Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Α. Ζ., Αρ. Υπόθεσης: 6770/20, 27/9/2022 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2022:B163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6770/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Κατηγορούσα Αρχή ν. Α. Ζ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 27/9/2022 Για κατηγορούσα αρχή: κα Σ. Μιχαήλ Για τον Κατηγορούμενο: κα. Γ. Ρούσου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς κατά τα παράβαση του Άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, στις 14/09/2019, στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, στο Καϊμακλί της Eπαρχίας Λευκωσίας, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο του όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] (στο εξής το Αυτοκίνητο), λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Μ. Σ., τέως από Καϊμακλί (στο εξής το Θύμα). Μαρτυρία εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής έδωσαν 8 μάρτυρες κατηγορίας. Ο Αρχιαστυφύλακας [ ] Ανδρέας Ανδρέου (στο εξής ΜΚ1), ο Αστυφύλακας [ ], Ιωάννης Σανταφιανός (στο εξής ΜΚ2), ο Λοχίας [ ] Γιώργος Αναστασίου (στο εξής ΜΚ3), ο Μάριος Σεβαστίδης (στο εξής ΜΚ4), η Κυπρούλλα Σταυράκη (στο εξής ΜΚ5), ο Αντώνης Χ'' Μιχαήλ (στο εξής ΜΚ6), ο Χαρίλαος Κύρκας (στο εξής ΜΚ7) και ο Γεώργιος Βιολάντης (στο εξής ΜΚ8). Μαρτυρία ΜΚ1 - Αρχιαστυφύλακας [ ] Ανδρέας Ανδρέου Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι, στις 14/09/2019 περί ώρα 11:25, μετέβη στη σκηνή του θανατηφόρου δυστυχήματος με εμπλεκόμενα οχήματα το Αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, το ηλεκτροκίνητο αναπηρικό τροχοκάθισμα (στο εξής το Τροχοκάθισμα), στο οποίο επέβαινε το Θύμα, το σταθμευμένο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] με υπεύθυνη οδηγό την ΜΚ 5 (Στο εξής Σταθμευμένο Όχημα Α) και το σταθμευμένο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] με υπεύθυνο οδηγό τον ΜΚ 8 (στο εξής Σταθμευμένο Όχημα Β). Με τη βοήθεια των συναδέλφων του, ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο σκηνής δυστυχήματος. Δεν ήταν σε θέση να θυμάται κατά πόσον είχε μιλήσει με τον Κατηγορούμενο πριν να ετοιμάσει το πρόχειρο σχέδιο σκηνής. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του, το δυστύχημα συνέβη κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο καιρός ήταν αίθριος, η άσφαλτος ήταν στεγνή και ο δρόμος ήταν ευθύς και επίπεδος. Η οδός Κωνσταντινουπόλεως είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας για κάθε κατεύθυνση. Οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας δεν διαχωρίζονταν με οποιανδήποτε διαχωριστική γραμμή. Και στις δύο πλευρές του δρόμου υπήρχαν πεζοδρόμια ύψους 0,15 μέτρων. Η ορατότητα του Κατηγορούμενου προς την πορεία του Τροχοκαθίσματος δεν εμποδιζόταν από οποιοδήποτε εμπόδιο και ήταν (όπως την χαρακτήρισε) «όση και η απόσταση που βρισκόταν πίσω του». Η περιοχή του δυστυχήματος είναι κατοικημένη με όριο ταχύτητας 50 ΧΑΩ. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του, το Αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου έφερε κτύπημα τόσο στην αριστερή όσο και στην δεξιά μπροστινή γωνία, βούλωσε το καπό, το αριστερό φτερό, έσπασε το φανάρι και υπήρχε βούλωμα στον μπροστινό προφυλακτήρα. Οι στο δεξιό μπροστινό πλευρό του Αυτοκίνητου του Κατηγορουμένου είχαν προκληθεί από την εμπλοκή του Αυτοκινήτου σε άλλο ατύχημα νωρίτερα. Από το Τροχοκάθισμα αποσπάστηκε το κάθισμα του οδηγού, κόπηκε το τιμόνι, έσπασαν και αποσπάστηκαν από τη θέση τους πλαστικά και έσπασαν τα φώτα. Διάφορες ζημιές υπέστησαν επίσης το Σταθμευμένο Όχημα Α, το Σταθμευμένο Όχημα Β και ένας μεγάλος κάλαθος σκυβάλων, περιουσία των ενοίκων παρακείμενης πολυκατοικίας. Από το δυστύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα το Θύμα, το οποίο μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, όπου στις 11:45 διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Σύμφωνα με τον ΜΚ 1, το πρόχειρο σχέδιο σκηνής (Τεκμήριο 2), υπέγραψαν τόσο ο Κατηγορούμενος, όσο και οι οδηγοί των Σταθμευμένων Οχημάτων Α και Β, ΜΚ 5 και ΜΚ 8 αντίστοιχα. Κατά την αντεξέταση, ο ΜΚ 1 ανέφερε ότι όταν έφτασε στη σκηνή, όλα τα οχήματα βρίσκονταν στην τελική τους θέση. Το θύμα είχε ήδη μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Η ετοιμασία του πρόχειρου σχεδίου (Τεκμήριο 2), αποτελεί αποτέλεσμα ομαδικής συνεργασίας μεταξύ του ΜΚ 1 και άλλων συναδέλφων του. Διευκρίνισε όμως ότι, ό, τι σημείωσε στο σχέδιο το είχε παρατηρήσει προσωπικά στη σκηνή. Σύμφωνα με τον ΜΚ 1, τα ίχνη «Β1» και «Β2» που φαίνονται σημειωμένα στα σχέδια σκηνής, είναι μαυρίσματα από τους τροχούς που αναπηρικού Τροχοκαθίσματος και γδαρσίματα από μεταλλικά μέρη του που προκλήθηκαν στην άσφαλτο συνεπεία της σύγκρουσης. Τα ίχνη αυτά υποδεικνύουν ότι την ώρα της σύγκρουσης, το αναπηρικό Τροχοκάθισμα είχε φορά προς τα εμπρός και σπρώχτηκε. Ήταν η θέση του ότι όλα τα ίχνη που βρέθηκαν στη σκηνή ήταν φρέσκα. Δεν μπορούσε να γνωρίζει σε ποιο σημείο το Θύμα εκτινάχθηκε από το Τροχοκάθισμα. Συμφώνησε σε υποβολή ότι πριν τη σύγκρουση ο Κατηγορούμενος οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί στην θέση της Υπεράσπισης ότι στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχαν, ένα σταθμευμένο όχημα και ένα ημιφορτηγό όχημα, που δεν άφησαν οποιοδήποτε περιθώριο στον Κατηγορούμενο να κινηθεί δεξιότερα. Συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε περίπου ένα μέτρο απόσταση από το πεζοδρόμιο που βρισκόταν στην αριστερή του πλευρά, όσο ήταν περίπου και η απόσταση που καταλάμβαναν εντός της λωρίδας του τα Σταθμευμένα Οχήματα Α και Β. Συμφώνησε ότι η πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος ήταν λογική με βάση τα πιο πάνω δεδομένα. ΜΚ 2 - Αστυφύλακας [ ], Ιωάννης Σανταφιανός Με τη συγκατάθεση της Υπεράσπισης, ο ΜΚ 2 κατάθεσε ως πραγματογνώμονας σε θέματα διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων, μηχανικής αυτοκινήτου και εξεταστής μηχανοκίνητων οχημάτων. Σύμφωνα Και αυτός είχε μεταβεί στη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Διενήργησε μηχανικό έλεγχο στο Αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, στο Σταθμευμένο Όχημα Α ως επίσης και στο Τροχοκάθισμα που οδηγούσε το Θύμα. Κατά τον μηχανικό έλεγχο διαπίστωσε τις ακόλουθες ζημιές. Η επαφή του Τροχοκαθίσματος επί του Αυτοκινήτου, ήταν στο εμπρόσθιο μέρος, στο σημείο όπου είναι εργοστασιακά τοποθετημένο το φανάρι πορείας με επίκεντρο την αριστερή εμπρόσθια γωνιά και στην αριστερή γωνία του προφυλακτήρα, όπου εντοπίστηκε κόκκινο χρώμα το οποίο ομοίαζε με το χρώμα του Τροχοκαθίσματος. Το μπροστινό αριστερό μεταλλικό μέρος όπου στηρίζεται το αριστερό μπροστινό φτερό (σασί) φαίνεται να δέχτηκε πίεση με κατεύθυνση από μπροστά προς τα πίσω, και συμμαζεύτηκε με εμφανή καμπούρα από κάτω προς τα πάνω. Ολόκληρη η αριστερή πλευρά του Αυτοκινήτου είχε τριψίματα με μπογιά που ομοίαζε με το χρώμα του Σταθμευμένου Οχήματος Α. Το ίδιο χρώμα επίσης υπήρχε και στην αριστερή γωνιά του μπροστινού προφυλακτήρα. Το Τροχοκάθισμα που οδηγούσε το θύμα ήταν μάρκας «Shoprider model ΤΕ 888NR» κόκκινου μεταλλικού χρώματος και μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα μέχρι 8 ΧΑΩ. Από τη σύγκρουση το Τροχοκάθισμα υπέστη εκτεταμένες ζημιές. Το κάθισμα και το τιμόνι αποκόπηκαν και όλα τα πλαστικά μέρη έσπασαν. Έσπασαν επίσης και τα φώτα πορείας. Το Σταθμευμένο Όχημα Α δέχτηκε χτύπημα στην πίσω δεξιά γωνία του προφυλακτήρα, στο πίσω δεξιό φτερό και πίσω στο δεξιό φανάρι. Το φτερό συμμαζεύτηκε και η ζημιά έφτασε μέχρι την πίσω δεξιά πόρτα επιβατών. Στο κάτω μέρος του προφυλακτήρα, στη δεξιά γωνία υπήρχαν γδαρσίματα και μπογιά που ομοίαζε με το χρώμα της μπογιάς του Αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Επίσης, στο πισινό δεξιό φτερό, στο ύψος του φαναριού εξωτερικά υπήρχε μπογιά χρώματος κόκκινου που ομοίαζε με αυτήν του Τροχοκαθίσματος. Ο πίσω δεξιά τροχός είχε χάσει τον αέρα του και η σιδερένια ζάντα (rim) είχε χτύπημα- στράβωμα με κατεύθυνση το κέντρο του πίσω άξονα. Στο καπό, στο σημείο όπου αναγράφεται το μοντέλο του οχήματος («Demio»), υπήρχε βούλωμα και διακρινόταν καθάρισμα της επιφάνειας από την προϋπάρχουσα σκόνη. Κατά τον έλεγχο των ενεχόμενων οχημάτων δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε μηχανικό πρόβλημα που να προϋπήρχε του δυστυχήματος. Στη σκηνή συνάντησε ίχνη τριβής τα οποία είχαν ευθεία πορεία και είχαν προκληθεί από το πίσω μέρος του Τροχοκαθίσματος, όπου εργοστασιακά ο κατασκευαστής έχει τοποθετήσει δύο μικρά τροχάκια, τα οποία σκοπό έχουν να μην μπορεί να ανατραπεί το Τροχοκάθισμα σε περίπτωση που θα ανεβεί μια ανηφόρα. Όπως ανέφερε, οι διαστάσεις που είχαν μεταξύ τους τα δύο μεταλλικά μέρη που στηρίζονται τα συγκεκριμένα τροχάκια, ταυτίζονταν με τα ίχνη τριβής που βρέθηκαν επί της ασφάλτου. Αυτά τα ίχνη, σε συνδυασμό