Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. A. Χ., Αρ. Υπόθεσης: 7428/2021, 2/11/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B160 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7428/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- A. Χ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2/11/2022 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: Η κα. Φ. Κακούρη Για Κατηγορούμενη: Ο κ. Ε. Ευσταθίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο [ ] της [ ] του Μακάριου Νοσοκομείου (στο εξής «το Νοσοκομείο»). Η παραπονούμενη εργαζόταν, κατά τον ίδιο χρόνο, ως ωρομίσθια καθαρίστρια στο εν λόγω Νοσοκομείο και ήταν τοποθετημένη στην πτέρυγα/θάλαμο «Καθηγητής Κύπρος Νικολαΐδης» (Μαιευτήριο 1) της εν λόγω Μαιευτικής κλινικής. Την 23.01.2021 και τα δύο πιο πάνω πρόσωπα βρισκόντουσαν σε υπηρεσία. Περί τις 8:30, ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε, στα πλαίσια της εφημερίας του, τον εν λόγω θάλαμο με σκοπό να εξετάσει αλλά και για να ενημερωθεί για την πορεία των εκεί νοσηλευομένων γυναικών. Την περίοδο εκείνη, λόγω της πανδημίας του Covid-19, είχαν τεθεί σε εφαρμογή διάφορα πρωτόκολλα, σε μία προσπάθεια της Διοίκησης του Νοσοκομείου, για τον περιορισμό της διασποράς του εν λόγω ιού. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στον εν λόγω θάλαμο ο κατηγορούμενος παρατήρησε στην είσοδο του διαδρόμου, έξω δηλαδή από τα δωμάτια των νοσηλευομένων γυναικών, παρατημένο ατομικό προσωπικό εξοπλισμό (γάντια, ρόπα και σκούφο). Αυτός είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως από νοσηλεύτριες κατά την επίσκεψη τους σε δωμάτιο όπου φιλοξενείτο ασθενής που κρίθηκε ως ύποπτο κρούσμα Covid-
- O εν λόγω ατομικός εξοπλισμός θα έπρεπε, μετά την χρησιμοποίηση του, να είχε πεταχτεί σε ένα κίτρινο καλάθι που τοποθετήθηκε, έξω στο διάδρομο του θαλάμου, προς το σκοπό αυτό. Είναι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι κατά την επίσκεψη του κατηγορουμένου, εντός του πιο πάνω θαλάμου, προκλήθηκε επεισόδιο και αντιπαράθεση μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονουμένης. Στη βάση αυτού του κατ' ισχυρισμού περιστατικού ο κατηγορούμενος κατηγορείτε ότι παρενόχλησε την παραπονούμενη στον χώρο εργασίας της, δηλαδή της επιτέθηκε και την εξύβρισε, με αποτέλεσμα να προσβάλλει τόσο την αξιοπρέπεια της αλλά και να της δημιουργήσει ένα εξευτελιστικό και ταπεινωτικό περιβάλλον στο χώρο εργασίας της (1η κατηγορία), ότι της επιτέθηκε παράνομα (2η κατηγορία) και ότι την εξύβρισε δημόσια (3η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την ενοχή του, οπόταν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Αποτελεί, συνοπτικά, εκδοχή του ότι ουδέποτε επιτέθηκε, εξύβρισε αλλά και παρενόχλησε την παραπονούμενη. Ο ίδιος, λόγω του ότι διαπίστωσε παραβίαση των πρωτοκόλλων και στην προσπάθεια του να τα εφαρμόσει, αποδέχεται μόνο το γεγονός ότι προέβη σε παρατήρηση, με αυστηρό ύφος, στην παραπονούμενη, ώστε να πετάξει τον ατομικό εξοπλισμό εφόσον αυτός αποτελούσε κίνδυνος και εστίας μόλυνσης. Λόγω της αυστηρής παρατήρησης του προς την παραπονούμενη, η τελευταία αντέδρασε με θρασύτητα, αυθάδεια και αγένεια, μιλώντας του σε έντονο ύφος. Είναι επίσης η θέση του ότι η εναντίον του καταγγελία από την παραπονούμενη έγινε για εκδικητικούς σκοπούς, λόγω του ότι ο ίδιος απέστειλε, προηγουμένως, επιστολή προς την Διεύθυνση του Νοσοκομείου καταγγέλλοντας την πιο πάνω απαράδεκτη συμπεριφορά της. Λαμβανομένου υπόψιν των πιο πάνω θέσεων αποτελεί επίσης κοινός τόπος, μεταξύ των μερών, μέσω της μη αμφισβητούμενης αλλά και αναντίλεκτης μαρτυρίας ότι η παραπονούμενη, την 29.01.2021, υπέβαλε γραπτό παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Στα πλαίσια διερεύνησης του παραπόνου της λήφθηκε, την 31.01.2021, ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 2). Ο εκπρόσωπος της συντεχνίας που η παραπονούμενη υπάγετο (Μ.Κ 4), και ο οποίος είχε ενημερωθεί για το κατ' ισχυρισμό επίδικο περιστατικό από την τελευταία (ως προς το πότε υπάρχει διάσταση μεταξύ των μερών), απέστειλε αριθμό επιστολών σε διάφορα αρμόδια Τμήματα καταγγέλλοντας τα κατ' ισχυρισμό επίδικα γεγονότα και ζητώντας την διερεύνηση τους. Επιστολές, εν τω μεταξύ, απέστειλε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος καταγγέλλοντας την απρεπή συμπεριφορά της παραπονουμένης. Τις παραθέτω: α) Την 25.1.2021 ο Μ.Κ 4 προέβη σε γραπτή καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου, λόγω της κατ'ισχυρισμόν συμπεριφοράς του, προς τον εκτελεστικό διευθυντή του ΟΚΥΠΥ, κοινοποιώντας την και σε τρίτα πρόσωπα (Τεκμήριο 8). β) Την 25.1.2021 ο κατηγορούμενος απέστειλε επιστολή προς την Διεύθυνση του Νοσοκομείου (Τεκμήριο 10). γ) Την 11.2.2021 ο κατηγορούμενος απέστειλε εκ νέου επιστολή προς ΟΚΥΠΥ (Τεκμήριο 11). δ) Την 15.02.2021 ο κατηγορούμενος απέστειλε εκ νέου επιστολή προς ΟΚΥΠΥ (Τεκμήριο 12) εις απάντηση της επιστολής που απέστειλε ο Μ.Κ 4 ανωτέρω, αναφέροντας αφενός ότι το περιεχόμενο της περιέχει ψέματα και αφετέρου ότι κάποιοι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτή αποτελούν λίβελλο προς το πρόσωπο του. ε) Την 26.3.2021 ο Μ.Κ 4 απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 9) προς την Επίτροπο Διοικήσεως καταγγέλοντας το γεγονός ότι ο ΟΚΥΠΥ, μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία, δεν προέβη σε οποιαδήποτε έρευνα απαιτώντας από την εν λόγω Επίτροπο όπως διεξάγει την δική της έρευνα. στ) Στις 31.03.2021 λήφθηκε από τον Μ.Κ 4 επιστολή (Τεκμήριο 13) του Διευθυντή Ισότητας του Τμήματος Εργασίας, ο οποίος ανάφερε ότι σε σχέση με το παράπονο της παραπονουμένης δεν διαπιστώθηκε να υπήρχε οποιαδήποτε παρενόχληση/διάκριση λόγω φύλου στην εργασία. ζ) Στις 3.12.2021 η Επίτροπος απέστειλε επιστολή προς τον Μ.Κ 4 σε σχέση με την υποβολή παραπόνου που υπεβλήθη από τον Μ.Κ 4 η) Στις 3.1.2022 ο Μ.Κ 4 απέστειλε επιστολή (Τεκμήριο 14) προς την Επίτροπο Διοικήσεως ζητώντας και πάλι την παρέμβαση της Τα πιο πάνω γεγονότα καθίστανται αυτομάτως και ευρήματα του Δικαστηρίου. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν η Αστυφύλακας [ ] (Μ.Κ 1), η ίδια η παραπονούμενη (Μ.Κ 2), η επιθεωρήτρια - συντονίστρια (Μ.Κ 3) του ωρομίσθιου προσωπικού, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο εν λόγω Νοσοκομείο και προϊσταμένη της παραπονούμενης καθώς και ο επαρχιακός οργανωτικός του ελεύθερου εργατικού κέντρου της ΣΕΚ (Μ.Κ 4). Αφού ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία προέβη σε ανώμοτη δήλωση (Τεκμήριο 17) κλητεύοντας και έναν μάρτυρα υπεράσπισης, τον γυναικολόγο ιατρό (Μ.Υ 1). ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Μ.Κ 1 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, την γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 1). Εξήγησε τις ενέργειες που η ίδια προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι επικοινώνησε με την βοηθό θαλάμου, για την οποία γίνεται αναφορά τόσο στην κατάθεση του κατηγορούμενου όσο και της παραπονούμενης ότι ήταν παρούσα στο κατ' ισχυρισμόν επεισόδιο, ώστε να της λάβει σχετική κατάθεση πλην όμως η ίδια αρνήθηκε, αναφέροντας ότι δεν άκουσε και δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το περιστατικό (Τεκμήριο 3). Επικοινώνησε επίσης τηλεφωνικώς με την υπεύθυνη του νοσηλευτικού προσωπικού, η οποία εργαζόταν στον επίδικο θάλαμο κατά τον ουσιώδη χρόνο, με σκοπό να ληφθεί και από αυτήν σχετική κατάθεση. Και πάλι όμως το εν λόγω πρόσωπο εξέφρασε την επιθυμία να μην αναμειχθεί στην παρούσα υπόθεση και αρνήθηκε να προβεί σε οποιανδήποτε κατάθεση (Τεκμήριο 4). Ισχυρίσθηκε ότι κατά τη λήψη του παραπόνου της παραπονούμενης, η τελευταία ήταν αναστατωμένη και το βλέμμα της κοιτούσε προς τα κάτω. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε ότι λήφθηκε και κατάθεση από την Μ.Κ 3 (Τεκμήριο 6). Η παραπονούμενη υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, την γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 5). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση της ότι υπεύθυνη για την καθαριότητα του κίτρινου καλάθου, στο οποίο τοποθετείτο ο χρησιμοποιημένος ατομικός εξοπλισμός, ήταν η βοηθός θαλάμου και όχι η ίδια. Με το που ο κατηγορούμενος διαπίστωσε τον ατομικό εξοπλισμό να είναι παρατημένος έξω στον διάδρομο άρχισε να φωνάζει σε όλο το νοσηλευτικό προσωπικό ότι δεν ήταν προσεκτικές. Όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από το δωμάτιο, υπ' αριθμόν 3, του επίδικου θαλάμου η ίδια βρισκόταν στην κουζίνα. Βγαίνοντας από αυτήν πήρε από το τρόλεϊ, που υπήρχε στον διάδρομο, ένα ζευγάρι γάντια και μόλις πλησίασε το δωμάτιο 3, ήρθε μπροστά της ο κατηγορούμενος αναφέροντάς της και περιτριγυρίζοντάς την «ωραία τα μαλλάκια σας » και με ειρωνικό ύφος της ανέφερε «πήγαμε και στο κομμωτήριο;» Αυτή του απάντησε «ορίστε; » και αυτός της επανέλαβε την ίδια πρόταση για το κομμωτήριο. Η ίδια του ανέφερε ότι δεν πήγε σε κανένα κομμωτήριο και τα μαλλιά της είναι συγυρισμένα όπως πρέπει. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος στάθηκε μπροστά της και την αποκάλεσε αυθάδη και με το δεξί δείκτη του χεριού του την έσπρωξε στο κέντρο του θώρακά της 2 φορές, αναφέροντάς της «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», «έξω από τον θάλαμο να μην σε ξαναδώ εδώ απολύεσαι». Η ίδια πήρε την τσάντα της και αποχωρώντας ανέφερε στον κατηγορούμενο να της δώσει γραπτώς την απόλυσή της, αλλά και να γράψει σε αυτήν τον λόγο αλλά και τη συμπεριφορά του. Ο κατηγορούμενος και πάλι άρχισε να φωνάζει διώχνοντάς την και αποκαλώντας την «άχρηστη καθαρίστρια». Αμέσως η ίδια μετέβη στην Μ.Κ 3 αναφέροντάς της τα πιο πάνω γεγονότα. Η προϊσταμένη της, της άλλαξε θάλαμο. Ενημέρωσε επίσης την Διοίκηση του νοσοκομείου και τον συντεχνιακό της Μ.Κ
- Παρόντες, στο όλο κατ' ισχυρισμόν συμβάν, ήταν και το νοσηλευτικό προσωπικό του θαλάμου, οι οποίοι έλεγαν στον κατηγορούμενο να σταματήσει να φωνάζει. Ανάφερε, επιπρόσθετα, προφορικά ότι ενημέρωσε την υπεύθυνη του θαλάμου για το γεγονός ότι δύο νοσηλεύτριες παράτησαν τον ατομικό εξοπλισμό τους στο πάτωμα και ότι η ίδια θα έπρεπε να δώσει οδηγίες στην βοηθό θαλάμου να τον μαζέψει. Η παραπονούμενη ενημέρωσε προς τούτο την εν λόγω βοηθό θαλάμου και προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει, έστω και αν δεν ήταν ανάμεσα στα καθήκοντα της, αλλά αυτή συνέχισε να προσφέρει το πρόγευμα στους ασθενείς χωρίς να τα μαζέψει. Ενημερώθηκε από την Μ.Κ 3 ότι ο κατηγορούμενος, πριν η ίδια μεταβεί στο γραφείο της, ήδη της τηλεφώνησε απαιτώντας από αυτήν να την απολύσουν. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι η συμβουλή της Μ.Κ 3 ήταν να μην προβεί σε οποιανδήποτε καταγγελία σε σχέση με τα κατ' ισχυρισμόν ποινικά αδικήματα. Ήταν επίσης η θέση της ότι ο κατηγορούμενος, την ίδια εβδομάδα, προσέβαλε και μία άλλη συνάδελφό της στους διαδρόμους του Νοσοκομείου, αλλά η ίδια δεν προέβη σε οποιανδήποτε καταγγελία εναντίον του, φοβούμενη μην απωλέσει την εργασία της. Ως προς τον λόγο που προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, 6 μέρες μετά το περιστατικό, ήταν επειδή δεν ένιωθε καλά και ήταν ο Μ.Κ 4 που την προέτρεψε να προβεί στην επίδικη καταγγελία. Αντεξεταζόμενη, αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο λόγος που υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου, 6 μέρες μετά το επίδικο περιστατικό, ήταν γιατί ο τελευταίος ήδη προέβη σε καταγγελία εις βάρος της, προσθέτοντας ότι η ίδια δεν έκανε κάτι το μεμπτό. Η δική της καταγγελία, ήταν η θέση της, προηγήθηκε της καταγγελίας του κατηγορουμένου. Όταν ενημέρωσε τον Διευθυντή του Νοσοκομείου, ο τελευταίος την προέτρεψε να μην δώσει οποιαδήποτε συνέχεια στο όλο συμβάν, με σκοπό να διαφυλαχθεί το καλό όνομα του Νοσοκομείου. Διευκρίνισε ότι ανάφερε στην Μ.Κ 3 το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την ακούμπησε δύο φορές με το δάκτυλό του στο στέρνο της. Εξήγησε, επίσης, ότι ο λόγος που η προϊσταμένη του θαλάμου δεν ήθελε να προβεί σε οποιαδήποτε κατάθεση ήταν γιατί προφανώς φοβόταν τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε την άγγιξε και ότι ουδέποτε την εξύβρισε. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν προέβη σε άμεση καταγγελία του κατηγορουμένου στην Αστυνομία ήταν γιατί φοβόταν ότι υπήρχε κίνδυνος να απωλέσει την εργασία της λόγω και της θέσης του κατηγορουμένου. Η Μ.Κ 3 υιοθέτησε, μεταξύ άλλων για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της, τη γραπτή της κατάθεση (Τεκμήριο 6). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση της, στη βάση αυτής αλλά και κατόπιν διευκρινιστικών ερωτήσεων, ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, η παραπονούμενη αμέσως μετά το επίδικο συμβάν την επισκέφτηκε στο γραφείο της. Ήταν αναστατωμένη, έκλαιγε και βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Την πληροφόρησε για το τί είχε επισυμβεί. Πριν την επισκεφτεί η παραπονούμενη της τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος θυμωμένος, ζητώντας από αυτήν να την απολύσει αμέσως, λόγω του ότι είναι ανίκανη, αυθάδης και επειδή του αντιμίλησε. Η ίδια του εξήγησε ότι δεν γίνονται με τέτοιο τρόπο οι απολύσεις αλλά υπάρχουν διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν. Αντεξεταζόμενη, προέβαλε τη θέση ότι τα όσα αναγράφει στην κατάθεση της, σε σχέση με το πως έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό περιστατικό, ήταν όπως ακριβώς της τα μετέφερε η παραπονουμένη. Ισχυρίσθηκε επιπρόσθετα ότι πράγματι η παραπονούμενη της ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος την χτύπησε με το δάκτυλό του στο στέρνο της και ως προς τον λόγο που δεν ανάφερε το γεγονός αυτό στην κατάθεση της ήταν γιατί προφανώς της διέφυγε. Ανάφερε επίσης ότι πριν δώσει μαρτυρία ενώπιον του του Δικαστηρίου και μόλις παρέλαβε την σχετική κλήση μάρτυρος είχε συνομιλία με την παραπονούμενη και το μόνο πράγμα που την ρώτησε ήταν όπως της υπενθυμίσει για το πότε έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμόν περιστατικό. Ο Μ.Κ 4 υιοθέτησε, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του, την γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 7). Ήταν σε γενικές γραμμές η θέση του ότι κατά τον επίδικο χρόνο (περί τις 11:00 π.μ) έγινε, τηλεφωνικώς, δέκτης παραπόνου από την παραπονούμενη εν σχέση με το κατ' ισχυρισμό επίδικο επεισόδιο. Επικοινώνησε ακολούθως με την Μ.Κ 3 όπου και ζήτησε να αλλάξουν θάλαμο στην παραπονούμενη. Μετά την υποβολή του γραπτού παραπόνου που ο ίδιος υπέβαλε εναντίον του κατηγορουμένου, λόγω του ότι δεν ήταν η μοναδική περίπτωση που ο τελευταίος επέδειξε κακή συμπεριφορά, ο τελευταίος επικοινώνησε, τηλεφωνικώς, μαζί του αναφέροντας του ότι το περιεχόμενο της επιστολής που απέστειλε αποτελεί λίβελο προς το πρόσωπο του. Ο κατηγορούμενος επίσης θύμωσε και άρχισε να φωνάζει ότι όλες οι εναντίον του καταγγελίες είναι ψεύτικες. Σε σχετική συνεδρία του ΟΚΥΠΥ ο ίδιος ανέφερε ότι επείγει η ολοκλήρωση της συγκεκριμένης έρευνας λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης της παραπονούμενης, η οποία, δυστυχώς, προχώρησε σε απόπειρα αυτοκτονίας, λαμβάνοντας υπερδοσολογία φαρμάκων (Τεκμήριο 15). Ανέφερε, επιπρόσθετα, ότι οι συντεχνίες είχαν γίνει αποδέκτες καταγγελιών από άλλες καθαρίστριες σχετικά με τη συμπεριφορά (επιθετική και βίαιη συμπεριφορά) του κατηγορούμενου και στο παρελθόν. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις άσκησαν πίεση, ώστε να διερευνηθεί το συντομότερο το όλο περιστατικό, γιατί αφενός υπήρχε αναστάτωση μεταξύ του προσωπικού και αφετέρου λόγω του ότι η παραπονούμενη, εξαιτίας του περιστατικού, προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι όλα όσα γεγονότα περιγράφει ο ίδιος στις πιο πάνω επιστολές στηρίζονται στο τί του μετέφερε η ίδια η παραπονούμενη, εφόσον ο ίδιος δεν ήταν παρών στο όλο επεισόδιο. Κατά την διερεύνηση του κατ' ισχυρισμού περιστατικού, επισκέφθηκε το Νοσοκομείο όπου τρίτα πρόσωπα, τα οποία ήσαν παρόντα κατά τον επίδικο χρόνο, του επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς της παραπονουμένης. Διευκρίνισε όμως ότι τα εν λόγω πρόσωπα δεν ήταν πρόθυμα να προβούν σε κατάθεση στην Αστυνομία, λόγω του φόβου τους να μην απωλέσουν την εργασία τους. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι όλες οι επιστολές που απέστειλε δεικνύουν μία κακεντρέχεια του ιδίου προς τον κατηγορούμενο και πως το κατ' ισχυρισμόν περιστατικό ήταν σκηνοθετημένο, με σκοπό να πληγεί ο τελευταίος. Διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη όταν τον κάλεσε στο τηλέφωνο, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν φανερά αναστατωμένη και δεν υπήρχε κανένας λόγος, σύμφωνα με τη δική του γνώμη, αυτή να είχε σκηνοθετήσει το όλο περιστατικό. Ο ίδιος στη βάση της εμπειρίας του, αλλά και αφού επιβεβαίωσε με τρίτα πρόσωπα ότι η παραπονούμενη έλεγε την αλήθεια, πείστηκε για το αληθές της καταγγελίας της. Διευκρίνισε στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν ανάμεσα στα καθήκοντά της παραπονούμενης να μετακινήσει τις στολές του νοσηλευτικού προσωπικού. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος σκηνοθέτησε το κατ'ισχυρισμόν περιστατικό λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε τα χατίρια των συντεχνιακών αλλά και λόγω του ότι επειδή ο τελευταίος ήταν μέλος άλλου πολιτικού κόμματος, αντιθέτου με τις ιδεολογικές αντιλήψεις της συντεχνίας που ο ίδιος εξυπηρετεί. Ανέφερε επίσης ότι το αποτέλεσμα της έρευνας που ο ΟΚΥΠΥ διεξήγαγε, ήταν πως επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, σε σχέση μόνο με τη φραστική επίθεση. Αρνήθηκε ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός του ότι η παραπονούμενη προέβη πράγματι σε απόπειρα αυτοκτονίας. Ο Μ.Υ 1, ειδικευόμενος γυναικολόγος κατά τον ουσιώδη χρόνο στο Νοσοκομείο, ανέφερε ότι συνόδευε τον κατηγορούμενο κατά τον έλεγχο του θαλάμου την επίδικη ημέρα και ότι ήταν παρών στο κατ' ισχυρισμόν επεισόδιο. Για το λόγο αυτό του λήφθηκε κατάθεση από λειτουργό του ΟΚΥΠΥ, στα πλαίσια διερεύνησης του εν λόγω επεισοδίου. Διευκρίνισε όμως ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε κατάθεση στην Αστυνομία. Σε σχέση με το κατ΄ ισχυρισμόν συμβάν ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος θύμωσε, όπως ήταν αναμενόμενο, όταν διαπίστωσε παρατημένο στο έδαφος τον ατομικό εξοπλισμό, πράγμα για τον ίδιο ανεπίτρεπτο. Ο κατηγορούμενος διέταξε να καθαριστούν άμεσα. Τη στιγμή εκείνη υπήρχαν δύο καθαρίστριες. Η πρώτη ανέλαβε να τα καθαρίσει ενώ η 2η , που ήταν η παραπονούμενη, αντέδρασε και αρνήθηκε να τα καθαρίσει. Ο κατηγορούμενος την προέτρεψε να τα καθαρίσει, εφόσον της ανάφερε ότι είναι ανάμεσα στα καθήκοντα της, και η παραπονούμενη συνέχισε να αρνείτο. Ακολούθησε μεταξύ τους φραστικός διαπληκτισμός. Παρούσα στο περιστατικό ήταν και η προϊσταμένη της παραπονούμενης. Πέραν από τον φραστικό διαπληκτισμό δεν περιήλθε στην αντίληψη του οτιδήποτε άλλο. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ακούμπησε την παραπονουμένη. Αντεξεταζόμενος, διευκρίνισε ότι δεν έδωσε οποιαδήποτε γραπτή κατάθεση στον λειτουργό του ΟΚΥΠΥ, απλά απάντησε σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα 1‑2 μήνες μετά το κατ' ισχυρισμόν επίδικο περιστατικό. Για το γεγονός αυτό ενημέρωσε τον κατηγορούμενο. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ποιος ήταν επιφορτισμένος με το καθήκον να μαζέψει τον παρατημένο ατομικό εξοπλισμό από τον διάδρομο. Ήταν όμως η θέση του ότι ο κατηγορούμενος φώναξε της προϊσταμένης της καθαρίστριας, ώστε να πεταχτούν οι στολές. Επέμενε ότι η προϊσταμένη της παραπονούμενης, κάποια Σούλα, ήταν παρούσα στο όλο επεισόδιο. Δήλωσε επίσης γνώστης του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και άλλη ποινική υπόθεση για την οποία έχει τεθεί σε διαθεσιμότητα. Αποδέχθηκε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν πολύ θυμωμένος και αρνήθηκε ότι άγγιξε την κατηγορούμενη στο στήθος της, με το δάκτυλό του. Αρνήθηκε επίσης σχετική υποβολή ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στο όλο κατ' ισχυρισμόν επεισόδιο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η αξιολόγησή των μαρτύρων θα κριθεί με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια νομολογία για το θέμα αυτό (Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ., Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ, νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του Τάκη Ηλιάδη σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαμπάς v A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1Α.Α.Δ. 820, C & Α Pelekanos Associates Limited v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401. Για παράδειγμα, ως συνάγεται, μέσα από τις πιο πάνω αποφάσεις, σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν, μεταξύ άλλων, τα λεγόμενά του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο, η πηγή των γνώσεων του στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, η σαφήνεια των απαντήσεων του και η αληθοφάνεια της εκδοχής του, η ειλικρίνεια του και η ύπαρξη υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων στα όσα κατάθεσε. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Η Μ.Κ 1 άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις. Η εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο, με πειστικό τρόπο, τις ενέργειες στις οποίες είχε προβεί μέσα στα πλαίσια των αστυνομικών της καθηκόντων. Αυτές δε, αφενός, επιβεβαιώνονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια και αφετέρου, επί της ουσίας, δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, με αποτέλεσμα αυτές να έχουν παραμείνει αναντίλεκτες. Η παραπονούμενη, η οποία ήταν η βασικότερη μάρτυρας για την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής, μου άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις και με έπεισε πλήρως ως προς τη δική της εκδοχή γεγονότων. Νιώθω ασφάλεια, μέσω της μαρτυρίας της, να εξάγω εκείνα τα συμπεράσματα αλλά και ευρήματα για το τί ακριβώς είχε επισυμβεί, κατά τον επίδικο χρόνο, μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονουμένης. Η εν λόγω μάρτυρας περιέγραψε στο Δικαστήριο με απλοϊκό τρόπο για το πώς η ίδια βίωσε τα επίδικα γεγονότα. Ήταν φανερή η συναισθηματική της φόρτιση, εξιστορώντας τα και αναβιώνοντας για 2η φορά στη μνήμη της, τα όσα δυσάρεστα προς το πρόσωπό της επεσυνέβησαν. Η εκδοχή της έχει λογική συνοχή και ήταν αληθοφανής. Παρά την αντεξέτασή της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και σε κανένα σημείο η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε. Το γεγονός ότι έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο μεταξύ της ιδίας και του κατηγορουμένου επιβεβαιώνεται μέσα από την υποστηρικτική μαρτυρία της Μ.Κ 3 και του Μ.Κ 4, τους οποίους τη μαρτυρία αποδέχομαι ως προς το ζήτημα αυτό, ως θα αναφερθεί αμέσως κατωτέρω. Και τούτο γιατί η ίδια μόλις αποχώρησε από τον θάλαμο, αμέσως δηλαδή του επεισοδίου με τον κατηγορούμενο, αφενός επισκέφθηκε το γραφείο της Μ.Κ 3 και αφετέρου κάλεσε τον Μ.Κ 4 στο τηλέφωνο πληροφορώντας τους για τα όσα έλαβαν χώρα. Η αληθοφάνεια της εκδοχής της συμπεραίνεται και από το γεγονός ότι όταν επισκέφθηκε το γραφείο της Μ.Κ 3 η παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη, έκλαιγε και ήταν σε κατάσταση σοκ, όπως η Μ.Κ 3 επιβεβαιώνει. Αναστατωμένη ήταν και πάλι η παραπονούμενη όταν και επισκέφθηκε την Μ.Κ 1 με σκοπό να υποβάλει καταγγελία στην Αστυνομία. Τα πιο πάνω γεγονότα ως προκύπτουν από την αξιόπιστη μαρτυρία δεικνύουν ότι η εικόνα της ψυχολογικής κατάστασης της παραπονουμένης ήταν γνήσια και δεν ήταν το αποτέλεσμα οποιουδήποτε θεατρινισμού ή οποιουδήποτε άλλου λόγου (βλέπε κατ' αναλογία τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση FLH v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 4/2020, 31/1/2022). Η αναφορά αυτή του Δικαστηρίου γίνεται με αποκλειστικό σκοπό να καταδειχθεί ότι η παραπονούμενη, αναφέροντας και εξιστορώντας τα γεγονότα ήταν σε κατάσταση σοκ, αναστατωμένη και έκλαιγε, που σε συνδυασμό με την όλη εικόνα που άφησε στο Δικαστήριο, το οδηγούν στο συμπέρασμα ότι είπε την αλήθεια αλλά και ότι η εκδοχή της επιβεβαιώνεται από την λογική συνέχεια των πραγμάτων. Εξάλλου δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποδέχεται ότι προέβη σε αυστηρή και σε έντονο ύφος παρατήρηση στην παραπονούμενη, παραδεχόμενος ότι υπήρξε μεταξύ τους κάποιου βαθμού ρήξη. Ούτε και μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δικαστήριο το γεγονός ότι η Μ.Κ 1, της οποίας την μαρτυρία ως έχω αναφέρει ανωτέρω έκανα αποδεκτή, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους αυτόπτες μάρτυρες που ήταν παρόντες στο επίδικο επεισόδιο, δηλαδή την βοηθό και προϊσταμένη του θαλάμου, οι οποίες όμως δεν επιθυμούσαν να εμπλακούν στα γεγονότα της υπόθεσης δίδοντας σχετική κατάθεση στην Αστυνομία. Επί τούτου, και σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, δημιουργείτε το εύλογο ερώτημα πως αν πράγματι δεν λάμβανε χώρα το επίδικο επεισόδιο, ως η παραπονούμενη ισχυρίζεται, δεν θα υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος, κατά την κρίση μου, τα πιο πάνω πρόσωπα να μην επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση στην Αστυνομία αναφέροντας πολύ απλά την αλήθεια, ότι δηλαδή η παραπονούμενη ψεύδεται και ότι σκηνοθέτησε το όλο επεισόδιο, ως η υπεράσπιση διατείνει. Η επιθυμία για την μη εμπλοκή τους οδηγεί το Δικαστήριο, σε συσχετισμό με τα πιο πάνω, στο εύλογο συμπέρασμα ότι δεν ήθελαν να εμπλακούν λόγω της καθημερινής τριβής τους, στα πλαίσια της εργασίας τους, με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν ο ανώτερος τους. Πόσο μάλλον και που τα δύο πιο πάνω πρόσωπα ήταν γνώστες του γεγονότος ότι η παραπονούμενη ήδη άλλαξε θάλαμο και καμία επαφή δεν θα είχαν μαζί της στα πλαίσια της εργασίας τους. Ούτε και συμμερίζομαι τη θέση της υπεράσπισης ότι η παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία εις βάρος του κατηγορούμενου, επειδή ο τελευταίος είχε ήδη προβεί σε καταγγελία εναντίον της. Και τούτο γιατί, ως έχει αναφερθεί, η ίδια, αμέσως μετά, ενημέρωσε τόσο την προϊσταμένη της όσο και τον συντεχνιακό της. Εξάλλου ποιό συμφέρον θα είχε η παραπονούμενη να σκηνοθετήσει το όλο περιστατικό αποτελεί άξιον απορίας, λαμβανομένου υπόψιν και του γεγονότος ότι κανένα προηγηθέν επεισόδιο ή αντιπαράθεση είχε η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα. Τουναντίον είναι της ίδιας της παραπονούμενης που τα συμφέροντα της έχουν πληγεί, με το που κατήγγειλε την συμπεριφορά του κατηγορουμένου, εφόσον αφενός αναγκάστηκε να αλλάξει θάλαμο, μετά το επίδικο επεισόδιο, και αφετέρου ο κατηγορούμενος ζητούσε την παραδειγματική της τιμωρία με άμεση λύση του συμβολαίου της και την μετακίνηση της από το εν λόγω Νοσοκομείο (Τεκμήριο 11 και 9). Ούτε και αποδέχομαι την θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που η ίδια προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία ήταν για να εκδικηθεί τον κατηγορούμενο για το ότι ο ίδιος την είχε καταγγείλει στην Διεύθυνση του Νοσοκομείου ζητώντας την απόλυση της. Επί τούτου η παραπονούμενη έδωσε πειστική εξήγηση ότι ο λόγος που κατήγγειλε το όλο περιστατικό, 6 ημέρες μετά, στην Αστυνομία ήταν λόγω του φόβου της που επικρατούσε σε σχέση με το εργασιακό της μέλλον αλλά και της άσχημης ψυχολογικής της κατάστασης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν έχω κανένα ενδοιασμό να αποδεκτώ την μαρτυρία της και να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα μέσω αυτής. Η Μ.Κ 3 επίσης άφησε στο Δικαστήριο θετικές εντυπώσεις και αποδέχομαι την εκδοχή της. Η μαρτυρίας της ήταν ειλικρινής και αντικειμενική εφόσον δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον ως προς την έκβαση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Δείγμα της ειλικρίνειας της αποτελεί το γεγονός ότι η ίδια παραδέχθηκε ότι, πριν δώσει μαρτυρία ενόρκως, επικοινώνησε με την παραπονούμενη με σκοπό να της υπενθυμίσει η τελευταία για το πότε έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό. Το γεγονός αυτό δεικνύει την ειλικρίνειά της προς το Δικαστήριο, γιατί σε αντίθετη περίπτωση, εάν σκοπός της ήταν να το παραπλανήσει, δεν θα το αποδεχόταν με τόση ευκολία. Σημειώνω όμως ότι δεν θα προσδώσω οποιανδήποτε βαρύτητα στα όσα η ίδια ανάφερε τόσο στην κατάθεση της αλλά και ενόρκως για το πως επεσυνέβη το επίδικο επεισόδιο. Και τούτο γιατί η ίδια, ως αποτελεί κοινό τόπο, δεν ήταν παρούσα σε αυτό καθώς επίσης και τα όσα γνωρίζει ότι έλαβαν χώρα είναι με βάση τα όσα της μετέφερε η ίδια η παραπονούμενη. Η μαρτυρία της Μ.Κ 3 επί του ζητήματος αυτού αποτελεί αυτοενισχυτική μαρτυρία ως προς την εκδοχή της παραπονούμενης, και κατ' επέκταση της κατηγορούσας αρχής, και επομένως δεν θα της προσδοθεί η ανάλογη βαρύτητα (Μούρτζινος ν. «Galaxias» κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ, 612, Ορφανίδης Λαϊκή Υπεραγορά Λτδ ν. Δήμου Λάρνακας
(2003)2 ΑΑΔ, 56 και Antwerp Diamond Polisher Ltd κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1(Α) ΑΑΔ, 533). Δεν είναι στη βάση της μαρτυρίας της Μ.Κ 3 που το Δικαστήριο θα βασιστεί ούτως ώστε να καταλήξει σε τελικά ευρήματα για το τί έλαβε χώρα, κατά τον επίδικο χρόνο, εντός του θαλάμου μεταξύ της παραπονουμένης και του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο θα βασιστεί ουσιαστικά στην αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονουμένης. Το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας της, και για το οποίο το Δικαστήριο θα αποδώσει την δέουσα βαρύτητα αποδεχόμενο την μαρτυρία της ως αξιόπιστη, έγκειται στο γεγονός ότι η παραπονούμενη, αμέσως μετά το επεισόδιο, την επισκέφθηκε ζητώντας προφανώς την προστασία της ως η προϊσταμένη της αλλά και ότι ήταν φανερά αναστατωμένη και έκλαιγε. Η πράξη και ενέργεια της παραπονουμένης σε συνάρτηση με την ψυχολογική της κατάσταση οδηγούν το Δικαστήριο στο εύλογο συμπέρασμα για την αληθοφάνεια της δικής της εκδοχής. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη επισκέφθηκε άμεσα την Μ.Κ 3 το επιβεβαιώνει και ο Μ.Κ 4 εφόσον αμέσως μετά το όλο επεισόδιο τα δύο πιο πάνω πρόσωπα είχαν μεταξύ τους συνομιλία και συνεννοήθηκαν ώστε να αλλάξουν άμεσα θάλαμο στην παραπονούμενη για ευνόητους λόγους. Εάν δεν ενημερωνόταν η Μ.Κ 3 αλλά και ο Μ.Κ 4 από την παραπονουμένη, δεν θα υπήρχε ο οποιοσδήποτε λόγος τα πιο πάνω πρόσωπα να συνομιλούσαν μεταξύ τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία της, πλην της πιο πάνω διευκρίνισης στην οποία έχω προβεί. Ο Μ.Κ 4 μου άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις ως μάρτυρας και δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να αποδεχτώ την δική του εκδοχή γεγονότων. Ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο να αναφέρει την αλήθεια και αυτό έπραξε. Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αλλά και οι ενέργειες που προέβη επιβεβαιώνεται μέσα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια. Η όλη στάση του εν λόγω μάρτυρα και η αποστολή επιστολών κρίνω ότι συνάδει με τα καθήκοντα της θέσης του που δεν είναι άλλα από την προάσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων, τους οποίους ο ίδιος εκπροσωπεί και όχι γιατί ο ίδιος είχε την οποιαδήποτε εμπάθεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου, ως η υπεράσπιση διατείνει. Παρά την έντονη αντεξέτασή του παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν περιέπεσε σε οποιανδήποτε ουσιαστική αντίφαση. Το γεγονός ότι ο ίδιος δέχτηκε τηλεφώνημα από την παραπονούμενη, αμέσως μετά το όλο επεισόδιο, επιβεβαιώθηκε από την τελευταία, της οποίας τη μαρτυρία της έχω κάνει αποδεκτή, αλλά και από την Μ.Κ 3, η οποία ανέφερε ότι είχε άμεση επικοινωνία με τον Μ.Κ 4 ώστε να της αλλάξουν θάλαμο. Μάλιστα η Μ.Κ 3 το έπραξε αυτό την ίδια ημέρα. Επίσης το γεγονός ότι ενημερώθηκε άμεσα σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει επιβεβαιώνεται και από το ότι δεν θα υπήρχε λόγος να συναντηθεί με τον Διευθυντή του Μακάριου Νοσοκομείου, δύο μέρες μετά το επίδικο περιστατικό, αλλά και να υποβάλει επίσημη καταγγελία (Τεκμήριο 8), ζητώντας την διερεύνηση του όλου περιστατικού. Από την άλλη όμως δεν θα προσδώσω οποιανδήποτε βαρύτητα, σε σχέση με τον ισχυρισμό του για το πώς έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο εφόσον αφενός ο ίδιος δεν ήταν παρών στο όλο συμβάν, ως είναι κοινός τόπος, και αφετέρου ενημερώθηκε για το τί είχε συμβεί σύμφωνα με τα λεγόμενα της ίδιας της παραπονούμενης. Ισχύουν κατ 'αναλογία τα όσα έχω αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ 3 επί του ζητήματος αυτού. Ούτε και έχω διαπιστώσει ότι το όλο επίδικο επεισόδιο να ήταν μία καλοστημένη παγίδα και πλεκτάνη, σε συνεννόηση πάντοτε μεταξύ της παραπονούμενης και του Μ.Κ 4, ως εισηγείται η υπεράσπιση, με σκοπό να πληγεί ο κατηγορούμενος. Πέραν του γεγονότος ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι γενικός, αόριστος και χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό έρεισμα, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και επ' ουδενί δεν έχω διαπιστώσει ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο κίνητρο ώστε να πλήξει τον κατηγορούμενο σκηνοθετώντας το όλο περιστατικό. Στην ίδια βάση, ούτε και μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση της υπεράσπισης ότι επειδή ο κατηγορούμενος είναι μέλος άλλου πολιτικού κόμματος από αυτό που υπηρετεί ο εν λόγω μάρτυρας ή λόγω του ότι ο κατηγορούμενος δεν του έκανε τα χατίρια του είχε κίνητρο να τον πλήξει. Όλες οι πιο πάνω θέσεις της υπεράσπισης, με κάθε σεβασμό, στερούνται και λογικής αλλά και είναι άνευ ερείσματος. Κλείνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ 4 θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν αποδέχομαι την θέση της κατηγορούσας αρχής, η οποία εκφράστηκε διαμέσου του εν λόγω μάρτυρα, ότι η παραπονούμενη προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας εξαιτίας του επίδικου επεισοδίου. Προς το σκοπό αυτό ο Μ.Κ 4 κατάθεσε σχετική βεβαίωση της Δρας Χ. (ψυχιάτρου) (Τεκμήριο 15). Στο βαθμό που το εν λόγω Τεκμήριο κατατέθηκε με σκοπό να αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας, συνεπεία του επίδικου περιστατικού, δεν θα δοθεί από το Δικαστήριο οποιαδήποτε βαρύτητα. Και τούτο γιατί σε αυτό αποτυπώνεται τα όσα η παραπονούμενη μετέφερε στην εν λόγω ιατρό και δεν αποτελεί οποιοδήποτε ιατρικό εύρημα και συμπέρασμα της τελευταίας, σε συνάρτηση βέβαια με το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν προέβη σε οποιαδήποτε αναφορά επ' αυτού στην μαρτυρία της. Στο βαθμό όμως που αυτό κατατέθηκε με σκοπό να αποδειχθεί ότι η παραπονούμενη προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας αυτό γίνεται αποδεκτό, αφού κατά τα άλλα το εν λόγω Τεκμήριο κατατέθηκε από την κατηγορούσα αρχή χωρίς την έγερση οποιασδήποτε ένστασης από την υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι την μαρτυρία του Μ.Κ 4, πλην των πιο πάνω διευκρινίσεων. Σε σχέση με την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δηλώνω εξ αρχής ότι αυτό είναι αναφαίρετο δικαίωμα του. Ως προς την αξιολόγηση αυτής, σχετική είναι η απόφαση Eυθυμίου ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 191/2016 ημερ. 6/11/2018, όπου, σε παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση.» Σύμφωνα με τη νομολογία η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 134/13, ημερ. 2.5.2014). Για να καταλήξει όμως το Δικαστήριο ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195). Ο κατηγορούμενος, μέσω της ανώμοτης τους δήλωσης (Τεκμήριο 17), ισχυρίσθηκε ότι ο λόγος που αποφάσισε να καταθέσει χωρίς όρκο είναι διότι ο ίδιος είναι συγκινημένος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ολοκληρώσει την οποιανδήποτε ένορκη κατάθεσή του. Ισχυρίσθηκε ότι δεν αξίζει στον οποιονδήποτε, μετά από τόσα χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας και προσφοράς, να στέκεται στο εδώλιο του κατηγορούμενου για μία υπόθεση η οποία ουδέποτε επεσυνέβη, αλλά είναι μία υπόθεση στα πλαίσια της οποίας βρήκε ο κάθε κακόπιστος και η κάθε κακόπιστη την ευκαιρία να τον διαβάλουν. Σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τον επίδικο χρόνο, είναι η θέση του ότι ο ίδιος έκανε παρατήρηση με τρόπο αυστηρό, αλλά αρμόζοντα στην παραπονούμενη. Στον συγκεκριμένο θάλαμο, λόγω της πανδημίας, φιλοξενούνταν γυναίκες καρκινοπαθούσες οι οποίες είχαν υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις. Όταν προέβη στην εφημερία του αντίκρισε μία απαράδεκτη εικόνα στην είσοδο του θαλάμου, εφόσον υπήρχε παρατημένος στο δάπεδο ατομικός εξοπλισμός. Τέτοιου είδους ακαθαρσίες είναι όχι μόνο απαράδεκτες, αλλά και άκρως επικίνδυνες εν μέσω πανδημίας. Προέβη σε παρατήρηση σε έντονο αλλά κόσμιο ύφος στην παραπονούμενη, η οποία όχι μόνο αυθαδίασε, αλλά δεν έφερε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ούτε τον βασικό ατομικό εξοπλισμό για προστασία λόγω Covid-
- Την παραπονούμενη ουδέποτε την ακούμπησε, ουδέποτε την προσέβαλε παρά μόνο την επέπληξε αυστηρά. Αξιολογώντας λοιπόν το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιανδήποτε βαρύτητα σε αυτήν και ως εκ τούτου θα πρέπει να την αγνοήσει. Πρώτο, γιατί, όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε, η ανώμοτη δήλωση δεν ισοδυναμεί με μαρτυρία και δεν προσφέρεται για την απόδειξη ή την κατάρριψη γεγονότων και, δεύτερο, γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία στην υπόθεση που να συνηγορεί με αυτή και, έτσι, να καθιστά ασφαλή της αποδοχή της. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις βασικές του θέσεις ότι ο ίδιος ουδέποτε ακούμπησε, προσέβαλε ή ύβρισε την παραπονούμενη έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη, η μαρτυρία της οποίας κρίθηκε απόλυτα αξιόπιστη. Ως έχει αναφερθεί η ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να ανατρέπει αξιόποινη μαρτυρία, η οποία τέθηκε στη βάσανο της αντεξέτασης, σε αντίθεση με τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε. Επομένως οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί του για το πώς έλαβε χώρα το επίδικο επεισόδιο, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Ούτε και οι οποιεσδήποτε θέσεις του περί «κάθε κακόπιστου» (εννοώντας προφανώς τον Μ.Κ 4) αλλά και «κάθε κακόπιστης» (εννοώντας προφανώς την παραπονούμενη) ότι βρήκαν ευκαιρία να τον διαβάλουν και ότι όλα όσα ανάφεραν είναι ψεύδη και κακοήθειες, με σκοπό να πλήξουν τον χαρακτήρα του, μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί ως έχω αναφέρει αυτοί είναι γενικοί και αόριστοι αλλά και συγκρούονται με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ 4, της Μ.Κ 3 αλλά και της παραπονουμένης. Δεν έχω διαπιστώσει μέσω της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας ότι μπορεί να συναχθεί ένα τέτοιο γεγονός. Η όλη εκδοχή της υπεράσπισης ότι η ίδια ήταν πλημμελής στα καθήκοντά της και ήταν για τον λόγο αυτό που ο κατηγορούμενος προέβη σε έντονη παρατήρηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο εφόσον με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν ήταν καν στα καθήκοντά της παραπονουμένης να μαζέψει τον παρατημένο ατομικό εξοπλισμό. Από την άλλη αποδέχομαι την θέση του, και τούτο γιατί αποτελεί κοινό τόπο, ότι αφενός το επίδικο επεισόδιο έλαβε χώρα εν καιρώ πανδημίας, για την αντιμετώπιση της οποίας εφαρμόζονταν αυστηρά πρωτόκολλα εντός του Νοσοκομείου για την μη διασπορά της, αλλά και ότι αφετέρου εντός του θαλάμου υπήρχαν ύποπτα κρούσματα Covid-
- Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκε και η ανακριτική κατάθεση (Τεκμήριο 2) του κατηγορουμένου. Για τις καταθέσεις ενός κατηγορούμενου υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σε αυτήν (Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109). Ούτε και το περιεχόμενο της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορουμένου μπορεί να γίνει αποδεκτό. Και τούτο γιατί τα όσα ισχυρίζεται σε αυτήν, ότι δηλαδή ο ίδιος το μόνο που έπραξε ήταν καθηκόντως να προβεί σε αυστηρή παρατήρηση στην παραπονουμένη, έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με την αξιόπιστη μαρτυρία της τελευταίας. Ούτε και μπορώ να αγνοήσω τον ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι ο ίδιος θα έπρεπε να προβεί σε καταγγελία της παραπονουμένης αλλά, για ανθρωπιστικούς λόγους, δεν το έπραξε. Ουδέν όμως αναληθέστερον. Και τούτο γιατί στο βαθμό που ο κατηγορούμενος εννοούσε ότι έπρεπε να καταγγείλει την παραπονούμενη για την όλη συμπεριφορά της στην Διεύθυνση του Νοσοκομείου αυτό το έπραξε την ίδια ημέρα προς την Μ.Κ 3 αλλά και αποστέλλοντας, μετά από δύο ημέρες, σχετικές επιστολές καταγγέλοντας την. Στο βαθμό όμως που ο κατηγορούμενος εννοεί ότι θα έπρεπε και ο ίδιος να υποβάλει καταγγελία στην Αστυνομία, σε σχέση με την όλη συμπεριφορά της παραπονούμενης, πέραν του ότι ο ίδιος δεν εξειδικεύει ποιο ακριβώς είναι το παράπονο του αλλά και τί είδους αδίκημα διέπραξε η παραπονούμενη αποτελεί άξιον απορίας για ποιο λόγο δεν υπέβαλε μία τέτοια καταγγελία όταν και πληροφορήθηκε για το γεγονός ότι ήδη η παραπονούμενη υπέβαλε καταγγελία εναντίον του. Εξάλλου κανένας ισχυρισμός δεν υπάρχει στην κατάθεση του σε ό,τι αφορά το ζήτημα αυτό. Τέλος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραγνωρίσει και το γεγονός ότι η ανθρώπινη λογική και εμπειρία επιβάλλει ότι κατά την λήψη της ανακριτικής του κατάθεσης από την Αστυνομία αφενός ο ίδιος για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά και αφετέρου για να βοηθήσει την τελευταία στην πλήρη διερεύνηση της αλήθειας, αναμένετο να την πληροφορούσε ότι παρών στο όλο επεισόδιο ήταν και ο Μ.Υ 1, ο οποίος μπορούσε να επιβεβαιώσει τους δικούς του ισχυρισμούς και θέσεις. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος προέβη σε τέτοια μνεία, με δεδομένη την όλη διάσταση που έλαβε το όλο θέμα με τις διάφορες καταγγελίες που προέβη η παραπονούμενη και ο Μ.Κ 4, είτε κατά την λήψη της κατάθεσης του ή έστω και μεταγενέστερα. Ο Μ.Υ 1 δεν με έπεισε ως προς τη δική του εκδοχή γεγονότων. Ήταν φανερή η προσπάθειά του να βοηθήσει και να υποστηρίξει την εκδοχή του τότε προϊσταμένου αλλά και νυν συναδέλφου του, δηλαδή του κατηγορουμένου. Στην προσπάθεια του αυτή δεν απέφυγε τις ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ διέκρινα να είχε επιλεκτική μνήμη ως προς τα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει. Και τούτο γιατί σε κάποιες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν απάντησε με βεβαιότητα σε εκείνα που τον βόλευαν και που επιβεβαίωναν τις θέσεις και ισχυρισμούς του κατηγορουμένου ενώ αντίθετα σε κάποιες άλλες επέλεξε να αποφύγει να απαντήσει, επικαλούμενος το γεγονός ότι ο ίδιος δεν θυμόταν λόγω του ότι είχε παρέλθει αρκετός από τα επίδικα γεγονότα χρόνος. Για παράδειγμα δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί για το ποιες ενέργειες είχε προβεί η παραπονούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αν είχε συνομιλία με τον οποιοδήποτε αλλά και με ποιο τόνο και ύφος μίλησε προς τον κατηγορούμενο, πως ήταν ντυμένη αλλά και πώς ήταν η εξωτερική της εμφάνιση. Πέραν τούτου, ούτε και η μία εκ των βασικών του θέσεων μπορεί να γίνει αποδεκτή ότι ο λόγος που δημιουργήθηκε «φραστική αντιπαράθεση», όπως ο ίδιος την χαρακτήρισε, μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονουμένης, ήταν επειδή η τελευταία αρνήθηκε να καθαρίσει τον παρατημένο ατομικό εξοπλισμό, κατόπιν εντολών που ο κατηγορούμενος της έδωσε. Πέραν του γεγονότος ότι μία τέτοια θέση προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την παράθεση της δικής του μαρτυρίας, ένας τέτοιος ισχυρισμός ουδέποτε υποβλήθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να θέσουν τις απόψεις τους επί του ζητήματος αυτού, ούτε καν ο ίδιος ο κατηγορούμενος προβάλλει μία τέτοια θέση ούτε στην ανώμοτη του δήλωση αλλά και ούτε στην ανακριτική του κατάθεση, ότι δηλαδή η παραπονούμενη αρνήθηκε να τα καθαρίσει. Ούτε και επίσης προβάλλεται μία τέτοια ρητή και σαφής θέση στις διάφορες επιστολές που απέστειλε, στις οποίες εξιστορούσε τα γεγονότα, που σύμφωνα με τις δικές του θέσεις, είχαν μεσολαβήσει. Στην ίδια βάση και για τους ίδιους πιο πάνω λόγους ούτε θα προσδωθεί οποιαδήποτε βαρύτητα από το Δικαστήριο στον ισχυρισμό του ότι, πριν το επίδικο επεισόδιο, ο κατηγορούμενος κάλεσε την προισταμένη του θαλάμου ώστε να της επισημάνει και να της δείξει την παραβίαση των πρωτοκόλλων. Ούτε και με πείθει η θέση του για ποιο λόγο ο ίδιος δεν πήγε να δώσει από μόνος του κατάθεση στην Αστυνομία εφόσον ήταν παρών, ως ο ίδιος ισχυρίζεται στο επίδικο επεισόδιο, ενώ γνώριζε ότι ήδη ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε την παρούσα ποινική υπόθεση. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν μπορούν να αγνοηθούν από το Δικαστήριο και ασφαλώς πλήττουν την όλη εκδοχή του. Αρνητική εντύπωση προκαλεί στο Δικαστήριο και το γεγονός ότι από τη μία προσπάθησε να υπερασπιστεί τον κατηγορούμενο ισχυριζόμενος ότι ο τελευταίος, ορθώς και δικαιολογημένα, μίλησε με αυστηρό τρόπο προς την παραπονούμενη, σε μία προσπάθεια συμμόρφωσης του προσωπικού με τα πρωτόκολλα που είχαν τεθεί σε εφαρμογή για αντιμετώπιση της πανδημίας, και από την άλλη ο ίδιος δεν ήταν καν γνώστης, αλλά και ούτε είχε καν καθήκον να γνωρίζει, ως ο ίδιος ανάφερε, ότι δεν ήταν στα καθήκοντα της παραπονουμένης να μαζέψει τον ατομικό εξοπλισμό από το πάτωμα. Η θέση του αυτή είναι και αντιφατική και αλληλοσυγκρουόμενη. Ούτε και πείθει η δικαιολογία του ότι το ζήτημα αυτό δεν τον ενδιάφερε λόγω του ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ειδικευόμενος. Και τούτο γιατί και ο ίδιος, ανεξάρτητα του αν ήταν ειδικευόμενος ή όχι, όφειλε και είχε καθήκον να εφαρμόζει και αυτός τα πρωτόκολλα αλλά και να ήταν γνώστης των προσπαθειών που κατέβαλλε η Διεύθυνση για παρεμπόδιση της εξάπλωσης του Covid-
- Σε σύγχυση επίσης τελούσε ο εν λόγω μάρτυρας και για το γεγονός ότι ο ίδιος υποστήριξε ότι παρούσα στο επίδικο επεισόδιο ήταν η προϊσταμένη της παραπονούμενης ενώ, ως αποτελεί κοινό τόπο, η Μ.Κ 3 δεν ήταν παρούσα, αλλά παρούσα ήταν η προϊσταμένη του θαλάμου, κάποια Σούλα, η οποία αρνήθηκε να δώσει σχετική κατάθεση στην Αστυνομία. Τέλος, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το γεγονός ότι ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει άλλη ποινική υπόθεση, στη συνέχεια ανασκεύασε υποστηρίζοντας ότι ο τελευταίος είναι αντιμέτωπος με μία υπόθεση στην οποία μάλιστα έχει τεθεί και σε διαθεσιμότητα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους νιώθω ότι δεν μπορώ να εξάγω ασφαλή συμπεράσματα, μέσω της μαρτυρίας του, και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή, στο βαθμό που αυτή συγκρούεται με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια στα πιο κάτω, επιπρόσθετα, ευρήματα: Με το που ο κατηγορούμενος διαπίστωσε τον ατομικό εξοπλισμό να είναι παρατημένος έξω στον διάδρομο άρχισε να φωνάζει σε όλο το νοσηλευτικό προσωπικό ότι δεν είναι προσεκτικές. Ακολούθως ηρέμησε. Όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν έξω από το δωμάτιο υπ' αριθμόν 3 του επίδικου θαλάμου η παραπονούμενη βρισκόταν στην κουζίνα. Βγαίνοντας από αυτήν πήρε από το τρόλεϊ, που υπήρχε στον διάδρομο, ένα ζευγάρι γάντια και μόλις πλησίασε το δωμάτιο 3, ήρθε μπροστά της ο κατηγορούμενος αναφέροντάς της «ωραία τα μαλλάκια σας » περιτριγυρίζοντάς την και με ειρωνικό ύφος της ανέφερε «πήγαμε και στο κομμωτήριο;» Αυτή του απάντησε «ορίστε; » και αυτός της επανέλαβε την ίδια πρόταση για το κομμωτήριο. Η ίδια του ανέφερε ότι δεν πήγε σε κανένα κομμωτήριο και τα μαλλιά της είναι συγυρισμένα όπως πρέπει. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος στάθηκε μπροστά της και την αποκάλεσε αυθάδη και με το δεξί δείκτη του χεριού του την έσπρωξε στο κέντρο του θώρακά της 2 φορές, αναφέροντάς της «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», «έξω από τον θάλαμο να μην σε ξαναδώ εδώ απολύεσαι». Η ίδια πήρε την τσάντα της και αποχωρώντας ανέφερε στον κατηγορούμενο να της δώσει γραπτώς την απόλυσή της, αλλά και να γράψει σε αυτήν τον λόγο αλλά και τη συμπεριφορά του. Ο κατηγορούμενος και πάλι άρχισε να φωνάζει διώχνοντάς την και αποκαλώντας την «άχρηστη καθαρίστρια». Τα καθήκοντά της παραπονουμένης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν να σφουγγαρίζει τον διάδρομο, τον χώρο υποδοχής, τις τουαλέτες και τα μπάνια, αλλά και να καθαρίζει τα δωμάτια των νοσηλευμένων γυναικών, μετά τον έλεγχο των ιατρών που πραγματοποιούσαν. Αμέσως μετά τα πιο πάνω γεγονότα η ίδια μετέβη στην Μ.Κ 3 φανερά αναστατωμένη, σε κατάσταση σοκ και έκλαιγε ενημερώνοντας για το τί είχε προηγηθεί. Ενημέρωσε επίσης τηλεφωνικώς την ίδια στιγμή και τον Μ.Κ
- Ακολούθως τα πιο πάνω πρόσωπα, σε συνεννόηση μεταξύ τους, άλλαξαν θάλαμο στην παραπονουμένη. Τον Μάρτιο του 2021 η παραπονούμενη προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας, άγνωστο το γιατί προς το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπερδοσολογία φαρμάκων και για το σκοπό αυτό νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα εξετάσω, κατά προτεραιότητα, τα αδικήματα της 2ης και 3ης κατηγορίας εφόσον αυτά είναι άμεσα συνυφασμένα με την στοιχειοθέτηση διάπραξης του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Τυχόν απαλλαγή του κατηγορουμένου από αυτές τις κατηγορίες θα οδηγήσει αναπόφευκτα και στην αθώωση του στην 1η κατηγορία. Το αδίκημα της 2ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «Κοινή επίθεση
- Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Μελέτη των προνοιών του πιο πάνω άρθρου καθιστά σαφές ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα πιο κάτω: (α) Ο κατηγορούμενος να επιτεθεί σε άλλο πρόσωπο (β) παράνομα Αυτό το οποίο αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι αυτός, κατά τον επίδικο χρόνο, παράνομα επιτέθηκε της παραπονουμένης. Επίθεση αποτελεί οιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή ακόμη και απερίσκεπτα ή αδιάφορα (recklessly) και δημιουργεί στον άλλο την αντίληψη ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R v. Venna [1975] 3 All E.R 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Στην υπόθεση Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 λέχθηκε ότι για το αδίκημα της επίθεσης δεν χρειάζεται πρόθεση χρήσης βίας. Όπως το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε στην εν λόγω υπόθεση, το άρθρο 242 του Κεφ.154 δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος αλλά απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (Archbold Pleading and Practice 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-1072), ούτε βέβαια και απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος με το δεξί δείκτη του χεριού του έσπρωξε την παραπονούμενη στο κέντρο του θώρακά της 2 φορές. Οι πράξεις αυτές του κατηγορουμένου συνιστούν αναμφίβολα παράνομη επίθεση εφόσον με την όλη συμπεριφορά του δημιούργησε αντικειμενικά την εντύπωση στην παραπονούμενη ότι θα της επιτεθεί. Οι πιο πάνω ενέργειες συνιστούν επίθεση στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών. Ουδέποτε η παραπονούμενη έδωσε την οποιαδήποτε συγκατάθεση της στον κατηγορούμενο είτε να την αγγίξει στο σώμα της είτε να την σπρώξει. Το Δικαστήριο κατανοεί, ως ένα βαθμό, την έγνοια και το αυξημένο καθήκον ευθύνης που είχε επιφορτιστεί ο κατηγορούμενος, ως ο Διευθυντής της Μαιευτικής κλινικής, για την πιστή εφαρμογή των πρωτοκόλλων. Κατανοεί επίσης, ως ένα βαθμό, την μεγάλη του ανησυχία ώστε να μην υπήρχε οποιαδήποτε διασπορά του ιού αλλά και τον υπαρκτό κίνδυνο μόλυνσης των ασθενών. Παρά όμως τα πιο πάνω τέτοιες συμπεριφορές δεν είναι και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η κατηγορία. Το αδίκημα της 3ης κατηγορίας, αυτό δηλαδή της Δημόσιας εξύβρισης, εδράζεται στο άρθρο 99 του Κεφαλαίου 154 το οποίο ότι: «Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) Ο κατηγορούμενος να εξυβρίζει άλλο, (β) σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, και (γ) με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση. Σε ότι αφορά τον 'δημόσιο χώρο' η έννοια του όρου οριοθετείται από το άρθρο 4 του Κεφ.154 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 493 έχει επεξηγηθεί πως 'δημόσιος χώρος' ή 'δημόσιο υποστατικό' περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής, καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση. Στην υπόθεση Ηροδότου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 λέχθηκε ότι το γραφείο παραπόνων ενός Αστυνομικού Σταθμού στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό που η είσοδος στους πολίτες εκεί επιτρέπεται για την υποβολή καταγγελιών, αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που αποδίδεται στο Κεφ.154. Κατ' αναλογία κρίνω ότι το Νοσοκομείο, στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό και που η είσοδος στους πολίτες εκεί επιτρέπεται είτε για την νοσηλεία τους ή εξέταση τους από ιατρούς, θεωρείται δημόσιος χώρος εν τη εννοία του Νόμου. Θεωρείται μέρος κτιρίου το οποίο το κοινό έχει δικαίωμα εισόδου. Συνεπώς το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πληρείται στην προκειμένη περίπτωση. Σε σχέση με το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος και του κατά πόσο ο κατηγορούμενος εξύβρισε την παραπονουμένη στην υπόθεση Αχιλλέως v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 98 αποφασίστηκε ότι το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Επίσης, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ.503 υποδείχτηκε πως το κριτήριο είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί. Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το ζήτημα της εξύβρισης είναι πραγματικό και ως τέτοιο που είναι αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο που χρησιμοποιείται είναι αντικειμενικό και όπως ειπώθηκε στην αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297: "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it." Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος εξύβρισε την παραπονούμενη με την φράση «άχρηστη καθαρίστρια» εντός του Νοσοκομείου όπου και οι δύο εργάζονταν. Η πιο πάνω φράση θεωρείται υβριστική και ως τέτοια την εξέλαβε και η παραπονούμενη, εφόσον η τελευταία αντιλήφθηκε ότι πρόκειτο για υβριστική φράση. Η εν λόγω εξύβριση, περαιτέρω, ενδέχετο να οδηγούσε την παραπονούμενη όπως επιτεθεί εναντίον του κατηγορουμένου, παρόλο που τέτοιο γεγονός δεν έλαβε χώρα. Ως έχει αναφερθεί δεν χρειάζεται απόδειξη ότι προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Ενόψει των πιο πάνω η κατηγορούσα αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στην 3η κατηγορία. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας εδράζεται, κυρίως, στο άρθρο 12
(1)του περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου, Ν. 205(Ι)/2002 («ο Νόμος»). Το εν λόγω άρθρο προνοεί ότι: «Παρενόχληση και σεξουαλική παρενόχληση 12.-
(1)Απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη, οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, είτε μεμονωμένη είτε επαναλαμβανόμενη, η οποία συνιστά παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, σε σχέση με τα ρυθμιζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο αποκρούει τέτοια πράξη ή συμπεριφορά ή υποκύπτει σ' αυτήν δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί ως βάση για οποιαδήποτε απόφαση που θα θίγει το πρόσωπο αυτό.» Η έννοια των όρων «παρενόχληση» και «σεξουαλική παρενόχληση» οροθετείτε από το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου. «Παρενόχληση» σημαίνει «ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σχετιζόμενη με το φύλο ενός προσώπου, η οποία έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον» ενώ «Σεξουαλική παρενόχληση» σημαίνει «οποιαδήποτε ανεπιθύμητη από τον αποδέκτη της συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, που εκφράζεται λόγω ή έργω και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως όταν δημιουργεί ένα εκφοβιστικό, εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον, κατά την απασχόληση ή την επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση ή κατά την πρόσβαση σε απασχόληση ή επαγγελματική εκπαίδευση ή κατάρτιση». Αυτό το οποίο καταλογίζεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, είναι ότι παρενόχλησε την παραπονούμενη στον χώρο εργασίας της, δηλαδή της επιτέθηκε και την εξύβρισε, με αποτέλεσμα να προσβάλλει την αξιοπρέπεια της αλλά και της δημιούργησε ένα εξευτελιστικό και ταπεινωτικό περιβάλλον στο χώρο εργασίας της. Ως προκύπτει μέσα από πιο πάνω νομοθετική διάταξη τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη, β) είτε μεμονωμένη είτε επαναλαμβανομένη, γ) οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και δ) η οποία συνιστά παρενόχληση ή σεξουαλική παρενόχληση ή αποτελεί άμεση ή έμμεση δυσμενή μεταχείριση λόγω της, με οποιονδήποτε τρόπο, αποκρούσεως ή καταγγελίας παρενόχλησης ή σεξουαλικής παρενόχλησης, σε σχέση με τα ρυθμιζόμενα στα άρθρα 7, 8, 9 και 10 θέματα. Ως έχει αποδειχθεί ο κατηγορούμενος επιτέθηκε και εξύβρισε την παραπονούμενη. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο αυτές οι παράνομες του πράξεις συνιστούν και παρενόχληση εν τη εννοία του όρου ως έχει ερμηνευθεί στον πιο πάνω Νόμο. Σημειώνω εξ αρχής, με κάθε σεβασμό προς την υπεράσπιση, ότι δεν είμαι σύμφωνος με την εισήγηση της ότι από την στιγμή που δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος παρενόχλησε με οποιοδήποτε τρόπο σεξουαλικά την παραπονούμενη (και θα συμφωνήσω επί τούτου ότι όντως πράγματι τέτοια μαρτυρία δεν υπάρχει) δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Και τούτο γιατί ο Νομοθέτης ποινικοποίησε, μέσα από την εν λόγω Νομοθετική διάταξη, όχι μόνο «την σεξουαλική παρενόχληση» αλλά και «την παρενόχληση». Αυτό συμπεραίνεται όχι μόνο αβίαστα από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης αλλά και από τις ξεχωριστές ερμηνείες που δίδονται για εκάστη έννοια στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου. Εξάλλου, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, στον κατηγορούμενο δεν αποδίδεται η διάπραξη οποιασδήποτε σεξουαλικής παρενόχλησης αλλά μόνο παρενόχλησης. Η διαφοροποίηση είναι ξεκάθαρη. Με βάση την ερμηνεία του όρου «παρενόχληση», ως αυτή έχει εκτεθεί ανωτέρω, η οποιαδήποτε ανεπιθύμητη συμπεριφορά ενός προσώπου, στην προκειμένη περίπτωση του κατηγορούμενου, θα πρέπει αυτή να είναι άμεσα συναρτώμενη με το φύλο του θύματος, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση της παραπονούμενης. Με απλά λόγια το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει στην προκειμένη είναι κατά πόσο η παράνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, δηλαδή να επιτεθεί και να εξυβρίσει την παραπονούμενη, έγινε λόγω του φύλου της, δηλαδή επειδή αυτή ήταν γυναίκα. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεν μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η όλη ανεπιθύμητη στάση και συμπεριφορά του κατηγορουμένου, κατά την διάρκεια του επεισοδίου, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, συμπέρασμα ότι αυτή προκλήθηκε και αποτέλεσε την γενεσιουργό αιτία λόγω του ότι η παραπονούμενη ήταν γυναίκα. Καμία μαρτυρία είτε άμεση είτε περιστατική δεν προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή αλλά και ούτε ένα τέτοιο γεγονός δεν μπορεί να συναχθεί μέσα από τα τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Μόνο υποθέσεις και πιθανολογήσεις μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Τέτοιες όμως υποθέσεις, όσο εύλογες και αν είναι, δεν είναι αρκετές όμως να οδηγήσουν σε καταδίκη. Πρόκειται βεβαίως για ποινική υπόθεση, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ' ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Σε κάθε όμως περίπτωση δεν διαφεύγει και της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι σε επιστολή του Διευθυντή /Αρχιεπιθεωρητή Ισότητας του Τμήματος Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τεκμήριο 13) (η οποία προσκομίσθηκε από την κατηγορούσα αρχή, διαμέσου του Μ.Κ 4, εις απάντηση της καταγγελίας που υπέβαλε ο τελευταίος, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος παραβίασε τον πιο πάνω Νόμο) και κατόπιν διερεύνησης της εν λόγω καταγγελίας από το εν λόγω Τμήμα αυτό είχε επικοινωνία με την ίδια την παραπονούμενη. Αυτή φέρεται να δήλωσε, κατά μία τουλάχιστον εκδοχή της, ότι «σε καμία περίπτωση το εν λόγω περιστατικό δεν συνιστά παρενόχληση λόγω φύλου ή ότι συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο σε γυναίκες σε αντίθεση με τους άνδρες εργαζόμενους. Αντίθετα υποστήριξε ότι αυτή είναι γενικότερα η προσέγγιση του συγκεκριμένου ιατρού είτε ο εργαζόμενος είναι καθαρίστρια/στής είτε νοσηλευτής/τρια ή και ασθενής.» Διαφορετική, ενδεχομένως, να ήταν η προσέγγιση του Δικαστηρίου αν αυτό που αποδιδόταν στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ήταν ότι αυτός παρενόχλησε την παραπονουμένη και η παρενόχληση συνίστατο στο ότι ο κατηγορούμενος, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ήρθε μπροστά της αναφέροντάς της «ωραία τα μαλλάκια σας » και περιτριγυρίζοντάς την με ειρωνικό ύφος της ανέφερε «πήγαμε και στο κομμωτήριο;» Και τούτο γιατί για παράδειγμα στην Αγγλική υπόθεση Mr A Finn v The British Bung Manufacturing Company Ltd and Mr J King: 1803764/2021, του Employment Tribunals, ημερομηνίας 3.5.22, αποφασίσθηκε από το εν λόγω Δικαστήριο ότι ο αιτητής ήταν θύμα παρενόχλησης στην εργασία του, αναφορικά με το φύλο του, όταν ένας συνάδελφος του, κατά την διάρκεια μεταξύ τους αντιπαράθεσης, τον αποκάλεσε «bald cunt» (σε ελεύθερη μετάφραση «φαλακρό μουνί»). Το Δικαστήριο αιτιολογώντας, μεταξύ άλλων, το σκεπτικό του ανάφερε ότι: « We are satisfied that Mr King's conduct towards the claimant on 24 July 2019 was unwelcome and uninvited and therefore was unwanted. It is difficult to conclude other than that Mr King uttered those words with the purpose of violating the claimant's dignity and creating an intimidating, hostile, degrading, humiliating or offensive environment for him. The Tribunal recognises that the statutory language of violation, intimidation and hostility contains strong words. Of his own admission (upon the basis of what he said in paragraph 4 of his printed witness statement and his contemporaneous witness statement at page 66 of the bundle) Mr King's intention was to threaten the claimant and to insult him. Therefore, as Mr King said the words "bald cunt" with the purpose of violating the claimant's dignity and creating an intimidating, hostile etc environment for him the Tribunal need not go on to consider whether it was reasonable of the claimant to consider it to have that effect. That the claimant often expressed himself in Anglo-Saxon terms on the shopfloor matters not where the words by Mr King used had the proscribed purpose. Having said that, for the avoidance of doubt, we consider also that the claimant reasonably considered them to also have that effect for the reasons in paragraph
- It is for the claimant to show there to be a link between the unwanted harassing words on the one hand and in protected characteristic of sex on the other. (We are not of course concerned with the protected characteristic of age given that we have found that Mr King did not use the word "old" on the day in question).
- Plainly, some words or phrases would clearly be related to a protected characteristic. Where the link is less obvious then Tribunals may need to analyse the precise words used, together with the context, in order to establish whether there is any negative association between the two.
- In our judgment, there is a connection between the word "bald" on the one hand and the protected characteristic of sex on the other. Miss Churchhouse was right to submit that women as well as men may be bald. However, as all three members of the Tribunal will vouchsafe, baldness is much more prevalent in men than women. We find it to be inherently related to sex. (In contrast, we accept that baldness affects (predominantly) adult males of all ages so is inherently not a characteristic of age).
- In Insitu Cleaning Co Limited v Heads [1995] IRLR, 4, EAT, it was held that a woman had been sexually discriminated against when a manager made a single comment to her about the size of her breasts. (The case arose before the enactment of the law of harassment and therefore had to be brought as one of sex discrimination). The remark made was "hiya, big tits."
- It may be thought that such a remark is inherently related to sex. However, a similar comment may be made to men with the condition of gynaecomastia. Upon Miss Churchhouse's analysis, therefore, were a complaint of harassment related to sex to be brought today by an individual in the position of the claimant in the Insitu case, it would fail upon the basis that it is possible for men with that medical condition to be subjected to the same remark (just as bald women may be subject to comments such as those made by Mr King) albeit that far more women than men will be liable to such harassing treatment.
- In our judgment, this is not the correct analysis and that the proper analysis is to approach matters purposively. The object of the 2010 Act after all is to proscribe harassment within the workplace. It is much more likely that a person on the receiving end of a comment such as that which was made in the Insitu case would be female. So too, it is much more likely that a person on the receiving end of a remark such as that made by Mr King would be male. Mr King made the remark with a view to hurting the claimant by commenting on his appearance which is often found amongst men. The Tribunal therefore determines that by referring to the claimant as a "bald cunt" on 24 July 2019 Mr King's conduct was unwanted, it was a violation of the claimant's dignity, it created an intimidating etc environment for him, it was done for that purpose, and it related to the claimant's sex.» Δεν είναι όμως στην βάση αυτών των γεγονότων, που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος κατηγορείται. Ούτε στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 85 του Κεφ. 155 ώστε να κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος εφόσον στην προκειμένη περίπτωση θα προκαλείτο δυσμενής επηρεασμός του λόγω του ότι είναι στην βάση των υφιστάμενων λεπτομερειών του αδικήματος της 1ης κατηγορίας που ο κατηγορούμενος στήριξε την όλη υπεράσπιση του σε σχέση με την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Ως εκ τούτου θα προκαλείτο σε αυτόν αδικία (Σ.Π. v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/2013, ημερομηνίας 25.6.2014). Συνεπακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. Εν κατακλείδι, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 2η και 3η κατηγορία ενώ αντίθετα αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. (Υπ.) ............. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο