορφής που λόγω ασάφειας, αλληλοσυγκρουόμενων εκδοχών και με δεδομένο ότι δεν αντεξετάστηκε, να μην μπορούν κάτω από αυτές τις περιστάσεις να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Επί τούτου κρίνω ακόμη σημαντικό να αναφερθεί ότι τούτη δε η αλλολοσύγκρουση των θέσεων τους είναι πολύ πιο έκδηλη και εμφανής στην περίπτωση του Κ. Χ. Και τούτο γιατί πέραν των πιο πάνω, το εν λόγω πρόσωπο στην δε 1η ανακριτική του κατάθεση προβάλλει τη θέση ότι έλαβε χώρα η συνεδρία στην οποία αναφέρεται το επίδικο πρακτικό, στην δε 2η κατάθεση του αναφέρει ότι δεν θυμάται να έλαβε χώρα τέτοια συνεδρία ενώ τέλος από την άλλη αποτελεί κοινό τόπο ότι είναι ο ίδιος που έδωσε οδηγίες, εκ μέρους της Advantage, στον δικηγορικό γραφείο Αργυρού & Δημοσθένους όπως εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση έναντι της απαίτησης του κατηγορουμένου στην αγωγή υπ' αριθμόν 10444/10 λόγω της ύπαρξης του επίδικου πρακτικού. Εν πάση περιπτώσει με δεδομένο ότι πρόκειται για μάρτυρες που τους παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή (τα εν λόγω πρόσωπα εμφαίνονται στον πίνακα μαρτύρων του παρόντος κατηγορητηρίου) δεν έχει πληρωθεί στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9, που αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν για να αποδεχτεί εξ ακοής μαρτυρία, δηλαδή «κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε». Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος γιατί δεν έχουν κληθεί ως μάρτυρες τα πιο πάνω πρόσωπα και δεν έχει καταδειχθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθούν αυτοί ως μάρτυρες στη διαδικασία. Τέλος θα πρόσθετα ότι σε κάθε όμως περίπτωση το περιεχόμενο της εξ ακοής μαρτυρίας δεν είναι ιδιαίτερα βοηθητικό ως προς την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής. Και τούτο γιατί τα όσα αναφέρονται πιο πάνω από τα εν λόγω πρόσωπα στην ουσία αποδυναμώνουν την θέση της κατηγορούσας αρχής ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια συνεδρία. Και τούτο γιατί τα εν λόγω πρόσωπα στην ουσία δεν αναφέρουν ότι δεν έλαβε χώρα τέτοια συνεδρία απλά αναφέρουν ότι δεν θυμούνται την συγκεκριμένη συνάντηση χωρίς ωστόσο κανένας εξ αυτών να έρθει και να δώσει μία εξήγηση πως κατά τα άλλα βλέπουν στο επίδικο πρακτικό ομοιάζουσες υπογραφές με τις δικές τους. Γραφολογικά δεν υπάρχει μαρτυρία ότι δεν είναι οι υπογραφές των εν λόγω προσώπων τουναντίον υπάρχει θέση ότι οι υπογραφές επί του επίδικου πρακτικού ομοιάζουν με τις δικές τους. Η απόδειξη γραφικού χαρακτήρα προσώπου που έχει γράψει ή υπογράψει ένα έγγραφο, όπως αναφέρεται στο νομικό σύγγραμμά 'Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές' του Τακη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη, Σελίδα 606, είναι δυνατόν να γίνει και με μαρτυρία πραγματογνώμονα ή με μαρτυρία από πρόσωπο που γνωρίζει το γραφικό χαρακτήρα του γράψαντος. Τίποτα δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Αποδεχόμενος την μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής στην ολότητα της, πλην της πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρίας, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια, πέραν των πιο πάνω αρχικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, στα πιο κάτω, επιπρόσθετα τελικά ευρήματα: - Λόγω του ότι το πρωτότυπο πρακτικό δεν εντοπίστηκε από την Αστυνομία αυτή δεν ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει γραφολογικό έλεγχο των υπογραφών που περιέχονται στο αντίγραφο αυτού. - Το επίδικο πρακτικό δεν αποτέλεσε μέρος των εγγράφων εργασίας που τηρούσε η KPMG και το περιεχόμενο και η σημασία του περιήλθε στην αντίληψή των ελεγκτών για πρώτη φορά, κατά την λήψη των καταθέσεων τους από την Αστυνομία. Ουδέποτε αυτό επίσης γνωστοποιήθηκε από την Advantage. Το επίδικο πρακτικό δεν είχε εντοπιστεί στα πρακτικά του Δ.Σ της Advantage για το έτος
  1. -Το επίδικο πρακτικό θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί στους ελεγκτές από το Δ.Σ της Advantage με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στις ενδεχόμενες υποχρεώσεις της εν λόγω εταιρείας. -στις γραπτές διαβεβαιώσεις (Representations letters) που η Advantage απέστειλε στην KPMG θα έπρεπε η τελευταία να συμπεριλάβει τις οποιεσδήποτε ανειλημμένες υποχρεώσεις της εταιρείας συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου πρακτικού. Κάτι τέτοιο όμως δεν έπραξε. - Ο Μ.Κ 5 δεν έλαβε μέρος σε οποιαδήποτε συνεδρία του Δ.Σ, βάση της οποίας ετοιμάστηκε το επίδικο πρακτικό. Ο εν λόγω μάρτυρας επίσης διαφωνούσε με τον τρόπο λειτουργίας της Advantage εφόσον τα θέματα που απασχολούσαν το Δ.Σ της, κατά τον επίδικο χρόνο, παρουσιάζονταν στα μέλη με πάρα πολύ βιαστικό τρόπο, χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες και επεξηγήσεις. -Ουδέποτε ο Μ.Κ 5 είδε και ουδέποτε περιήλθε στην αντίληψη του το επίδικο πρακτικό αλλά και ουδέποτε κλήθηκε να λάβει μέρος σε τέτοια συνεδρίαση. - Ως προς τον τρόπο που συγκαλούνταν οι συνεδριάσεις του Δ.Σ της Advantage η γραμματέας της εταιρείας (Μ.Κ 6) ενημερωνόταν προσωπικά από τον Γ. Χ., για τις ημερομηνίες και ώρες των προγραμματισμένων συνεδριάσεων, καθώς και για τα θέματα της ημερησίας διάταξης. Η ίδια ετοίμαζε τις σχετικές προσκλήσεις με τα θέματα και τις απέστελλε με τηλεομοιότυπο (fax) προς στα μέλη του Δ.Σ καθώς και τους ενημέρωνε τηλεφωνικώς. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις που έτυχε να απουσιάζει, τα καθήκοντά της τα εκτελούσε ο Γ. Χ. Κατά τις συνεδριάσεις, στις οποίες η ίδια παρευρισκόταν, τηρούσε χειρόγραφες σημειώσεις, τις οποίες στην συνέχεια τις δακτυλογραφούσε, και ακολούθως τις επικύρωνε πρωτίστως ο κατηγορούμενος. Ακολούθως τα πρακτικά τα υπέγραφε η ίδια και ακολούθως αυτά αποστέλλονταν στους Διοικητικούς Συμβούλους οι οποίοι και τα υπέγραφαν με τη σειρά τους. Σε κάθε συνεδρίαση το πρώτο θέμα της ημερησίας διάταξης, ήταν η έγκριση των πρακτικών της προηγούμενης συνεδρίας. Ουδέποτε τα πρακτικά συνεδριάσεων του Δ.Σ δακτυλογραφούνταν και εκτυπώνονταν σε έγγραφο με το λογότυπο της εταιρείας. -Ουδέποτε το επίδικο πρακτικό δόθηκε στην Μ.Κ 6 η οποία ήταν το μόνο πρόσωπο επιφορτισμένο με το καθήκον τήρησης των πρακτικών των συνεδριάσεων του Δ.Σ, την φύλαξη καθώς και η αρχειοθέτηση τους στο γραφείο της. Ουδέποτε το επίδικο πρακτικό είχε παρουσιαστεί ενώπιόν της αυτό είτε για σκοπούς αρχειοθέτησης στον φάκελο των πρακτικών της εταιρείας ούτε και για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ουδέποτε επίσης η ίδια, σε καμία περίπτωση, δεν απέστειλε πρόσκληση προς τα μέλη του Δ.Σ, για σύγκληση συνεδρίας, σε σχέση με το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού. Διατηρούσε δε ένα ευρετήριο πρακτικών, με σκοπό να έχει εύκολη πρόσβαση ανά πάσα στιγμή σε αυτά. - Την εκπροσώπηση του κατηγορουμένου στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 την ανέλαβε από το 2006 το δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου, εις αντικατάσταση του δικηγορικού γραφείου Γιώργου Σαββίδη. Το εν λόγω γραφείο θα έπρεπε ενημερώσει την KPMG με σχετική επιστολή, μέσα στα πλαίσια της ελεγκτικής τους εργασίας, που θα έστελνε το 2006 (σε σχέση με την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2005) αναφορικά με τις εκκρεμούσες αγωγές της εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και θα έπρεπε να συμπεριληφθεί η πιο πάνω αγωγή. -Δεν είχε σημασία, κατά την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2004, ως προς το ποιος εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  2. Ήταν ευθύνη της εταιρείας και του Δ.Σ της να ενημερώσει την KPMG τόσο για την πιο πάνω αγωγή όσο και για το επίδικο πρακτικό , πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. -το πρακτικό του Δ.Σ, ημερομηνίας 22.11.2001, εμπίπτει στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24 και ως εκ τούτου θα έπρεπε και αυτό να γνωστοποιηθεί στην KPMG. -Ο Μ.Κ 9 ετοίμασε τις οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2004, 2005, 2006, 2007,
  3. Στις οικονομικές καταστάσεις της η Advantage δεν περιέλαβε οποιανδήποτε πρόνοια για το περιεχόμενο της πιο πάνω αγωγής γιατί ουδέποτε περιήλθε εις γνώση του εν λόγω προσώπου το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού. -ο Γιάννος Χριστοφή μαζί με τον κατηγορούμενο στο γραφείο του τελευταίου, κατά το έτος 2010, έψαχναν να εντοπίσουν παλιά πρακτικά της Advantage, στα οποία γινόταν αναφορά στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/
  4. - με βάση το πρακτικό, ημερομηνίας 17.09.2001, το Δ.Σ της Advantage είχε όντως τύχει ενημέρωσης για την πορεία της υπόθεσης υπ' αριθμόν 7821/
  5. -το πρακτικό, ημερομηνίας 10.12.2005 (Τεκμήριο 118), βάση του οποίου η Advantage αποφάσισε να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο, για εγγυήσεις που ο τελευταίος έδωσε προς όφελος της εταιρείας, ούτε και αυτό συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της κατά το έτος 2005 ενώ κάτι τέτοιο θα έπρεπε με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα να είχε γνωστοποιηθεί. - τα πρακτικά της Advantage δεν είχαν αύξοντες αριθμούς και δεν ετοιμάζονταν σε λογότυπο της εταιρείας. -ο τότε δικηγόρος του κατηγορούμενου στην αγωγή υπ' αριθμό 7821/01 Σ. Π. είχε ενημερωθεί από αυτόν ότι η Advantage θα τον αποζημίωνε, σε περίπτωση που θα έπρεπε να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στους μετόχους της Iris στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. Το γεγονός αυτό το πληροφορήθηκε μετά το
  6. - Στις 22.11.2001 το Δ.Σ είχε αποφασίσει όπως η εταιρεία έχει υποχρέωση να ανταποδώσει τη στήριξη των ανθρώπων που την εγγυήθηκαν. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ Η νομική βάση της 1ης κατηγορίας, η οποία αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, εδράζεται στα άρθρα 331 και 333 του Ποινικού Κώδικα. Ο ορισμός της πλαστογραφίας παρέχεται μέσα από το άρθρο
  7. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό πλαστογραφία είναι «ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος καταρτίζει πλαστό έγγραφο και (β) με σκοπό να καταδολιεύσει. Το πότε καταρτίζεται πλαστό έγγραφο αναλύεται στη διάταξη του άρθρου 333 του Ποινικού Κώδικα το οποίο διαλαμβάνει (σε ό,τι εν προκειμένω ενδιαφέρει με βάση τα όσα καταλογίζονται στον κατηγορούμενο στην βάση της έκθεσης αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας) ότι: «
  8. Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα ..» Όσον αφορά την πρόθεση καταδολίευσης αυτή, με βάση το περιεχόμενο του άρθρου 334 του Ποινικού Κώδικα, τεκμαίρεται αν φαίνεται ότι, κατά το χρόνο που καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο, υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο. Το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προτίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτιόταν με το πλαστό έγγραφο. Στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Archbold 35η έκδοση σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 έχει ως εξής: "intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss." Αναφορικά με το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Κατατοπιστικό, επίσης, είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice & Evidence 2003 p.357, Par. B6.2. «Falsification, False Statements and False Instruments B6.2 The concept of falsity, as applied to documents or instruments, is not always the same as that of falsity in statements. A lie is a false statement, but documents containing lies or false statements are not always regarded as false instruments. As far as offences under the Forgery and Counterfeiting Act 1981 are concerned, an instrument is only false if it purports to be something it is not, or if it 'tells a lie' about its own authorship, origins or history. Conversely, such an instrument might be false in one or more of those respects, despite being a true and accurate statement of the matters with which it deals (as where an exact copy of a genuine document purports to be the original). » Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η νομολογία δεικνύει ότι η καλύτερη μαρτυρία για την απόδειξη πλαστογραφίας είναι η άμεση καθώς και αυτή που προέρχεται από εμπειρογνώμονα-γραφολόγο. Η άμεση μαρτυρία δίδεται από άτομο που επιμαρτύρησε την πράξη της πλαστογράφησης. Η μαρτυρία εμπειρογνώμονα-γραφολόγου είναι επίσης ουσιαστική στα πλαίσια απόδειξης κατηγορίας πλαστογραφίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Άντρης Ηρακλέους κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ.1). Η νομική βάση της 2ης κατηγορίας, η οποία αφορά το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, εδράζεται στο άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προνοεί ότι: "Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος." Από το περιεχόμενο της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης καθίσταται σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: (α) Ο κατηγορούμενος γνωρίζει και (β) με δόλιο τρόπο (γ) θέτει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Η ύπαρξη «δόλου» αποτελεί κοινό συστατικό στοιχείο στα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Η ύπαρξη δόλου προϋποθέτει την πρόθεση καταδολίευσης (Georghiou v The Republic (ανωτέρω). Η «βλάβη» καλύπτει οποιαδήποτε βλάβη που επηρεάζει δυσμενώς το θύμα και δεν περιορίζεται σε χρηματική και ή οικονομική. Για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου δεν είναι αρκετό να αποδειχθεί η πρόθεση εξαπάτησης, θα πρέπει περαιτέρω να αποδειχθεί και η πρόθεση καταδολίευσης (βλέπε άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Georghiou v. The Republic (ανωτέρω) «Guided by the exposition of the law on the requisite of "intent to defraud", made by the House of Lords in Welham v. D.P.P.
(1960)1 All E.R. 805, the Assize Court held that "intent to defraud", in the context of s.331, does not entail the existence of an intent to injure a specific person. Moreover injury is not confined to a financial one. The crime of forgery is proved if the deception practiced by means of the false document, is capable of inducting anyone person, not a specific person, to act to his detriment, not necessarily of a financial kind. In Welham, supra, the House debated at length the implications of "intent to defraud" and laid emphasis on the distinction between "intent to deceive" and "intent to defraud". As explained by Lord Denning in particular, neither at common law nor under the Forgery Act was "intent to defraud" associated with the causation of financial injury, by means of the deception practiced, to any particular person. As the learned Judge put it, "someone in general will suffice" (sec, p.815, H-I). Again, injury is not confined to economic loss "not to the idea of depriving someone of something of value". The likelihood of prejudice, as explained therein, is sufficient. ............................... . an attempt was made to explore the intrinsic nature of criminal intent required for the commission of the crime of forgery. The object of forgerers is, generally, it was observed, to benefit themselves; injury to their victims is of secondary importance. To our mind the principal object of forgerers possessed of the requisite criminal intent, is to alter a picture of things to their advantage. If, by virtue of this deception, another person is induced to act to his detriment, as earlier defined, then the crime of forgery is committed.» Στο σύγγραμμα Crown Practice - Forgery , Σελίδα 424 αναλύεται η πρόθεση καταδολίευσης: «(a) Intention to defraud: It will only be necessary to deal with such facets of this intent as the circumstances make necessary. It is an intent to practice a fraud on someone so that he, for instance, acts to his detriment or prejudice or injury. The defendant must intend to cause some one to act to his injury by his (the defendant's) use of the false document as a genuine one. It is not necessary to prove an intent to defraud any particular person, or that any one was in fact defrauded but it must be proved that the defendant intended to defraud.» Η πρόθεση καταδολίευσης στην κυκλοφορία πλαστού εγγράφου ερμηνεύεται κατά τον ίδιο τρόπο με την πρόθεση καταδολίευσης του αδικήματος της πλαστογραφίας (Smith & Hogan, Criminal Law, 3rd ed, 1973, σελ. 519). Απλή κατοχή δεν αρκεί. Πρέπει ο κατηγορούμενος να κοινοποιήσει (communicate) το έγγραφο σε κάποιον τρίτο (Smith & Hogan, ανωτέρω, σελ. 519, με αναφορά στην R v. Hodgson
(1856)Dears. & B 3). Με βάση τη νομολογία (Τσιέλεπος Χριστόδουλος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 457) το αδίκημα της πλαστογραφίας αποδεικνύεται εφόσον η απάτη που προκαλείται με το πλαστό έγγραφο μπορεί να οδηγήσει κάποιο πρόσωπο (όχι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο) να ενεργήσει σε βλάβη του, όχι κατ' ανάγκη οικονομικής φύσεως. Η πιθανότητα βλάβης, είναι αρκετή. Το δεύτερο συστατικό στοιχείο, είναι η κυκλοφορία του εγγράφου αυτού από τον κατηγορούμενο. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, η φράση «θέτει σε κυκλοφορία ένα πράγμα» σημαίνει και περιλαμβάνει το να χρησιμοποιεί ή να χειρίζεται πράγμα ή το να αποπειράται τη χρήση ή το χειρισμό του τέτοιου πράγματος και το να αποπειράται την υποκίνηση άλλου σε χρήση ή χειρισμό ή ενέργεια σε τέτοιο πράγμα. Ακόμη ένα συστατικό στοιχείο που απαιτείται για απόδειξη του αδικήματος, είναι ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό και δολίως το θέτει σε κυκλοφορία. Η γνώση μπορεί να είναι άμεση όταν π.χ. είναι παρών στην πλαστογράφηση του εγγράφου ή έμμεση όταν προκύπτει από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Η ύπαρξη δόλου, κατά την κυκλοφορία του εγγράφου, συνδέεται άμεσα με το στοιχείο της γνώσης του κατηγορουμένου περί της πλαστότητας του εγγράφου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούσα αρχή δεν έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει άμεση μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κυκλοφορία ενός πλαστού εγγράφου συνδέεται με συγκεκριμένη πρόθεση καταδολίευσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου, μπορεί να είναι αποτέλεσμα της αξιολόγησης όλων των περιστατικών που σχετίζονται με τη συμπεριφορά του. Προκύπτει, επομένως, ότι η "γνώση" και ο "δόλος" μπορούν να αποδειχθούν με περιστατική μαρτυρία. Κατά κανόνα, συμπεραίνονται από τα ίδια τα περιστατικά της υπόθεσης (Ιακώβου v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 211, Ιωάννου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301 και Χρίστος Χριστοδουλίδης v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 141/2013, ημερομηνίας 16/2/15). Το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου. Η κατηγορούσα αρχή μπορεί να το αποδείξει με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση, και που αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη γνώση. Οποιαδήποτε εξήγηση του κατηγορουμένου που δημιουργεί αμφιβολία στο Δικαστήριο για την ύπαρξη αυτού του στοιχείου, δηλαδή της γνώσης, οδηγεί στην αθώωση του. (Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258 και Υoussef v Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ). Η νομική βάση της 3ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «Όποιος συνωµοτεί µε άλλο να διαπράξει κακούργηµα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε µέρος του κόσµου η οποία αν διενεργόταν στη ∆ηµοκρατία θα ήταν κακούργηµα και η οποία είναι ποινικό αδίκηµα σύµφωνα µε τους νόµους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήµατος και αν δεν προνοείται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή προκειµένου για κακούργηµα που επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, σε τέτοια κατώτερη ποινή.» Σύμφωνα με την Αbdebraouf Ben Abdallah Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέρα από τη συμφωνία. Επίσης, προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Περαιτέρω, η συνομωσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (men rea) και για τούτο, η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (Παντελής Λαζάρου κ.α v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633). Ως έχει αναφερθεί η όλη εκδοχή της κατηγορούσας αρχής εδράζεται αποκλειστικά σε περιστατική μαρτυρία εφόσον δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είτε οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία που να είδε τον κατηγορούμενο να πλαστογραφεί το επίδικο πρακτικό είτε μαρτυρία από γραφολόγο που να αποδεικνύει ότι το επίδικο πρακτικό ήταν πλαστογραφημένο. Επίσης ελλείπει άμεση μαρτυρία που αποδεικνύει την γνώση του κατηγορουμένου ότι το επίδικο πρακτικό ήταν όντως πλαστογραφημένο. Ελλείψει άμεσης μαρτυρίας το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει, μέσω της περιστατικής μαρτυρίας που η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε στο Δικαστήριο, αν έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Στην υπόθεση Μάριος Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 52/2011, 29/7/2014 σχολιάστηκε τι είναι η περιστατική μαρτυρία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Περιστατική μαρτυρία, ο ορισμός και η ανάλυση που της δόθηκε διαχρονικά από τη νομολογία, είναι η μαρτυρία εκείνη η οποία διαφέρει της άμεσης, η οποία αφ΄ εαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα όπως η μαρτυρία αυτοπτών μαρτύρων (Παφίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχέεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Δίδεται και προσφέρεται, κατά κύριο λόγο από την Κατηγορούσα Αρχή, ώστε να αποδειχθούν γεγονότα τα οποία συνιστούν την υπόθεση και πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Αν προκύπτει, από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας, βεβαιότητα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τότε διαγιγνώσκεται και η ενοχή του κατηγορουμένου (Παφίτης κ.α. (ανωτέρω)).» Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβαίνει σε εικασίες ως προς την ύπαρξη γεγονότων και ότι κάθε γεγονός που τη συνιστά θα πρέπει να αποδεικνύεται με μαρτυρία. Διαφωτιστικό επί του θέματος είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Παφίτης & άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102: «Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορούμενου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της μαρτυρίας πρέπει, για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορούμενου, να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορούμενου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορούμενου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας (βλ. μεταξύ άλλων Fournides v Republic
(1986)2 C.L.R. 73, p.79 και Μιχαηλίδης ν Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172).» Στην υπόθεση Φανιέρος v Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Η φύση και σημασία της περιστατικής μαρτυρίας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41, 55, οι διαζευκτικές πιθανότητες κατά την προσέγγιση της περιστατικής μαρτυρίας, θα πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται εύλογα από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλιώς τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιόν τους, κάτι που δεν αποτελεί έργο του Δικαστηρίου. Έργο της κατηγορούσας αρχής παραμένει βέβαια πάντοτε η απόδειξη της ενοχής κάθε κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η βασική αρχή, όπως εξάγεται από τη νομολογία, είναι ότι σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες η ενοχή του κατηγορούμενου στηρίζεται καθ' ολοκληρίαν ή ουσιαστικά πάνω σε περιστατική μαρτυρία, το Δικαστήριο πρέπει σαν θέμα νομικό να αποφασίσει, όχι μόνο κατά πόσο τα γεγονότα αυτά συμβιβάζονται με την ενοχή του κατηγορούμενου, αλλά ακόμα ότι δεν συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα, από το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με το να δίδονται από τον κατηγορούμενο λογικοφανείς, έστω, εξηγήσεις, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές και απορρίπτονται από το Δικαστήριο ως αναληθείς, αδυνατίζει το τελικό συμπέρασμα της ενοχής του. Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορούμενου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του (Παφίτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102, 120).» Στην βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου και στο απόγειο της αποδεικτικής αξίας της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, ακόμη και αν κριθεί στην ολότητα της αποδεκτή χωρίς να απορριφθεί οποιοδήποτε μέρος αυτής, η περιστατική αυτή μαρτυρία συνίσταται στο ότι: α) Το γεγονός ότι το επίδικο πρακτικό δεν εντοπίστηκε από τους ελεγκτές κατά τον έλεγχο των πρακτικών του Δ.Σ της Advantage κατά το έτος
  1. β) Το γεγονός ότι το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού ουδέποτε συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage, ενώ αυτό θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στη βάση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων 24 και 27, αντιστοίχως. γ) Το γεγονός ότι το επίδικο πρακτικό ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στους ελεγκτές από το Δ.Σ της Advantage αλλά και ούτε ο οικονομικός διευθυντής της ήταν ενήμερος γι'αυτό. δ) Στις γραπτές διαβεβαιώσεις της Advantage, τις οποίες όλες, πλην του 2007 τις υπογράφει ο Κατηγορούμενος, βεβαιώθηκε ότι η Αdvantage δεν είχε κάτι άλλο να αποκαλύψει προς τους ελεγκτές και ούτε γινόταν οποιαδήποτε πρόνοια για την αγωγή υπ' αριθμό 7821/01 αλλά και για το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού. ε) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αντί να ενημερώσει την Αdvantage για το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού, μετά την απόρριψη της έφεσης του στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/01, απαιτώντας στην βάση αυτού την ικανοποίηση και την υλοποίηση της συμφωνίας του Δ.Σ, προχώρησε με την καταχώρηση σχετικής αγωγής, χωρίς ουδέποτε προηγουμένως να θέσει οποιονδήποτε ζήτημα προς την Αdvantage. στ) Ουδέποτε το δικηγορικό γραφείο Πατρίκιος Παύλου απέστειλε οποιανδήποτε επιστολή ενημέρωσης στους ελεγκτές για την ύπαρξη της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/01, στη βάση της οποίας λήφθηκε η απόφαση του Δ.Σ για το επίδικο πρακτικό, έστω και αν ανέλαβε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου το 2006 ζ) Ένα από τα τότε μέλη του Δ.Σ κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή ο Μ.Κ 5, βεβαιώνει ότι αφενός ουδέποτε κλήθηκε σε τέτοια συνεδρία, βάση της οποίας καταρτίσθηκε το επίδικο πρακτικό και αφετέρου δεν θυμάται να έτυχε ενημέρωσης για το ζήτημα αυτό. η) Το επίδικο πρακτικό ουδέποτε δόθηκε στην Μ.Κ 6 (υπεύθυνη αρχειοθέτησης των πρακτικών της Αdvantage) για σκοπούς αρχειοθέτησης του. Ουδέποτε απεστάλη πρόσκληση από την Μ.Κ 6 για σύγκληση συνεδρίας του Δ.Σ αναφορικά με το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού. θ) Το επίδικο πρακτικό διαφέρει ως προς τον τύπο, με τα προηγούμενα πρακτικά που η ίδια ετοίμαζε, εφόσον σε αυτό χρησιμοποιείται η λέξη «Προεδρεύων» αντί για «Πρόεδρος» αλλά και ούτε γίνεται οποιανδήποτε αναφορά επ' αυτού για έγκριση προηγούμενων πρακτικών. ι) Ο μόνος που επωφελήθηκε από την ύπαρξη του επίδικου πρακτικού ήταν ο κατηγορούμενος και μόνον εφόσον τα χρέη του προς την Advantage, καθώς και διάφορες οφειλές τρίτων εταιρειών δικών του συμφερόντων, εξαλείφθηκαν. κ) Το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε το πρωτότυπο πρακτικό ενώ όφειλε να το έχει στην κατοχή του τόσο ο κατηγορούμενος όσο και η Advantage. λ) Ουδέποτε επισυνάφθηκε οποιαδήποτε επιστολή από εξωτερικούς νομικούς συμβούλους ή κατατέθηκαν οποιαδήποτε πρακτικά του Δ.Σ, βάση των οποίων λήφθηκε απόφαση από αυτό μην αποκαλυφθεί στους ελεγκτές το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού λόγω του γεγονότος ότι υπήρξε νομική συμβουλή ότι η αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας θα μπορούσε ενδεχομένως (στην απουσία βεβαίως οποιονδήποτε άλλων στοιχείων και γεγονότων) κάποιος να καταλήξει ότι το μόνο λογικό συμπέρασμα ήταν ότι το επίδικο πρακτικό ήταν πλαστογραφημένο και ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε περί της πλαστότητας του κάτι που θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε εύρημα ένοχης του. Αυτά, όμως, από μόνα τους στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι ικανά και επαρκή στοιχεία και γεγονότα ώστε να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο ένα και μόνο λογικό συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε το επίδικο πρακτικό και εν γνώσει του το κυκλοφόρησε. Και τούτο γιατί αν λάβει κανείς υπόψιν του τα ακόλουθα: α) Το γεγονός ότι δεν περιλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage ούτε το πρακτικό ημερομηνίας 22.11.2001, το οποίο αφορά δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων των μελών του ΔΣ, οι οποίοι κατά καιρούς εγγυήθηκαν την εταιρεία που σύμφωνα με τον Μ.Κ 7 εμπίπτει στο Λογιστικό Πρότυπο 24, β) Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έψαχνε να εντοπίσει το επίδικο πρακτικό οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι κάτι είχε υπόψη του, αλλά και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ρώτησε ευθέως τον Μ.Κ 9, αν γνωρίζει πού βρίσκεται αυτό γ) Το γεγονός ότι η Advantage γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/
  2. Μάλιστα στην εν λόγω συνεδρία του Δ.Σ ο νομικός σύμβουλος της εταιρείας δυσαρεστήθηκε για το γεγονός ότι δεν του δόθηκε η εκπροσώπηση του κατηγορουμένου στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. δ) Δεν περιλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage για το έτος 2005 αλλά και ούτε γνωστοποιήθηκε στους ελεγκτές ούτε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  3. ε) Το γεγονός ότι τα πρακτικά του Δ.Σ δεν είχαν αύξοντες αριθμούς όπως αύξοντα αριθμό δεν είχε ούτε και το επίδικο πρακτικό. ζ) Το γεγονός ότι στο πρακτικά του Δ.Σ ημερομηνίας 22.11.2001 αναφέρθηκε ότι η Αdvantage θα καλύψει τις υποχρεώσεις των μελών της, που έδωσαν εγγυήσεις προς την τελευταία. η) Το γεγονός ότι το τότε μέλος του Δ.Σ κατά το έτος 2004, κ. Χ., έδωσε οδηγίες και εξουσιοδότησε το δικηγορικό γραφείο Αργυρού & Δημοσθένους όπως εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή υπ' αριθμόν 10444/10 έναντι της απαίτησης του κατηγορούμενου στη βάση της ύπαρξης του επίδικου πρακτικού χωρίς η Advantage να προβάλει την θέση ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση να καλύψει τον κατηγορούμενο για το ποσό που επιδικάσθηκε εναντίον του στην αγωγή υπ' αριθμό 7821/
  4. θ) τα πρακτικά της εταιρείας ουδέποτε εκτυπώνονταν με τον λογότυπο της ως επίσης και το επίδικο πρακτικό δεν φέρει το λογότυπο της. ι) Το γεγονός ότι ο τότε δικηγόρος του κατηγορουμένου στην αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01 πληροφορήθηκε από τον τελευταίο ότι το Δ.Σ της Advantage αποφάσισε να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο στο ενδεχόμενο που αυτός καλείτο να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμόν 7821/01, πληροφορία που συνάδει με το περιεχόμενο του επίδικου πρακτικού μου δημιουργείται, τουλάχιστον, υποβόσκουσα αμφιβολία (lurking doubt) (Munteanu Alexandru Nicolae ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459) προς το κατά πόσο ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε ή έστω και γνώριζε ότι το επίδικο πρακτικό ήταν πλαστό. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις μόνο με υπόθεση θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε και έθεσε σε κυκλοφορία το επίδικο πρακτικό, κάτι το οποίο με βάση τις ευθυγραμμισμένες αρχές της νομολογίας δεν επιτρέπεται. Οι όλοι κρίκοι που συνθέτουν την αλυσίδα της περιστατικής μαρτυρίας που παρουσιάστηκε από την κατηγορούσα αρχή δεν συγκροτούν μεταξύ τους ένα αδιάσπαστο σύνολο αλλά αντίθετα αυτοί δεν είναι συμπαγείς, έχουν ρήγματα και παρουσιάζουν μεταξύ τους κενά ώστε το Δικαστήριο να μην μπορεί να καταλήξει σε ένα και μόνο λογικό συμπέρασμα περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Στην πιο πάνω κατάληξη μου λαμβάνω, πέραν των πιο πάνω, ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία ότι δεν έλαβε πράγματι χώρα τέτοια συνεδρίαση του Δ.Σ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω, με βάση το επίδικο πρακτικό, διευθυντής της Marketrends Sevretarial Services Ltd, πέραν της Μ.Κ 6, ήταν και ο Γ. Χ. και ως εκ τούτου το εν λόγω πρόσωπο μπορούσε να συγκαλέσει τέτοια συνεδρία αλλά και να καταγράψει τα σχετικά πρακτικά της. Ούτε και μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι ο τότε συνήγορος του κατηγορουμένου, δικηγόρος Σταύρος Παύλου, στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 7821/01 ενημερώθηκε για το γεγονός ότι το Δ.Σ έλαβε τέτοια απόφαση να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο, στο ενδεχόμενο που ο τελευταίος καλείτο να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στους μετόχους της Iris στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής. Ούτε και παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου ο κ. Σ. Π. για τον λόγο που ο ίδιος δεν γνωστοπόιησε στους ελεγκτές την αγωγή υπ' αριθμόν 7821/01. Αντίθετα, το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατατέθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Συνάγεται επίσης ότι υπήρχε τουλάχιστον ακόμη ένα πρακτικό (βλέπε Τεκμήριο 118) το οποίο αφορούσε απόφαση του Δ.Σ να αποζημιώσει τον κατηγορούμενο σε περίπτωση που αυτός καλείτο να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε τρίτους που θα έπρεπε να γνωστοποιηθεί στους ελεγκτές αλλά και να συμπεριληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage, πράγμα το οποίο δεν έγινε κατά παράβαση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Συνάγεται επίσης ότι ήταν πρακτική της Advantage να ακολουθεί τις υποδείξεις του εξωτερικού της νομικού συμβούλου και στην βάση της ανάλογης του συμβουλής το Δ.Σ αποφάσιζε κατά πόσο το περιεχόμενο του οποιουδήποτε πρακτικού θα γνωστοποιείτο στους ελεγκτές. Το γεγονός αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω αλλά αντίθετα γίνεται αποδεκτό από τους μάρτυρες κατηγορίας ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σε αυτές και το Τεκμήριο 118 στις οικονομικές καταστάσεις του 2005, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Εκείνο που η κατηγορούσα αρχή το παρουσιάζει ως μεμπτό, ότι δηλαδή το επίδικο πρακτικό αφενός δεν γνωστοποιήθηκε στους ελεγκτές και αφετέρου δεν συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της Advantage για το 2004, με σκοπό να καταδείξει την πλαστότητα του επίδικου πρακτικού θα ήταν λογικό και θα είχε την δυναμική που του αποδίδει η κατηγορούσα αρχή εάν κατά τα λοιπά γινόταν το αντίθετο. Τουναντίον ως προκύπτει, για άσχετα με αυτό το θέμα δηλαδή του επίδικου πρακτικού, στο παρελθόν και πάλι δεν γίνονταν σχετικές αναφορές προς τους λογιστές από το Δ.Σ περί αποφάσεων του ώστε να συμπεριληφθούν στις οικονομικές καταστάσεις. Εκτός από τις εγγυήσεις που δόθηκαν στον κατηγορούμενο, στη βάση του επίδικου πρακτικού, του είχαν δοθεί παρόμοιες εγγυήσεις και σε άλλη περίπτωση, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 118 και επομένως η πρακτική της παροχής προς Διοικητικούς Συμβούλους κάλυψης για υποχρεώσεις που ανάλαβαν προς όφελος της εταιρείας, μέσω εταιρικής εγγύησης, δεν ήταν κάτι ασύνηθες. Το εν λόγω πρακτικό το υπέγραψε ο Μ.Κ 9 και ούτε αυτή η εγγύηση και η πιθανή έκθεση σε οικονομικό κίνδυνο της Advantage δεν αναφέρεται στους ετήσιους λογαριασμούς της για το έτος 2005 που υπέγραψε ο Μ.Κ 9, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ήταν γνώστης επ' αυτού. Συνεπακόλουθα, ο ισχυρισμός της κατηγορούσας αρχής ότι η Advantage δεν αποκάλυψε στους ελεγκτές το επίδικο πρακτικό επειδή πολύ απλά δεν είχε καταρτιστεί κατά τον επίδικο χρόνο ή έστω δεν έλαβε χώρα τέτοια συνεδρίαση ως αυτό καταμαρτυρεί χάνει την δυναμική που θα είχε αν σε κάθε άλλη περίπτωση η Advantage ενημέρωνε τους ελεγκτές για όλα πρακτικά και τις αποφάσεις και οι τελευταίοι απλά έκριναν ότι η εκάστοτε απόφαση του Δ.Σ δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στις οικονομικές καταστάσεις. Μολονότι είναι αποδεκτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι το επίδικο πρακτικό ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στους ελεγκτές και συνεπώς δεν περιλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας προκύπτει αβίαστα ότι και τουλάχιστον ακόμη ένα πρακτικό (Τεκμήριο 118) που δεν αμφισβητείτε η ύπαρξη του ουδέποτε γνωστοποιήθηκε ή και αποκαλύφθηκε ποτέ στους ελεγκτές αλλά ούτε και συμπεριλήφθηκε στις οικονομικές καταστάσεις όχι γιατί δεν υπήρχε αλλά γιατί κρίθηκε για οποιουσδήποτε λόγους από το Δ.Σ να μην τους δοθεί. Σε ό,τι αφορά την Μ.Κ 6 η οποία αναφέρει ότι τα πρακτικά της Advantage είχαν συγκεκριμένη δομή και τύπο ( για παράδειγμα πάντοτε στα πρακτικά του Δ.Σ της εν λόγω εταιρείας υπήρχε έγκριση των προηγούμενων πρακτικών αλλά και ότι η ίδια δεν χρησιμοποιούσε την λέξη «Προεδρεύων» που υπάρχει στο επίδικο πρακτικό αλλά την λέξη «Πρόεδρος») αποδέχομαι πλήρως τις θέσεις της, ως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι η περίπτωση που αποδίδεται στην εν λόγω μάρτυρα ότι είναι η ίδια που φέρεται να ετοίμασε το επίδικο πρακτικό ώστε οι πιο πάνω θέσεις της να υπέχουν καταλυτικό ρόλο ότι αυτό είναι πλαστό. Το επίδικο πρακτικό φέρεται να ετοιμάστηκε από τον Γιάννο Χριστοφή που είναι αποδεκτό ότι το εν λόγω πρόσωπο κατείχε την θέση του γραμματέα της Advantage, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Marketrends Secretarial Ltd. Επομένως δεν χωρεί αμφιβολία ότι το εν λόγω πρόσωπο νομιμοποιείτο να είχε προβεί στις ενέργειες που φέρεται με βάση το επίδικο πρακτικό να προέβη και επί τούτου δεν υπάρχει αμφισβήτηση. Το γιατί δεν ζητήθηκε από την Μ.Κ 6 να συντάξει εκείνη το επίδικο πρακτικό δεν έχει συσχετιστεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο με τα γεγονότα της υπόθεσης ώστε να υπέχει οποιαδήποτε δυναμική ή σημασία στην συλλογιστική που η κατηγορούσα αρχή προσπαθεί να εδράσει και να βασίσει πάνω τα επιχειρήματα της. Η περιστατική μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή παρουσιάζει ουσιώδη κενά και αδυναμίες σε βαθμό που να την καθιστά ανεπαρκής και ελλιπής. Με δεδομένη την πιο πάνω κρίση μου παρέλκει η ανάγκη να προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και των υπόλοιπων μαρτύρων υπεράσπισης. Και τούτο γιατί εν πρώτοις το βάρος απόδειξης περί ενοχής του κατηγορουμένου το φέρει η κατηγορούσα αρχή και όχι ο κατηγορούμενος να αποδείξει την αθωότητα του και κατά δεύτερο αφού έχω αναγνώσει την όλη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την υπεράσπιση δεν ανευρίσκω οτιδήποτε που είτε από μόνο του ιδωμένο είτε σε συνδυασμό με την ενώπιον μου λοιπή μαρτυρία να μπορούσε να αποτελέσει την βάση για ενοχή του κατηγορούμενου. Επομένως οποιαδήποτε συμπεράσματα κάτω υπό αυτά τα γεγονότα και περιστάσεις ότι ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε το επίδικο πρακτικό, ότι γνώριζε ότι αυτό ήταν πλαστό και εντούτοις το έθεσε σε κυκλοφορία αλλά και ότι συνωμότησε με τον Γιάννο Χριστοφή να καταδολιεύσουν τους μετόχους της Advantage και τους πιστωτές της Iris καταρτίζοντας το πλαστό επίδικο πρακτικό αποτελούν εικασίες και υποψίες και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71).Θεωρώ ότι οι υποψίες είναι το μοναδικό εύλογο συμπέρασμα στο οποίο το Δικαστήριο μπορεί να προβεί. Επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι ο κατηγορούμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πλαστογράφησε και είχε την απαραίτητή γνώση ότι το επίδικο πρακτικό ήταν πλαστογραφημένο. Δεν έχω ικανοποιηθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι το επίδικο πρακτικό ήταν πλαστό, ότι αυτό δεν είχε καταρτιστεί το 2004 αλλά το 2010 και ότι ουδέποτε έλαβε τέτοια απόφαση το Δ.Σ της Advantage κατά τον έτος 2004 ως αυτή αποτυπώνεται στο επίδικο πρακτικό. Στη βάση των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.