με τη ζημιά στο Αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, όπου το πρώτο σημείο επαφής ήταν το μπροστινό αριστερό μέρος κάτω από το φανάρι, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα της πορείας που είχε το Θύμα πριν την σύγκρουση, η οποία σημειώθηκε στο σχέδιο με την ένδειξη «Β». Παρέπεμψε στη φωτογραφία shot 7 του Τεκμηρίου 4, υποδεικνύοντας τα συγκεκριμένα γδαρσίματα στην άσφαλτο, τα οποία όπως ανέφερε δημιουργήθηκαν από την άμεση πίεση βάρους που δέχτηκε το Τροχοκάθισμα στο πίσω του μέρος, λόγω της σύγκρουσης του με το Αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Όπως ανέφερε, μετά τη σύγκρουση, το πίσω μέρος του Τροχοκαθίσματος εισήλθε στο κάτω αριστερό μπροστινό μέρος του Αυτοκινήτου∙ και το μπροστινό αριστερό μέρος του Αυτοκινήτου βρισκόταν πάνω από τους πισινούς τροχούς του Τροχοκαθίσματος. Υποδεικνύοντας τις φωτογραφίες shot 10 και 11 από το Τεκμήριο 5, εξήγησε ότι η πρώτη σύγκρουση του Αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου με το ηλεκτρικό Τροχοκάθισμα ήταν στην αριστερή μπροστινή γωνία, στο κάτω μέρος του προφυλακτήρα, στο σημείο που ξεκινά η πινακίδα εγγραφής, δηλαδή περίπου 45 εκατοστά από την αριστερή εμπρόσθια γωνία του οχήματος. Ανέφερε ότι, στο πίσω μέρος του Τροχοκαθίσματος υπήρχε ένα κόκκινο προστατευτικό κομμάτι που το χρώμα του ομοίαζε με το χρώμα που βρέθηκε στο συγκεκριμένο σημείο του Αυτοκινήτου. Επίσης, παραπέμποντας στη φωτογραφία shot 7 του Τεκμηρίου 5, υπέδειξε ότι το αριστερό πάνω μέρος του καπό του Αυτοκινήτου, δέχτηκε πίεση και στράβωσε προς τα κάτω από εκτόνωση επαφής. Αργότερα εξήγησε ότι αυτό το στράβωμα δεν μπορεί να προκλήθηκε από την πρώτη σύγκρουση του Αυτοκινήτου με το Τροχοκάθισμα αλλά από την δεύτερη, όπου και τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν με τα Σταθμευμένα Οχήματα Α και Β και τον κάλαθο. Όπως ανέφερε, το Σταθμευμένο Όχημα Α μετακινήθηκε από την αρχική του θέση περίπου 1,
- Οι ζημιές στο Σταθμευμένο Όχημα Α, προκλήθηκαν από συνδυασμό του χτυπήματος του Αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου με το Τροχοκάθισμα και το Σταθμευμένο Όχημα Β, δηλαδή σύγκρουση των τριών, αφού εντοπίστηκαν στη δεξιά πισινή γωνία του Σταθμευμένου Οχήματος Α, ίχνη από τη μπογιά του Αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου. Ανευρέθηκαν επίσης στο Σταθμευμένο Όχημα Α, ίχνη κόκκινης μπογιάς. Ίχνη κόκκινης μπογιάς βρέθηκαν και στη μπροστινή αριστερή γωνία του Αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου αλλά και στην πλαϊνή πλευρά στα αριστερά. Ήταν η θέση του ότι το επίκεντρο της ζημιάς στο Τροχοκάθισμα από την πρώτη επαφή του με το Αυτοκίνητο ήταν στον πίσω αριστερό τροχό. Παρέπεμψε στη φωτογραφία shot 30 του Τεκμηρίου 5, όπου ανέφερε ότι ο πίσω αριστερός τροχός, φαίνεται να είναι πιο μπροστά σε σχέση με τον δεξιό, γεγονός που τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η περισσότερη δύναμη που δέχτηκε ήταν πίσω αριστερά. Διευκρίνισε ότι για να διαπιστώσει ότι τα σημεία τριβής που εντόπισε στην άσφαλτο προήλθαν από το κάτω μέρος του Τροχοκαθίσματος το είχε γυρίσει ανάποδα. Ήταν επίσης η θέση του, ότι το σημείο σύγκρουσης του Αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου με το Τροχοκάθισμα βρισκόταν πριν τη ράμπα πεζοδρομίου που υπήρχε κοντά στο σημείο σύγκρουσης. Για να στηρίξει τη θέση του παρέπεμψε στο σχέδιο σκηνή, στα σημεία «Β1» και «Β2», όπου με «Β1» σημειώθηκαν τα μαυρίσματα τροχών και με «Β2» τα σημεία τριβής των μεταλλικών μερών στην άσφαλτο, τα οποία ανέφερε εντοπίστηκαν πριν το σημείο όπου ξεκινά η ράμπα. Ως προς την τελική θέση του Τροχοκαθίσματος, ανέφερε αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Θα πω το εξής, ότι όταν έγινε η σύγκρουση το τροχοκάθισμα είχε βρεθεί μερικώς κάτω από το όχημα [ ] (Αυτοκίνητο Κατηγορουμένου). Μερικώς εννοώ περισσότερο ήταν εγκλωβισμένος ο πίσω δεξιά του τροχός. Όταν έγινε η δεύτερη σύγκρουση του οχήματος [ ] (Αυτοκίνητο Κατηγορουμένου) με το όχημα [ ] (Σταθμευμένο Όχημα Α) το Τροχοκάθισμα προηγείτο του μπροστινού μέρους του οχήματος [ ] (Αυτοκίνητο Κατηγορουμένου), άρα είναι το πρώτο που συγκρούστηκε στο όχημα Γ [ ] (Σταθμευμένο Όχημα Α). Το σίγουρο είναι ότι όταν συγκρούστηκε το Τροχοκάθισμα στην πίσω δεξιά γωνία του οχήματος [ ] (Σταθμευμένο Όχημα Α), το όχημα [ ] (Αυτοκίνητο Κατηγορουμένου) ήταν δεξιότερα, έγινε η σύγκρουση επειδή ήταν εγκλωβισμένος ο πίσω δεξιά τροχός έγινε σαν σταθερό σημείο το μπροστινό αριστερό μέρος του Τροχοκαθίσματος και έγινε περιστροφή του Τροχοκαθίσματος με κλίση αριστερά και αλλαγή κατευθύνσεως τους προς τα πίσω αντίθετα της φοράς κίνησης του οχήματος του Κατηγορουμένου, γι' αυτό το βλέπουμε στη φωτογραφία που είναι ο κάλαθος του Τεκμήριο 4 είναι η φωτογραφία shot 12 και shot 13 να φαίνεται το Τροχοκάθισμα με αριστερόστροφη εξ αντιθέτου πορεία». (Σημείωση: Ότι αναγράφεται σε παρένθεση είναι προσθήκες δικές μου για σκοπούς εύκολης κατανόησης αφού οι αριθμοί εγγραφής των οχημάτων αντικαταστάθηκαν με τα σύμβολα [ ]). Για τις πληροφορίες του σε σχέση με το Τροχοκάθισμα, ανέφερε ότι στηρίχτηκε σε έρευνά του στο διαδίχτυο με βάση τον κωδικό που εντόπισε στο Τροχοκάθισμα. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι σε αυτού του είδους το Τροχοκάθισμα δεν υπάρχουν φρένα. Όταν ο χειριστής σταματά να χρησιμοποιεί το κουμπί που το θέτει σε κίνηση, το Τροχοκάθισμα ελαττώνει ταχύτητα μέχρι να ακινητοποιηθεί. Σε υποβολή ότι δεν μπορούσε να καθορίσει ποια ήταν η πορεία του Τροχοκαθίσματος, παρέπεμψε στα shot 29 και 30 του Τεκμηρίου 5, υποδεικνύοντας τον «στύλλο καθίσματος», που φαίνεται να έχει στραβώσει προς τα μπροστά λόγω του χτυπήματος που δέχτηκε από πίσω. Σε υποβολή ότι η σύγκρουση του Τροχοκαθίσματος με το Αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου ήταν στην πλαϊνή πλευρά του Αυτοκινήτου και όχι στη εμπρόσθια απάντησε ότι: «δεν υπάρχει περίπτωση να έγινε αυτό το πράγμα, βλέποντας το μπροστινό φτερό του οχήματος δεν υπάρχουν σημεία επαφής των δύο οχημάτων σε πλευρική σύγκρουση και επίσης αν έγινε αυτό πώς θα έπαιρνε το καροτσάκι και να το μετέφερε μέχρι την τελική του θέση από το μπροστινό μέρος. Στις πλάγιες δεν προλαβαίνει κάτι που θα συγκρουστεί πλάγια να βρεθεί μπροστά. Όταν έχουμε πλάγια σύγκρουση δεν μπορεί να μετακινηθεί, αν είναι πλάγια θα κινηθούν παράλληλα αν είναι δεξιά θα κινηθούν είτε αριστερόστροφα είτε δεξιόστροφα, εννοώ όχι ευθεία πορεία». Συμφώνησε σε υποβολή ότι σε περίπτωση που το Σταθμευμένο Όχημα Α δεν βρισκόταν στο σημείο που ήταν σταθμευμένο και δεν υπήρχε επαφή του σώματος του Θύματος με το αυτοκίνητο αυτό, πιθανό να είχε διαφορετική κατάληξη το δυστύχημα. ΜΚ 3 - Λοχίας [ ] Γιώργος Αναστασίου Ο ΜΚ 3 ανέφερε ότι είχε μεταβεί στη σκηνή του τροχαίου δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ 2 και κατά την άφιξή τους συνάντησαν τους συναδέλφους τους που βρίσκονταν ήδη στη σκηνή. Ο ΜΚ 3 ήταν το πρόσωπο που έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, για την οποία εγέρθηκε ένσταση και κρίθηκε αποδεκτή κατόπιν δίκης εντός δίκης (κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25). Κατέθεσε επίσης, το έγγραφο με το οποίο ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 26). Όπως ανέφερε, κατά τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, ο ίδιος υπέδειξε και επεξήγησε στον Κατηγορούμενο το πρόχειρο σχέδιο σκηνής με το οποίο ο Κατηγορούμενος συμφώνησε. Ανέφερε επίσης ότι στην παρουσία του, το πρόχειρο σχέδιο επεξηγήθηκε στον Κατηγορούμενο κατά την ετοιμασία του στη σκηνή και από τον Αρχιαστυφύλακα [ ] Ανδρέα Ανδρέου. Σύμφωνα με τον ΜΚ 3, στη συμβολή της οδού Τιμοθέου με την οδό Κωνσταντινουπόλεως, ακολουθώντας κατεύθυνση προς κυκλικό κόμβο «Bata», στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος, δεν υπήρχε ράμπα από την οποία να μπορούσε να ανέβει το Τροχοκάθισμα πάνω στο πεζοδρόμιο. ΜΚ4 - Μάριος Σεβαστίδης Στη συνέχεια μαρτυρία έδωσε ο Μ.Κ 4, ο οποίος στα πρακτικά εκ παραδρομής αναγράφεται ως Μ.Κ
- Ο Μ.Κ 4 ήταν ο γιος του Θύματος και το πρόσωπο που αναγνώρισε την σορό πριν την έναρξη της νεκροτομής. Όπως ανέφερε, μερικά χρόνια πριν, λόγω προβλήματος υγείας που είχε το Θύμα του ακρωτηριάστηκε το δεξί πόδι περίπου λίγο πιο κάτω από το γόνατο. Ως εκ τούτου, για να μετακινείται σε μικρές αποστάσεις εντός της οικίας του, χρησιμοποιούσε τεχνητό πόδι και στήριγμα βάδισης «τύπου Π». Για τις εκτός του σπιτιού μετακινήσεις του, χρησιμοποιούσε το Τροχοκάθισμα με το οποίο ενεπλάκη στο δυστύχημα. Γνώριζε καλά το Τροχοκάθισμα, αφού ήταν το πρόσωπο που το συντηρούσε (όπως ανέφερε είναι automotive engineer όμως η Κατηγορούσα Αρχή διευκρίνισε ότι δεν υπήρχε αίτημα να καταθέσει ως πραγματογνώμονας). Ανέφερε ότι γνωρίζει καλά τον δρόμο όπου έγινε το δυστύχημα, αφού σε πολύ κοντινό σημείο βρίσκεται το σπίτι του και από το σημείο περνά τουλάχιστον δύο με τρεις φορές την ημέρα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, στο συγκεκριμένο σημείο υπήρχε μόνο μια ράμπα, η οποία υπήρχε στην είσοδο της παρακείμενης πολυκατοικίας. Από τη συγκεκριμένη ράμπα, το Τροχοκάθισμα ήταν πολύ δύσκολο να ανεβεί και να κατέβει λόγω της κλίσης της, του ύψους του Τροχοκαθίσματος και της ύπαρξης στο πίσω μέρος του Τροχοκαθίσματος μικρών «τροχακίων», τα οποία ονομάζονται «anti-tip» και χρησιμεύουν ως ασφάλεια για να μην μπορεί να ανατραπεί το Τροχοκάθισμα. Θα χρειάζονταν 30 με 40 δευτερόλεπτα για να ανέβει ή να κατέβει. Διευκρίνισε περαιτέρω, ότι το ανέβασμα θα ήταν πιο δύσκολο από το κατέβασμα. Επίσης παραδέχθηκε ότι το Θύμα, όπου μπορούσε κινείτο με το Τροχοκάθισμα σε πεζοδρόμιο, όμως όπου δεν του το επέτρεπε η κατάσταση του πεζοδρομίου κινείτο στην αριστερή λωρίδα, κοντά στο πεζοδρόμιο. ΜΚ 5 - Κυπρούλλα Σταυράκη Η Μ.Κ 5 ήταν η οδηγός του Σταθμευμένου Οχήματος Α, η οποία το είχε σταθμεύσει στο σημείο πριν το δυστύχημα. Ενώ επέστρεφε προς το όχημα (βρισκόταν στην πολυκατοικία, η οποία βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το σημείο που έγινε το δυστύχημα), άκουσε ένα δυνατό θόρυβο που προήλθε από τη σύγκρουση. Μετέβη στο σημείο και πρόσεξε το όχημά της να είχε μετακινηθεί περίπου ένα με ενάμιση μέτρο πιο μπροστά από το σημείο που το είχε σταθμεύσει λόγω της σύγκρουσης. Το Θύμα βρισκόταν ξαπλωμένο στην άσφαλτο χωρίς να αντιδρά. Η ΜΚ5 είχε συμφωνήσει με το πρόχειρο σχέδιο σκηνής (αναφέρεται στη γραπτή της κατάθεση Τεκμήριο 33). Ως είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο της, το αριστερό μισό βρισκόταν πάνω στο πεζοδρόμιο και το δεξιό μισό μέσα στον δρόμο. Της επιδόθηκε εξώδικο πρόστιμο για το αδίκημα της παράνομης στάθμευσης σε πεζοδρόμιο, το οποίο και πλήρωσε. Παραδέχτηκε ότι το Θύμα δεν μπορούσε να περάσει από το σημείο που είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο της, αφού η ύπαρξη ενός δέντρου στο σημείο μαζί με το αυτοκίνητο της, απέφραξαν πλήρως τη δίοδο από το πεζοδρόμιο. Ήταν η θέση της ότι ακόμη και αν το αυτοκίνητό της δεν ήταν σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο, το Τροχοκάθισμα του Θύματος δεν θα μπορούσε να κινηθεί στο πεζοδρόμιο. Η μάρτυρας υπέδειξε για να πείσει προς τούτο, τη φωτογραφία με αριθμό shot 4 του Τεκμηρίου 4, λέγοντας ότι το δέντρο έφρασσε από μόνο του πλήρως τη δίοδο. Μ.Κ 6 - Αντώνης Χ'' Μιχαήλ Ο Μ.Κ 6 ανέφερε ότι κοντά στο σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται το πατρικό του σπίτι. Το Θύμα ήταν φίλος με τον πατέρα του και τον γνώριζε προσωπικά. Γνώριζε ότι το πόδι του Θύματος είχε ακρωτηριαστεί για λόγους υγείας και για αυτόν τον λόγο χρησιμοποιούσε το Τροχοκάθισμα για τις διακινήσεις του. Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος βρισκόταν στο πατρικό του σπίτι για επίσκεψη. Καθόταν στη βεράντα του πατρικού του μαζί με τη σύζυγό του, τον γιο του και τη μητέρα του. Καθώς συζητούσαν, πέρασε το Θύμα από το δρόμο επιβαίνοντας στο Τροχοκάθισμα με κατεύθυνση από Αγία Βάρβαρα προς οδό Αγ. Ιλαρίωνος, οδηγώντας στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Χαιρετήθηκαν και το Θύμα συνέχισε την πορεία του. Μετά από παρέλευση δύο λεπτών, άκουσαν ένα δυνατό θόρυβο τον οποίο ο ΜΚ 6 εξέλαβε ως σύγκρουση αυτοκινήτου σε «skip». Έτρεξε προς το μέρος που άκουσε το θόρυβο και πρόσεξε ότι το Αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, είχε χτυπήσει το Θύμα και τον έριξε μπρούμητα στον δρόμο. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 3 ως το σχέδιο που παρουσιάζει τη περιοχή. Δήλωσε βέβαιος ότι είδε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το Τροχοκάθισμα εντός του ασφάλτινου οδοστρώματος. Στην κυρίως εξέτασή του διευκρίνισε ότι ο χρόνος που παρήλθε από την ώρα που χαιρέτησε το Θύμα, μέχρι να ακούσει τον θόρυβο της σύγκρουσης, ήταν κατά προσέγγιση ένα με δύο λεπτά. Ανέφερε ότι η απόσταση από το σημείο που χαιρετήθηκαν με το Θύμα μέχρι το σημείο της σύγκρουσης ήταν περίπου 100 με 150 μέτρα. Ήταν η θέση του ότι από το σημείο που είδε και χαιρέτησε το Θύμα, μέχρι το σημείο της σύγκρουσης δεν υπήρχε ράμπα που να επιτρέπει στο Θύμα να ανέβει στο πεζοδρόμιο. ΜΚ 7 - Χαρίλαος Κύρκας Ο Μ.Κ 7 ήταν ο διαχειριστής του μπουφέ του σωματείου «Εθνικός Καϊμακλίου», στην οδό Κωνσταντινουπόλεως 37, στο Καϊμακλί. Όπως ανέφερε, την ώρα της σύγκρουσης βρισκόταν μέσα στο σωματείο και ασχολείτο με διάφορες εργασίες που αφορούσαν το μπουφέ. Άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και μετέβη στο σημείο του δυστυχήματος όπου είδε το σκηνικό του δυστυχήματος, το οποίο και περιέγραψε. Δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει το σχεδιάγραμμα σκηνής που του υποδείχθηκε (Τεκμήριο 3). Στην φωτογραφία shot 33 του Τεκμηρίου 4, αναγνώρισε το σημείο όπου βρίσκεται το οίκημα του «Εθνικού Καϊμακλίου». Ανέφερε ότι στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, στο σημείο που βρίσκεται το οίκημα του «Εθνικού Καϊμακλίου», υπάρχει πάροδος που οδηγεί σε αδιέξοδο. Στο σημείο αυτό ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ράμπα για αναπηρικά καροτσάκια. ΜΚ 8 - Γεώργιος Βιολάντης Ο Μ.Κ 8 ήταν ο ιδιοκτήτης και οδηγός του Σταθμευμένου Οχήματος Β, το οποίο ήταν σταθμευμένο παράνομα επί του πεζοδρομίου και σημειώνεται στα σχέδια σκηνής (Τεκμήρια 2 και 3) με το σημείο «Δ». Το αυτοκίνητό του το είχε σταθμεύσει στη δεξιά πλευρά του δρόμου με κατεύθυνση από τη λεωφόρο Αγίου Ιλαρίωνος προς Αγία Βαρβάρα (δηλαδή στην αριστερή πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την κατεύθυνση που ακολουθούσε ο Κατηγορούμενος αλλά με αντίθετη φορά), οι δεξιοί τροχοί του ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο και το υπόλοιπο αυτοκίνητο βρισκόταν μέσα στον δρόμο. Μπροστά από το αυτοκίνητό του βρισκόταν ένας πράσινος κάδος σκουπιδιών. Ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμά του άκουσε δυνατό θόρυβο. Κοιτάζοντας έξω, πρόσεξε ότι ο θόρυβος προκλήθηκε από τροχαίο δυστύχημα. Συγκεκριμένα πρόσεξε ότι ο πράσινος κάδος βρισκόταν κολλημένος στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου του και στην άλλη πλευρά του κάδου, βρισκόταν ένα άλλο μικρό όχημα με χρώμα ασημί. Μέσα στον δρόμο βρισκόταν ακινητοποιημένο το όχημα του Κατηγορούμενου. Ανάμεσα σε αυτά βρισκόταν σφηνωμένο ένα αναπηρικό Τροχοκάθισμα και το πρόσωπο που επέβαινε στο Τροχοκάθισμα, βρισκόταν ξαπλωμένο στο δρόμο. Ανέφερε ότι του είχε εκδοθεί εξώδικο πρόστιμο για παράνομη στάθμευση το οποίο και πλήρωσε. Γνώριζε το Θύμα αφού διέμεναν και δύο στην περιοχή, όμως δεν είχαν προσωπικές σχέσεις. Ανέφερε ότι, με τον τρόπο που ήταν σταθμευμένο το Σταθμευμένο Όχημα Β υπήρχε ικανοποιητικός ελεύθερος χώρος για να περάσει το Τροχοκάθισμα από το πεζοδρόμιο. Ανακριτική Κατάθεση Κατηγορουμένου ημερ. 14/9/2019 - Τεκμήριο 25 Στην ανακριτική του κατάθεση ημερομηνίας 14/9/2019, ο Κατηγορούμενος αναφέρει ότι συμφωνεί με το πρόχειρο σχέδιο σκηνής το οποίο υπέγραψε. Συμφωνεί επίσης με το σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται επί του σχεδίου ως σημείο «Χ». Πριν την σύγκρουση, οδηγούσε το Αυτοκίνητο του με κατεύθυνση προς οδό Αγ. Ιλαρίωνος, η ημέρα ήταν ηλιόλουστη και η ορατότητα του ήταν καλή, χωρίς να περιορίζεται από οτιδήποτε. Οδηγούσε περίπου στο κέντρο της λωρίδας του με ταχύτητα περίπου 35 με 40 ΧΑΩ. Μπροστά του δεν κινείτο οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Στην αντίθετη κατεύθυνση κινείτο ένα ημιφορτηγό του οποίου την παρουσία είχε αντιληφθεί όταν ο ίδιος βρισκόταν περίπου 13 μέτρα πριν το σημείο της σύγκρουσης. Ταυτόχρονα με το ημιφορτηγό, είχε αντιληφθεί και την παρουσία του Θύματος καθήμενου στο Τροχοκάθισμα που ήταν ακινητοποιημένο εκτός του δρόμου, πάνω σε μια ράμπα πεζοδρομίου. Είχε την ίδια φορά με αυτόν καθώς έβλεπε την πίσω του όψη. Το ημιφορτηγό είχε περάσει δίπλα από το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου όταν αυτός βρισκόταν σε απόσταση 4 με 5 μέτρα πριν από το Τροχοκάθισμα του Θύματος. Όταν περνούσε από δίπλα του το ημιφορτηγό, αναγκάστηκε να μετακινηθεί περίπου 10 εκατοστά αριστερά για να μην έρθει σε επαφή με αυτό το Αυτοκίνητο του. Είχε προσέξει το Σταματημένο Όχημα Α που ήταν μισό σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο και το άλλο μισό στον δρόμο και βρισκόταν πιο μπροστά από το Τροχοκάθισμα του Θύματος. Όταν πλησίασε το Τροχοκάθισμα σε απόσταση ενός μέτρου, ξαφνικά το Τροχοκάθισμα κινήθηκε λοξώς δεξιά και βρέθηκε μπροστά του. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρόνο για να αντιδράσει και συγκρούστηκε με το Τροχοκάθισμα και το Θύμα. Απάντηση Κατηγορουμένου όταν κατηγορήθηκε γραπτώς - Τεκμήριο 26 Όταν ο Κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς στις 7/2/2020 απάντησε στην κατηγορία ως εξής: «Δεν ήταν μες τον δρόμο, ήταν πάνω στο πεζοδρόμιο, σταματημένος και όταν κόντεψα ξεκίνησε απότομα τζε εκτύπησε πάνω στον τροχό μου τον μπροστινό. Ετύληξε το καροτσούι του ο τροχός μου τζε επέταξε τον μπροστά». Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορουμένου Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής το Δικαστήριο βρήκε τον Κατηγορούμενο εκ πρώτης όψεως ένοχο και τον κάλεσε σε απολογία όπου ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Κατά την ανώμοτη του δήλωση ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι επιθυμούσε να καταθέσει ενόρκως αλλά δεν μπορούσε λόγω προβλημάτων υγείας που έχει με την καρδία του. Επανέλαβε τις θέσεις του ως καταγράφονται στην γραπτή του κατάθεση ημερ. 14/9/
- Ανέφερε επιπρόσθετα ότι πριν την σύγκρουση κινείτο σε απόσταση περίπου ενός μέτρου από το αριστερό πεζοδρόμιο και ότι το σημείο σύγκρουσης επί του Αυτοκινήτου του ήταν στον αριστερό τροχό και στη γωνιά του αριστερού μπροστινού φτερού. Η σύγκρουση του Αυτοκινήτου του με το Τροχοκάθισμα δεν ήταν βίαιη γι' αυτό τα δύο οχήματα (Αυτοκίνητο και Τροχοκάθισμα) κινήθηκαν μαζί μέχρι τη σύγκρουση του Τροχοκαθίσματος και του Θύματος με το Σταθμευμένο Όχημα Α και τον πράσινο κάλαθο σκουπιδιών. Ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί ότι το Αυτοκίνητο του είχε συγκρουστεί με το Σταθμευμένο Όχημα Α. Το γεγονός αυτό αντιλήφθηκε μερικές ημέρες αργότερα παρατηρώντας το Αυτοκίνητο του. Είναι βέβαιος ότι το Θύμα βρισκόταν ακόμη στο Τροχοκάθισμα κατά τη σύγκρουση με το Σταθμευμένο Όχημα Α και έπειτα εκτινάχθηκε στον δρόμο. Ήταν η θέση του ότι αν δεν βρίσκονταν τα Σταθμευμένα Οχήματα Α και Β και ο πράσινος κάλαθος σκουπιδιών στο σημείο που βρίσκονταν, δεν θα είχε προκληθεί ο θάνατος του Θύματος ούτε θα είχε υποστεί σοβαρούς τραυματισμούς. Ήταν επίσης η θέση του ότι έγιναν όλα τόσο ξαφνικά που δεν είχε οποιοδήποτε περιθώριο αντίδρασης για να αποφύγει τη σύγκρουση. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έχοντας διεξέλθει της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στη βάση του συνόλου της και όχι αποσπασματικά, θα προχωρήσω στην αξιολόγησή της αντλώντας καθοδήγηση από τις αρχές που τίθενται από τη σχετική νομολογία, λαμβάνοντας μεταξύ άλλων παραγόντων υπόψη μου, τη φυσικότητα, ευθύτητα, αμεσότητα και σαφήνεια των απαντήσεων, τυχόν ύπαρξη υπερβολών, ουσιωδών αντιφάσεων, προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν αλλά και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. μεταξύ άλλων, Στυλιανίδη v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97, Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1 Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 κ.α.). Έλαβα επίσης υπόψη μου ότι αντιφάσεις σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα, δεν οδηγούν σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας σε αντίθεση με τις αντιφάσεις ουσιαστικής μορφής που οδηγούν σε ρήγματα στην υπόθεση (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, Χρίστου v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2017, 19/7/2019). Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσουν στην αντίθετη κατεύθυνση, ενδυναμώνοντας την πεποίθηση του Δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ώστε να επιτευχθεί η καταδίκη του Κατηγορουμένου (Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/2012, ημερ. 2/5/2014, ECLI:CY:AD:2014:B289, ECLI:CY:AD:2014:B289, Γεώργιος Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑ.Δ. 612, Μohammed Jaber Akil v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 148). Οι ΜΚ 1, 2 και 3 δεν ήταν παρόντες κατά τη στιγμή του δυστυχήματος. Η Ημαρτυρία τους αφορούσε στις ενέργειες και τα ευρήματά τους κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Όσον αφορά τη μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΚ 3, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέου ν Αστυνομίας Ποινική Έφεση 209/2020, ημερομηνίας 20/7/2021, αστυνομικός μπορεί να προβεί σε διαπιστώσεις ως αποτέλεσμα παρατηρήσεών του στη σκηνή με υπόβαθρο την εμπειρία του στην εξέταση τροχαίων συγκρούσεων, χωρίς να χρειάζεται να είναι πραγματογνώμονας. Οι ΜΚ 1 και ΜΚ 3 μου άφησαν θετική εντύπωση. Απαντούσαν με τρόπο φυσικό, άμεσο, σαφή, ανεπιτήδευτο και αμερόληπτο. Η μαρτυρία τους δεν είχε κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους σε σχέση με τις ενέργειες τους, τις παρατηρήσεις τους στη σκηνή και το πρόχειρο και το σχέδιο επί κλίμακας που ετοίμασε ο ΜΚ 1 με τη βοήθεια των συναδέλφων του (Τεκμήρια 2 και 3). Με εξαίρεση το σημείο «Β» (για λόγους που εξηγώ στη συνέχεια) που δεικνύει την πορεία του Τροχοκαθίσματος πριν το δυστύχημα, κρίνω ότι τα Τεκμήρια 2 και 3 αποτελούν ορθή καταγραφή της πραγματικής μαρτυρίας που αναβρέθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και αποτελούν ευρήματα μου. Παραθέτω πιο κάτω, απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χατζηελευθερίου v. Κανάρη, Πολιτική Έφεση 233/2014, ημερ. 27/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:A264, σε σχέση με την χρησιμότητα της πραγματικής μαρτυρίας σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων: «Όπως έχει επανειλημμένα διαπιστωθεί, η πραγματική μαρτυρία συνιστά αμετακίνητο οδηγό του οδικού ατυχήματος που ιχνηλατεί τα περιστατικά του και μπορεί να αποτελέσει οδηγό για την κρίση της αξιοπιστίας και της ακρίβειας της μαρτυρίας που διαφωτίζει ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, ως και έλεγχο της ακρίβειας προφορικής μαρτυρίας αναφορικά με τις συνθήκες που το περιβάλλουν. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας για τη διαπίστωση των συνθηκών του οδικού δυστυχήματος εξηγείται σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων (βλ. Ioannides v. Kyriacou
(1988)1 C.L.R. 639, Georghios Prokopiou Haloumias v. The Police
(1970)2 C.L.R. 154, Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486, Adatnis and Another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746, Charalambous and Another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278, Tektima Ltd v. A. P. Lanitis
(1987)1 C.L.R. 614, Derek Knell v. Της Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και Βάσος Κονναρή ν. Κυριάκου Κυριάκου
(1996)1 Α.Α.Δ. 267). Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα. Αν η πραγματική μαρτυρία είναι ουδέτερη ως προς τις συνθήκες του δυστυχήματος, δεν μπορεί, όπως επεσημάνθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 Α.Α.Δ. 1243, να βοηθήσει ουσιωδώς στην αξιολόγηση της μαρτυρίας για τα γεγονότα που περιστοιχίζουν το δυστύχημα. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μιλτιάδης Φιντανάκης ν. Αστυνομίας,
(2014)2 (Β) ΑΑΔ, 695 είναι σχετικό: «Η πραγματική μαρτυρία, συνιστάμενη από αναμφισβήτητα στοιχεία απόδειξης, μεταφέρει κατά τρόπο αντικειμενικό, επιδεχόμενη, έτσι, και την ελάχιστη ερμηνεία, την εικόνα στη σκηνή, αποκαλυπτική της φάσης η οποία έχει εξελιχτεί και η οποία έχει καταλήξει στη σύγκρουση των ενεχομένων οχημάτων, εφόσον πρόκειται για τροχαίο δυστύχημα. Η ποιότητά της ως μαρτυρία είναι δυνατό να επισκιάσει κάθε άλλη μαρτυρία, η οποία είναι αντίθετη από αυτή, οδηγώντας, συγχρόνως, στη μη αποδοχή της, (βλ. Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51 και την εκτενή νομολογία επί του ιδίου θέματος που αναφέρεται σ' αυτή).» Αναφορικά με το σημείο «Β», ο ΜΚ 1 στηρίχτηκε στην προσωπική του γνώμη με βάση τα ευρήματα του κατά την διερεύνηση. Επί τούτου όμως, απαιτούνται γνώσεις πραγματογνώμονα. Συνεπώς, δεν θα στηριχτώ στα Τεκμήρια 2 και 3 και τη μαρτυρία των ΜΚ 1 και ΜΚ 3 για κατάληξη σε εύρημα ως προς την πορεία του Τροχοκαθίσματος. Ο ΜΚ 2 κλήθηκε να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνώμονας. Στην απόφαση Νικολάου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 162/2014, ημερομηνίας 2/5/2017 συνοψίζονται οι αρχές σε σχέση με μαρτυρία πραγματογνωμόνων: «Η πραγματογνωμοσύνη είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή εκπαίδευσης (Δέστε Χατζηξενοφώντος κ.ά. v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 316). Μαρτυρία μπορεί να γίνει αποδεκτή ως μαρτυρία πραγματογνώμονα όταν προέρχεται από επιστήμονα, στα πλαίσια της επιστήμης του (Δέστε Folkes v Chadd
(1782)3 Dong KB 157-15.4.13). Κάποιος μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματογνώμονας, χωρίς, κατ' ανάγκη, να κατέχει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά προσόντα εάν έχει μεγάλη πείρα επί του θέματος (Δέστε Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, σελ. 575 - 587). Για να καταθέσει κάποιος ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι κατέχει τα προσόντα για κάτι τέτοιο (Δέστε R v Francis
(2013)EWCA Crim. 123). Το ζήτημα του ποιος είναι πραγματογνώμονας αποφασίζεται από το Δικαστήριο μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και αφού εξετάσει τις γνώσεις και την εμπειρία του μάρτυρα, στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει (Δέστε Σιακόλα v Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110 και Yaacoub v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 73/2013, ημερ. 19.3.2014). Το ζήτημα της πραγματογνωμοσύνης μπορεί να αποφασιστεί κατά την προσπάθεια παρουσίασης της σχετικής μαρτυρίας ή ακόμη ευχερέστερα, στο τέλος της υπόθεσης, κατά τη διατύπωση της τελικής ετυμηγορίας, εκτός αν το όλο ζήτημα εξεταστεί στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Το καίριο ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι το για ποιο θέμα παρουσιάζεται ο μάρτυρας ως πραγματογνώμονας (Δέστε R. v Clarke
(20013)EWCA, Crim. 162).» Σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Άννας Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298 αναφέρθηκε ότι: «..βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Νικολάου (πιο πάνω), Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013).» Σημειώνεται ότι, το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα δεν θα πρέπει να στηρίζεται σε μη αποδεκτή μαρτυρία (βλ. Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746), ούτε σε γεγονότα που δεν έχουν τεθεί ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Παύλου ν. Ανδρέου, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, 26/3/2014), ECLI:CY:AD:2014:A217. Έχω μελετήσει προσεκτικά τη μαρτυρία του ΜΚ 2, ο οποίος κρίνω ότι απαντούσε με τρόπο αμερόληπτο, άμεσο και σαφή και δεν μου άφησε αμφιβολία ως προς την ορθότητα της μαρτυρίας και των συμπερασμάτων του. Ο ΜΚ 2, εξήγησε λεπτομερώς και με τρόπο πειστικό, τις ενέργειες του κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και πώς κατέληξε στα συμπεράσματα που κατέληξε. Κρίνω ως ορθά και αποδέχομαι τα πιο κάτω συμπεράσματά του: · Στο εμπρόσθιο μέρος του προφυλακτήρα του Αυτοκινήτου, σε σημείο περίπου 45 εκατοστομέτρων από την αριστερή εμπρόσθια γωνία, ανεβρέθηκαν ίχνη κόκκινης μπογιάς, όμοιας με το χρώμα Τροχοκαθίσματος (βλ. φωτογραφίες shot 10 και 11 από το Τεκμήριο 5). · Στη σκηνή συνάντησε ίχνη τριβής τα οποία είχαν ευθεία πορεία και είχαν προκληθεί από το πίσω μέρος του Τροχοκαθίσματος, όπου εργοστασιακά ο κατασκευαστής έχει τοποθετήσει δύο μικρά τροχάκια. Οι διαστάσεις που είχαν μεταξύ τους τα δύο μεταλλικά μέρη που στηρίζονται τα συγκεκριμένα τροχάκια, ταυτίζονταν με τα ίχνη τριβής που βρέθηκαν επί της ασφάλτου. · Το επίκεντρο της ζημιάς στο Τροχοκάθισμα από την πρώτη επαφή του με το Αυτοκίνητο ήταν στον πίσω αριστερό τροχό. (βλ. shot 30 του Τεκμηρίου 5, όπου ο πίσω αριστερός τροχός, βρίσκεται πιο μπροστά σε σχέση με τον δεξιό, γεγονός που τον οδηγεί στην κατάληξη ότι η περισσότερη δύναμη που δέχτηκε ήταν πίσω αριστερά). · Τα ίχνη τριβής που άφησε το Τροχοκάθισμα στην άσφαλτο βρίσκονταν πριν την έναρξη της ράμπας πεζοδρομίου (στην οποία ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν ακινητοποιημένο το Τροχοκάθισμα). Αυτό προκύπτει από τα σχέδια σκηνής (Τεκμήρια 2 και 3) στα σημεία «Β1» και «Β2», όπου με «Β1» σημειώθηκαν τα μαυρίσματα τροχών και με «Β2» τα σημεία τριβής των μεταλλικών μερών στην άσφαλτο. · Ο πάσσαλος στον οποίο στηριζόταν το κάθισμα («στύλλος καθίσματος»), είχε στραβώσει προς τα μπροστά, γεγονός που φανερώνει ότι δέχτηκε το χτύπημα από πίσω (βλ. shot 29 και 30 του Τεκμηρίου 5). · Η πορεία που ακολούθησε το Τροχοκάθισμα μετά την σύγκρουση δεν συνάδει με την εκδοχή της υπεράσπισης, ότι δηλαδή το Τροχοκάθισμα είχε συγκρουστεί στο πλαϊνό μέρος του Αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα μπορούσε το Αυτοκίνητο να παρασύρει το Τροχοκάθισμα μέχρι το Σταθμευμένο Όχημα Α, όπου ακολούθησε η δεύτερη σύγκρουση. (παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα της μαρτυρίας του: «Στις πλάγιες δεν προλαβαίνει κάτι που θα συγκρουστεί πλάγια να βρεθεί μπροστά. Όταν έχουμε πλάγια σύγκρουση δεν μπορεί να μετακινηθεί, αν είναι πλάγια θα κινηθούν παράλληλα αν είναι δεξιά θα κινηθούν είτε αριστερόστροφα είτε δεξιόστροφα, εννοώ όχι ευθεία πορεία».) Τα πιο πάνω με οδηγούν στην κατάληξη ότι τα συμπεράσματά του ΜΚ 2 σε σχέση με τον τρόπο που κινήθηκαν τα εμπλεκόμενα οχήματα πριν και μετά την σύγκρουση είναι ορθά. Ο ΜΚ 4 μου άφησε θετική εντύπωση. Ήταν άμεσος και σαφής στις απαντήσεις του και δεν είχε υποπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Παρά το ότι ανέφερε ότι είναι μηχανολόγος μηχανικός, μέρος της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, καθώς αφορά μαρτυρία που χρειάζεται πραγματογνωμοσύνη και η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής διευκρίνισε ότι δεν κάλεσε τον συγκεκριμένο μάρτυρα για να δώσει μαρτυρία ως πραγματογνόμωνας. Συνεπώς, τα όσα ανέφερε που αποτελούν μαρτυρία γνώμης για τα οποία απαιτείται πραγματογνωμοσύνη, αγνοούνται ως μη αποδεκτή μαρτυρία. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ότι το συγκεκριμένο Τροχοκάθισμα μπορούσε με μεγάλη δυσκολία να ανεβεί ή κατεβεί ράμπα πεζοδρομίου, καθώς αυτό δεν αφορά γνώμη αλλά προσωπική του γνώση σε σχέση με την χρήση του Τροχοκαθίσματος από το θύμα. Αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του σε σχέση με τις ράμπες που υπάρχουν στην περιοχή. Η ΜΚ 5 μου άφησε θετική εντύπωση αφού απαντούσε με τρόπο άμεσο και φυσικό. Το κύριο θέμα για το οποίο μπορούσε να δώσει σχετική μαρτυρία ήταν το πού είχε σταθμεύσει το Σταθμευμένο Όχημα Α, γεγονός που δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της επί το ότι με τον τρόπο που είχε σταθμεύσει, το Τροχοκάθισμα δεν μπορούσε περάσει από το πεζοδρόμιο. Ο ΜΚ 6 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με τρόπο ευθύ άμεσο και σαφή, δεν έδειξε οποιαδήποτε διστακτικότητα στον τρόπο που απαντούσε και η μαρτυρία του δεν είχε κλονιστεί κατά την αντεξέταση. Σημειώνω ότι το Θύμα ήταν πρόσωπο γνωστό στον ΜΚ 6, όμως έχω παρακολουθήσει με προσοχή τη μαρτυρία του και την συμπεριφορά του από το εδώλιο του μάρτυρα και δεν έχω αμφιβολία ότι ο μάρτυρας ήταν αμερόληπτος και τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στα πραγματικά γεγονότα. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι 1 - 2 λεπτά πριν να ακούσει τον θόρυβο από τη σύγκρουση καθόταν στη βεράντα του πατρικού του και είδε το Θύμα να οδηγεί το Τροχοκάθισμα εντός της αριστερής πλευράς του δρόμου με κατεύθυνση από Αγία Βάρβαρα προς λεωφόρο Αγίου Ιλαρίωνος (προς το σημείο σύγκρουσης). Ο ΜΚ 7 μου άφησε γενικά καλή εντύπωση, παρά το ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει το σχεδιαγράφημα της σκηνής (Τεκμήριο 3) και σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του αδυνατούσε να δώσει σαφείς και άμεσες απαντήσεις. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του δεν μπορούσε να είναι ιδιαίτερα βοηθητική, αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο του δυστυχήματος, βρισκόταν εντός του οικήματος του «Εθνικού Καϊμακλίου» και δεν είχε δει οτιδήποτε, παρά μόνο άκουσε τον θόρυβο της σύγκρουσης. Πάντως ο συγκεκριμένος μάρτυρας, ανέφερε για την ύπαρξη ράμπας για αναπηρικά καροτσάκια σε πάροδο - αδιέξοδο πριν από το οίκημα του «Εθνικού Λατσιών» η οποία όμως διευκρίνισε ότι δεν βρισκόταν επί της οδού Κωνσταντινουπόλεως. Η ύπαρξη της συγκεκριμένης ράμπας αναπήρων δεν έχει αναφερθεί από οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα, πλην όμως δεν έχει αμφισβητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά, συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο συγκεκριμένο σημείο. Ο ΜΚ8 μου άφησε θετική εντύπωση. Παρέθεσε τη σύντομη μαρτυρία του με τρόπο φυσικό, άμεσο και σαφή και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αληθή και ορθή. Έχω μελετήσει προσεκτικά όλες τις παραπομπές του συνηγόρου υπεράσπισης στη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας, στις οποίες υπάρχει ισχυρισμός για αντιφάσεις και θεωρώ άσκοπο να αναφερθώ σε όλα τα σημεία ένα προς ένα. Πράγματι, έχω εντοπίσει κάποιες αντιφάσεις και κενά σε επουσιώδη θέματα, όχι όμως τέτοιες ή τέτοια, που να μπορούν να με οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι κάποιος από τους μάρτυρες κατηγορίας είναι αναξιόπιστος ή ότι υπήρξε, από οποιοδήποτε από αυτούς, εσκεμμένη προσπάθεια να παρουσιάσει τα γεγονότα με τρόπο που θα βοηθούσε την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Εξάλλου είναι φυσιολογικό, μετά από την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος να μην θυμόντουσαν κάθε λεπτομέρεια που περιβάλλει την υπόθεση. Παραπέμπω σχετικά με το θέμα στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» Β Έκδοση των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, στη σελίδα 136 - 137, «(γ) Μνήμη Μαρτύρων Και παρέλευση Χρόνου. Ίσως είναι και ανθρωπίνως αδύνατο - χωρίς τούτο να υπονοεί ότι δεν υπάρχουν και άτομα με εξαιρετικό μνημονικό (Coleman v Wathen
(1793)5 TR 245) - όταν οι μάρτυρες καταθέτουν μετά από παρέλευση χρόνου να θυμούνται κάθε λεπτομέρεια του επίδικου περιστατικού (Ιωσηφίδη v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 243/12, ημ. 2.5.14) και να περιγράφουν τα γεγονότα κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα περιέγραψαν στην Αστυνομία (Κλεοβούλου V Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 17). Όταν η μαρτυρία αφορά σε ανάκληση γεγονότων που συνέβησαν πολύ παλιά, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίζει με επιφυλακτικότητα και να αυτοπροειδοποιείται δεόντως (Damevski v. Hope
(2016)NSWSC 1231). Στην Σκορδέλλη και Άλλων v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16, το Εφετείο, διά της Ψαρά-Μιλτιάδους, Δ., σημείωσε ότι: «η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικά και σίγουρα ο ανθρώπινος νους δεν εργάζεται ως ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής ώστε να καταγράφει εξομοιωτικά και να αναπαράγει με τον ίδιο τρόπο λεπτομέρειες περιγράφοντας μια σκηνή ή ένα επεισόδιο. Στο κάθε άτομο, ενδεχομένως να εντυπώνονται διαφορετικές λεπτομέρειες με βάση τα προκρίματα και τα ενδιαφέροντα του.» Κατηγορούμενος Οι θέσεις του Κατηγορούμενου εκφράστηκαν μέσω της ανακριτικής του κατάθεσης (Τεκμήριο 25), της απάντησης του όταν είχε κατηγορηθεί γραπτώς (Τεκμήριο 26) και της ανώμοτης του δήλωσης. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου, σύμφωνα με τη νομολογία, μια τέτοια δήλωση εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία, με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. Αναγνωρίζεται ως κάτι περισσότερο από ένα απλό σχόλιο. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που μόνο με μαρτυρία μπορούν να αποδειχθούν, αλλά μπορεί να βοηθήσει στη θεώρηση της μαρτυρίας κάτω από μια διαφορετική σκοπιά. Δεν παραμερίζεται η αξία της, η οποία είναι πειστική μάλλον παρά αποδειχτική. (βλ. Anastassiades ν. The Republic
(1977)2 CLR 97, 210-211, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Onisiforou v. The Police
(1987)2 CLR 261, Ιωάννου και άλλου ν. Δημοκρατία
(2001)2 ΑΑΔ 195, Pantelis Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Γεωργίου ν. Αστυνομίας,
(2005)2 ΑΑΔ 515, Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 και Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22). Σημειώνεται ότι επιλογή του Κατηγορούμενου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του (Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129) ούτε μπορεί να συμπληρώσει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (Αχτάρ v. Αστυνομίας,
(2010)2 ΑΑΔ 397 και Θεοχάρους ανωτέρω). Αναφορικά με το ζήτημα των γραπτών καταθέσεων και της αξιολόγησής τους, είναι αποκρυσταλλωμένο ότι μία γραπτή κατάθεση κατηγορουμένου γίνεται μεν αποδεκτή στο σύνολο του περιεχομένου της ως μαρτυρία, εν τούτοις, κάθε μέρος της κατάθεσης αξιολογείται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης. Είναι επίσης επιτρεπτό για το Δικαστήριο να απορρίψει ως αναληθές μέρος της κατάθεσης και να αποδεχθεί άλλο (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2017:B430, Ποιν. Έφ. 96/2016, ημερ.28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B430, Κωνσταντινίδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 190, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Έχω μελετήσει προσεχτικά τα Τεκμήρια 25 και 26 αλλά και την ανώμοτη δήλωση του Κατηγορουμένου, και τα αξιολογώ σύμφωνα με τις πιο πάνω αρχές για την κατάληξη σε τελικά ευρήματα. Η θέση του Κατηγορουμένου στερείται λογικής, καθώς δεν συνάδει με το σημείο σύγκρουσης, όπως αυτό σημειώνεται στα Τεκμήρια 2 και 3, με τα οποία ο Κατηγορούμενος συμφώνησε. Το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται ελαφρώς πριν από το σημείο όπου ξεκινά η ράμπα του πεζοδρομίου επί του οποίου ισχυρίστηκε ότι ήταν ακινητοποιημένο το Τροχοκάθισμα έχοντας την ίδια φορά με αυτόν (έβλεπε την πίσω του όψη σύμφωνα με τον ισχυρισμό του). Συνεπώς, η όποια κίνηση του θα ήταν προς τα εμπρός, κάτι που καθιστά αδύνατο να είχαν συγκρουστεί στο σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται ως «Χ», το οποίο βρίσκεται πριν από την ράμπα στην οποία υποτίθεται ότι βρισκόταν το Θύμα. Περαιτέρω, τα σημάδια που άφησαν επί της ασφάλτου τα ελαστικά και τα μεταλλικά σημεία του Τροχοκαθίσματος που συγκρατούν τα μικρά πίσω τροχάκια (που λειτουργούν εμπόδιο για ανατροπή του σε ανηφόρες) ήταν παράλληλα και σε ευθεία, γεγονός που καταδεικνύει ότι κατά την σύγκρουση το Τροχοκάθισμα κινείτο σε ευθεία πορεία εντός του οδοστρώματος και όχι κάθετα με κατεύθυνση από την ράμπα προς το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου. Νομική Πτυχή Στις ποινικές υποθέσεις αποτελεί πάγια αρχή ότι το βάρος απόδειξης των συστατικών στοιχείων της κάθε κατηγορίας το φέρει η Κατηγορούσα Αρχή και η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Woolmington v D.P.P. 25 Cr. App. R. 72, Charitonos and Others v. The Republic
(1971)2 CLR 40). Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ' ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Γεν. Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Aνδρέα Σάζου
(2001)2 ΑΑΔ 18, Λοΐζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71). Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη, αλλά και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας (Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110). Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στο οποίο στηρίζεται η κατηγορία προνοεί ότι: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Σύμφωνα με τη απόφαση του Ανωτάτου στην Κωνσταντίνου v Αστυνομίας Ποινική Έφεση Αρ. 221/2018, ημερομηνίας 26 Μαρτίου, 2019, το αδίκημα που προνοείται από το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, συνάγεται όταν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος προκάλεσε το θάνατο του θύματος λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς με τους όρους αυτούς να υποδηλώνουν διαζευκτικό τρόπο διάπραξης και αδικήματος. Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τις αρχές που διέπουν αυτού του είδους υποθέσεις: «Το Δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις καλείται, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης, να καθορίσει ποιες πράξεις ή παραλείψεις του εφεσείοντα συνιστούσαν αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη. Στην υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Σε σχέση με επικίνδυνη οδήγηση, σύμφωνα με τη νομολογία, απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Στην αγγλική απόφαση R. v. Gosney
(1971)55 Cr. App. R. 502 σε σχέση με κατηγορία επικίνδυνης οδήγησης αναφέρεται ότι: «fault certainly does not necessarily involve deliberate misconduct or recklessness or intention to drive in a manner inconsistent with proper standards of driving. Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case.» Όπως αναφέρθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζού
(2001)2 ΑΑΔ 18, απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους εκ μέρους του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. R. v. Gosney [1971] 55 Cr. App. R. 502, Πέτρου ν. Αστυνομίας, πιο πάνω). Στην υπόθεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115 λέχθηκε με αναφορά στην R. v. Gosney (ανωτέρω) πως το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης δεν είναι απόλυτο και η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη πως την προκάλεσε κάποιο σφάλμα. Ως προς την έννοια του σφάλματος, που αρκεί για την στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τη σελίδα 224 της R. v. Gosney (ανωτέρω): "Fault involves a failure; a falling below the care or skill of a competent and experienced driver, in relation to the manner of the driving and to the relevant circumstances of the case. A fault in that sense, even though it might be slight, even though it be a momentary lapse, even though normally no danger would have arisen from it, is sufficient. The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. it is enough if it is, looked at sensibly, a cause.» σε μετάφραση: «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία, πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μία αιτία.» Σύμφωνα με την Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, ενέργεια που εκφεύγει της κοινής λογικής συνιστά αλόγιστη (μη λελογισμένη) συμπεριφορά. Στην απόφαση Φερεκύδου v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 184/2016 ημερ. 11.10.2018, 974, αναφέρθηκε ότι το αδίκημα στοιχειοθετείται όχι μόνο από την ύπαρξη οδικής συμπεριφοράς που είναι έξω από το εύλογο υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που επικρατούν τη δεδομένη στιγμή, αλλά και από έκπτωση από το αναμενόμενο επίπεδο φροντίδας, προσοχής και δεξιότητας του μέσου κοινού έμπειρου οδηγού (με αναφορά στις Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ 115, Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 223, Ζυπίτης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 220, και R. v. Lawerence
(1981)All E.R.). Σύμφωνα με την Συλλούρη v. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 189/2016 και 190/2016, ημερ. 20/12/2016, για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 210, πρέπει η πρόκληση θανάτου να οφείλεται σε αλόγιστη (rash), απερίσκεπτη (reckless) ή επικίνδυνη πράξη και συμπεριφορά, κριτήρια που το νομοθέτημα αφήνει στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Απαιτείται απόδειξη αμέλειας μεγαλύτερου βαθμού απ' ότι για το αδίκημα της οδήγησης χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα ή η ύπαρξη λανθασμένης ενέργειας η οποία δεν εξομοιώνεται με την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα εφόσον σε τέτοια περίπτωση ο βαθμός του σφάλματος υπολείπεται εκείνου της αλόγιστης, απερίσκεπτης και επικίνδυνης οδήγησης. Ευρήματα Μη αμφισβητούμενα γεγονότα: Κατά τον χρόνο του δυστυχήματος, ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Αυτοκίνητο του στην οδό Κωνσταντινουπόλεως και είχε κατεύθυνση προς Κυκλικό Κόμβο «Bata». Ο Κατηγορούμενος είχε καλή ορατότητα αφού το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας, υπήρχε ηλιοφάνεια και δεν υπήρχαν οποιαδήποτε φυσικά ή τεχνητά εμπόδια που να του φράσσουν τον δρόμο ο οποίος ήταν ευθύς. Η ταχύτητα του Κατηγορουμένου ήταν 35 με 40 ΧΑΩ. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο Κατηγορούμενος συγκρούστηκε με το Τροχοκάθισμα που μετέφερε το Θύμα, το Τροχοκάθισμα σύρθηκε από το Αυτοκίνητο για κάποια μέτρα και συγκρούστηκε με το Σταθμευμένο Όχημα Α, το οποίο σύρθηκε και συγκρούστηκε με ένα πράσινο κάλαθο σκουπιδιών ο οποίος σύρθηκε και συγκρούστηκε με το Σταθμευμένο Όχημα Β. Οι θέσεις των μερών σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα: Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής είναι ότι πριν το δυστύχημα, το Θύμα οδηγούσε το Τροχοκάθισμα στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, μπροστά από το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου, έχοντας την ίδια κατεύθυνση με αυτόν, και ο Κατηγορούμενος οδηγώντας αλόγιστα, απερίσκεπτα και επικίνδυνα, συγκρούστηκε με το Τροχοκάθισμα με αποτέλεσμα την πρόκληση του θανάτου του Θύματος. Η θέση της Υπεράσπισης είναι ότι ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε το Θύμα από απόσταση 13 μέτρων, να βρίσκεται καθισμένο στο Τροχοκάθισμα που ήταν ακίνητο σε ράμπα πεζοδρομίου στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όταν το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου πλησίασε με ταχύτητα 35 με 40 ΧΑΩ, το Τροχοκάθισμα κινήθηκε με ταχύτητα προς το Αυτοκίνητο και συγκρούστηκε στον αριστερό πλαϊνό τροχό του Αυτοκινήτου, ο οποίος τον «τύλιξε» και τον εκτίναξε εμπρός. Ο Κατηγορούμενος δεν είχε χρόνο για να προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση αποφυγής της σύγκρουσης και δεν ευθύνεται για το δυστύχημα. Περαιτέρω, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι ο θάνατος του Θύματος οφείλεται στην σύγκρουση του Αυτοκινήτου με το Τροχοκάθισμα, αφού ακολούθησαν άλλες συγκρούσεις, για τις οποίες ευθύνη έχουν οι ΜΚ 5 και ΜΚ 8 με τον τρόπο που είχαν σταθμεύσει. Με δεδομένη την αξιολόγηση μαρτυρίας, προβαίνω σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα στα πιο κάτω ευρήματα. Το Θύμα, περίπου δύο λεπτά πριν την σύγκρουση οδηγούσε το Τροχοκάθισμα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού Κωνσταντινουπόλεως και είχε κατεύθυνση προς το σημείο της σύγκρουσης. Βρισκόταν κατά τον χρόνο αυτό περίπου 100 με 150 μέτρα πριν από το σημείο της σύγκρουσης. Στη συνέχεια, στο σημείο που σημειώνεται ως «Χ» στα Τεκμήρια 2 και 3 (πρόχειρο σχέδιο και σχέδιο επί κλίμακας), το Αυτοκίνητο του Κατηγορουμένου συγκρούστηκε με το Τροχοκάθισμα και επακολούθησαν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα. Η πρώτη επαφή των δύο οχημάτων κατά την σύγκρουση ήταν μεταξύ του αριστερού εμπρόσθιου μέρους του προφυλακτήρα του Αυτοκινήτου και του πίσω μέρος του Τροχοκαθίσματος. Κατά την σύγκρουση, η εμπρόσθια πλευρά του Τροχοκαθίσματος είχε φορά προς τον Κυκλικό Κόμβο «Bata». Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του ΜΚ2, τα οποία έχω κάνει αποδεκτά, κατά την σύγκρουση το Τροχοκάθισμα είχε φορά προς τον κυκλικό κόμβο «Bata». Αυτό δεν αρκεί για να οδηγήσει σε εύρημα ως προς την πορεία που ακολούθησε το Τροχοκάθισμα από το σημείο που θεάθηκε από τον ΜΚ 6 να οδηγεί στην αριστερή λωρίδα του δρόμου μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, καταλήγω ότι, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, μπορεί να ισχύσει το Τεκμήριο της συνέχειας, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι το Θύμα, ακολούθησε ευθεία πορεία από το σημείο που ο ΜΚ 6 είχε δει το Θύμα, μέχρι το σημείο της σύγκρουσης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Ηλιάδη & Σάντη - Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β' Έκδοση - 2016, σελ. 240 -241, κάτω από τον τίτλο «Τεκμήριο Συνέχειας»: «Η απόδειξη μιας κατάστασης πραγμάτων σε μια ορισμένη στιγμή παρέχει το Δικαστήριο την ευχέρεια να συμπεράνει ότι η ύπαρξη της εν λόγω κατάστασης συνεχίστηκε μέχρι τον ουσιώδη χρόνο που εξετάζει το Δικαστήριο.» (Βλ. επίσης Georghiou v. Georghiou
(1975)1 CLR 134.) Σύμφωνα δε με το σύγγραμμα Phipson on Evidence, 18th Edition 2013, παράγραφος 7-20, σελ. 213-214: «States of mind, persons, or things at a given time may in some cases be proved by showing their previous or subsequent existence in the same state, there being a probability that certain conditions and relationships continue. This sort of inference is sometimes called «the presumption of continuance». While it is preferable to characterise this as a presumption of fact and not a presumption of law (that is a true presumption), it is more sensible and more accurate to regard it as a type of ordinary reasoning which applies in circumstances of the utmost frequency and diversity. The strength of the inference naturally diminishes with the remoteness of time, and is merely a part of the totality of the evidence in the case». Σχετικά με το θέμα, το σύγγραμμα Phipson παραπέμπει σε απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση KR & others v Royal & Sun Alliance plc - [2006] EWHC 48 (QB) το οποίο παραθέτω πιο κάτω, καθώς το κρίνω ως βοηθητικό για καθοδήγηση στην παρούσα υπόθεση: «An obvious example of this type of reasoning might arise where someone was recorded walking between points B and C. If B and C were part of a road which ran from A to D, one might conclude (depending on the circumstances) that the person had earlier been present at point A and would later be present at point D. Much will depend on the circumstances.» Κρίνω ότι τα πιο βρίσκουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση, ώστε να ισχύσει το τεκμήριο της συνέχειας με τον τρόπο που έχω εξηγήσει πιο πάνω. Το τεκμήριο αυτό δεν έχει ανατραπεί, αφού η εκδοχή του Κατηγορουμένου έχει απορριφθεί. Συνεπώς καταλήγω ότι, το Τροχοκάθισμα, που περίπου 2 λεπτά πριν την σύγκρουση κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κωνσταντινουπόλεως, κατά τον χρόνο της σύγκρουσης εξακολουθούσε να έχει την ίδια πορεία, η οποία συνάδει πλήρως με το σημείο σύγκρουσης που σημειώνεται με το σημείο «Χ» στα τεκμήρια 2 και
- Με την γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος υπεράσπισης ανέφερε ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι, όταν το Θύμα πρόσεξε τα σταματημένα οχήματα και τον κάλαθο να καταλαμβάνουν μέρος του δρόμου, σταμάτησε προς στιγμή για να αποφασίσει κατά πόσον μπορούσε να κινηθεί επί του πεζοδρομίου, αναβαίνοντας από τη ράμπα, ή αν θα κινείτο επί του δρόμου, δεξιότερα, εντός της αριστερής λωρίδας, για να αποφύγει τα σταθμευμένα οχήματα και τον κάλαθο. Ο συνήγορος αναφέρει ότι με τον ίδιο λογικό συλλογισμό φαίνεται ότι το θύμα αποφάσισε, βλέποντας τα εμπόδια που υπήρχαν, να κινηθεί μέσω του δρόμου. Δεν διευκρινίζει ο συνήγορος, κατά πόσον η θέση του είναι ότι το Θύμα είχε ανεβεί στην ράμπα (ως η θέση του Κατηγορουμένου) ή παρέμεινε στάσιμο εντός του οδοστρώματος, μέχρι να αποφασίσει πώς θα κινηθεί. Το πρώτο ενδεχόμενο έχει ήδη απορριφθεί σύμφωνα με τα πιο πάνω μου ευρήματα. Ως προς το δεύτερο ενδεχόμενο, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς αυτό μπορεί να βοηθήσει την γραμμή της υπεράσπισης, αφού θα αποτελεί παραδοχή ότι το Τροχοκάθισμα βρισκόταν εντός του οδοστρώματος με κατεύθυνση προς κυκλικό κόμβο «Bata» (ως η θέση της Κατηγορούσας Αρχής). Ως προς την θέση της υπεράσπισης ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι ο θάνατος του Θύματος οφείλεται στην σύγκρουση του Αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου με το Τροχοκάθισμα στο οποίο επέβαινε, καθοδήγηση δίνει το άρθρο 211 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154:
- Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι επέφερε θάνατο άλλου, αν και η πράξη του δεν είναι η άμεση ή η μόνη αιτία από την οποία προήλθε ο θάνατος σε οποιοδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) αν προξενήσει σε άλλον σωματική βλάβη η οποία προκαλεί χειρουργική ή άλλη ιατρική θεραπεία που επιφέρει θάνατο. Σε αυτή την περίπτωση είναι αδιάφορο κατά πόσο η θεραπεία ήταν η κατάλληλη ή εσφαλμένη, αν αυτή εφαρμόστηκε καλή τη πίστει και με τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση και δεξιότητα όχι λιγότερο όμως εκείνος που προξένησε τη σωματική βλάβη δεν θεωρείται ότι επέφερε το θάνατο, αν η θεραπεία, η οποία ήταν η άμεση αιτία του θανάτου, δεν εφαρμόστηκε καλή τη πίστει ή εφαρμόστηκε μεν καλή τη πίστει χωρίς όμως με τη συνηθισμένη επιστημονική γνώση ή δεξιότητα (β) αν προξενήσει σε άλλο σωματική βλάβη, η οποία δεν θα επέφερε το θάνατο αν το πρόσωπο που έχει βλαφτεί υπέβαλλε τον εαυτό του στην κατάλληλη χειρουργική ή άλλη ιατρική θεραπεία ή αν ελάμβανε τις κατάλληλες προφυλάξεις ως προς τον τρόπο διαβίωσης του (γ) αν με την άσκηση ή με την απειλή βίας αναγκάσει άλλο στη διενέργεια πράξης η οποία επιφέρει το δικό του θάνατο, εφόσον η πράξη ήταν τρόπος ο οποίος, κάτω από τις περιστάσεις, ηδύνατο να θεωρηθεί από τον παρόντα ως φυσικός, για την αποφυγή τέτοιας βίας ή απειλών (δ) αν με πράξη ή παράλειψη επιτάχυνε το θάνατο προσώπου που πάσχει από ασθένεια ή βλάβη η οποία ανεξάρτητα από τέτοια πράξη ή παράλειψη θα επέφερε θάνατο (ε) αν η τέτοια πράξη ή παράλειψη δεν θα επέφερε το θάνατο, εκτός αν συνακολουθείτο από πράξη ή παράλειψη αυτού που φονεύτηκε ή άλλων προσώπων. Στην Παπαεπιφανείου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερ. 19/10/21 λέχθηκε ότι: Η εμβέλεια του πιο πάνω άρθρου εξετάστηκε στην απόφαση Voicu ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), όπου με αναφορά στη σχετική νομολογία, υποδείχθηκε ότι: «αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.» Ταυτόχρονα, υποδείχθηκε ότι θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η πράξη του κατηγορουμένου αποτελεί ενεργό και ουσιαστική αιτία του θανάτου, χωρίς όμως να απαιτείται - η πράξη - να είναι η μόνη ή η κύρια αιτία θανάτου. Το εάν ήταν ή όχι ορθά προσδεδεμένο το θύμα με ζώνη ουδόλως επηρεάζει την κατάληξη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία, για τη θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του κατηγορουμένου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Σχετική είναι η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντωνίου
(2014)2 ΑΑΔ
- Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση, ο θάνατος προκλήθηκε από εσωτερική αιμορραγία προκληθείσα από ρήξη ζωτικών οργάνων. Περαιτέρω, επεξηγήθηκε από τον Μ.Κ.12 ότι τα διαπιστωθέντα τραύματα προέκυψαν από κτυπήματα κατά τη διάρκεια του τροχαίου ατυχήματος. Επομένως, προκύπτει ότι οι τραυματισμοί που επέφεραν τον θάνατο της αποβιώσασας προήλθαν από το επίδικο τροχαίο ατύχημα για το οποίο ευθύνη είχε ο εφεσείων. Στην παρούσα υπόθεση είναι παραδεκτό ότι ο θάνατος του Θύματος επήλθε συνεπεία πλήρους διατομής σπονδυλικής στήλης και σύστοιχου νωτιαίου μυελού καθώς και πολλαπλές κακώσεις σώματος, συνεπεία του αναφερόμενου τροχαίου δυστυχήματος (βλ. Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής, Τεκμήριο 11). Δεν αμφισβητήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ότι το τροχαίο δυστύχημα που αναφέρεται στην Ιατροδικαστική Έκθεση είναι αυτό για το οποίο διεξάγεται η παρούσα ακρόαση. Προβαίνω σε εύρημα ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί, προκύπτει αβίαστα η αιτιώδης συνάφεια που απαιτείται για να αποδειχτεί ότι το δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη ο Κατηγορούμενος ήταν μια από τις αιτίες του θανάτου του Θύματος (και δη η γενεσιουργός και ουσιαστική αιτία). Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, η σύγκρουση οχήματος με αναπηρικό τροχοκάθισμα, έστω και με χαμηλή ταχύτητα, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Είναι αδιάφορο για την παρούσα υπόθεση το κατά πόσον στην πρόκληση του Θανάτου συνέβαλαν με τον τρόπο που στάθμευσαν τα Σταθμευμένα Οχήματα Α και Β οι ΜΚ 5 και ΜΚ 8 αφού, όπως εξηγείται πιο πάνω, για τη θεμελίωση αιτιώδους συνάφειας αρκεί η ενέργεια ή πράξη ή παράλειψη του Κατηγορουμένου να είναι μία από τις αιτίες θανάτου του θύματος, η οποία βεβαίως να μην είναι επουσιώδης. Παραμένει προς εξέταση το κατά πόσον με τον τρόπο που έχει οδηγήσει ο Κατηγορούμενος, μπορεί να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του άρθρου 210 του Κεφ.
- Στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, το θύμα του δυστυχήματος ήταν μαθητής του γειτονικού (ως προς τον τόπο του δυστυχήματος) δημοτικού σχολείου Λυκαβητού ηλικίας 10 ετών και ο εφεσείων (κατηγορούμενος) δεν πρόσεξε την παρουσία του θύματος στο δρόμο παρά τον ικανοποιητικό φωτισμό και την ανεμπόδιστη θέα της περιοχής του δυστυχήματος με αποτέλεσμα να τον παρασύρει προκαλώντας τον θάνατο του. Κρίθηκε ότι η παράλειψή του να επισημάνει την παρουσία του θύματος στο δρόμο χωρίς να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο σε συσχετισμό με τον φωτισμό της περιοχής και την ορατότητα που απολάμβανε εύλογα οδήγησαν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα στο πλαίσιο της ολότητας των γεγονότων της υπόθεσης ότι ο εφεσείων διέπραξε το αδίκημα που προσδιορίζει το άρθρο 210. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση 221/2018 (ανωτέρω), ο εφεσείων οδηγούσε στη λεωφόρο Τσερίου στο Στρόβολο με ταχύτητα περί τα 38 χαω. Η εμβέλεια των φώτων ήταν 29μ. Παρά το ότι είχε δύσει ο ήλιος υπήρχε ορατότητα στο δρόμο και πέραν της εμβέλειας των φώτων του αυτοκινήτου του. Το θύμα βρισκόταν στην άκρια του δρόμου, ορισμένα εκατοστά έξω από τη λωρίδα κυκλοφορίας του εφεσείοντα, ήταν ορατή από αυτοκίνητα που κινούντο από την κατεύθυνση του εφεσείοντα και ο εφεσείων βρισκόταν σε τέτοια απόσταση που θα μπορούσε να την έβλεπε. Ο εφεσείων δεν πρόσεξε το θύμα με το παιδί της που διασταύρωναν, χτυπώντας και προκαλώντας το θάνατό του θύματος. Με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης, η παράλειψη του εφεσείοντα να εντοπίσει τους πεζούς στο δρόμο και να λάβει μέτρα έτσι ώστε να αποφευχθεί η επαφή του θύματος με το αυτοκίνητο του, αποτελούσε μίαν επικίνδυνη κατάσταση, έστω και εάν συνέβαλε και το θύμα σε αυτή την κατάσταση. Κρίνω ότι οι πιο πάνω υποθέσεις, μπορούν να δώσουν καθοδήγηση στην παρούσα υπόθεση, υπό την έννοια ότι και οι δύο αφορούν δυστυχήματα όπου οι οδηγοί είχαν ανεμπόδιστη ορατότητα και χρόνο για να προβούν σε μέτρα αποφυγής της σύγκρουσης με τους πεζούς. Δεν διαφοροποιείται η παρούσα λόγω του ότι το Θύμα επέβαινε σε Τροχοκάθισμα. Η ουσία είναι ότι υπήρχε άνθρωπος στον δρόμο που ήταν ορατός από απόσταση, γεγονός που παρείχε ευχέρεια για λήψη μέτρων αποφυγής της σύγκρουσης. Εφαρμογή Ευρημάτων - Νομικών Αρχών Με τα πιο πάνω ευρήματα δεδομένα, κρίνω ότι η παράλειψη του Κατηγορούμενου να λάβει έγκαιρα αποτελεσματικά μέτρα, έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση, αποτελούσε μία επικίνδυνη κατάσταση. Το Θύμα οδηγούσε το Τροχοκάθισμα εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της οδού Κωνσταντινουπόλεως (με κατεύθυνση προς κυκλικό κόμβο «Bata»). Ο Κατηγορούμενος ακολουθούσε και είχε καλή ορατότητα αφού το δυστύχημα έγινε κατά τη διάρκεια της ημέρας και δεν υπήρχαν οποιαδήποτε φυσικά ή τεχνητά εμπόδια που να του φράσσουν τον δρόμο ο οποίος ήταν ευθύς. Υπό αυτές τις συνθήκες και δεδομένης της ταχύτητας με την οποία ήλαυνε ο Κατηγορούμενος, κρίνω ότι υπήρχαν τέτοιες συνθήκες που όχι μόνο επέτρεπαν, αλλά επέβαλλαν στον Κατηγορούμενο να ελαττώσει ταχύτητα ή, αν ήταν ασφαλές, να προσπεράσει το Θύμα ώστε να αποφευχθεί η σύγκρουση. Επομένως η επικίνδυνη κατάσταση που δημιουργήθηκε οφείλεται σε σφάλμα του Κατηγορουμένου, ο οποίος επέδειξε οδική συμπεριφορά κατώτερη από το επίπεδο φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού. Είναι πρόδηλο ότι, υπό τις πιο πάνω συνθήκες δεν αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό να συγκρουστεί με προπορευόμενο αναπηρικό τροχοκάθισμα που είναι ορατό από μακριά. Η συμπεριφορά του αυτή εκφεύγει της κοινής λογικής και συνιστά αλόγιστη (μη λελογισμένη) οδήγηση, η οποία δυστυχώς προκάλεσε τον θάνατο του Θύματος. Σύμφωνα με τα πιο πάνω ευρήματα, καταλήγω ότι η παράλειψή του να επισημάνει την παρουσία του Θύματος στο δρόμο χωρίς να παρεμβάλλεται οποιοδήποτε εμπόδιο σε συσχετισμό με την καλή ορατότητα που είχε, εύλογα οδηγούν στο συμπέρασμα στο πλαίσιο της ολότητας των γεγονότων της υπόθεσης ότι ο Κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα που προσδιορίζει το άρθρο 210 Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του Κατηγορουμένου στην κατηγορία που αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. [Υπ.] .............. Α. Γ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο